“Θα συναντηθούν Παπικοί με Ορθοδόξους να συζητήσουν. Τι να συζητήσουν; … Θα πάψει να λέει ο Πάπας ότι είναι πρώτος και να έχει το «πρωτείο;»… Θα πάψει να λέει ότι είναι αλάθητος; Θα τα εγκαταλείψει αυτά; Θα πάψει να λέει ότι η Παναγία μας ήτανε «άσπιλος» και να την βλασφημάει; ” Δημήτριος Παναγόπουλος ο Ιεροκήρυκας (1916 – 1982)

Οι ημέρες αυτές μας βρίσκουν, εμάς τους Ορθοδόξους σε μια αναταραχή αναφορικώς με το θέμα της πίστεώς μας. Δίδουμε εξετάσεις αυτές τις ημέρες και είναι ανάγκη να το προσέξουμε, διότι γίνεται μια πολύ μεγάλη προπαγάνδα και προσπάθεια «επανασυγκολλήσεως» με τους Παπικούς, όμως εις βάρος της αληθείας.

Θα είναι κακός ο άνθρωπος που δεν αγαπάει, αλλά θα είναι κακός και αυτός που συμφωνεί, εκεί που δεν πρέπει να συμφωνήσει. Διότι άλλο αγάπη και άλλο συμφωνία. Σε αγαπώ γιατί είσαι άνθρωπος, γιατί φέρεις την εικών του Θεού, δεν συμφωνώ όμως με τα λάθη σου, με την αίρεσή σου. Έχω υποχρέωση να μην συμφωνήσω.

Θα με ζητήσει λόγο ο Θεός.Άλλο να σε αγαπώ, έστω και αν είσαι Μωαμεθανός, αν είσαι Παπικός, αν είσαι Βουδιστής κ.λπ. αλλά στις δοξασίες σου έχω το δικαίωμα να μην συμφωνήσω μαζί σου. Αυτό είναι το εξεταστέο.

Δεν είναι το αν σε αγαπώ. Την αγάπη όλοι την θέλουνε, αλλά παραπάνω από την αγάπη υπάρχει η αλήθεια.

Εφόσον δεν υπάρχει η αλήθεια μέσα στη αγάπη, η αγάπη πλέον γίνεται ψέμα.Θα πρέπει επίσης να έχουμε υπόψιν μας, άλλο αγάπη και άλλο πίστις. Έχουμε υποχρέωση να διατηρήσουμε τη πίστη μας σωστή, όπως μας την έδωσε ο Θεός, διότι τότε θα πιστεύουμε και σωστά και θα πράττουμε και σωστά.

Θα συναντηθούν Παπικοί με Ορθοδόξους να συζητήσουν. Τι να συζητήσουν ; Οι Παπικοί δεν είναι να φύγουν από τις δοξασίες τους, ούτε μία τρίχα! Λένε αυτοί:- Να επιστρέψουν οι «άσωτοι»…Εμάς μας λένε άσωτους! Πώς θα γίνει αγάπη εν προκειμένω ; Πρέπει να αρνηθούμε το Χριστό, πρέπει να αρνηθούμε την ορθότητα της πίστεως, για να γίνει «αγάπη». Και χωρίς πραγματική αγάπη τον Χριστό, τι σχέδιο αγάπη είναι αυτή ; Το πιάνετε ;

Εξάλλου Παπικέ, εφόσον ο Χριστός εδώ και 2000 χρόνια δεν σου δίνει το Φως της Αναστάσεως, παρά μόνο στον Ορθόδοξο Πατριάρχη, εγώ ως Ορθόδοξος πώς θα Τον αρνηθώ τον Χριστό; Δεν είναι κακό και για τους δυο μας ; Και για σένα που έφυγες και εγώ που σε ακολουθώ ; Και θα χαθούμε και οι δυο. Δεν είναι καλύτερα να μείνω εδώ που μένω, μήπως εσύ επιστρέψεις ποτέ ;

Είπε ο Χριστός μας, ότι το Πνεύμα το Άγιο, του εκ του Πατρός εκπορευόμενο. Πώς εσύ τολμάς Παπικέ να πεις, ότι εκπορεύεται και του Υιού; Δεν είναι αυτό το «φιλιόκβε» που υποστηρίζεις; Δεν είναι τίποτα αυτό; Θα την απαρνηθείτε αυτήν την δοξασία;

Θα πάψει να λέει ο Πάπας ότι είναι πρώτος και να έχει το «πρωτείο ;»… Θα πάψει να λέει ότι είναι αλάθητος ; Θα τα εγκαταλείψει αυτά ;

Θα πάψει να λέει ότι η Παναγία μας ήτανε «άσπιλος» και να την βλασφημάει ; Θα πάψουν να εορτάζουν γάμο της Παναγία μας με τον μνήστορα Ιωσήφ στις 23 Ιανουαρίου ;

Ξέρετε, ότι οι Παπικοί πιστεύουν στο λεγόμενο «καθαρτήριο πυρ;». Ότι στην κόλαση μπορείς να περάσεις από ένα πυρ, για να καθαριστούν οι αμαρτίες εκ των υστέρων και να σωθείς ! Το ξέρεις ότι λέγουν, εάν εγώ έχω κάνει πολλές καλοσύνες, μπορώ να δώσω σε έναν άλλο και να σωθεί εκείνος πέρα από εκεί ;

Θα τα αφήσουν αυτά οι Παπικοί ;

Εάν τα αφήσουν, από τώρα να πάμε όλοι στη Ρώμη, τρέχοντας θα πάμε να φιληθούμε! Αλλά δεν θα αφήσουν τίποτα…Ξέρετε, ότι δεν βαπτίζουν αυτοί. Ξέρετε, ότι δεν Κοινωνούν αυτοί.

Ξέρετε, ότι δεν μπορείς να πας προσφορά στην εκκλησία, διότι δεν έχουν θυσία και αν πεθάνετε, θα είστε σαν το σκυλί στο αμπέλι; Δεν έχει τίποτα από εκεί και κάτω… Τα ξέρετε αυτά; Τι σχέδιο λοιπόν αγάπης μπορούμε να κάνουμε εμείς οι Ορθόδοξοι και πώς να κάνουμε αγάπη με τους Παπικούς ;
Αγάπη είναι να προσευχόμεθα γι’ αυτούς και αυτοί να θελήσουνε να επιστρέψουνε.

Πώς θα ενδώσουμε εμείς στα δογματικά πράγματα ; Πώς θα κάνουμε με 5 δάκτυλα τον σταυρό μας , εφόσον πρέπει να τον κάνουμε με τρία ; Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα… Παναγία και Πάπας δεν είναι θεοί. Γι’ αυτούς ο Πάπας είναι θεός. Γι’ αυτούς η Παναγία είναι θεός. Και κάνουν το σταυρό τους με 5 δάκτυλα. Πώς θα γίνει ;

Ας τα προσέξουμε αυτά… Διότι εάν δεν τα προσέξουμε, ο Κύριος θα μας εγκαταλείψει, θα δεινοπαθήσουμε, θα έχουμε και μαρτύριο ακόμη. Εμείς λέμε ότι πιστεύουμε, αλλά και «ερωτοτροπούμε» : – Να κάνουμε αγάπη…

Τι αγάπη να κάνεις καλέ μου ; Να κάνουμε αγάπη, αλλά να κάνουμε το σωστό. Και τώρα να κάνει «αβαρίες» η Ορθοδοξία, αλλά όχι στα δογματικά θέματα ! Τι σχέδιο αγάπης θα είναι αυτή . Για σκεφτείτε το .

Και βάλτε το στην προσευχή σας. Να προσεύχεστε… γιατί κινδυνεύουμε!

Δημήτριος Παναγόπουλος ο Ιεροκήρυκας (1916 – 1982)
πηγή

Ένας Επίσκοπος υψώνει το ανάστημά στον πλανητάρχη, τον πετάει έξω από το Ναό …

Ένας Επίσκοπος υψώνει το ανάστημά στον πλανητάρχη, τον πετάει έξω από το Ναό, επειδή ήταν εγκληματίας και τον οδηγεί να ζητήσει κλαίγοντας συγγνώμη.

Στις 7 Δεκεμβρίου γιορτάζει ο Άγιος Αμβρόσιος, Επίσκο­πος Μεδιολάνων. Στο σημερινό Μιλάνο της Ιταλίας. Του 4ου αιώνος κι αυτός, σπουδαίος, νομικός μεγάλος, έγινε διοικητής του Μιλάνου και της επαρχίας εκεί, ήταν δίκαιος και συνετός και κατηχούμενος. Ετοιμαζόταν, δηλαδή, να βαφτισθεί.

Κοιμήθηκε ο επίσκοπος Μεδιολάνων και μετά οι ορθόδοξοι μάλωναν με τους Αρειανούς στο ποιός θα καταλάβει τον θρόνο. Και έγινε κίνημα. Επανάσταση. Κι ως διοικητής ο Αμβρόσιος εστάλη να καταστείλει την στάση και την επανάσταση και να φέρει την ησυχία και την ειρήνη.

Πήγε, λοιπόν, και τους μίλησε τόσο γλυκά, ήταν ρήτορας και σοφός και ενάρετος, παρότι ακόμη δεν είχε βαφτισθεί. Και τους κατάφερε και τους ηρέμησε. Και τότε ένα παιδάκι φώναξε δυνατά: «Ο Αμβρόσιος να γίνει επίσκοπος!» Ήταν φωνή Θεού. Ήταν κλήσις Κυρίου. Κι εκείνος, βέβαια, δεν ήθελε, και λέει το Συναξάριο πώς, μόλις τ’ άκουσε αυτά κι ο κόσμος όλος, αιρετικοί και χρι­στιανοί, είπαν ναι, άξιος, τί κάνει εκείνος; Φεύγει, με τρόπο, και καθώς βράδιαζε, καβαλάει ένα άλογο κι έφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση, για να μη γί­νει μητροπολίτης.

Και μόλις ξημέρωσε, τί είχε γίνει ; Βρέθηκε, πάλι, στο ίδιο σημείο, από οπού έφυγε. Στης εκκλησίας την αυλή. Και τότε κατάλαβε ότι ο Θεός τον ήθελε σ’ αυτή τη θέση. Στον Θεό ποιος μπορεί να πει όχι;

Κι έγινε, λοιπόν, επίσκοπος Μεδιολάνων, ο μεγάλος Αμβρόσιος, φρόντισε τους χριστιανούς, φρόντισε τους αιρετικούς, διότι η Εκκλησία εταλαιπωρείτο από τον Αρειανισμό και τις παραφυάδες του, και προ­παντός με τον Θείο του λόγο και με την αγία χάρη, έφερνε αμέτρητους στην Εκκλησία και προστάτευε πολλούς δυσκολεμένους και αδύνατους.

Είχε τόση παρρησία, που έβαλε επιτίμιο και κανόνα στον ίδιο τον αυτοκράτορα Θεοδόσιον τον Μέγαν. Με κάποια στάση, που έγινε στη Θεσσαλονίκη και μετά που έδωσε εντολή να φονεύσουν 7.000 στασιαστές.

Κι ο Θεοδόσιος, όταν πήγε στην εκκλησία και μπήκε στο Ιερό Βήμα, του λέει ο άγιος Αμβρόσιος: «Έξω!» Σε ποιόν είπε «Έξω ;» Στον πλανητάρχη, παρακαλώ. Σε ποιόν είπε «Έξω;» Σ’ αυτόν. Κι ο Θεοδόσιος μεγάλος κι αυτός. Να το πούμε. Γιατί είναι κι αυτός άγιος της Εκκλησίας. Λοιπόν. Το εδέχθη! Εδέχθη επιτίμιον οκτώ μηνών. Ούτε να μεταλάβει ούτε να κάμει τίποτε απ’ τα καθήκοντά του. Το εδέχθη, με άκρα ταπείνωση και μεγάλη υπακοή. Γιατί είχε καταλάβει κι αυτός ένα πολύ σπουδαίο πράγμα.

Ότι δεν μπορούμε, με κανένα τρόπο, να εναντιωθούμε στην Εκκλησία. Στην Εκκλησία και στον Θεό. Τί σπουδαίος κι αυτός! Λέμε ναι. Αλλά, άμα έχεις την οικουμένη στα χέρια σου, θα κάμεις και λάθη.



Η ομορφιά ποιά είναι στον Θεοδόσιο; Ότι εδέχθη και παρεδέχθη! Και μετενόησε! Και την ημέρα των Χρι­στουγέννων πήγε στην εκκλησία και τί; Έκανε μετάνοια μπροστά στον επίσκοπο και σ’ όλο το εκκλησίασμα και ζήτησε επισήμως συγγνώμη, κλαίγοντας! Κλαίγοντας! Και αποκατεστάθη. Αυτός ο Μέγας Θεοδόσιος! Αποκατεστάθη!



Και είναι κι εκείνος γραμμένος στο Αγιολόγιο. Γιατί, αν ο Μέγας Κωνσταντίνος έφερε τη θρησκευτική ελευθερία στην αυτοκρατορία και στον κόσμο, ο Μέγας Θεοδόσιος διάλεξε, ως επίσημη θρησκεία του κράτους του, την ορθοδοξία, η οποία κινδύνευε από Γότθους, βαρβάρους, αιρετικούς, Ιουδαίους, ειδωλολάτρες, κι έκαμαν θραύση. Και τώρα την πήρε την Εκκλησία, την ορθοδοξία, υπό την προστασία του ο αυτοκράτωρ. Έθεσε, δηλαδή, τον εαυτό του στη διάθεση της Εκκλησίας. Ήταν, δηλαδή, υπερασπιστής του ορθοδόξου δόγματος. Είναι πολύ σπουδαίο κι αυτό. Να το πούμε. Ισχύει μέχρι και σήμερα…

Ο άγιος Αμβρό­σιος εκοιμήθη εν Κυρίω το 397 στο Μιλάνο, στα Μεδιόλανα, τότε, όπου είχε γίνει το Σύμφωνο των Μεδιολάνων. Η συμφωνία του Κωνστα­ντίνου του Μεγάλου και του Λικινίου για ανεξιθρησκεία. Να υπάρχει, δηλαδή, θρησκευτική ελευθερία, που υπάρχει μέχρι σήμερα.

Αρχιμ. Ανανίας Κουστένης
Χειμερινό Συναξάρι,
τ. Α΄, εκδ. Ακτή, Λευκωσία 2008, σ. 32-37. (Εμείς από εδώ & εδώ)

https://i2.wp.com/adiakritos.gr/provoli/wp-content/uploads/2018/01/megas_theodosios_2.jpg

Και κάτι ακόμα, σημαντικό. Ο Θεοδόσιος θέλησε να δικαιολογηθεί. λέγοντας πως και ο Δαβίδ αμάρτησε.

Ο Αμβρόσιος του είπε: “Τον μιμήθηκες στο έγκλημα, μιμήσου τον και στην μετάνοια”. 

«Ὁ Θεοδόσιος ὑπήκουσεν εἰς τούς λόγους τούτους, ὑπέκυψεν εἰς τόν ἀπό τῆς Ἐκκλησίας ἀφορισμόν καί ἐπανελθών εἰς τά βασίλεια καθυπέβαλεν ἑαυτόν εἰς τό τῆς Ἐκκλησίας ἐπιτίμιον, ἀπό τοῦ ὁποίου μόλις μετά ὀκτώ μήνας ἐλύθη, γενόμενος πάλι δεκτός εἰς τήν τῆς Ἐκκλησίας κοινωνίαν, κατά τήν ἑορτήν τῆς τοῦ Χριστοῦ Γεννήσεως, ἀφοῦ πρότερον δημοσίᾳ ἐν τῷ ἱερῷ ναῷ ὡμολόγησε τήν ἁμαρτίαν καί, πρηνής κείμενος καί τό Δαυϊτικόν ἐκφωνῶν “Ἐκολλήθη τῷ ἐδάφει ἡ ψυχή μου, ζῆσον με κατά τό λόγιόν σου”, παρεκάλεσεν ἵνα τύχῃ συγγνώμης».  

Κων. Παπαρρηγόπουλος

================================================== 

*ΜΟΝΟ ΤΡΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΕΚΑΤΟ ΘΑ ΣΩΘΟΥΝ* (Το όραμα του π. Θεοδοσίου Ορλόφ της Λαύρας Ποτσάεφ για την Εκκλησία των εσχάτων. – εμφάνιση τεσσάρων γυναικών)

*ΜΟΝΟ ΤΡΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΕΚΑΤΟ ΘΑ ΣΩΘΟΥΝ*(Το όραμα του π. Θεοδοσίου Ορλόφ της Λαύρας Ποτσάεφ για την Εκκλησία των εσχάτων. – εμφάνιση τεσσάρων γυναικών)

Κάποτε η απρόσμενη αναφορά του ακριβούς αριθμού των ψαριών που έπιασαν οι απόστολοι -η οποία αναφέρεται στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη (21:11) « ἀνέβη Σίμων Πέτρος καὶ εἵλκυσε τὸ δίκτυον ἐπὶ τῆς γῆς, μεστὸν ἰχθύων μεγάλων ἑκατὸν πεντήκοντα τριῶν· » –εκατόν πενήντα τρία, προξένησε έπληξη στον πατέρα Θεοδόσιο.

Συλλογίστηκε πολύ πάνω σ’ αυτό – γιατί ο Ευαγγελιστής Ιωάννης δεν έγραψε απλά: υπήρχαν πολλά ψάρια ; Αυτός ο αριθμός, όπως και άλλοι που αναφέρονται στη Βίβλο, πρέπει να έχει τη δική του συμβολική σημασία. Ο γέροντας προσευχήθηκε να τον φωτίσει το Άγιο Πνεύμα και να του αποκαλύψει αυτό το νόημα.

Ο Θεός απάντησε στον γέροντα με ένα θαυμαστό όραμα, για το οποίο είπε ο ίδιος ο π. Θεοδόσιος στα πνευματικά του παιδιά: « Εντελώς απροσδόκητα, μια γυναίκα εμφανίζεται μπροστά μου σε ένα απότομο στενό μονοπάτι ανάμεσα στα απρόσιτα βουνά.

Βλέποντάς την, θωράκισα τον εαυτό μου με το σημείο του σταυρού, για να μην πέσω στην πλάνη του εχθρού.

Ωστόσο, η εμφάνισή της ήταν εξαίσια, και το φόρεμά της υπέροχο. Πλησιάζοντας, με κοίταξε με το θαυμάσιο βλέμμα Της και είπε: « Θέλεις να μάθεις τι σημαίνει αυτό; Δώσε προσοχή και να το θυμάσαι.Στην αρχή, το 100% όσων επικαλούνταν τον Θεό σώθηκαν, μετά το 50% και στα έσχατα μόνο το 3%. » Αυτό δεν ήταν το τελευταίο όραμα.

Την επόμενη φορά ο πατέρας Θεοδόσιος είδε τρεις γυναίκες με μακριά, αρχαία ρούχα. Ήταν μια νεαρή κοπέλα, μια μεσήλικη γυναίκα και μια πολύ γερασμένη. Ο πάτερ τις ρώτησε :    « Ποιές είστε ; ». 

Πρώτα απάντησε η νεαρή: « Είμαι η Εκκλησία των πρώτων αιώνων του Χριστιανισμού. Σε εκείνους τους ευλογημένους καιρούς, όλοι όσοι πίστεψαν στον Χριστό πίστεψαν αληθινά, και από τους εκατό Χριστιανούς, και οι εκατό σώθηκαν ! ».

Η μεσαία των θαυμάσιων γυναικών είπε :  « Είμαι η Εκκλησία των Μέσων αιώνων, που ενώνει όλους εκείνους που πιστεύουν αληθινά στον Σωτήρα. Τότε από τους εκατό πιστούς, μόνο πενήντα σώζονταν! ». 

Και η μεγαλύτερη αποκάλυψε :  « Εγώ είμαι η Εκκλησία των εσχάτων. Σε αυτούς τους θλιβερούς καιρούς, από τους εκατό ανθρώπους, μόνο τρεις θα μπορούν να σωθούν ».

Ο πατέρας δεν είπε υπό ποιες συνθήκες και πού του συνέβη αυτό το εξαιρετικό γεγονός, αν ήταν κατ’ όναρ ή καθ’ ύπαρ. Μία από τις πνευματικές κόρες του γέροντα, η μοναχή Δαρεία, μαρτυρεί ότι με την πρώτη ματιά στο μονοπάτι του βουνού, ο πατέρας Θεοδόσιος είπε ότι «σαφώς, ήταν η Μητέρα του Θεού, γιατί τέτοια ομορφιά και με τέτοια ρούχα θα μπορούσε να είναι μόνο αυτή». Ήθελα να τη ρωτήσω και κάτι άλλο , αλλά ξαφνικά χάθηκε , σαν να διαλύθηκε στην ομίχλη που κατέβαινε από τα βουνά , και το μονοπάτι ήταν τέτοιο που ήταν αδύνατο να χαθεί»

Αναρτήθηκε από PROSKINITIS

=================================================

Ἔβγα ἀπ᾽ τόν τάφο, Θοδωρή Κολοκοτρώνη.

σ.σ. Γεμίσανε οι εθνομηδενιστές πωλιτικοί των funds τις «εθνικές επιτροπές» με πειραγμένους στο μυαλό πανεπιστημιακούς που αναπαράγουν τα σκουπίδια της εσπερίας. Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους.

Εὐδοξία Αὐγουστίνου, Φιλόλογος-Θεολόγος

Ἀπό χείλη πανεπιστημια­κῆς ἱστορικοῦ, τήν ἐπετειακή χρονιά τῆς ἐθνι­κῆς μας παλιγγενεσίας, πού διανύ­ουμε, ἀκούσαμε: «Αὐτό πού ὁδήγησε τήν Ἐ­πανάσταση σέ δυό κύκλους ἐμφυλίων (1824) ἦταν ἡ ἐπιδίωξη τοῦ Θ. Κολοκοτρώνη νά τήν ἐλέγξει πολιτικά… Μέ τίς κινήσεις του νά ἐλέγξει τήν Ἐθνοσυνέλευση τοῦ Ἄστρους κατηγορήθηκε ὅτι ἐπεδίωκε νά ἐγκαθιδρύσει “γκοβέρνο μιλιτάρε”, δηλα­δή στρατιωτική κυβέρνη­ση. Θά μποροῦ­σε νά εἶχε ἐπιτύχει, ἀλ­λά χειρίστηκε τό πράγμα ἀφρόνως καί τελικά ἀπέτυχε, τήν ἴδια ὥρα πού ὁ Ἰμ­πραήμ Πασάς καί οἱ Αἰγύπτιοι ἔμοιαζε πώς συνέτριβαν τήν Ἐπανάσταση, μέ μεγάλο κίνδυνο νά ἀκολουθήσει γενική σφαγή… Ἕνας ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος πράγματι στά Δερβενάκια ἔσωσε τήν Ἐπανάσταση, δρᾶ μετά μέ τρόπο βλαπτικό γιά αὐτήν».

  Ὁμολογουμένως, τέτοια ἀποδόμηση τοῦ Γέρου τοῦ Μοριᾶ δέν εἴχαμε ξαναδεῖ. Τέτοια ἀπαξίωση διατυπώνεται γιά πρώτη φορά φέτος, πού θά ἔπρεπε νά τοῦ ἀναγνωριστοῦν οἱ θυσίες καί ἡ προσφορά του. Τήν ἀπάντηση, ὅμως, στήν ἐν λόγῳ κυρία δίδουν οἱ πηγές καί τά ἱστορικά γεγονότα.

  Ὁ Κολοκοτρώνης κατηγορεῖται συνήθως γιατί μέ τόν Δημήτριο Ὑψηλάντη καί τόν Ὀδυσσέα Ἀνδροῦτσο δέν ἐγκαθίδρυσαν τό περιβόητο «γκοβέρνο μι­λι­τάρε» καί ἔτσι ἐπέτρεψαν στούς κο­τζαμπά­ση­δες καί τόν Μαυροκορδάτο νά πυροδο­τή­σουν τόν ἐμφύλιο. Τήρησε αὐτή τή στάση, γιατί ἤθελε νά ἀποφύγει τίς ἐμφύλιες διαμάχες, στίς ὁποῖες κυριολεκτικά σύρθηκε.

  Ἐπιπλέον, ἡ Ἐθνοσυνέλευση στό Ἄ­στρος Κυνουρίας διήρκεσε ἀπό τίς 10 μέ­χρι τίς 30 Ἀπριλίου 1823, δηλαδή σχεδόν δύο χρόνια πρίν ἀπό τήν ἀποβίβαση τοῦ Ἰμπραήμ στή Μεθώνη, στίς 26 Φεβρουαρίου 1825. Στό μεταξύ ὁ Κολο­κο­τρώνης νωρίτερα εἶχε παραδοθεῖ μόνος του στήν Κυβέρνηση· τόν συνέλαβαν στίς 23 Ἰα­νουαρίου 1825 καί τόν φυλά­κι­σαν στόν Προφήτη Ἠλία στήν Ὕδρα. Πῶς στέκονται ὅσα ἡ κυρία ἱστορικός μᾶς πληροφορεῖ;

  Παράλληλα, ἡ κυβέρνηση τοῦ Γεωργίου Κουντουριώτη διόρισε -καθ’ ὑπό­δειξη τοῦ Μαυροκορδάτου- ὡς ἀρχηγό τῆς ἐκστρατείας ἐναντίον τοῦ Ἰμπραήμ τόν…. ὑδραῖο πλοίαρχο Κυριάκο Σκούρ­τη. Ἔτσι, στή μάχη στό Κρεμμύδι στίς 7 Ἀπριλίου 1825 οἱ Ἕλληνες ἡττήθηκαν μέ 600 νεκρούς καί στίς 25 Ἀπριλίου ὁ αἰγυπτιακός στόλος κατέλαβε τή Σφακτηρία, φονεύοντας 350 ἀπό τούς 800 ὑπερασπιστές της. Στίς 18 Μαΐου 1825 ἐπιτέλους ἐλευθερώνεται ὁ Κολοκοτρώνης, ὅπως χαρακτηριστικά μαρτυρεῖ ὁ ἴδιος: «Σάν εἶδαν τόν κίνδυνον τῆς πατρίδος μᾶς ἐλευθέρωσαν… Ἔτσι μ’  ἔ­καμαν γε­νι­κόν Ἀρχηγόν». Ἐπιστρέφει μάλιστα στόν Ἀγώνα χωρίς καμιά μνησικακία: «Πρίν ἔβγω στ’ Ἀνάπλι ἔριξα στή θάλασ­σα τά πικρά τά περασμένα· κάνετε κι ἐ­σεῖς τό ἴδιο!».

  Μνημειώδης -καί ἰδιαίτερα ἐπίκαιρη- εἶναι ἡ ἐπιστολή του πρός τούς πρού­χοντες καί καπεταναίους τῆς Ἀχαΐας, πού ἀλληλομάχονταν γιά τά πρωτεῖα: «Ἡ Πατρίς μας καί ἡ Πίστις μας κινδυνεύει… Φθάνει σας πλιό!… Ἀφῆστε τά πάθη, καί μεῖς χάνομεν τήν πατρίδα… ἄς ἑνωθῶ­μεν… γιατί ἐχάσαμε τά δικαιώματα τῆς πατρίδας μας γενικῶς καί με­ρι­κῶς τά ἰ­δικά μας, καί χάνομεν τώρα καί αὐτήν τήν πατρίδα μας» (4 Ἰουνίου 1825).

  Στή συνέχεια ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ ἀ­νέλαβε δράση καί κράτησε ζωντανή τή φλόγα τῆς Ἐπανάστασης μέχρι τή ναυ­μα­χία τοῦ Ναβαρίνου καί τήν ἔλευση τοῦ Καποδίστρια. Δέν πολεμοῦσε μόνον κατά τοῦ Ἰμπραήμ, ἀλλά καί κατά τῆς ἐπικίνδυνης ροπῆς γιά «προσκύνημα». Νά ὑ­πενθυμίσουμε ὅτι ἀρκετά χωριά εἶ­χαν προσκυνήσει, ἀκόμη καί κάποιοι μικροκαπετάνιοι, ὅπως ὁ διαβόητος Νενέ­κος.

Τότε τήν κατάσταση ἔσωσε ὁ Κολοκοτρώνης· μέ σύνθημα «φωτιά καί τσεκούρι στούς προσκυνημένους» προσπάθησε νά ἀναχαιτίσει τό κύμα τῆς ὑ­ποταγῆς στούς Τούρκους. Ἀκολου­θώντας μάλιστα ἕναν γενικευμένο κλεφτοπόλεμο, πετύχαινε χτυπήματα κατά τῶν δυνάμεων τοῦ ἐχ­θροῦ. «Εἰς τόν καιρόν τοῦ προσκυνήματος ἐφοβήθηκα μόνο διά τήν πατρίδα μου, ὄχι ἄλλη φορά», καταθέτει ὁ ἴδιος.

  Τήν προσφορά του αὐτή ἀναγνωρίζει καί ὁ Ἄγγλος Ριχάρδος Τσώρτς, ἀρ­χι­στράτηγος ὅλων τῶν ἑλληνικῶν στρα­τι­ωτικῶν δυνάμεων, σύμφωνα μέ τήν Γ΄ Ἐθνοσυνέλευση: «Αἱ δουλεύσεις σας εἶ­ναι σημαντικαί καί ἡ πατρίς πρέπει νά τάς γνωρίση. Ἡ κατά τοῦ ἐχθροῦ ἐπιτυχία σας εἶναι ἀξία τῆς πολεμικῆς σας ὑπολήψεως, τό σημαντικότερον ὅμως εἶναι ὅτι ἀνακαλέσατε εἰς τά χρέη των καί εἰς τό αἴσθημα τοῦ πατριώτου ὑπέρ πατρίδος τούς ἀπατημένους αὐτούς ἀνθρώπους, ὁπού εἶχαν ἑνωθῆ μέ τούς Τούρκους».

  Καί ὅμως ἀποσιωπᾶται ἐντελῶς αὐ­τός ὁ ὑπεράνθρωπος ἀγώνας! Τό καλοκαίρι τοῦ 1827, γιά νά ἀποτρέψει τό προσκύνημα, ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ ἔ­φτα­σε μέχρι τή Μεσσηνία, ἐνῶ ἡ Ἀντικυβερνητική Ἐπιτροπή δέν τοῦ ἔστελνε πο­λεμοφόδια καί τό Βουλευτικό τοῦ διεμήνυε νά ἐπιστρέψει στό Ἄργος.

  Στίς 20 Ὀκτωβρίου 1827 διεξήχθη ἡ ναυμαχία τοῦ Ναβαρίνου, ἡ ὁποία κατέληξε σέ ἥττα τῶν Τουρκοαιγυπτίων. Πα­ρά ταῦτα ὁ Ἰμπραήμ παρέμεινε στήν Πελοπόννησο καί στίς ἀρχές Φεβρουαρίου τοῦ 1828 κατέστρεψε τήν Τρίπολη. Μετά ἀπό ἕνα μήνα, τόν Μάρτιο τοῦ 1828, 3.000 Τουρκαλβανοί, πού πολε­μοῦ­σαν στό πλευρό του, ἀποσκίρτησαν καί ἔφυγαν πρός τή Στερεά Ἑλλάδα μέ­σῳ Ἀργολίδος κρατώντας ὡς ὁμήρους πολλούς Ἕλληνες. Ὁ Κολοκοτρώνης ἦ­ταν πάλι παρών ὡς σωστός πολέμαρχος. Περίμενε καί ἀνέκοψε τούς Τουρ­καλβανούς στούς Μύλους τῆς Ἀργολίδος μαζί μέ τόν Αὐγουστῖνο, ἀ­δελ­φό τοῦ Ἰω­άννη Καποδίστρια. Ἔτσι ἀπελευθερώθηκαν οἱ ἕλληνες ὅμηροι. Πῶς, λοιπόν, μποροῦμε νά δε­χτοῦ­με ὅτι ὁ Κολοκοτρώνης μετά τό 1826 ἀ­σχο­λοῦ­νταν μόνο μέ τήν πολιτική, ὅτι χειρί­στηκε τά θέματα «ἀφρόνως» καί ὅτι «δρᾶ μέ τρόπο βλαπτικό γιά τήν Ἐπανάσταση»;

  Τή σημασία αὐτῶν τῶν προσπαθει­ῶν ἐξαίρει ὁ πρωτοπρεσβύτερος Κωνσταντῖνος Οἰκονόμος ὁ ἐξ Οἰκονόμων στόν ἐπικήδειο λόγο του πρός τόν νεκρό Κολοκοτρώνη: «Ἤ­δη δέ τό κα­κόν τῆς δειλανδρίας καί διεδίδετο πλατυνόμενον καί ὑφεῖρπεν ὡς ὕπουλον ἕλκος… Τό­τε καταβάς ὁ Κολοκοτρώνης ἐπεδείξατο τό μέγιστον κατόρθωμα τῆς στρατηγι­κῆς αὐτοῦ συνέσεως καί δυνάμεως…  τούς μέν ἠπίως καί πρά­ως δυσωπῶν, τούς δέ τραχύτερον ἐπι­πλήτ­των καί πρός τό καθῆκον ἀνιωμένους καί ἄκοντας ἐπανάγων». Εὔστοχα ὁ Π. Σοῦτσος στόν Ἐπιτά­φιό του ἐπίσης ὑπογράμμιζε: «Οἱ ἔνδοξοι ἀ­γῶ­νες τοῦ Θεοδώρου Κολοκο­τρώ­νη ἤρξαντο μετά τοῦ Ἑλληνικοῦ ἀγῶ­νος καί μετ’ αὐτοῦ ἔπαυσαν».

 Σήμερα, στούς χαλεπούς καιρούς μας, στε­ντόρεια ἀκούγεται ἡ φωνή του: «Ὅποιος εἶναι χριστιανός, ὅποιος εἶναι Ἕλλην, ὅ­ποιος ἔχει αἷ­μα Ἑλληνικόν εἰς τάς φλέβας του, ἄς τρέξη νά ὑπερασπι­σθῆ τήν πίστην καί τήν πατρίδα του· ἐάν τήν ἀγαπᾶ. Εἰ δέ μή, ἄς ὄψεται» (26 Ἰουνίου 1825).

Κι ἐμεῖς χρησιμοποιώντας τά λόγια τοῦ Κ. Οἰκονόμου τόν ἀποζητοῦ­με: «Ἄ­γε, νικητά Κολοκοτρώ­νη, φάνηθι μετά τῶν Ἑλ­λήνων σου καί σκόρπισον τά σφριγῶντα καί ἀκάματα σμήνη καί τούτων τῶν ἀγέρωχων υἱῶν τῆς ὑπερηφανείας συντρίψας αὐτῶν τάς ραγδαίας ἐπιδρομάς καί τάς διώξεις εἰς φυγάς ἀνεπι­στρόφους».

ΑΚΤΙΝΕΣ

======================================================

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ – Ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος Μεδιολάνων ἑρμηνεύει μέ ἁπλότητα …

Ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος Μεδιολάνων (Δ΄ αἰ.), σέ μιά ἀπό τίς μυσταγωγικές του Κατηχήσεις, ἑρμηνεύει μέ ἁπλότητα, ἀλλά καί βαθύτητα, τό «Πάτερ ἡμῶν…», βοηθώντας μας νά τό κατανοήσωμε καλύτερα.

Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι παρεκάλεσαν τόν Χριστό: «Κύριε, δίδαξον ἡμᾶς προσεύχεσθαι, καθώς Ἰωάννης ἐδίδαξε τούς μαθητάς αὐτοῦ» (Λουκ. ια΄, 1). Τότε ὁ Κύριος τούς παρέδωσε τήν Κυριακή προσευχή (Ματθ. στ΄, 9-13).

            Πάτερ ἡμῶν

            Ἡ πρώτη λέξι, πόσο εἶναι γλυκειά! Μέχρι τώρα δέν τολμούσαμε νά στρέψωμε τό βλέμμα πρός τόν οὐρανό. Χαμηλώναμε τά μάτια στήν γῆ καί, ξαφνικά, δεχθήκαμε τήν χάρι τοῦ Χριστοῦ κι ὅλα τά ἁμαρτήματά μας συγχωρέθηκαν. Ἀπό πονηροί δοῦλοι, πού ἤμασταν, ἐγίναμε καλοί «υἱοί». Μήν ὑπερηφανευώμεθα, ὅμως, γιά τήν δική μας προσπάθεια, ἀλλά γιά τήν χάρι τοῦ Χριστοῦ. «Χάριτί ἐστε σεσωσμένοι», λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (Ἐφεσ. β΄,5).

Τό νά ὁμολογήσωμε τήν χάρι δέν εἶναι οἴησι, δέν εἶναι ἔπαρσι, ἀλλά πίστι. Τό νά διακηρύξωμε αὐτό πού ἐλάβαμε δέν εἶναι ὑπερηφάνεια, ἀλλά ἀφοσίωσι.ἄς ὑψώσωμε τά μάτια πρός τόν Πατέρα, πού μᾶς ἀναγέννησε μέ τό λουτρό τοῦ Βαπτίσματος, πρός τόν Πατέρα, πού μᾶς «ἐξηγόρασε» μέ τόν Υἱό Του κι ἄς ποῦμε: «Πάτερ ἡμῶν». Εἶναι αὐτή μιά καλή, μιά ταπεινή καύχησι. Σάν ἕνα παιδί, Τόν ὀνομάζομε πατέρα. Ἀλλά, μή διεκδικοῦμε κάποιο προνόμιο.

Μέ τόν εἰδικό κι ἀπόλυτο τρόπο δέν εἶναι Πατέρας παρά τοῦ Χριστοῦ μονάχα. Γιά μᾶς εἶναι ὁ κοινός Πατέρας. Γιατί μόνο Ἐκεῖνον τόν ἐγέννησε, ἐνῶ ἐμᾶς μᾶς ἐδημιούργησε. Ἄς λέμε λοιπόν καί μεῖς, κατά χάριν, «Πάτερ ἡμῶν», γιά νά γίνωμε ἄξιοι νά εἴμαστε παιδιά Του. Ἄς κάνωμε δική μας τήν εὔνοια καί τήν τιμή, πού ἐχάρισε στήν Ἐκκλησία.

            Ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς

            Τί σημαίνει «ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς»; ἄς ἀκούσωμε τήν Γραφή, πού λέγει: «Ὑψηλός ἐπί πάντα τά ἔθνη (ὑψηλότερος ἀπὸ ὅλα τά ἔθνη), ὁ Κύριος, ἐπί τούς οὐρανούς ἡ δόξα αὐτοῦ» (Ψαλμ. ριβ΄, 4). Παντοῦ θά δοῦμε νά γίνεται λόγος ὅτι ὁ Κύριος εἶναι στούς οὐρανούς, γιά τούς ὁποίους λέγει ὁ ψαλμωδός: «Οἱ οὐρανοί διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ» (Ψαλμ.ιη΄,2).

Ὁ οὐρανός εἶναι ἐκεῖ ὁπού ἔχουν σταματήσει οἱ ἁμαρτίες. Ὁ οὐρανός εἶναι ἐκεῖ ὁπού οἱ παραβάσεις τιμωροῦνται. Ὁ οὐρανός εἶναι ἐκεῖ ὁπού δέν ὑπάρχει καμμιά πληγή θανάτου.

            Ἁγιασθήτω τό ὄνομά σου

            Τί σημαίνει «ἁγιασθήτω;». Σάν νά εὐχώμαστε νά ἁγιασθῆ Ἐκεῖνος, πού εἶπε: » ἅγιοι ἔσεσθε, ὅτι ἅγιος ἐγώ Κύριος ὁ Θεός ὑμῶν » (Λευϊτ. ιθ΄, 2). Σάν νά ἔχη τήν δύναμι ὁ δικός μας λόγος, νά αὐξήση τή δική Του ἁγιότητα… Ὄχι, δέν εἶναι αὐτό. Ζητᾶμε νά ἁγιασθῆ ὁ Θεός «ἐν ἡμῖν», ἐντός μας. Τό ἁγιαστικό του ἔργο νά φθάση σέ μᾶς.

            Ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου

            Ἆρα γε δέν εἶναι αἰώνια ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ;

Ὁ Ἰησοῦς λέγει: «Ἐγώ εἰς τοῦτο γεγέννημαι καί εἰς τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τόν κόσμον» (Ἐγώ γι᾿ αὐτό γεννήθηκα καί γι᾿ αὐτό ἦλθα στόν κόσμο, Ἰωάν. ιη΄, 37), καί μεῖς λέμε: «ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου», σάν νά μήν ἔχη ἔλθει. ὅμως, τό αἴτημα αὐτό ἔχει ἕνα διαφορετικό νόημα. Ὁ Θεός ἔρχεται, ὅταν δεχώμαστε τήν χάρι Του. Ὁ ἴδιος τό βεβαιώνει: «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστι» (Λουκ. ιζ΄, 21).

            Γενηθήτω τό θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς

            Μέ τό Αἶμα τοῦ Χριστοῦ ὅλα εἰρήνευσαν καί στόν οὐρανό καί στήν γῆ. Ὁ οὐρανός ἁγιάσθηκε, ὁ διάβολος ἐκδιώχθηκε. Βρίσκεται πιά ἐκεῖ, ὁπού βρίσκεται ὁ ἄνθρωπος, τόν ὁποῖον ἀπάτησε. «Γενηθήτω τό θέλημά σου» σημαίνει νά ἔλθη εἰρήνη στήν γῆ, ὅπως ὑπάρχει στόν οὐρανό.

            Τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον

            Προτοῦ ἐκφωνήσει ὁ ἱερέας, κατά τήν Θ. Εὐχαριστία, τά λόγια τοῦ Χριστοῦ: «Λάβετε φάγετε… πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες…», αὐτό πού προσφέρομε ὀνομάζεται ἄρτος. Μετά τήν ἐκφώνησι δέν τό ὀνομάζομε πιά ἄρτο, ἀλλά Σῶμα. Γιατί, ὅμως, στήν Κυριακή προσευχή, τήν ὁποίαν ἀπαγγέλλομε μετά τόν καθαγιασμό, λέμε «τόν ἄρτον ἡμῶν»; …Ἀλλά, προσθέτομε «τόν ἐπιούσιον», δηλαδή τόν ἀπαραίτητο γιά τήν συντήρησι τῆς οὐσίας.

Τήν ὑπόστασι τῆς ψυχῆς μας δέν τήν ἐνισχύει ὁ ἄρτος ὁ ὑλικός, πού μπαίνει στό σῶμα μας, ἀλλ᾿ ὁ ἄρτος ὁ οὐράνιος. Τόν ὀνομάζομε, ὅμως, κι «ἐπιούσιο», πού σημαίνει ἐπίσης «καθημερινό», γιατί οἱ ἀρχαῖοι ὀνόμαζαν τήν «αὔριον»: «ἐπιοῦσαν ἡμέραν». Ἔτσι ἐκφράζομε δύο ἔννοιες μέ μιά λέξι.

            Ἐάν, ὅμως, ὁ ἄρτος αὐτός εἶναι καί καθημερινός καί ἀπαραίτητος γιά τήν συντήρησι τῆς οὐσίας, γιατί περιμένομε νά περάση ἕνας ὁλόκληρος χρόνος, γιά νά μεταλάβωμε; ἄς λάβωμε κάθε ἡμέρα αὐτό πού μᾶς χρειάζεται κάθε ἡμέρα. Ἄς ζοῦμε κατά τέτοιο τρόπο, ὥστε νά εἴμεθα ἄξιοι νά μεταλαμβάνωμε κάθε ἡμέρα. Γιατί, ἐκεῖνος πού δέν εἶναι ἄξιος νά τόν λαμβάνη κάθε ἡμέρα, δέν θά εἶναι ἄξιος νά τόν δεχθῆ οὔτε μιά φορά τόν χρόνο.  

Ὁ Ἰώβ προσέφερε κάθε ἡμέρα θυσία γιά τούς γιούς του, ἀπό φόβο μήπως διέπραξαν κανένα ἁμάρτημα μέ τά λόγια ἤ μέ τίς ἐνθυμήσεις τῆς καρδιᾶς τους (Ἰώβ α΄, 5). Καί μεῖς ἀκοῦμε πώς, κάθε φορά πού προσφέρεται ἡ ἀναίμακτος θυσία, ἀναπαριστάνεται ὁ θάνατος καί ἡ Ἀνάστασι καί ἡ Ἀνάληψι τοῦ Κυρίου, καί ξαναδίδεται ἡ συγχώρησι τῶν ἁμαρτιῶν, καί δέν δεχώμεθα τόν ἄρτο τῆς ζωῆς; Ὅποιος ἔχει μιά πληγή ζητάει κάποιο φάρμακο. Τό νά εἴμαστε ὑποταγμένοι στήν ἁμαρτία εἶναι μιά πληγή. Τό οὐράνιο φάρμακο εἶναι τά ἄχραντα Μυστήρια.

            Ἄν μεταλαμβάνωμε κάθε ἡμέρα, τότε ἡ κάθε ἡμέρα εἶναι γιά μᾶς μία «σήμερον». Ἐάν σήμερα ὁ Χριστός εἶναι μέσα μας, ἀναγεννάει κι ἀνασταίνει τήν σημερινή μας ἡμέρα. Μέ ποιόν τρόπο; Ὁ Πατήρ ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς λέγει στόν Ἰησοῦ: «Υἱός μου εἶ σύ, ἐγώ σήμερον γεγέννηκά σε» (Ψαλμ. β΄, 7). Τό «σήμερον» εἶναι ἡ ἡμέρα κατά τήν ὁποίαν ὁ Χριστός ἀνασταίνεται. Ὑπάρχει τό χθές καί τό σήμερα. ὅμως, ὁ Ἀπόστολος λέγει: «Ἡ νύξ προέκοψεν, ἡ δέ ἡμέρα ἤγγικεν» (Ρωμ. ιγ΄, 12). Ἡ νύχτα τῆς «χθές» πέρασε. Ἡ σημερινή ἡμέρα ἔφθασε.

            Ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν,

            ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν

            Ποιό ἄλλο εἶναι τό «ὀφείλημα», τό χρέος, ἐκτός ἀπό τήν ἁμαρτία ; ἄν δέν δεχώμασταν χρήματα ἀπό ἕναν ξένο δανειστή, δέν θά χρωστούσαμε. Ἀκριβῶς γι᾿ αὐτόν τόν λόγο μᾶς καταλογίζεται ἁμαρτία.

            Εἴχαμε στήν διάθεσί μας τό «χρῆμα» καί ὠφείλαμε μ᾿ αὐτό νά γεννηθοῦμε πλούσιοι. Ἤμασταν πλούσιοι, πλασμένοι «κατ᾿ εἰκόνα καί καθ᾿ ὁμοίωσιν Θεοῦ» (Γεν. α΄, 26-27). Ἐχάσαμε αὐτό πού κατείχαμε, δηλαδή τήν ταπείνωσι, ὅταν ἀπό ὑπερηφάνεια προεβάλαμε διεκδικήσεις. Ἐχάσαμε τό χρῆμα μας. Ἐμείναμε γυμνοί σάν τόν Ἀδάμ. Πήραμε ἀπό τόν διάβολο ἕνα δάνειο, πού δέν μᾶς ἦταν ἀπαραίτητο. Κι ἔτσι ἐμεῖς, πού ἤμασταν ἐλεύθεροι «ἐν Χριστῷ», ἐγίναμε αἰχμάλωτοι τοῦ διαβόλου. Ὁ ἐχθρός κρατοῦσε τό γραμμάτιο. Ἀλλ᾿ ὁ Κύριος τό κάρφωσε πάνω στόν Σταυρό καί τό ἔσβησε μέ τό Αἶμα Του (Κολ. β΄,14-15). Ἐξάλειψε τό χρέος καί μᾶς ἐλευθέρωσε.

Ἑπομένως ἔχει ἰδιαίτερη σημασία αὐτό πού λέμε: « ῎Αφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν». Ἄς τό προσέξωμε: «ἄφες ἡμῖν…, ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν…», (Συγχώρησέ μας…, ὅπως κι ἐμεῖς συγχωροῦμε). Ἄν συγχωροῦμε, τότε κάνομε κάτι πού εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεσι γιά νά συγχωρηθοῦμε. Ἄν δέν συγχωροῦμε, πῶς ζητοῦμε, πῶς ἀπαιτοῦμε ἀπό τόν Θεό νά μᾶς συγχωρήση;

            Καί μή εἰσενέγκης ἡμᾶς εἰς πειρασμόν,

            ἀλλά ρύσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ

Ἄς τό προσέξωμε αὐτό: «Μή εἰσενέγκης», μή μᾶς ἀφήνεις νά πέσωμε σέ πειρασμό, στόν ὁποῖο δέν μποροῦμε νά ἀντισταθοῦμε. Δέν λέγει: «Μή μᾶς ὁδηγεῖς στόν πειρασμό». Ἀλλά σάν ἀθλητές, πού θέλουμε νά ἀγωνιστοῦμε, ζητᾶμε νά ἔχωμε τήν δύναμι ν᾿ ἀντισταθοῦμε στόν ἐχθρό, δηλαδή στήν ἁμαρτία. Ὁ Κύριος, πού σήκωσε στούς ὤμους Του τίς ἁμαρτίες μας καί συγχώρησε τά λάθη μας, εἶναι ἱκανός νά μᾶς προστατεύση καί νά μᾶς φυλάξη ἀπό τά τεχνάσματα τοῦ διαβόλου, πού μᾶς πολεμάει, ὥστε ὁ ἐχθρός, πού γεννάει συνεχῶς τό κακό, νά μή μᾶς κατακτήση. ὅποιος ἐμπιστεύεται στόν Θεό, δέν φοβᾶται τόν διάβολο.

Γιατί «εἰ ὁ Θεός ὑπέρ ἡμῶν, τίς καθ᾿ ἡμῶν;» (Ρωμ. η΄, 31). Σ᾿ Αὐτόν, λοιπόν, ἀνήκει ἡ τιμή καί ἡ δόξα, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Ἀμήν.

====================================================

Άγιος Νικόλαος Αρχιεπίσκοπος Μύρων της Λυκίας, ο Θαυματουργός

Ὁ Νικόλαος, πρέσβυς ὢν ἐν γῇ μέγας,
Καὶ γῆς ἀποστὰς εἰς τὸ πρεσβεύειν ζέει.
Ἕκτῃ Νικόλεώ γε φάνη βιότοιο τελευτή.

Βιογραφία
Ο Άγιος Νικόλαος γεννήθηκε τον 3ο αιώνα μ.Χ. στα Πάταρα της Λυκίας, από γονείς ευσεβείς και πλουσίους και έδρασε την εποχή των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού (284 – 304 μ.Χ.), Μαξιμιανού (286 – 305 μ.Χ.) και Μεγάλου Κωνσταντίνου.

Σε νεαρή ηλικία έμεινε ορφανός και κληρονόμος μιας μεγάλης περιουσίας. Αλλά ο Νικόλαος, εμπνεόμενος από φιλάνθρωπα συναισθήματα, διέθετε την περιουσία του για να ανακουφίζει άπορα, ορφανά, φτωχούς, χήρες, στενοχωρημένους οικογενειάρχες. 

Στην συνέχεια αφιερώθηκε στον ασκητικό βίο, λόγω όμως της ξεχωριστής αρετής του τιμήθηκε, χωρίς να το επιδιώξει, αρχικά με το αξίωμα του Ιερέα στα Πάταρα και συνέχεια με το αξίωμα του αρχιεπισκόπου Μύρων. Από τη θέση αυτή καθοδηγούσε με αγάπη το ποίμνιό του και ομολογούσε με παρρησία την αλήθεια. Για το λόγο αυτό συνελήφθη από τους τοπικούς άρχοντες και ρίχτηκε στη φυλακή.

Όταν όμως ανήλθε στον αυτοκρατορικό θρόνο ο Μέγας Κωνσταντίνος ελευθερώθηκαν όλοι οι χριστιανοί και έτσι ο Νικόλαος επανήλθε στο αρχιεπισκοπικό θρόνο. Μάλιστα έλαβε μέρος στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο, όπου ξεχώρισε για τη σοφία και την ηθική του τελειότητα.

Ο Άγιος Νικόλαος ήταν προικισμένος και με το χάρισμα της θαυματουργίας με το οποίο έσωσε πολλούς ανθρώπους και όσο ήταν εν ζωή αλλά και μετά την κοίμησή του το 330 μ.Χ. Για παράδειγμα όταν κάποτε κινδύνευσε κάποιος στη θάλασσα – λόγω σφοδρών ανέμων – και επικαλέστηκε το όνομα του αγίου σώθηκε και μάλιστα ενώ βρισκόταν στη μέση του πελάγους βρέθηκε αβλαβής στο σπίτι του. Το θαύμα έγινε αμέσως γνωστό στην Πόλη και ο λαός προσήλθε αμέσως σε λιτανεία και αγρυπνία προκειμένου να τιμήσει το θαυματουργό Άγιο.



Όσο μάλιστα πιο πολύ ο άγιος μελετούσε το ιερό Ευαγγέλιο, τόσο πιο πολύ προσπαθούσε να εφαρμόζει το «μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου» (Ματθ. 6,3), Για το λόγο δε αυτό ο κρυφός τόπος των ελεημοσυνών του έγινε θρύλος.


Πασίγνωστο δε είναι το περιστατικό εκείνο, κατά το οποίο έριξε από το παράθυρο στο σπίτι κάποιου πτωχού 300 χρυσά νομίσματα με τα οποία εκείνος πάντρεψε τη μία από τις τρεις θυγατέρες του. Το ίδιο δε έκανε και για δεύτερη και τρίτη φορά, κατά την οποία όμως αναγνωρίστηκε από τον πτωχό που παραμόνευε και αργότερα φανέρωσε το γεγονός.


Εξαιτίας δε αυτής της κρυφιότητας των αγαθών έργων του ο Άγιος απέκτησε, κατά τον υμνογράφο της Εκκλησίας, «τη ταπεινώσει τα υψηλά» και «τη πτωχεία τα πλούσια», (δηλαδή τους απόκρυφους θησαυρούς του Αγίου Πνεύματος) και τον ανέδειξε «Εικόνα πραότητος», και «Κανόνα πίστεως και ζωής». Για το λόγο δε αυτό χαρακτηρίστηκε και από το Μ. Γαλανό «Η προσωποποίηση της χριστιανικής ευσπλαχνίας και η ενσάρκωσις της ελεημοσύνης και της στοργής προς τους στερουμένους και κινδυνεύοντας» (Βίοι Αγίων, ΙΒ, 36).

Η δύναμη της προσευχής του

Φλεγόμενος από τον πόθο της προσκύνησης των Αγίων Τόπω, ο Άγιος έπλευσε κάποια στιγμή προς τα λιμάνια της Παλαιστίνης. Κατά την πλεύση όμως αυτή έπνευσαν άνεμοι πάρα πολύ δυνατοί, που προκάλεσαν τόσο σφοδρή θαλασσοταραχή, ώστε το πλοίο τους να κινδυνεύει να γίνει έρμαιο των κυμάτων και να καταποντιστεί στα μανιασμένα κύματα. Στην περίσταση όμως αυτή, που όλοι τα έχασαν και άρχισαν να κραυγάζουν υστερικά από το φόβο και την αγωνία τους, ο άγιος επιδόθηκε σε μία ολόθερμη προσευχή, παρακαλώντας το Θεό να καταπαύσει τον κλύδωνα.

Και το θαύμα έγινε. Η θάλασσα δηλαδή, κατά τον Συμεών το Μεταφραστή «ημερούτο και εις γαλήνην ακριβή μετεβάλλετο», ενώ ταυτόχρονα γαλήνευαν μαζί της και οι ταραγμένες καρδιές των επιβατών. «Εντεύθεν, λέγει και πάλι ο Συμεών, Θεώ μεν και τω Αυτώ θεράποντι την χάριν διωμολόγουν». Εξαιτίας δε της κατάπαυσης αυτής, ο Άγιος θεωρήθηκε αργότερα προστάτης όλων των ναυτικών και γενικότερα των ναυτιλομένων, που σε κάθε τρικυμία επικαλούνται τη βοήθειά του, λέγοντας: «Άγιε Νικόλαε, βοήθα». Αυτή δε ακριβώς η επίκληση έγινε η βάση για τον ύμνο του Ναυτικού μας, που αναφέρει τα εξής: 

«Άγιε Νικόλαε, βοήθα στις τρικυμίες της θαλάσσης τα παιδιά, 

όταν υψώνεται το κύμα κι η θάλασσα λυσσομανά.

Για να παλέψουν ανδρειωμένα και με μια χάρη θεϊκιά,

ώσπου να φτάσουν στο λιμάνι, να βρουν ανάπαυση γλυκιά».

  • Η επίταση της αγάπης του ύστερα από τη χειροτονία του.

Όταν ο επίσκοπος Μύρων εκοιμήθη ειρηνικά, οι αρχιερείς της γύρω περιοχής αναζητούσαν τον πιο ικανό Χριστιανό για την πλήρωση της θέσης εκείνης. Στην περίσταση ακριβώς αυτή ένας Άγγελος Κυρίου εμφανίστηκε σε όραμα στο γεροντότερο από αυτούς και είπε: «Όστις αν πρώτος τον ναόν εισέλθοι, τούτον είναι τον τω εμώ κινούμενον Πνεύματι» (Μ. 116, 332 C). Αυτός, δηλαδή, που θα εισέλθει το πρωί πρώτος στο ναό, αυτός είναι άνθρωπος πνευματοκίνητος και άξιος για αρχιερέας. 


Ύστερα δε από το όραμα αυτό, ο άγιος, όπως ήταν επόμενο, χειροτονήθηκε επίσκοπος Μύρων τη Λυκίας «δι’ υπερβάλλουσαν αρετήν» και «χάριν του Πνεύματος». Έπειτα από τη χειροτονία του όμως, ο άγιος επέτεινε τις πνευματικές ασκήσεις του και ταυτόχρονα και τις δραστηριότητές του, προσθέτοντας «κόπον εις τους κόπους και ελεημοσύνη εις τας ελεημοσύνας» και γενικότερα αγαθά έργα σε όλους τους τομείς της πνευματικής ζωής και των ποιμαντικών δραστηριοτήτων του. 


Για το σκοπό αυτό δηλαδή ίδρυσε για την ανακούφιση των απόρων και των πασχόντων ένα πτωχοκομείο στην πόλη των Μύρων και στη συνέχεια έναν ξενώνα και ένα νοσοκομείο, ώστε να εξυπηρετούνται συστηματικότερα οι έχοντες ανάγκη από τους πλέον ζηλωτές και τους ευσεβείς.


Κατά τον τρόπο αυτό «διήλθε» και αυτός «ευεργετών και ιώμενος πάντας», ακολουθώντας το παράδειγμα του Κυρίου και προϊδεάζοντας τη Βασιλειάδα του Μ. Βασιλείου, ενώ δεν έπαψε να διδάσκει «το λόγον της αληθείας», δηλαδή να διδάσκει «τα της ευσεβείας σωτηριώδη δόγματα, βίω τε και λόγω».

«Πανταχού γαρ καλούμενος, λέγει για τον Άγιο 

και ο υμνογράφος της Εκκλησίας, οξέως προφθάνεις 

τοις πόθω προστρέχουσιν υπό την σκέπην σου».

Η ενθάρρυνση των συγκαταδίκων κατά τη φυλάκισή του

Την περίοδο όμως εκείνη της αρχιερατείας του ξέσπασε ο διωγμός του Λικινίου, κατά τον οποίο συνέλαβαν μεταξύ των πρώτων και τον άγιο και τον υπέβαλαν σε παντοειδή βασανιστήρια, για να αρνηθεί την πίστη του, ενώ τελικά τον έριξαν, εξαιτίας της σταθερότητάς του, στις φυλακές, όπου υπέφερε μύριες στερήσεις. Όλα όμως αυτά, δηλαδή η πείνα, η δίψα, οι δαρμοί και οι άλλοι βασανισμοί, που άφησαν τα στίγματά τους στο σώμα του, δεν άγγιξαν την πίστη της καρδιάς του «κατά προαίρεσιν» μάρτυρα αγίου. 

Για το λόγο αυτό εξακολούθησε, κατά τους βιογράφους του, να διδάσκει και να εγκαρδιώνει τους συγκαταδίκους του, ώστε να μην αρνηθούν για τίποτε στον κόσμο την πίστη τους, αλλά να μένουν σ’ αυτήν αμετακίνητα και «άχρι θανάτου» και ταυτόχρονα να καθίστανται αξιόμαχοι μάρτυρες της αλήθειας και ομολογητές της ορθόδοξης πίστης τους, εφόσον ο Κύριος, είπε ότι «όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ εν αυτώ έμπροσθεν του Πατρός μου του εν ουρανοίς» (Ματθ. 10, 32). 

Προικισμένος με υψηλό χριστιανικό φρόνημα, σημειώνει στα πιο πάνω ένας από τους νεότερους βιογράφους του, ακαταμάχητον θάρρος και ζωτικότητας, ενεψύχωνε τους διωκομένους υπό των Ρωμαίων Χριστιανούς. (Νεότ. Εγκ. Λεξ. Ηλιου, τ. 14, σ. 447). 

Εξαιτίας δε της εμψύχωσης αυτής και της παρηγοριάς των συγκαταδίκων του πιστών, έμειναν όλοι σταθεροί στην πίστη τους και τελικά σώθηκαν, ύστερα από τη νίκη του Μ. Κων/νου εναντίον του Λικινίου. 

Για το λόγο αυτό ο υμνογράφος της εκκλησίας σημείωσε για τον άγιο χαρακτηριστικά ότι «Εν τοις Μύροις, Αγιε, ιερουργός ανεδείχθης, του Χριστού γαρ, όσιε, το ευαγγέλιον πρληρώσας, έθηκα την ψυχήν σου υπέρ του λαού σου, έσωσας τους αθώους εκ του θανάτου. Διά τούτο ηγιάσθης, ως μέγας μύστης Θεού της Χάριτος».»

 Η αντιαιρετική δράση του 

Εκτός όμως από τους εξωτερικούς εχθρούς ο Άγιος είχε να αντιπαλέψει και με εσωτερικούς, δηλαδή με τις αιρέσεις. Η σπουδαιότερη δε από αυτές την εποχή που ζούσε ο Άγιος ήταν ο Αρειανισμός, για την αντιμετώπιση της οποίας συγκλήθηκε το 325 μ. Χ. η Α’ Οικουμενική Σύνοδος στη Νίκαια της Βιθυνίας. Στη Σύνοδο δε αυτή έλαβε μέρος και ο Άγιος Νικόλαος, που με τα επιχειρήματα που πρόβαλε «εφίμωσε» τον αιρεσιάρχη Αρειο. Κάποιοι από τους Συναξαριστές βέβαια ισχυρίστηκαν ότι στη Σύνοδο αυτή ο άγιος εράπισε τον Άρειο, «κατά πρόσωπον», για να κλείσει το στόμα «το λαλούν βλάσφημα» κατά του Κυρίου. Το πιο πάνω όμως δεν ήταν δυνατόν να γίνει, όχι μονάχα εξαιτίας της παρουσίας του αυτοκράτορα (Μ. Κωνσταντίνου) στη Σύνοδο, αλλά και εξαιτίας της απέραντης ανεξικακίας του αγίου, που χαρακτηρίζεται στο απολυτίκον της εορτής του ως «εικόνα πραότητος».

εικ. Λεπτομέρεια από εικόνα του Αγίου Νικολάου 

που απεικονίζει να χαστουκίζει τον Άρειο 

στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια της Βιθυνίας

Από το Μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά, της Μικράς Ασίας.

Για το λόγο αυτό αναφέρεται από Συμεών το Μεταφραστή ότι ο άγιος κατέβαλε «το δυσσεβές κράτος του Αρείου ευχή μόνη και λόγω» (Μ. 116,356 C). Με τον τρόπο δε αυτό αναδείχθηκε «μέγας της Εκκλησίας πρωτοστάτης, προασπιστής (των δογμάτων) και διδάσκαλος», καταισχύνοντας τους κακοδόξους Αρειονόφρονες με το «πυρίπνουν στόμα αυτού» (Βλ. Μ. 116, 337 Β) και ταυτόχρονα με το «πρεσβυτικόν ήθος» που συντελούσε στο να παρουσιάζεται πάντοτε «αγγελικός την θέαν, αγιασμού και χάριτος πλήρης (Μ. 116,353) και να καθίσταται για όλους «Κανών Ορθοδοξίας» και πίστεως.

Η ακράδαντη πίστη του κατά την ώρα του θανάτου

Μετά το τέλος των εργασιών της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, ο Άγιος ξαναγύρισε στην Επισκοπή του, όπου για πέντε ολόκληρα χρόνια εξακολούθησε να διδάσκει ακούραστα το λόγο του Θεού και ταυτόχρονα να μεριμνά για τα έργα της αγάπης. Το 330 μ.Χ. όμως, έφθασε κάποια στιγμή και στο τέλος της ζωής του.

 Πριν από την κοίμησή του όμως ύψωσε το βλέμμα του προς τον ουρανό και, βλέποντάς τους αγίους Αγγέλους, που ήλθαν να παραλάβουν την ψυχή του, και με ακράδαντη πίστη είπε: «Κύριε, επί Σοι ήλπισα». Λίγες δε στιγμές πριν ξεψυχήσει, τον άκουσαν να ψιθυρίζει: «Εις χείρας Σου, Κύριε, παρατίθημι το πνεύμα μου», ενώ άφησε στη γη τη μνήμη του ανθρώπου της ακράδαντης πίστης και της ανεξάντλητης αγάπης.
  Θα λέγαμε ότι ο Άγιος Νικόλαος είναι ο κατ’ εξοχήν διδάσκαλος της ταπεινής αγάπης και για τούτο στη δύση θεωρείται από πολλούς ως ο άγιος, που την Πρωτοχρονιά μοιράζει τα δώρα στα παιδιά. Θα σημειώσω δε επιπρόσθετα ότι το πιο μεγάλο δίδαγμα από τη ζωή του Αγίου Νικολάου είναι η έμπρακτη και ειλικρινής αγάπη προς όλους, που γεννιέται εκ της ευχής και που μένει, κατά τον ποιητή «Ταπεινών συντροφιά πονεμένων συμπόνια».

Ο τάφος του Αγίου Νικολάου στο Μπάρι – Ιταλία


Περί των Ιερών Λειψάνων του Αγίου

Ο τάφος του Αγίου Νικολάου στη Βασιλική του Μπάρι, ανοίχθηκε αναγκαστικά το 1953 μ.Χ., κατά την διάρκεια αναστηλωτικών εργασιών, την νύκτα της 5ης προς 6ης Μαΐου. Για τον σκοπό αυτό συγκροτήθηκε επιτροπή από τον Πάπα, με Πρόεδρο τον τότε Ρωμαιοκαθολικό Αρχιεπίσκοπο του Μπάρι Ερρίκο Νικόδημο, στην οποία ανατέθηκε η κανονική αναγνώριση των λειψάνων του τάφου. Παράλληλα ο αναγνωριστικός έλεγχος και η καταμέτρηση των οστών ανατέθηκε στον Καθηγητή της Ανατομίας στο Πανεπιστήμιο του Μπάρι Λουΐτζι Μαρτίνο και τον βοηθό του Γιατρό Αλφρέντο Ρουγγίερι.



Τα Λείψανα μέσα στη λάρνακα έπλεαν σέ ένα διαυγές, άχρωμο και άοσμο υγρό, το οποίο είχε βάθος τρία περίπου εκατοστά. Η εξέταση του υγρού αυτού από τα Ινστιτούτα Χημείας και Υγιεινής του Πανεπιστημίου του Μπάρι απέδειξε, ότι επρόκειτο για καθαρό νερό, ελεύθερο από άλατα και στείρο από μικροοργανισμούς! Η έρευνα απέδειξε, ότι το υγρό αυτό προήρχετο από τις μυελοκυψέλες των σπογγωδών οστέων!



Η τρίτη ιστορικά ανακομιδή έγινε την νύκτα της 7ης προς 8ης Μαΐου 1957 μ.Χ., με σκοπό νέα αναγνώριση, καταμέτρηση, ανατομική και ανθρωπολογική μελέτη, πριν την οριστική κατάθεση στην λάρνακα, μετά το πέρας των αναστηλωτικών εργασιών. Στην ιατρική ομάδα συμμετείχε την φορά αυτή και ο Γιατρός Λουΐτζι Βενέζια. Τα αποτελέσματα της ανθρωπολογικής εξετάσεως των Ιερών Λειψάνων υπήρξαν εντυπωσιακά. Διαπιστώθηκε, ότι ανήκαν σέ ένα και το αυτό άτομο και μάλιστα σε άνδρα που είχε ύψος 1.67 περίπου, τρεφόταν κυρίως με φυτικά προϊόντα και πέθανε σε ηλικία μεγαλύτερη των 70 ετών. Το άτομο αυτό ανήκε στην λευκή Ινδοευρωπαϊκή φυλή.

Η κατάσταση ορισμένων οστών έδειξε ακόμη, ότι το άτομο στο οποίο ανήκαν, πρέπει να είχε υποφέρει πολύ κάτω από ιδιαίτερα δυσμενείς συνθήκες διαβίωσης, που του άφησαν σημάδια στην υπόλοιπη ζωή του. Η αγκυλωτική σπονδυλοαθρίτιδα και η διάχυτη ενδοκρανιακή υπερόστωση, πρέπει να κληρονομήθηκαν από κάποια υγρή φυλακή, όπου πέρασε αρκετά χρόνια της ζωής του και μάλιστα σε προχωρημένη ηλικία.

Η ιχνογραφική ανάπλαση του προσώπου, με την μέθοδο της υπερσκελετικής αναπλάσεως των μαλακών μερών της κεφαλής, απέδωσε επίσης θεαματικά αποτελέσματα. Τα σχετικά ιχνογραφήματα που δημοσίευσε ο Καθηγητής Μαρτίνο, βρίσκονται σε συμφωνία με τις παλαιότερες απεικονίσεις του Αγίου, εκείνη της Αγίας Μαρίας της Πρώτης (στη Ρώμη, 8ος ή 9ος αιώνας μ.Χ.) και αυτή του Παρεκκλησίου του Αγίου Ισιδώρου, στον Ναό του Αγίου Μάρκου (στη Βενετία, ψηφιδωτό του 12ου αιώνα μ.Χ.).



Δηλαδή, με τις εξετάσεις των Λειψάνων του Αγίου Νικολάου, πιστοποιήθηκε η γνησιότητά τους, αποδείχθηκε επιστημονικά η μυροβλυσία του και επίσης ότι η πάροδος του χρόνου δεν άμβλυνε την μνήμη των βασικών χαρακτηριστικών της μορφής του, όπως τα διέσωσε η Ορθόδοξη εικονογραφική παράδοση (πρόσωπο ασκητικό, ευγενικό, με αρμονικές αναλογίες, υψηλό και πλατύ μέτωπο, μεγάλα μάτια – ελαφρά βαθουλωτά – έντονα ζυγωματικά, φαλάκρα). (Βλ. Αντ. Μάρκου, «Τα Λείψανα του Αγ. Νικολάου Επισκόπου Μύρων της Λυκίας και οι ιστορικές τους περιπέτειες»· Περιοδικό «Ορθόδοξη Μαρτυρία» Λευκωσίας, φ. 44/1994, σελ. 98 – 106· αγγλική έκδοση από το Κέντρο Παραδοσιακών Ορθοδόξων Σπουδών Έτνας Καλιφορνίας, 1994).

 διαβάστε επίσης: ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣΗ ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΕΝΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΛΛΗΝΑ ΑΓΙΟΥ & Ο ΓΡΙΦΟΣ ΤΟΥ ΣΑΝΤΑ – ΚΛΑΟΥΣ (SANTA CLAUS)

============================================