Τα χέρια που αγαπούν…

Τα χέρια που αγαπούν… (Συγκλονιστικό!)

Ο κυρ Στέλιος πάντα ήταν αυτό που λέμε ο κλασικός άντρας παλιάς κοπής.

Ίσως πιο λαϊκά κάποιος θα τον έλεγε βαρύμαγκα. Όχι από τους δήθεν με τα πολλά λόγια και τις λίγες πράξεις. Αντιθέτως πολύ δεν μιλούσε, αλλά όταν μιλούσε θα τα έλεγε για τα καλά.

Μεγαλωμένος στην φτώχια και στα βάσανα, είχε καταφέρει να βγάλει μόνο ένα Δημοτικό και αυτό με το ζόρι, ότι κατάφερε στη ζωή του ήταν με τα χέρια του.

Σιδεράς και μάλιστα από τους καλύτερους. Χρόνια στην πιάτσα. Τα χέρια του πρόδιδαν εξάλλου τους κόπους της δουλειάς. Τραχιά και σκληρά γεμάτα σημάδια. Αλλά έτσι επιβίωσε.

Παντρεύτηκε την Αλέκα σχετικά μεγάλος για τα δεδομένα της εποχής και απέκτησε μαζί της δύο κόρες που πλέον τους χάρισαν δύο εγγόνια, τριών χρόνων ήταν το μεγαλύτερο εγγονάκι τους.

Γλυκό σύζυγο δεν θα τον έλεγες με την έννοια του ρομαντισμού αλλά ποτέ δεν έλειψε τίποτα από κανέναν τους. Αγαπούσε την γυναίκα του και τα παιδιά του και ας μην το έδειχνε με αγκαλιές η με μεγάλα λόγια. Ποτέ δεν ήταν καλός στα λόγια άλλωστε.

Πλέον μετά την συνταξιοδότηση του περνούσε την μέρα του κυρίως στο σπίτι με την Αλέκα και λίγες ώρες στο καφενείο παίζοντας κάνα χαρτάκι με τους συνομηλίκους του.

Δεν είχε μάθει το καθισιό ο Κυρ Στέλιος, τον έτρωγαν τα χέρια του και η ψυχή του για δουλειά αλλά οι δυνάμεις του πλέον δεν τον βαστούσαν για τέτοια πράγματα.

Κάθε πρωί που ξυπνούσε πλάι στην κυρά Αλέκα έβλεπε την διαφορά σε όλα αλλά δεν μίλαγε. Είπαμε εξάλλου ποτέ δεν ήταν καλός στα λόγια. Έπιναν τον ελληνικό τους καφέ και εκείνος πάντα τον συνόδευε με τα αφιλτρα τσιγάρα που χρόνια έκανε.

“Μην καπνίζεις τόσο” του έλεγε συχνά πυκνά η γυναίκα του αλλά εκείνος με ένα νεύμα τύπου μια χαρά είμαι της το σταμάταγε αμέσως.

“Άσε με βρε Αλέκα να τον πιω τον καφέ μου με ηρεμία, τον πέτυχες κιόλας σήμερα, μην μου χαλάς την όρεξη”.

Και κάπως έτσι κυλούσαν οι μέρες τους.

Ξημέρωνε Δευτέρα όταν η Αλέκα του είπε πως θα έρθουν παιδιά και εγγόνια σε 2 εβδομάδες από το χωριό για να τους δουν.

Χάρηκε και εκείνος. “Το καλύτερο κοκόρι θα σου φέρω να το κάνεις κοκκινιστό που το κάνεις λουκούμι” της είπε.

“Αν και ξέρω πως εσύ τώρα θα αρχίσεις να πλέκεις καμία κατοσταριά ρούχα για τα μωρά κι ας μπαίνει καλοκαίρι” της είπε με ένα αχνό χαμόγελο καθώς έβαζε την ζακέτα του να κατέβει προς το καφενείο σχεδόν τρέχοντας.

Την περίμενε σαν τρελός εκείνη την μέρα ο Κυρ Στέλιος. Μιας και τα παιδιά έμεναν εδώ και ένα χρόνο στην επαρχία. Είχε φροντίσει όμως για όλα.  Από εκείνη την στιγμή σταμάτησε να πηγαίνει οπουδήποτε αλλού. Πήρε τα κλειδιά από το παλιό σιδεράδικο του και χώθηκε μέσα για δουλειά. Ήξερε τι πρέπει να κάνει. Είχε μάθει.

Τόσο καιρό κλεισούρας δεν ήταν και δύσκολο εξάλλου. Μόνο στην αρχή κάπως του φάνηκε, αλλά μετά τα χέρια πήραν μπρος από μόνα τους. Δύο εβδομάδες κοντά καθόταν τουλάχιστον 6 ώρες εκεί ανάμεσα στα παλιά σίδερα και τα εργαλεία του.

Γκρίνιαζε η κυρά Αλέκα που έλειπε τόσο αλλά εκείνος ήταν πάντα της άποψης πως ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Και όντως σκοπό το είχε βάλει. Ίσως από τους πιο μεγάλους και συγκριτικά με αλλά πράγματα που είχε φτιάξει ήταν και από τους πιο δύσκολους αλλά τα κατάφερε. Ήξερε πως θα τα κατάφερνε αλλά η υπερηφάνεια του σαν τελείωσε και κοίταξε το επίτευγμα του δεν περιγράφεται με λέξεις.

Μια μέρα πριν την έλευση της οικογένειας ξύπνησε αξημέρωτα. Τα έφτιαξε όλα όπως πρέπει. Όπως ακριβώς τα είχε στο μυαλό του. Σαν άρχισε να χαράζει πήγε σιγά στο κρεβάτι του ώστε να μην ξυπνήσει την Αλέκα.

Φωνές και χαμός πλημμύρισαν λίγες ώρες μετά το σπιτικό τους. Αγκαλιές φιλιά και η αγάπη περιστρεφόταν αόρατα στην ατμόσφαιρα.

Μοσχομύριζε το φαγητό και αν η μυρωδιά ήταν μια φορά υπέροχη, η γεύση ήταν λουκούμι όπως είχε προβλέψει ο Κυρ Στέλιος. Έκατσαν μετά όλοι μαζί. Περιχαρής η Αλέκα έφερε ένα ξύλινο κουτί γεμάτο υπέροχα παιδικά πλεκτά για τα παιδιά και τι δεν είχε εκεί μέσα. Από μικροσκοπικά καλτσακια και κασκολάκια μέχρι μικρές μπλούζες με όμορφα χρώματα περίτεχνα πλεγμένα στο χέρι. Τα παιδιά έβγαλαν κραυγές χαράς και η περήφανη γιαγιά γελούσε σαν παιδί.

“Α ρε πάτερα” ψιθύρισε καθώς τον κοίταξε δακρυσμένη η μια κόρη ενώ εκείνος διακριτικά της χαμογέλασε και της είπε ήρεμα να σωπάσει με ένα νεύμα.

Ήταν περίπου 8 μήνες πριν όταν η κυρά Αλέκα διαγνώστηκε με Αλτσχάιμερ. Στην αρχή ήταν πιο ήπια η κατάσταση αλλά πλέον ξεχνούσε και μπέρδευε σχεδόν τα πάντα.

Κάθε μέρα ο Κυρ Στέλιος έφτιαχνε δύο καφέδες και ύστερα της έλεγε πόσο ωραίους τους έκανε εκείνη, έμαθε να μαγειρεύει και την ώρα του φαγητού την παίνευε για το μαγείρεμα της.

Ίσως η τελευταία του πράξη με τα πλεκτά, ήταν το πιο δύσκολο μιας και στην αρχή με το πλέξιμο τα βρήκε λίγο σκούρα αλλά κατάφερε να φτιάξει τα πιο όμορφα ρουχαλάκια για τα εγγόνια του και να χαρίσει την μεγαλύτερη χαρά στην γυναίκα του η οποία είχε ξεχάσει πως να πιάνει μέχρι και το βελόνι.

Σήμερα μέχρι το χάραμα είχε ετοιμάσει τον πιο ωραίο κόκορα που είχαν φάει ποτέ όλοι τους.

“Μπράβο κορίτσι μου” είπε στην Αλέκα του καθώς την φίλησε στο μάγουλο

“Όλα τέλεια τα έκανες είδες που αγχωνόσουν, όλα τα πρόλαβες”, ενώ εκείνη πιάνοντας του το χέρι απαλά τον ρώτησε αν του άρεσε το κοκόρι χαϊδεύοντας του τα μαλλιά…
Αναρτήθηκε από PROSKINITIS

Οι εχθροί μας ευεργέτες μας – άγιος νικόλαος αχρίδος

Οι εχθροί μας ευεργέτες μας – άγιος νικόλαος αχρίδος

  Αγαπάτε τους εχθρούς υμών. Δε λέει «μην ανταποδίδετε κακό στο κακό». Αυτό δεν είναι σπουδαίο πράγμα. Αυτό είναι απλά ανοχή. Ούτε και λέει «αγαπάτε εκείνους που σας αγαπούν».
Αυτή είναι μόνο παθητική αγάπη.
Ο Χριστός λέει αγαπάτε τους εχθρούς υμών. Όχι απλά να τους ανέχεστε, όχι να είστε παθητικοί, αλλά να τους αγαπάτε. Το ξαναλέμε και πάλι, πως η αγάπη είναι ενεργητική αρετή.
Η αγάπη για τους εχθρούς δεν είναι αφύσικη ; Η αντίρρηση αυτή προβάλλεται πολύ έντονα από τους μη χριστιανούς. Δε βλέπουμε πως πουθενά στη φύση δεν υπάρχει παράδειγμα αγάπης για τους εχθρούς, παρά μόνο αγάπης για τους φίλους; Αυτή είναι λοιπόν αιτία αμφισβήτησης. Τι έχουμε ν’ απαντήσουμε σ’ αυτό;

Πρώτ’ απ’ όλα η πίστη μας αναγνωρίζει δύο φύσεις: μία άφθαρτη, φωτεινή και άτρεπτη στο κακό από την αμαρτία, σαν κι αυτήν που είχε ο Αδάμ στον παράδεισο· κι άλλη μια διεστραμμένη, σκοτεινή κι επιρρεπή στο κακό και την αμαρτία, σαν κι αυτήν που αντιμετωπίζουμε διαρκώς σ’ αυτόν τον κόσμο.
Στον κύκλο της πρώτης φύσης, η αγάπη για τους εχθρούς είναι απόλυτα φυσική. Στη φύση αυτή η αγάπη είναι σαν τον αέρα που ανασαίνουν όλα τα πλάσματα και ζουν. Αυτή είναι η αληθινή φύση που δημιούργησε ο Θεός. Απ’ αυτήν η θεϊκή αγάπη λάμπει στη φύση μας όπως οι ακτίνες του ήλιου μέσα από τα σύννεφα. Οτιδήποτε στη γη έχει αληθινή αγάπη, προέρχεται από την αγάπη αυτή.
Στον κύκλο της δεύτερης, της επίγειας φύσης, η αγάπη για τους εχθρούς είναι σπάνια και θα μπορούσε να θεωρηθεί αφύσικη. Δεν είναι πραγματικά αφύσικη. Σε σχέση με την επίγεια φύση μας είναι στην ουσία υπερφυσική ή, καλύτερα, προ-φυσική, καθώς η αγάπη φτάνει στην αμαρτωλή φύση μας από την πρωταρχική, αναμάρτητη κι αθάνατη φύση που προϋπήρχε της δικής μας.
Η αγάπη για τους εχθρούς είναι τόσο σπάνια ώστε θα μπορούσε να κληθεί αφύσικη, λένε άλλοι αντιρρησίες. Αν τα πράγματα είναι έτσι, τότε και το μαργαριτάρι είναι αφύσικο, όπως και το διαμάντι κι ο χρυσός. Αυτά είναι όλα σπάνια αντικείμενα. Ποιός όμως μπορεί να τα ονομάσει αφύσικα; Όπως υπάρχουν φυτά που ευδοκιμούν μόνο σε μία περιοχή, έτσι γίνεται και με το σπάνιο αυτό φυτό, τη σπάνια αυτή αγάπη. Φυτρώνει κι αναπτύσσεται μόνο στην Εκκλησία του Χριστού. Για να πειστεί κάποιος από τα πολυάριθμα παραδείγματα του φυτού αυτού και του κάλλους του, πρέπει να διαβάσει τους βίους των αποστόλων του Χριστού, των πατέρων και των ομολογητών της χριστιανικής πίστης, των μαρτύρων της μεγάλης αλήθειας κι αγάπης του Χριστού.
Μια τρίτη ομάδα αντιρρησιών ισχυρίζεται πως αν δεν είναι αδύνατη, η αγάπη αυτή είναι τουλάχιστο εξαιρετικά δύσκολη. Είναι αλήθεια πως δεν είναι εύκολη, κυρίως για εκείνον που διδάσκεται την αγάπη μακριά από το Θεό, από τον οποίο ενισχύεται και τροφοδοτείται η αγάπη αυτή. Πώς όμως δεν μπορούμε ν’ αγαπήσουμε αυτούς που αγαπάει ο Θεός; Ο Θεός δεν αγαπά περισσότερο εμάς απ’ όσο αγαπά τους εχθρούς μαςκαι μάλιστα όταν είμαστε εχθροί άλλων. Ποιός από μας μπορεί να ισχυριστεί πως δεν υπάρχει κανένας στον κόσμο που να τον αποκαλεί εχθρό του;

Αν ο ήλιος του Θεού ζέσταινε κι η βροχή έπεφτε μόνο σ’ εκείνους που κανένας δεν τους λογάριαζε εχθρούς του, δύσκολα θά ‘φτανε κάποια ακτίνα στη γη ή θά ‘πεφτε κάποια σταγόνα βροχής στο χώμα. Ο άνθρωπος φορτώνεται από μόνος του μεγάλο φορτίο έχθρας. Η αμαρτία δημιουργεί φόβο στον άνθρωπο. Κι ο φόβος αυτός με τη σειρά του τον κάνει να υποπτεύεται εχθρούς σ’ όλα τα πλάσματα γύρω του. Ο Θεός όμως είναι αναμάρτητος κι άφοβος κι επομένως δεν υποπτεύεται κανέναν, αλλά τους αγαπά όλους. Μας αγαπά τόσο πολύ ώστε, όταν μας κυκλώνουν εχθροί χωρίς να φταίμε σε τίποτα, πρέπει να πιστεύουμε πως αυτό γίνεται σε γνώση Του και για το καλό μας.
Ας είμαστε δίκαιοι. Ας ομολογήσουμε πως οι εχθροί μας μάς βοηθούν πολύ στην πνευματική μας πορεία. Αν δεν υπήρχε έχθρα στους ανθρώπους, πάρα πολλοί από εκείνους που ευαρέστησαν στο Θεό δε θα είχαν γίνει φίλοι Του. Ακόμα κι η έχθρα του σατανά μπορεί να βοηθήσει εκείνους που είναι ζηλωτές των ιερών πραγμάτων του Θεού και της ψυχικής τους σωτηρίας. Ποιός ήταν περισσότερο ζηλωτής των ιερών του Θεού πραγμάτων ή είχε μεγαλύτερη αγάπη για το Χριστό από τον απόστολο Παύλο; Ο ίδιος απόστολος όμως λέει πως επέτρεψε ο Θεός στο διάβολο να τον πειράξει, όταν του αποκαλύφθηκαν πολλά μυστήρια: «Και τη υπερβολή των αποκαλύψεων ίνα μη υπεραίρομαι, εδόθη μοι σκόλοψ τη σαρκί, άγγελος σατάν, ίνα με κολαφίζη ίνα μη υπεραίρομαι» (Β’ Κορ. ιβ’ 7).
Όταν ο διάβολος ο ίδιος χωρίς να το θέλει βο­ηθάει τον άνθρωπο, πώς δεν μπορούν οι άνθρωποι να βοηθούν το συνάνθρωπό τους, που είναι οπωσδήποτε λιγότερο εχθρός από τους δαίμονες; Θα τολμούσε να πει κανείς πως οι φίλοι του ανθρώπου ζημιώνουν περισσότερο την ψυχή του από τους εχθρούς του. Ο ίδιος ο Κύριος είπε πως «εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αυτού» (Ματθ. ι’ 36). Εκείνοι που ζουν κάτω από την ίδια στέγη μαζί μας, που ενδιαφέρονται πολύ για τις σωματικές ανάγκες και τις ανέσεις μας, συχνά γίνονται εχθροί της σωτηρίας μας. Η αγάπη κι η φροντίδα τους δε στοχεύει στην ψυχή αλλά στο σώμα μας. Πόσοι γονείς δεν έχουν κάνει ανυπολόγιστη ζημιά στις ψυχές των γιων τους κι αδέρφια στ’ αδέρφια τους, καθώς και σύζυγοι στους συζύγους τους; Κι όλ’ αυτά από αγάπη!
Η πραγματικότητα αυτή που διαπιστώνεται καθημερινά είναι μια ακόμα αιτία για να μας κάνει να μη δοθούμε ολοκληρωτικά στην αγάπη προς τους συγγενείς και τους φίλους μας, ούτε και να μειώσουμε την αγάπη προς τους εχθρούς μας. Είναι ανάγκη να το ξαναπούμε, πως συχνά, πολύ συχνά, οι εχθροί μας είναι στην ουσία πραγματικοί φίλοι; Οι τρόποι που χρησιμοποιούν για να μας αναστατώσουν, μας βοηθούν. Οι τρόποι με τους οποίους μας απορρίπτουν, υπηρετούν τη σωτηρία μας. Οι τρόποι με τους οποίους πιέζουν την εξωτερική, τη φυσική ζωή μας, μας ωθεί ν’ αποσυρθούμε μέσα μας, στον εαυτό μας, να βρούμε την ψυχή μας και να ζητήσουμε από το Θεό να τους σώσει.

Οι εχθροί μας είναι πραγματικά εκείνοι που μας σώζουν από την καταστροφή που μας ετοιμάζουν αθέλητα οι οικείοι μας, που φροντίζουν το σώμα μας σε βάρος της ψυχής μας και χαλαρώνουν το χαρακτήρα μας.

από άλλη όψις
http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com

Κυριακή Β’ Λουκά: Αγαπώ μόνο αυτούς που με αγαπούνε;

Κυριακή Β’ Λουκά: Αγαπώ μόνο αυτούς που με αγαπούνε;

Γιατί οἱ ἄνθρωποι ἔχουμε τήν τάση νά ἀγαποῦμε μόνο αὐτούς πού μᾶς ἀγαποῦνε; 

Ὁ Χριστός ἀναφέρει ὅτι «οἱ ἁμαρτωλοί ἀγαποῦν αὐτούς πούτούς ἀγαποῦν» καί ζητᾶ ἀπό τούς χριστιανούς «νά ἀγαποῦν τούς ἐχθρούς τους», νικώντας τήν τάση πού ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀναπτυγμένη μέσα του γιά τήν ὠφέλεια καί τό συμφέρον του (Λουκ. 6,32 καί 35). Καί ἀναφέρει ὅτι ὅσοι νικήσουν τό συμφέρον καί τήν ὠφέλεια θά λάβουν χάρη, εὐλογία ἀπό τόν ΘεόΕἶναι σημεῖο τῆς ἀπομάκρυνσης τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τή σχέση μέ τόν Θεό ἡ ἀγάπη μόνο σ’ αὐτούς πού μᾶς ἀγαποῦν. Καί δέν εἶναι εὔκολη ἡ ἀνατροπή αὐτῆς τῆς στάσης.

Ὁ ἄνθρωπος δέν διδάσκεται εὔκολα ἀπό παραδείγματα. Ἔχοντας ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τόν Θεό καί τή σχέση μαζί του, εἶναι συνήθως πρόθυμος νά ἀγαπήσει καί νά ἀποδεχθεῖ αὐτούς πού τόν ἀγαποῦνε, αὐτούς πού ἀνταποκρίνονται στίς ἐπιθυμίες του, αὐτούς μέ τούς ὁποίους τά συμφέροντά του ταυτίζονται. Δυσκολεύεται νά ἀγαπήσει ὅσους δέν τόν βλέπουν ὅπως ὁ ἴδιος θά ἤθελε, πόσο μᾶλλον τούς ἐχθρούς του. Καί σημάδια αὐτῆς τῆς ἀδυναμίας εἶναι ὁ θυμός, ἡ ἄρνηση τῆς συγχώρεσης, ἡ ἐπιθυμία γιά ἐκδίκηση.

Ἀγάπη καί ταπείνωση

Ὁ δίχως Θεό πολιτισμός θεωρεῖ φυσική τήν ἀνταπόδοση τῆς ἀγάπης μόνο σέ ὅσους μᾶς ἀγαποῦνε. Ἡ ἐκδίκηση εἶναι ἀνεκτή, κάποτε καί δικαιολογημένη. Γι’ αὐτό και σέ πολλά μέρη τοῦ κόσμου ἐπιτρέπεται, γιά παράδειγμα, ἡ θανατική ποινή γιά βαριά ἐγκλήματα. Ἀγάπη, ὅμως, σημαίνει κατανόηση τῆς ἁμαρτίας στήν ὁποία βρίσκονται ὅσοι μᾶς ἀδικοῦνε. Ταυτόχρονα, ἀγάπη σημαίνει κατανόηση ὅτι συχνά κι ἐμεῖς εἴμαστε ὑπαίτιοι γιά τήν ἐχθρότητα τῶν ἄλλων. Ὄχι μόνο γιά τόν λόγο ὅτι ἴσως μέ τή στάση μας τούς δυσκολέψαμε ἤ ὁδηγήσαμε τή ζωή μας σέ σύγκρουση μαζί τους, ἀλλά καί γιατί ἡ ἀδικία καί ἡ ἐχθρότητα μᾶς δείχνει τά ἀληθινά μας μέτρα. Μᾶς κρατᾶ ταπεινούς.

Μᾶς κάνει νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι, ὅσο κι ἄν προσπαθήσουμε, δέν μποροῦμε νά ἔχουμε πάντοτε εὐχαριστημένους τούς ἄλλους. Ὅτι δέν εἶναι οἱ ἄλλοι ὅπως τούς θέλουμε ἐμεῖς. Ὅτι δέν εἴμαστε ἐμεῖς ὅπως μᾶς θέλουν οἱ ἄλλοι. Κι αὐτό εἶναι ἀφορμή νά μένουμε ταπεινοί. Ἄς μή λησμονοῦμε ἀκόμη ὅτι ὑπάρχει καί ὁ φθόνος τοῦ διαβόλου, ὅπως καί ἡ κακία πού οἱ ἀνθρώπινοι χαρακτῆρες ἔχουν ἐπιλέξει ὡς στάση ζωῆς, πού δέν μπορεῖ νά ἀλλάξει ἀπό ἐμᾶς. Κάποτε τά συμφέροντα εἶναι τόσο ἰσχυρά, πού ἀπαιτοῦν τή συντριβή μας, μόνο καί μόνο γιατί τούς ἐνοχλεῖ ἡ παρουσία μας.
«Ὑπέρ τῶν μισούντων ἡμᾶς»
Ἡ Ἐκκλησία, στήν ἀκολουθία τοῦ μεσονυκτικοῦ καί στήν ἀκολουθία τοῦ ἀποδείπνου, δηλαδή στήν πρώτη καί τελευταία ἀκολουθία τῆς κάθε ἡμέρας, ἀναπέμπει μία δέηση: «ὑπέρ τῶν μισούντων καί ἀγαπώντων ἡμᾶς». Ταυτόχρονα, ἔχει ἐπικρατήσει στή θεία Λειτουργία, λίγο πρίν ἀπό τή μεγάλη εἴσοδο, ὁ ἱερέας νά βγαίνει στή ὡραία πύλη καί νά στρέφεται πρός τούς πιστούς κάνοντας σχῆμα καί λέγοντας «τοῖς μισοῦσι καί ἀδικοῦσιν ἡμᾶς ὁ Θεός συγχώρησον». Ἀλλά καί πρίν τή θεία Κοινωνία, ἡ Ἐκκλησία ζητᾶ τήν εἰρήνη γιά τόν κάθε χριστιανό, ὅπως καί νά προσέλθει νά μεταλάβει τῶν ἀχράντων μυστηρίων, ἀφοῦ καταλλαγεῖ μ’ αὐτούς πού τόν λυποῦν, «μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης». Ὅλες αὐτές οἱ ἀναφορές δέν εἶναι τυχαῖες. Ἀποτελοῦν μία πρόσκληση στόν κάθε χριστιανό νά θυμηθεῖ τά λόγια τοῦ Χριστοῦ στό Εὐαγγέλιο καί νά στραφεῖ πρός τόν ἑαυτό του, ζητώντας τή βοήθεια τῆς πίστης γιά νά ἀλλάξει.
Ὁ Χριστός, τό πρότυπό μας
Τύπος τοῦ χριστιανοῦ εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Κύριός μας. Αὐτός προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση, γιά νά μᾶς δείξει ὅτι εἶναι ἐφικτή ἡ κοινωνία μέ τόν Θεό, εἶναι ἐφικτή ἡ ἀλλαγή τῆς καρδιᾶς καί τῆς ζωῆς μας. Γιατί ὁ Χριστός συγχώρεσε τούς σταυρωτές του, ὅπως καί ὅλους τούς ἀνθρώπους γιά τίς ἁμαρτίες τους. Καί ὄχι μόνο τούς πρίν ἀπό τόν ἐρχομό του ἤ ἐκείνους πού συνυπῆρξαν μαζί του. Ὁ Χριστός συγχώρεσε ἐκ τῶν προτέρων ὅλους τούς ἀνθρώπους ὅλων τῶν ἐποχῶν. Ἐπειδή ὅμως ὁ κάθε ἄνθρωπος ἔχει τήν ἐλευθερία του ὡς χαρακτηριστικό καί δωρεά ἀπό τόν Θεό, ἐπαφίεται σ’ αὐτόν ἄν θά καταστήσει ἐνεργή τή συγχώρεση τοῦ Θεοῦ.

Ἡ κίνηση πού χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος νά κάνει περιλαμβάνεται στήν Κυριακή προσευχή: «καί ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν». Στήν ἐποχή μας χωρίζουμε τούς ἀνθρώπους σέ δικούς μας καί ξένους. Δημιουργοῦμε ἐχθρούς, γιά νά δικαιολογοῦμε τήν ὕπαρξή μας, τήν προσωπικότητά μας, τήν ἰδεολογική μας ἔνταξη. Ἡ Ἐκκλησία, χωρίς νά ἀρνεῖται τή διαφορετικότητα τῶν ἀνθρώπων, δέν θά πάψει νά ζητᾶ τήν ἐφαρμογή τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή τήν ἀγάπη καί πρός τούς ἐχθρούς, εἴτε αὐτή ἐκφράζεται μέ τή συγχωρητικότητα, εἴτε μέ τήν προσευχή μας γι’ αὐτούς, εἴτε μέ τήν κατανόηση τῶν δυσκολιῶν τους καί τήν ταπεινότητα τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ὅσο κι ἄν ἡ ὁδός αὐτή εἶναι δύσβατη, εἶναι ἀληθινά Χριστοκεντρική καί Χριστομίμητη. Καί ταυτόχρονα, ὁδός αἰώνιας ζωῆς καί κοινωνίας μέ τόν Θεό. Ἡ ὁδός τῆς γνήσιας ἀνθρωπιᾶς, πού περνᾶ μέσα ἀπό τήν πίστη.

π. Θ. Μ.  (Πηγή: “Φωνή Κυρίου” APIΘ. ΦΥΛ. 40 (3514), Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος)

Κυριακή Β’ Λουκά: Αγαπώ μόνο αυτούς που με αγαπούνε; | Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ (alopsis.gr)

ΣΗΜΕΡΑ ΟΜΩΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΕΛΑΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ ΤΗΣ ΕΤΕΡΟΤΗΤΟΣ , Η ΟΠΟΙΑ ΒΡΙΣΚΕΙ ΤΗΝ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ,  Η ΕΝΤΟΛΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΝΑ ΑΓΑΠΑΜΕ ΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΜΑΣ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΕΠΙΣΗΣ ΝΑ ΑΓΑΠΑΜΕ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΤΟΥ ;

ΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ; ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ; ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ;

ΜΗΠΩΣ ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ ΝΑ ΔΙΑΚΡΙΝΟΥΜΕ ΤΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΩΦΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΑΜΑΡΤΩΛΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ Σ’ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΑΚΑΤΑΣΧΕΤΗ ΑΓΑΠΟΛΟΓΙΑ ;

ΔΙΟΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΜΑΣ ΔΕΝ ΜΙΣΕΙ ΤΟΥΣ ΙΤΑΛΟΥΣ ΑΛΛΑ ΤΟ ΒΑΤΙΚΑΝΟ ΤΟΥ ΑΛΑΘΗΤΟΥ.

ΚΑΛΟΥΜΑΣΤΕ ΝΑ ΑΓΑΠΗΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΟΝΤΙΟ ΠΙΛΑΤΟ ;  ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΥΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΦΙΛΑΡΓΥΡΙΑΣ ; ΝΑ ΑΓΑΠΗΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΟΝ ΙΟΥΔΑ ;

Αναρτήθηκε από amethystos

5 σχόλια:

χαλαρωσε είπε…

Ο ΙΟΥΔΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΟ ΠΟΥ ΑΡΜΟΖΕΙ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΟΡΘΟΤΗΤΑ. ΑΡΑ ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ ΝΑ ΤΟΝ ΑΓΑΠΗΣΟΥΜΕ ΟΠΩΣ ΟΡΙΖΕΙ ΚΑΙ Ο ΑΓΑΠΗΤΟΣ ΑΚΑΔΗΜΙΟΛΟΓΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΚΑΔΗΜΙΟΠΟΥΛΑΚΙΑ ΤΟΥ. ΑΝ ΔΕΝ ΤΟΝ ΑΓΑΠΗΣΕΙΣ ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ. ΓΡΑΨΤΟ, ΜΕ ΠΟΛΥ ΑΓΑΠΗ ΤΟ ΛΕΩ, ΧΙΛΙΕΣ ΦΟΡΕΣ ΝΑ ΤΟ ΜΑΘΕΙΣ. 1/10/21 11:24 π.μ.

Ανώνυμος είπε…

Δυστυχώς έτσι είναι, Αμέθυστε. Όλοι οι αγαπολόγοι «κραδαίνουν» το «Αγαπάτε αλλήλους», λησμονώντας ότι ο Κύριος το απηύθυνε στους μαθητές Του, απόντος του Ιούδα, για τον οποίο είπε ότι θα τον συνέφερε να μην είχε γεννηθεί. Αφού ο Χριστός ο Θεός είναι το απόλυτο σημείο αναφοράς πώς είναι δυνατόν να αυτονομηθεί η αγάπη από Αυτόν και μάλιστα να τεθεί υπεράνω Αυτού; Πώς είναι δυνατόν η αγάπη να τεθεί υπεράνω της Αληθείας, αφού χωρίς την Αλήθεια τα πάντα στερούνται νοήματος, συμπεριλαμβανομένης της αγάπης;

Ας προσέξουμε τους λόγους του Κυρίου: «Οἱ δὲ Φαρισαῖοι ἀκούσαντες ὅτι ἐφίμωσε τοὺς Σαδδουκαίους, συνήχθησαν ἐπὶ τὸ αὐτό, καὶ ἐπηρώτησεν εἷς ἐξ αὐτῶν, νομικός, πειράζων αὐτὸν καὶ λέγων· Διδάσκαλε, ποία ἐντολὴ μεγάλη ἐν τῷ νόμῳ; ὁ δὲ Ἰησοῦς ἔφη αὐτῷ· ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου. αὕτη ἐστὶ πρώτη καὶ μεγάλη ἐντολή. δευτέρα δὲ ὁμοία αὐτῇ· ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν.» (Ματθ. 22,34-39) 1/10/21 3:26 μ.μ.

Ανώνυμος είπε…

Στην “ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ ΣΩΤΗΡΙΑ” του Αγαπίου Μοναχού διάβασα καποτε οτι ο ΚΑΘΕ ΑΝΘΡΩΠΟΣ οφείλει εν Χριστώ, να ΑΓΑΠΑΕΙ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ ΤΟΥ, ΟΠΩΣ Η ΚΑΛΗ ΜΗΤΕΡΑ ΑΓΑΠΑΕΙ το ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ, ό,τι ελαττώματα και να έχει το παιδί της. ΜΕ ΆΓΓΙΞΕ βαθιά Η ΦΡΑΣΗ ΠΟΥ ΈΛΕΓΕ ΟΤΙ Ο ΚΑΘΕ ΆΝΘΡΩΠΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΙΠΛΑΝΟ ΤΟΥ ΠΡΕΠΕΙ “ΝΑ ΑΠΟΚΤΉΣΕΙ ΜΗΤΡΙΚΉ ΚΑΡΔΙΆ”…Πώς επιτυγχάνεται αυτή η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ; Υποθέτω τυγχάνει ΔΩΡΕΑ του ΠΑΝΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ σε όποιον ΤΗΝ ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙ δια βίου, με ΥΠΟΜΟΝΗ, ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΚΑΙ ΑΥΤΟΘΥΣΙΑ στο ΌΝΟΜΑ του Κυρίου μας… 1/10/21 4:27 μ.μ.

amethystos είπε…

Καί ποιός είναι ο πλησίον σου; Ο γείτονας;. Ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος εξηγεί καθαρά ότι είναι αυτός πού θά σέ βάλει στήν εκκλησία, πού θά σέ γεννήσει μέ πόνους στήν εκκλησία λέει ο Πάύλος, ο άνθρωπος τού Κυρίου. Καί άν εννοήσουμε τούς ληστές στό παράδειγμα τού Κυρίου σάν τούς λογισμούς τού εχθρού βγαίνει άκρη εύκολα. 1/10/21 5:39 μ.μ.

amethystos είπε…

Οπως διδάσκει καί η μεγάλη προσευχή μας, πνεύμα σωφροσύνης υπομονής καί αγάπης χάρισε στόν δούλο σου

Συνέντευξη του Γ. Κουρκούβελου

Συνέντευξη του Γ. Κουρκούβελου

https://player.vimeo.com/video/379321065?portrait=0

Απ’ αρχής το ποθούμενο για να ζωγραφίσω ήταν η ζωή.
Αυτό το ποθούμενο το ονόμαζα «λόγο». Δεν ήξερα τίποτε, όμως είχα μέσα μου μια αμετάβλητη αίσθηση περί της υπάρξεώς του.
Όμως στα χρόνια που ήρθαν κατέβαινα στον Άδη της δικής μου ανυπαρξίας και στα υπόγεια αυτά είχα πυξίδα άνθρωπο, αλλά και τον «λόγο» που δυνάμωνε συνεχώς.
Έτσι μέσα στα φαντάσματα είχα κάποιο ίχνος από φως αμετακίνητο. Και ήρθε η ώρα που είδα τις τοιχογραφίες του Πανσέληνου στο Άγιον Όρος και είδα φόρμες
καμωμένες από φως, ζυμωμένες φως με φως, ήταν μια πρώτη εικόνα πατρίδας, πατρίδας του «λόγου» της ζωής μου.
Αμέσως ορίστηκε η ζωή μου, από το σκοπό της μεθέξεως σε αυτή την άλλη ζωή που μου αποκαλύφθηκε.
Αυτή ήταν η αρχή.
Όταν ο άνθρωπος ανέλθει το όρος της καρδιάς του εισέρχεται σε κελάκι ευωδιαστό για να συναντήσει τον Κύριο, ο οποίος είναι πέραν του θανάτου.

Γ.Κουρκούβελος.
Πηγή