28-12-2021 αντιπρόταση π. Στυλιανός Καρπαθίου

Ο Ιερέας Ψυχίατρος και Θεολόγος που θα αφήσει ιστορία.

================================================

Τῶν νηπίων ὑπὸ τοῦ Ἡρώδου ἀναιρεθέντων. Μία ἑορτὴ ἐξαιρετικὰ ἐπίκαιρη πού προβληματίζει…

Στὶς 29 Δεκεμβρίου ἑορτάζουμε τὰ 14.000 νήπια πού σφαγιάστηκαν ἀπὸ τὸν ἀδίστακτο βασιλέα Ἡρώδη.

Κατὰ τὴ σημερινὴ ἡμέρα 120.000 μέλλουσες μητέρες περίπου σὲ ὅλο τὸν κόσμο καὶ 1000 περίπου μόνο στὴν Ἑλλάδα θὰ “ρίξουν” μὲ τὴν συμβολὴ τῶν ἰατρῶν τὰ ἔμβρυα πού κυοφοροῦν, διαιωνίζοντας τὴν ἐγκληματικὴ πράξη τοῦ Ἡρώδη καὶ ἀπαρνούμενες τὴν ἴδια τὴ ζωή…  Ἀκολουθεῖ ἕνα συγκινητικὸ κείμενο στὸ ὁποῖο τὸ ἔμβρυο ἀποκτᾶ φωνὴ καὶ ἀπευθύνεται πρὸς τὴν κυοφοροῦσα μητέρα του:

“Γειά σου μαμά ! Εἶμαι τὸ μωρό σου. Δὲν μὲ ξέρεις ἀκόμα. Εἶμαι μόνο μερικῶν ἑβδομάδων. Θὰ μὲ γνωρίσεις σύντομα, τὸ ὑπόσχομαι. Ἔχω καστανὰ μαλλιὰ καὶ καστανὰ μάτια… Ε, λοιπὸν δὲν εἶμαι ἔτσι ἀκόμα. Ἀλλὰ θὰ γίνω ὅταν γεννηθῶ. Θὰ εἶμαι ὁ μοναχογιός σου. Δὲν θὰ ἔχω…μπαμπὰ ἀλλὰ δὲν πειράζει. Θὰ ἔχουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Ὅταν μεγαλώσω θέλω νὰ γίνω γιατρός. Σήμερα, ἔμαθες ὄτι εἶσαι ἔγκυος μαμά. Ἤσουν τόσο χαρούμενη. Χαμογελοῦσες. Ἔχεις τὸ ποιὸ ὡραῖο χαμόγελο μαμά. Ὅλη τὴν μέρα μοῦ μιλοῦσες καὶ ἔνιωθα τόση ἀσφάλεια μαμά. 
Σ’ ἀγαπάω Μαμά. Ὅταν μεγαλώσω ὑπόσχομαι νὰ σὲ κάνω τόσο περήφανη. Θὰ γίνω γιατρός. Σήμερα εἶπες στὸν μπαμπὰ γιὰ μένα… Δὲν ἦταν χαρούμενος μαμά. Εἶπε ὅτι δὲν μὲ θέλει. Γιατί δὲν μὲ θέλει μαμά; Τί τοῦ ἔκανα; Ἔνιωσα ἕναν δυνατὸ κρότο καὶ μετὰ σὲ ἀκούω νὰ κλαῖς. Σὲ χτύπησε μαμά! Γιατί τὸ ἔκανε αὐτὸ μαμά; Μετὰ σὲ ἀγκάλιασε καὶ σοῦ ζήτησε συγγνώμη κι ἐσὺ τὸν συγχώρεσες… 
Ὅταν γεννηθῶ, δὲν θὰ ἐπιτρέψω σὲ κανέναν νὰ σὲ χτυπήσει ξανά. Λὲς ὅτι σ’ ἀγαπάει μαμά. Ἀλλὰ ἐγὼ δὲν τὸν νομίζω. Πᾶνε τρεῖς μέρες πού σταμάτησες νὰ μοῦ μιλᾶς, ἢ νὰ ἀγκαλιάζεις τὴν κοιλίτσα σου. Γιατί μαμά ; Δὲν μὲ ἀγαπᾶς πιά; Ἐγὼ σὲ ἀγαπάω μαμά. Σὲ ἀκούω νὰ μιλᾶς μὲ ἕναν γιατρό. Κάτι πρόκειται νὰ γίνει μαμά. Φοβᾶμαι, Μαμά. Ἀρχίζω καί ποναω. Σταμάτησέ τους, βοήθησέ με Μαμαααα…

Τώρα εἶμαι στὸν παράδεισο μαζὶ μὲ τὰ ἀγγελάκια μαμά . Μὴν ἀνησυχεῖς , εἶμαι καλά . Γιατί τὸ ἔκανες αὐτὸ μαμά; Ἤθελα τόσο πολὺ νὰ ἀντικρίσω τὸ χαμογελό σου, νὰ δῶ τὸν ἥλιο ,νὰ γίνω γιατρός . ΝΑ ΖΗΣΩ. Δὲν πειράζει μαμὰ ἂν σταμάτησες νὰ μὲ ἀγαπᾶς. Μπορῶ νὰ σὲ δῶ ἀπὸ ἐδῶ πού εἶμαι ὅπότε δὲν θὰ σὲ ξεχάσω ποτέ. Συγγνώμη ἂν ἔκανα κάτι κακὸ μαμά. Θέλω νὰ μὲ ἀγαπᾶς καὶ πάλι ! Ἐγὼ σὲ ἀγαπάω Μαμά!!!”

 πηγή

===================================================

“Τι είναι ο Ηρώδης; Ένας “αθώος” Ηρώδης…Εδώ έχουμε κάτι “Ηρώδες” σήμερα με πτυχία ιατρικής…” | από την ομιλία: “Η εορτή των Χριστουγέννων” του Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανάσιος



Ο Ηρώδης..Τι είναι ο Ηρώδης; ένας “αθώος” Ηρώδης..Εδώ έχουμε κάτι “Ηρώδες” σήμερα με πτυχία ιατρικής που έχουν σφάξει χιλιάδες παιδιά, χιλιάδες! 
Εγώ θυμάμαι, μια φορά, ένα γιατρό που συνάντησα, τον ρώτησα:

– Κάνεις εκτρώσεις; (διακοπή κυήσεως βέβαια λέγεται! όπως η διακοπή ρεύματος..)- Ναι, πως! αν είναι ανάγκη!

– Μέσος όρος ;- Έτυχε μέρα που κάνουμε και πέντε, υπάρχουν μέρες πού κάνουμε και τέσσερις [εκτρώσεις].

– Ας πούμε, του λέω, μέσος όρος δύο ; – Λέει, ναι, οπωσδήποτε ! 
Δύο την ημέρα, έχει 16 χρόνια γιατρός-γυναικολόγος, κάπου καμιά εικοσαριά χιλιάδες εκτρώσεις. Του λέω, έφαγες και τον Ηρώδη παιδί μου, εσύ.. 
Ο Ηρώδης τι έκανε ; 14.000 νήπια έφαγε , που ήταν και Ηρώδης και δεν ήξερε . Αυτοί οι γιατροί, με πτυχίο ιατρικής, που ορκίζονται – και με όρκο του Ιπποκράτη , που ήταν ειδωλολάτρης !

– να μην δώσει δηλητήριο που θα σκοτώσει τα έμβρυα και ξέρει, ξέρει πολύ καλά ο γιατρός τι κάνει εκείνη την ώρα! 
Ξέρει ότι πάει και διαμελίζει το βρέφος. Φοβερό πράγμα ! 

Εγώ πριν μερικές μέρες κόντεψα να σκοτωθώ με έναν γυναικολόγο, γιατί επέμενε σε 3,5 μηνών κοπέλα [έγκυο] να της κάνει έκτρωση! Κανονική τομή! Να βγάλει το μωρό να το σκοτώσει! 
Θυμάμαι μια φορά κι ένας γιατρός άλλος, μέχρι 5 μηνών… και γέννησε κανονικά την κοπέλα και έβγαλε το παιδί και το άφησε να πεθάνει ! Βρε παιδί μου , αυτό το πράγμα δεν τολμάς να το κάνεις ούτε σ’ένα φίδι , ξέρω γω . 
Κι ύστερα λένε για τον Ηρώδη ! Μα.. έχουμε σήμερα… “Ηρώδες” με πτυχία και με αστέρες μεγάλους ! Βέβαια , λέει , καυχάται η Κύπρος ότι 10 χρόνια δεν γεννήθηκε παιδί με μεσογειακή αναιμία. Γιατί ; Γιατί τα φάγαμε όλα ! Τα ροκανίσαμε !  Όλα στο καλάθι των αχρήστων ! 
π. Αθανάσιος Μητρ. Λεμεσού

=========================================

Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΚΑΙ ΕΥΤΕΛΗΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΤΗΣ ΑΠΟΜΥΘΟΠΟΙΗΣΕΩΣ (2)

                                     

Ο Πλωτίνος και η φιλοσοφία του ασυνειδήτου, του René Arnou

Σύμφωνα με τον Arthur Drews, ο Πλωτίνος είναι ένας πρόδρομος της φιλοσοφίας τού ασυνειδήτου, καθότι προέβλεψε πως κάθε συνείδηση καθ’ εαυτή υποθέτει την ύπαρξη του σώματος και πως μόνον το αισθητό είναι, διαθέτει συνείδηση. Από αυτό δε συνεπάγεται εύκολα, κατά τον Drews, πως για τον Πλωτίνο η δραστηριότης της σκέψεως καθ’ εαυτής είναι ολοκληρωτικώς ασυνείδητη, και πως η συνείδηση δεν είναι ουσιωδώς στην ψυχή. Παράγεται, γεννιέται, μόνον όταν η δραστηριότης της ψυχής αντανακλάται στον καθρέφτη των αισθήσεων.

Πώς φτάνει ο Drews σε αυτά τα συμπεράσματα;
Βασίζεται στο Ι, 4, 10 των Εννεάδων: «Ει δε ότι σοφός μη αισθάνοιτο, ήττον σοφός αν ειη; (Εάν ένας δεν έχει συνείδηση(αίσθηση) ότι είναι σοφός, μόνον γι’ αυτό θα έπρεπε να είναι λιγότερο σοφός;)»[Μιά επιβεβαίωση τού γεγονότος ότι ο αρχαίος κόσμος δέν είχε ΕΓΩ, ούτε ψυχολογία].
«Υπάρχει αντίληψις, όταν η σκέψη (η νοερά δραστηριότης, το νόημα) ανακάμπτει, διπλώνει στον εαυτό της (δηλαδή είναι και γίνεται, ενυπάρχει), και όταν η ενέργεια τού κατά το ζην της ψυχής αντικατοπτρίζεται (οίον απωσθέντος πάλιν), και σαν σε έναν καθρέφτη η εικόνα ησυχάζει πάνω στην λεία και λαμπρή επιφάνεια.


 Όταν είναι παρόν ο καθρέφτης, η εικόνα μορφοποιείται. Όταν όμως ο καθρέφτης δεν είναι παρόν ή εάν δεν είναι σε καλή κατάσταση, υπάρχει μεν πάντοτε η ενέργεια που είναι ικανή να δημιουργήσει την εικόνα, αλλά η εικόνα δεν σχηματίζεται. Το ίδιο ισχύει και για την ψυχή μας. Όταν ησυχάζει αυτό που φανερώνει σε μας, τα εικονίσματα της διάνοιας και του νου, τότε αυτές οι εικόνες, ενορώντας και γνωρίζοντας σαν να λέμε αισθητώς (οίον αισθητώς γινώσκεται), μαζί με την προτέρα γνώση, διότι ενεργούν ο νους και η διάνοια. Τότε, ταυτοχρόνως, προσφέρεται και η συνείδηση της ενέργειας του νου και της διάνοιας.
Αλλά όμως εάν αυτός ο εσωτερικός καθρέφτης διαταράσσεται διότι έχει ακυρωθεί η αρμονία του σώματος, τότε η διάνοια και ο νους σκέπτονται (νοούν) χωρίς εικόνα και η νόησις πραγματοποιείται άνευ φαντασίας».

Στη συνέχεια ο Πλωτίνος τονίζει πως μας συμβαίνει συχνά «όταν σκεπτόμαστε ή εργαζόμαστε, παρότι ξυπνητοί, να πράξουμε χωρίς συνείδηση (το παρακολουθείν ημάς αυταίς ουκ εχούσας) και έτσι μπορούμε να διαβάζουμε, χωρίς να έχουμε συνείδηση ότι διαβάζουμε και μάλιστα αυτό μπορεί να συμβεί ακόμη περισσότερο και πιο έντονα όταν διαβάζουμε με την μέγιστη προσοχή (μετά του συντόνου).

Έτσι μπορούμε να είμαστε θαρραλέοι χωρίς να έχουμε συνείδηση ότι ενεργούμε με θάρρος (ώστε τας παρακολουθήσεις κινδυνεύειν αμυδροτέρας αυτάς τας ενεργείας, αίς παρακολουθούσι ποιείν). Τόσο ώστε να μοιάζει πως η “γνώση” (η συνείδηση) αδυνατίζει την ενέργεια που συνοδεύει. Η καθαρή ενέργεια, η αληθινή ζωή είναι εκείνη η οποία δεν χάνεται στην αίσθηση, αλλά είναι συγκεντρωμένη στον εαυτό της (ου κεχυμένον εις αίσθησιν, αλλ’ εν εαυτώ συνηγμένον)».

Ο Drews όμως ερμηνεύει έτσι αυτό το απόσπασμα. Μεταφράζει παρακολούθησις με συνείδηση (Bewusst-Sein) και χωρίς καμία διάκριση, την αναδεικνύει σε πρωτότυπο κάθε συνειδήσεως: alles Bewusst-Sein.Έτσι η παρακολούθησις ορίζεται μέσω του διαλογισμού της νοητικής δραστηριότητος στον οργανισμό.
Κάτι που σημαίνει πως η δραστηριότης τού καθ’ αυτού πνεύματος (του νου) είναι ασυνείδητη.

Και για τον Πλωτίνο, η συνείδηση προέρχεται, αν όχι από την διαμάχη τής τυφλής βουλήσεως και τής ιδέας (κάτι που δέχεται όμως ο Drews), τουλάχιστον από την συνεργασία της αισθήσεως και της ασυνειδήτου δραστηριότητος της νοήσεως.

Ο Arthur Drews θα μπορούσε να παρουσιάσει και άλλα κείμενα, τα οποία φαίνονται να επικυρώνουν την ερμηνεία του (ΙV.4.4/IV.8.8/V.1.12/V.8.11/VI.8.8). Η ψυχή ενεργεί πάντοτε, αλλά οι ενέργειές της δεν γίνονται αντιληπτές, δεν κοινωνούνται, δεν μεταδίδονται δηλαδή σε ολόκληρη την ψυχή, όταν δεν έχουν μεταφερθεί στην λειτουργία της αισθήσεως. Π.χ. (ΙV.8.8.5) «Όταν κυριαρχεί η αισθησιακή πλευρά της ψυχής ή καλύτερα όταν αυτή έχει κυριαρχηθεί και διαλυθεί, δεν μπορούμε να έχουμε αίσθηση αυτού που στοχάζεται η κορυφή της ψυχής (το της ψυχής άνω).

Το αντικείμενο του στοχασμού του νου φτάνει σε μας μόνον όταν αυτό, κατερχόμενο, φτάνει στην αίσθηση (εις αίσθησιν ήκη καταβαίνον).

Γενικώς δεν γνωρίζουμε ποιος διασχίζει τα διαφορετικά μέρη της ψυχής πριν φτάσει σε ολόκληρη την ψυχή (εις όλην την ψυχήν). Έτσι, η επιθυμία που βρίσκεται στην όρεξη, μας γίνεται γνωστή μόνον μέχρις ότου την αντιληφθούμε (αντιλαβώμεθα) μέσω της εσωτερικής δυνάμεως της αισθήσεως ή μέσω της διαλογικής διάνοιας ή και με τις δύο μαζί (τη αισθητική τη ένδον δυνάμει ή και διανοητική ή άμφω)».

 Πάνω απ’ όλα όμως θα έπρεπε να αποφύγει το πλαίσιο του αποσπάσματος στο οποίο αναφέρεται, δηλαδή αυτό που προηγείται και αυτό που ακολουθεί. Διότι με αυτά όλα αλλάζουν.
Και να πως πλέκεται το απόσπασμά του στο κείμενο (Ι.4.9): «Ακόμη και όταν ο σοφός, πιεσμένος από την ασθένεια ή από τις μαγικές τέχνες, δεν έχει πλέον συνείδηση (όταν μη παρακολουθή), δεν είναι γι’ αυτό λιγότερο ευτυχής, διότι ακόμη και τότε συνεχίζει να είναι σοφός, και η ευτυχία ζει στην σοφία. Όμως δεν είναι αναγκαίο, για να είναι κάποιος σοφός, να το αισθάνεται και να έχει συνείδηση του γεγονότος; (εν τη σοφία δει το αισθάνεσθαι και παρακολουθείν αυτώ παρείναι).

Αυτή η αντίρρηση, απαντά ο Πλωτίνος, προϋποθέτει πως η σοφία είναι κάτι τυχαίο, έκτακτον, αλλά εάν κατοικεί στην ουσία (εν τη ουσία), όπως ακριβώς και η ουσία δεν χάνεται σε αυτόν που κοιμάται ή δεν έχει συνείδηση του εαυτού του (εν τω λεγομένω με παρακολουθείν εαυτώ), έτσι και η ενέργεια της ουσίας συνεχίζει να ασκείται, όπως ακριβώς και η δραστηριότης του σοφού. Εξάλλου αυτή η δραστηριότης δεν αγνοείται παρά μόνον από ένα μέρος του εαυτού του και όχι από αυτόν ολόκληρο (λανθάνει δ’ αν αυτή η ενέργεια ουκ αυτόν πάντα, αλλά τι μέρος αυτού) έτσι όπως επίσης και όταν η φυτική δραστηριότης ενεργεί σε μας, το υπόλοιπο του ανθρώπου δεν αντιλαμβάνεται τίποτε».
Από αυτό το απόσπασμα συμπεραίνεται πως η παρακολούθησις είναι η συνείδηση μιας αισθήσεως που προέρχεται απ’ έξω (επακτόν) και στην απουσία της παρακολουθήσεως, η δραστηριότης της ουσίας φανερώνεται στο άτομο με έναν άλλο τρόπο (είναι επομένως συνειδητό). Παρ’ όλα αυτά όμως ενώ ο Πλωτίνος λέει (Ι.4.10) πως η δραστηριότης του πνεύματος παραμένει κρυφή διότι δεν ασκείται πάνω σε αισθητά πράγματα, ο Drews ερμηνεύει πως αυτή παραμένει άγνωστη σε ένα μέρος από εμάς και όχι εξ ολοκλήρου από εμάς.
Η συνέχεια του κειμένου δικαιολογεί αυτήν την άποψη.

Το λάθος συνίσταται στο γεγονός ότι, αμέσως μετά την αποδοχή, πως ο σοφός είναι ολοκληρωτικώς στραμμένος προς το εσωτερικό του, τον ψάχνουμε στις εξωτερικές δραστηριότητες (εν ταις έξωθεν ενεργείας Ι.4.11.8). Όμως ο σοφός δεν ασχολείται με τα εξωτερικά πράγματα (Ι.4.11.10).

Και πράγματι δεν υπάρχουν σε αυτόν αισθήσεις, δεν υπάρχει παρακολούθησις: Αυτό όμως δεν τον εμποδίζει να είναι παρών στον εαυτό του (αυτός αυτώ πάρεστι Ι.4.12.7), μέσα σε μια γαλήνια χαρά. Αυτό που ζει μέσα του, είναι το μέρος του εαυτού του το οποίο δεν εγκαταλείπεται ποτέ και δεν διακόπτει ποτέ τον διαλογισμό, την θεωρία του Αγαθού (συνόν αυτώ… ουκ απολελείψεται της του αγαθού όλου θέας Ι.4.13.10). Είναι το μη συναμφότερον, επομένως δεν είναι το σώμα, ούτε και τα κατώτερα μέρη από τα οποία, με κάθε δυνατή προσπάθεια, ο σοφός τείνει αντιθέτως να αποχωριστεί Ι.4.14.12). Αλλά είναι αυτό το οποίο, σε αυτόν, δεν μπαίνει σε σύνθεση με την ύλη.
Η παρακολούθησις είναι λοιπόν η ιδιαίτερη συνείδηση μιας ψυχής η οποία ενωμένη στο σώμα, προσλαμβάνει τα εικονίσματα του νου και της διάνοιας, από τον αντικατοπτρισμό, από το είδωλο, του καθρέφτη του οργανισμού. Και δεν γνωρίζει τις αληθινές ουσίες, δεν έχει συνείδηση της γνώσεώς των, παρά μόνον στις αισθητές τους φανερώσεις (εμφαίνεται), καθώς αντικατοπτρίζονται σε αυτό το θολό βάθος.

Εάν υπάρχει οποιαδήποτε διαμάχη, αυτή είναι ανάμεσα στην πλήρη καθαρότητα του νου και στον σκουριασμένο καθρέφτη της σωματικής φύσεως. Οι ακτίνες που προέρχονται από ψηλά αντικατοπτρίζονται άσχημα: υπάρχει μια μείωση του φωτός (αμυδρότερος) διότι υπάρχει διάχυση στο αισθητό και απώλεια της ενότητος.

Έτσι λοιπόν αυτή η συνείδηση, δεν είναι η σπίθα η οποία θα ανατείλει μέσα στην νύχτα της ψυχής λόγω της τριβής, της διαμάχης ανάμεσα σε μια τυφλή βούληση και μια ασυνείδητη ιδέα. Είναι αυτό που απομένει από την λάμψη και την δόξα του νοητού κόσμου μετά το πέρασμά του από τον οργανισμό, ένα κιτρινισμένο φως, μια αντανάκλαση, μια κατώτερη μορφή γνώσεως, η συνείδηση ενός εξωτερικού πράγματος.

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος 

============================================

Όμορφη η ευχή ”καλή νύχτα”

Ήταν πολύ κουραστικό αυτό το ταξίδι.

Είχε, εξάλλου, πολύ καιρό να το κάνει. Θυμόταν τον εαυτό του στο Λύκειο, όταν πήγε να επισκεφτεί για τελευταία φορά τη γιαγιά του, την κυρα-Θοδόσαινα στα Τρόπαια της Γορτυνίας.

Και τώρα, τριτοετής φοιτητής της Φιλοσοφικής, να που ξαναπαίρνει τον ίδιο δρόμο. Τι τον έκανε να φύγει από την Αθήνα, τη «Βαβυλώνα τη μεγάλη»; Ούτε και ο ίδιος ήξερε.

Πάντως ένα είναι σίγουρο, πως πνιγόταν. Πνιγόταν από τους φίλους, τα μαθήματα, τους γονείς, απ’ όλους. Ένιωθε πως κανείς δεν τον καταλάβαινε, κανείς δεν μπορούσε να γίνει κοινωνός στην αναζήτησή του για πλέρια αλήθεια και γνησιότητα. Κι αυτή ακόμη η χριστιανική του παρέα τον έπνιγε.

Όλοι τους ήταν τακτοποιημένοι, όλοι τους είχαν ταμπουρωθεί πίσω από κάποιες συνταγές, κάποιες ρετσέτες σωτηρίας και δεν έλεγαν να κουνηθούν από ‘κει. Μα αυτός… Αυτός ήταν διαφορετικός.

Δεν βολευόταν σε σχήματα και σε κουτάκια. Ήθελε να βιώσει τον Χριστιανισμό αληθινά, όχι κίβδηλα. Να μπει στο νόημα παρευθύς και όχι να καμώνεται τον ευσεβή. Εξάλλου, του φαινόταν τόσο απλοϊκό και ανόητο να υιοθετήσει μια τυποκρατική και ευσεβιστική χριστιανική βιωτή τη στιγμή που η ίδια του η επιστήμη, αλλά και η έμφυτη τάση του γι’ αναζήτηση, για ψάξιμο και ψηλάφηση του αληθινού τον ωθούσε προς μια άλλη ζωή.

Μα, πόσο δύσκολο ήταν, Θεέ μου ! Πόσο βασανιζόταν ! Κάποια στιγμή ένιωσε πως είχε φτάσει στο απροχώρητο. Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει…

– Πάω στη γιαγιά μου στα Τρόπαια, φώναξε μια μέρα στο σπίτι και αφήνοντας πίσω του φωνές για μαθήματα και εξετάσεις, μήτε ο ίδιος ξέρει πότε, βρέθηκε στο λεωφορείο.

Και να που ζύγωνε στο σπίτι της γιαγιάς του. Ντάλα ο ήλιος πάνω από το κεφάλι του κι από παντού να ‘ρχονται χίλιες ευωδιές από την ανοιξιάτικη , αρκαδική φύση. Δεν πρόλαβε όμως ο άμοιρος να ρουφήξει λίγο βουνίσιο αέρα, όταν ακούστηκε η γνώριμη τσιριχτή φωνή της γειτόνισσας:

– Μαριγώωωω ! Τρέξε καλέ, ήρθε ο Αλέκος ! Την επόμενη στιγμή είδε να ξεπροβάλλει από το πλινθόκτιστο σπιτάκι η γιαγιά του σκουπίζοντας τα παχουλά της χέρια στην ποδιά της και λέγοντας:

– Καλώς τον πασά μου, καλώς τον γιόκα μου, καλώς ήρθες , Αλέκο μου ! Κι αμέσως βρέθηκε στην αγκαλιά της. Τι ήταν αυτό ; Σα να μπήκε σε λιμάνι απάνεμο , σα να του ‘φυγε όλη η αντάρα του μυαλού του . Ξαφνικά άδειασε και την αγκάλιασε κι αυτός.

– Καλώς σε βρήκα, γιαγιά.

– Κόπιασε, γιέ μου, να ξαποστάσεις.

Μόλις μπήκε στο χαμηλοτάβανο σπιτάκι , τον συνεπήρε η μυρωδιά της σπανακόπιτας και του λιβανιού. Σίγουρα η γιαγιά είχε φουρνίσει από το πρωί ακόμη και είχε λιβανίσει το σπίτι τρεις- τέσσερις φορές.

– Πάλι λιβάνι γιαγιά ;

– Α ! Όλα κι όλα , άμα δεν κάνω τα θεοτικά μου τρεις φορές την ημέρα , δεν μπορώ να κοιμηθώ.

– Και σαν τι λες ;

– Μνήσθητί μου, Κύριε ! Ό,τι λέει η Σύνοψη.

– Και τα εννοείς ;

– Γιέ μου, αυτά είναι μυστήρια του Θεού , ποιος να τα εννοήσει ; Αλλά μη γνοιάζεσαι, σα δεν καταλαβαίνω εγώ, νογά ο Θεός και βλέπει τον κόπο μου , νογά κι ο Διάολος και καίγεται.

– Χμ, καλά τα λες, είπε συγκαταβατικά.

– Στάσου, να σου φέρω λίγη σπανακόπιτα, μόλις την έβγαλα από το φούρνο. Κι έφυγε αμέσως για την κουζίνα, το βασίλειό της. Ο Αλέκος έμεινε μόνος του στο καθιστικό . Αισθανόταν άνετα και ζεστά εκεί, μολονότι ήξερε πως, εάν έκανε τη ζωή της γιαγιάς του σε τούτο το χωριό , σίγουρα θα τρελαινόταν. Η καημένη ! Δεν ήξερε πολλά γράμματα , αλλά το Ευαγγέλιο δεν έλεγε να το αφήσει από τα χέρια της . Μέρα – νύχτα το διάβαζε.

Όταν λέει «γιαγιά Μαριγώ» του ‘ρχεται πάντα η ίδια εικόνα στο μυαλό : Μια γριούλα παχουλή, με σφιχτοδεμένο κότσο να κάθεται στην πολυθρόνα και να διαβάζει το Ευαγγέλιο ψιθυριστά. Δυστυχώς , η γιαγιά δεν ήξερε τίποτα από Φιλοσοφία . Θυμάται μια φορά που της ανέφερε τον Heidegger . Τον κοίταξε με τρόμο στα μάτια και είπε :

– Παναγιά μου , οι Γερμανοί , ο Θεός να φυλάει την Ελλάδα μας ! Η καημένη ήταν αδαής. Δεν αναζητούσε καμιά αλήθεια. Δεν σκοτιζόταν για καμιά ψυχολογική σχολή. Ο Αλέκος έριξε μια ματιά στον τοίχο , αμέτρητες εικόνες . Η γιαγιά είχε μαζέψει όλους τους Αγίους της οικογένειας. Κι όμως αρκούσε ένας σταυρός .

– Γιαγιά , τι τις θες τόσες εικόνες ;

– Μνήσθητί μου, Κύριε ! Και πώς θα παρακαλέσω τον Αγιαλέξανδρο , σαν δεν έχω την εικόνα του ; Άσε το άλλο, κάθε φορά που γιορτάζει Άγιος με εικόνα , το σπίτι έχει πανηγύρι. Άσε όμως αυτά , πες μου τα δικά σου , παλικάρι μου.

Και τότε , άγνωστο γιατί , ο Αλέκος άνοιξε την καρδιά του όπως δεν την είχε ανοίξει ποτέ , ούτε στον πνευματικό του , ούτε και στους γέροντες στο Άγιο Όρος όπου βρισκόταν συχνά – πυκνά .

Της είπε για τις αγωνίες του , τη βασανιστική του πορεία για ανεύρεση της αλήθειας , την προσπάθεια ελευθερώσεως του εαυτού του από τα δεσμά της συμβατικότητας και του ηθικισμού , ώστε να ‘ρθει σε κοινωνία αληθινή με το πρόσωπο του πλησίον .

Της είπε ακόμη για την αδυναμία του να σταθεί μπροστά στο Θεό χωρίς τη μάσκα του ευσεβή που τον στοιχειώνει από τα παιδικά του χρόνια . Της είπε , της είπε , της είπε… και τι δεν της είπε .

Ακολούθησε μια μεγάλη παύση . Η κυρα-Θοδόδαινα έκανε τον σταυρό της αργά – αργά και είπε :

– Μνήσθητί μου , Κύριε ! Δεν κατάλαβα γρι. Μπερδεμένα μου τα λες , ματάκια μου . Και θαρρώ πως τα ‘ χεις και στο μυαλό σου μπερδεμένα . Ευαγγέλιο διαβάζεις ;

– Ορίστε ;

– Εκκλησία πας ;

– Δεν καταλαβαίνω…

– Την προσευχή σου την κάμεις ;

– Τι εννοείς, γιαγιά;

– Τον πλησίον σου τον συντρέχεις ;

– Θαρρώ πως δε με κατάλαβες.

– Αχ παιδάκι μου , εσύ δεν εννοείς να καταλάβεις πως τα πράγματα του Θεού είναι απλά . Δε χρειάζονται πολλές θεωρίες μήτε αξημέρωτες συζητήσει ς. Μονάχα τούτο χρειάζεται , να ξαστερώσεις από τις φιλοσοφίες και να πιαστείς από το ρούχο του Χριστού σαν εκείνη τη γυναίκα στο Ευαγγέλιο , να δεις πως τι λένε… την ξέχασα , δεν πειράζει . Τα άλλα όλα θα τα κανονίσει ο Χριστός . Είναι δικές του δουλειές . Άσε Τον . Ξέρει τι κάνει .

Δεν κάθισε πολύ στα Τρόπαια , στο σπίτι της γιαγιάς του . Μια – δυο μέρες . Ήταν αρκετές .

Είδε πράγματα που θα τον συνόδευαν για πολύ καιρό . Είδε τη γιαγιά του να κάνει ατελείωτες μετάνοιες . Την είδε να συντρέχει τη χήρα με τα τρία βυζανιάρικα παιδιά . Την είδε να μαζεύει στο σπίτι της κάθε λογής κουρασμένο στρατοκόπο και να αποθέτει στα χέρια των φτωχών ολάκερη τη σύνταξη του μακαρίτη . Την είδε να κοινωνά την Κυριακή και να λάμπει σαν τον ήλιο όλη τη μέρα . Μυστήρια του Θεού !

Σαν έφυγε με το λεωφορείο για την Αθήνα στριμωγμένος σ ‘ ένα κάθισμα κρατώντας κεφτεδάκια (πεσκέσι της γιαγιάς) σκεφτόταν όσα έζησε τούτες τις λίγες μέρες .

Μια μυρωδιά λιβανιού του ‘ρθε στη μύτη και μια φωνή να του υπενθυμίζει : « Τα πράγματα του Θεού είναι απλά ».

– Λες να ‘ναι έτσι ; Μνήσθητί μου, Κύριε !

Posted by PROSKINITIS

============================================

Μια μέρα ένας ιερέας άκουσε μια φωνή, αλλά τα λόγια ήταν ακατάληπτα.

Μια μέρα ένας ιερέας άκουσε μια φωνή, αλλά τα λόγια ήταν ακατάληπτα. Πλησιάζοντας στο μέρος από όπου ήρθε η φωνή, βρίσκει ένα παιδί που έλεγε κάτι και συνειδητοποιεί ότι δεν καταλάβαινε τα λόγια του γιατί, στην πραγματικότητα, το παιδί επαναλάμβανε το αλφάβητο. Τότε ο ιερέας τον ρώτησε:

 – Γιατί επαναλαμβάνεις συνέχεια τα γράμματα ; «Λοιπόν, έτσι προσεύχομαι», απαντά το παιδί. 

– Πως και έτσι ?  Σε ακούω μόνο να λες το αλφάβητο, αναρωτήθηκε ο ιερέας .

 – Ναι , αλλά ξέχασα τα λόγια της προσευχής και μετά δίνω τα γράμματα στον Θεό , γιατί ξέρει πώς να τα βάλει στη σωστή σειρά….
 * Ο Θεός εκτιμά την προσπάθεια περισσότερο από το αποτέλεσμα

* Όλοι εκτιμώνται από τον Θεό με τον θεϊκό Του τρόπο – όχι με ανθρώπινο τρόπο – γιατί ο Θεός δεν ανταμείβει την πράξη και το αποτέλεσμά της , αλλά την προσπάθειά σας. 

=========================================

Ένας μοναχός έλεγε, κάθε φορά που αρρώσταινε: -Δεν ζητάω τίποτα … Αφήνω τον εαυτό μου εντελώς στα χέρια του Θεού. Γιατί ο Θεός ξέρει πολύ καλά πότε χρειάζομαι υγεία και πότε χρειάζομαι ασθένεια.

Posted by PROSKINITIS

=================================================