Μεγάλος σταυρός, μεγάλη Ανάσταση αδερφέ μου..

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Άνθρωπο χωρίς σταυρό δεν γνώρισα…
Άλλον με σταυρό μεγάλο και άλλον με σταυρό μικρό….
Άλλον με σταυρό βαρύ και άλλον με ελαφρύτερο…
Κάποιοι τον κουβαλάν αγόγγυστα….
Κάποιοι δακρύζουν στα κρυφά….
Κάποιοι από τον δρόμο καμιά φορά κουράζονται και ξαποσταίνουν…..
Άλλοι τον κουβαλούν στους ώμους….
Άλλοι στη πλάτη…..
Και άλλοι αγκαλιά….
Σφιχτά.
Σχεδόν ερωτικά…
Και κάποιοι άλλοι, τον σέρνουν τον σταυρό τους…
Πάντως όλοι κάτι κουβαλούν….
Όλοι κάτι έχουν…..
Το θέμα είναι να μην παραιτηθείς.

Το θέμα είναι να μην πετάξεις κάτω τον σταυρό σου….
Να σε βρει το τέλος, το πέρασμα, και τα χέρια σου να κρατάνε ακόμα το σταυρό….
Τον σταυρό που σου έχει λάχει…..
Αυτό είναι το θέμα.
Και αν καμιά φορά φτάνεις στο ‘’αμήν’’, σήκωνε ψηλά τα μάτια….
Μεγάλος σταυρός, μεγάλη Ανάσταση αδερφέ μου….

Θεόδωρος Ι. Ζιάκας: Η γνώμη μου για το Χριστό – “Εμπειρία Απουσίας”

Εμπειρία Απουσίας

Σχόλιο του blog μας: Στο εξαιρετικό αυτό κείμενο (τίτλος: “Εμπειρία Απουσίας”) βλέπουμε ένα πνευματικό ταξίδι: πώς ένας σοβαρός αριστερός γίνεται σοβαρός ορθόδοξος χριστιανός.

ΑΝΤΙΦΩΝΟ

Το ερώτημα του παρόντος τόμου το δέχτηκα σαν επαχθή πρόκληση: «Να διατυπώσω τη γνώμη μου για τον Χριστό». Ποια γνώμη ;
Θεωρίες για τον χριστιανισμό, όπως και γνώμες για τις θεωρίες άλλων, έχω. Και μάλιστα αρκετά επεξεργασμένες, όπως εναβρύνομαι πολλές φορές να αυταπατώμαι. Είμαι από τους ανθρώπους που πιστεύουν στην αξία των θεωριών. Νομίζω ότι είναι απαραίτητες για κάθε κοινωνική σύμπραξη. Ξέρω όμως ότι δεν έχουν σχέση με τον χώρο της προσωπικά βιωμένης αλήθειας.

Αλλά αν πρόκειται να δώσω εδώ μια «προσωπική» απάντηση, μια «βιωμένη αλήθεια», τι αξία θα μπορούσε να έχει αυτή για τον αναγνώστη; Πιστεύω καμία. Αν μάθει κάτι από την απάντησή μου, αυτό φυσικά δεν θα αφορά τον Χριστό, αλλά αυτόν που μιλά για τον Χριστό. Επομένως: Γιατί να κοινοποιήσω την απάντησή μου, αν η πρόθεσή μου δεν είναι ναρκισσική; Αλλά αν την κρατήσω για τον εαυτό μου αναιρείται το διαβλητόν της προθέσεως;
Θα ξεφύγω από την αντίφαση επικαλούμενος: α) Την αδυναμία μου να πω όχι στον Εκδότη, αφού η ιδέα της συμμετοχής μου ήταν του παιδικού μου φίλου και σεβαστού π. Δημητρίου Τσέρπου. β) Το ενδεχόμενο να είναι λάθος ο συλλογισμός μου (δεν θεωρώ τον εαυτό μου αλάθητο). γ) Το γεγονός ότι δεν είναι δυνατόν όλοι όσοι θα συμμετάσχουν να είναι λιγότερο σοφοί και περισσότερο ιδιοτελείς από μένα.

Πηγές
Ξέρω ότι ο Χριστός γεννήθηκε στην Παλαιστίνη. Ανέπτυξε μια διδασκαλία με άξονα την Αγάπη. Αλλά σε αντίθεση με τους κανονικούς δασκάλους πρώτα έπραττε και μετά δίδασκε. Συγχρόνως θεράπευε τους ανθρώπους που ζητούσαν τη βοήθειά του. Οι συναναστροφές του, ωστόσο, θεωρούνταν πολύ επιλήψιμες: Τελώνες και πόρνες. Και όχι οι καθώς πρέπει Γραμματείς και Φαρισαίοι. 

Το κατεστημένο ενοχλούνταν πολύ από τη δράση του. Αυτός όμως δεν έβαζε νερό στο κρασί του. Όταν πια πήγαινε να εδραιωθεί η φήμη ότι ήταν ο αναμενόμενος Βασιλιάς-Μεσσίας, τότε η πνευματική ηγεσία του τόπου σκηνοθέτησε μια δίκη-παρωδία και τον καταδίκασε σε θάνατο. Συμφέρει, είπαν, να χαθεί ένας αθώος, αντί για ολόκληρο το έθνος. Έκριναν ότι θα ήταν ασύνετο ν’ αφήσουν μια τόσο επικίνδυνη φήμη να φτάσει στ’ αυτιά της υπερδύναμης. Και τον παρέπεμψαν στον Πιλάτο.

Τρεις μέρες μετά τον ατιμωτικό του θάνατο στον σταυρό, για τον οποίο λαός και ηγεσία κρίνονται συνυπεύθυνοι, ο Ιησούς ανέστη εκ νεκρών. Και είχε αρκετές επαφές με τους φίλους και μαθητές της διδασκαλίας του, στο διάστημα ως την Ανάληψή του. Η μαρτυρία των Μαθητών για τον Χριστό στοίχειωσε Εκκλησία στους αιώνες. Η Εκκλησία μετέφερε την ιστορία του από γενιά σε γενιά, μέχρις εμένα που την επαναλαμβάνω εδώ αυτή τη στιγμή. 

Πριν τη δω γραμμένη σε βιβλία, τη μαρτυρία για τον Χριστό, την είχα ακούσει από την αγράμματη γιαγιά μου κι από τη μάννα μου, που είχε βγάλει μόνο το δημοτικό. Τη γνώριζα, λοιπόν, από παιδί. Μέσα από λόγια ζυμωμένα σε τρόπο ζωής. 

Μικρός δεν ήμουν βέβαια κανένα λουλούδι. Αντιφατικές παρορμήσεις με έσπρωχναν μια κατά δω και μια κατά κει, προξενώντας ουκ ολίγες λαχτάρες στους δικούς μου. Διέγνωσαν μάλιστα ότι είχα σμπούρα και με πήγαν στον τοπικό Μάγο να μου την κόψει. Δεν πρέπει να πέτυχε και πολλά πράγματα, αφού μέχρι να βγάλω το γυμνάσιο εξακολουθούσα να χάνω τον προσανατολισμό μου και η Διαγωγή μου να παραμένει μονίμως χαλασμένη. Εσωτερικές δυνάμεις άγνωστες και σκοτεινές την έκαναν τη ζημιά. Αλλά διόλου ξένες προς αυτό που πάντοτε είμαι, αφού παραμένω ακόμη υπόλογος για τις αφύσικες εκδηλώσεις τους. 

Συγχρόνως μου άρεσε ο ρόλος του «έμμισθου νεωκόρου» στην εκκλησιά μας και βοηθού του Παπαγιάννη στα σαρανταλείτουργα, που δεν ήταν και λίγα εκείνο τον καιρό. Την εκκλησιά μας την είχε χτίσει ο Ιμπραήμ Καλαντζής, έλεγε η σκαλισμένη στην πέτρα επιγραφή. Το σωτήριον έτος 1774, προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου. Την εποχή που ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός όργωνε τη χερσωμένη ηπειρώτικη γη. 

Ένας από τους λόγους της παράξενης νεωκορικής προθυμίας μου ήταν η ανομολόγητη περιέργειά μου να ιδώ τα Πρόσωπα των Αγίων στις καπνισμένες βυζαντινές τοιχογραφίες. Είχα ανακαλύψει ότι λίγο τρίψιμο με λάδι έδιωχνε την κάπνα από τα Πρόσωπα και αυτά αποκαλύπτονταν σχεδόν ζωντανά. Βέβαια γρήγορα επανέρχονταν στην προτέρα κατάσταση, αλλά εγώ πέτυχα έτσι να εξερευνήσω σχεδόν όλα τα άγια Πρόσωπα.

Και δεν καταλάβαινα έκτοτε πώς μπορούσαν να ισχυρίζονται μερικοί ότι στη βυζαντινή τέχνη όλα τα Πρόσωπα είναι τα ίδια. Επί πλέον μπορούσα να κάνω και ενδιαφέρουσες συγκρίσεις, γιατί ανάμεσα στα καθήκοντά μου ήταν να ανάβω ανελλιπώς τα καντήλια και στο απόμερο Μοναστήρι μας. Σωζόταν μόνο το Καθολικό [=ο κεντρικός ναός]. Είχε χτιστεί την ίδια περίοδο με την εκκλησιά του χωριού μας. 

Ενώ όμως ήταν αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, έφερε το παράξενο όνομα «Ιερά Μονή Αγγελομάχου». Φαίνεται ότι ζούσαν εκεί άνθρωποι που μάχονταν αγγέλους. Μόλις έμπαινες αριστερά έβλεπες πολύ καθαρά, στο ανοιχτό οστεοφυλάκιο, ό,τι είχε απομείνει από τους θεομάχους εκείνους. Οι Άγιοι ήταν εδώ πολύ διαφορετικοί, με στιβαρά μέλη και με ζωηρά χαρωπά χρώματα, με πιο έντονο το κόκκινο. Ο κερκυραίος μάστορας έβλεπε τα ίδια Πρόσωπα από την οπτική γωνία του Ιονίου πελάγους. Μερικές φορές αποξεχνιόμουν. Μ’ έπιανε η νύχτα και μ’ έλουζε κρύος ιδρώτας. Ώσπου ν’ αφήσω τρέχοντας τη ρεματιά είχα πεθάνει από τον φόβο. 

Παράλληλα την έβρισκα να ξεκλειδώνω το παράξενο μπαούλο του πατέρα μου και να εντρυφώ με τις ώρες στους εναποθηκευμένους τόμους του Μεγάλου Συναξαριστή. Έναν έναν τους έφερνε από την Αθήνα, όταν ερχόταν αδειούχος τα καλοκαίρια. Ανακάλυπτα εκεί ότι τα Πρόσωπα που γνώριζα από τους τοίχους της εκκλησιάς, είχαν το καθένα τη δική του συναρπαστική ιστορία.

Βαθιά χάραζαν το φαντασιακό μου ο Βίος και η Πολιτεία τους: Μάρτυρες, που προτιμούσαν να τους ρίξουν στα θηρία, αντί να λιβανίσουν την εικόνα του Αυτοκράτορα. Προτιμούσαν να τους ξεσχίζουν στον τροχό, παρά να φάνε ένα κοψίδι από τα ειδωλόθυτα και να αρνηθούν τον Χριστό. Βεβαίωναν έτσι, με την ίδια τη ζωή τους, τη μαρτυρία για το Πρόσωπο του Χριστού. 

Αν τα αναφέρω όλα αυτά, με τόση λεπτομέρεια, είναι γιατί από πολύ μικρός συνοδεύουν μέσα μου τον σχηματισμό ενός «εγώ», εντελώς διαφορετικού απ’ αυτά που κοψοχόλιαζαν τη μάνα μου και μου κόστιζαν κάθε φορά το ξύλο της χρονιάς μου. Σε αντίθεση με τον αλλοπρόσαλλο χαρακτήρα των υπολοίπων «εγώ», αυτό εδώ ήταν ήρεμο και σταθερό. Καθαρό στα κριτήριά του και προειδοποιητικό, μπρος σε κάθε επικείμενη ανοησία. Ο χαρακτήρας του όμως ήταν παθητικός. Δεν ήταν σε θέση να αντιρροπήσει τα άλλα και χανόταν μέσα στην ταραχή που αυτά δημιουργούσαν.  Στις κρίσιμες όμως καμπές της μετέπειτα ζωής μου, όταν όλα τα άλλα με εγκατέλειπαν, αυτό έμενε στη θέση του, για να με στηρίξει και να με βοηθήσει να πάρω μια ψύχραιμη απόφαση.

Το ανέφερα ως «ένα εγώ», γιατί ήταν «κάτι» που είχε τον δικό του λόγο, τη δική του μνήμη και τις δικές του προσδοκίες για μένα. Δεν είχε όμως κανένα συγκεκριμένο σχέδιο να προτείνει. Όταν καμιά φορά, που βρισκόμουν σε αμηχανία και κατάθλιψη, έπαιρνε τον έλεγχο των συνειρμών, μου πρότεινε απλώς ένα ονειρικό κολλάζ από τις ηρωικές ιστορίες που το εμψύχωναν. Η ευθύνη, για το τι θα κάνω και πώς θα το κάνω, δεν ήταν δική του. Ήταν δική μου.

Αλλά ποιος είμαι «Εγώ» ; Δυστυχώς το ερώτημα περιμένει ακόμη την απάντησή του. 

Μου είναι εντελώς κατανοητή σήμερα η φύση του παιδικού «εγώ», που μόλις περιέγραψα. Πρόκειται για την κρυστάλλωση μέσα στην προσωπικότητά μου ενός ψυχικού «κέντρου έλξης», από επιρροές των οποίων η μοναδική πηγή ήταν ένα απών Πρόσωπο: το Πρόσωπο του Χριστού.

Η «αλλαγή του κόσμου»
Η πρώτη μεγάλη προσωπική επιλογή μου ήταν « να δώσω τη ζωή μου για τον κομμουνισμό ». 

Με την επιλογή αυτή, το ’65-66, στράφηκα εναντίον του χριστιανισμού και τον «απέρριψα».

Τα επιχειρήματα του Μαρξ, ότι η θρησκεία είναι «το όπιο του λαού», η «ανάσα της καταπιεζόμενης μάζας», η δόλια παρηγοριά στον δούλο για να υπομένει αγόγγυστα τον ζυγό του, με άγγιξαν «σε ό,τι είχα πιο βαθύ». Στο μέτρο μάλιστα που έβλεπα να εμψυχώνουν ένα παγκόσμιο ηρωικό κίνημα, για την «αλλαγή του κόσμου», – την απελευθέρωση των λαών και την αταξική κοινωνία,- δεν μου άφηναν καμιά απολύτως λογική αμφιβολία. 

Φυσικά δεν χρειάζονταν τα μαρξιστικά επιχειρήματα για να αντιληφθώ τη μικρόνοια, την υποκρισία και την ιδιοτέλεια των εκπροσώπων της μετεμφυλιακής ελλαδικής Εκκλησίας. Ή την πραγματική αξία που είχαν οι μεγαλοσταυροί και τα κηρύγματα των καθεστωτικών θρησκευομένων. Αυτά τα διέκρινα κι από μόνος μου. Και ήμουν ήδη βέβαιος ότι δεν είχαν καμία σχέση με τον Χριστό. Ήξερα ότι ο Χριστός δεν είχε καμία ευθύνη για όλα αυτά. Ήρθε και η «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» και το πράγμα έδεσε από κάθε άποψη. Ο κοινωνικά κυρίαρχος χριστιανισμός κανένα έρεισμα αποδοχής δεν έβρισκε μέσα μου. Έπρεπε να ανατραπεί και να καταστραφεί. Μαζί με ολόκληρο το σύστημα της εθνικής υποτέλειας, της ταξικής εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, του οποίου αποτελούσε «εποικοδόμημα». 

Ταλανίστηκα όμως πολύ από μια απειλητική αντίφαση . Κάτω από τη λογικά άψογη συναισθηματική επιλογή μου, δούλευε σαν επίμονο σκουλήκι ο εξής λογισμός: Πώς μπορώ να αποκλείσω την πιθανότητα να υπάρχει Θεό ς; Κι αν είναι πράγματι ο άτεγκτος σαδιστής που περιγράφουν οι θεολόγοι; Αυτός που τιμωρεί με ανείπωτα βασανιστήρια σε μια αιώνια Κόλαση, όλους εκείνους, που τολμούν να αντιτάσσονται στις εξουσίες, τις εξ αυτού τεταγμένες; Παρέλειψα να αναφέρω ότι μαζί με τον Συναξαριστή, το μπαούλο του πατέρα μου είχε μέσα και αρκετή Ζωη-κή σαβούρα.

Κατέφαγα εκείνη την εποχή τους ατελείωτους τόμους της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, προσπαθώντας να εξαλείψω την απειλητική σκέψη. Με τι βαθιά ικανοποίηση ρούφηξα το βιβλίο του Οπάριν δεν λέγεται. Αποδείκνυε, με ατράνταχτες χημικές εξισώσεις, πώς από την ανόργανη ύλη μπορεί να παραχθεί ζωή αυτόματα, από μόνη της. Σημειωτέον ότι στη Χημεία ήμουν χειρότερος και απ’ τα Λατινικά: δεν καταλάβαινα τίποτα.

Θυμάμαι επίσης πόσο συνεπαρμένος ένιωσα με το βιβλίο του Δαρβίνου, για την καταγωγή των ειδών, που αποδείκνυε, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι δεν χρειάζεται καθόλου να υποθέσουμε ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό. Αφού μπορεί, κάλλιστα, να προκύψει από τον πίθηκο, δια της εξελίξεως. Απέφευγα όμως να κοιτάξω από πιο κοντά το σκεπτικό των θεολόγων. Μην τυχόν και τα διπλώσω μπρος στον μεταφυσικό φόβο.

Κάποια στιγμή διάλεξα τον δρόμο της «ηρωικής εξόδου» από την αντίφαση: Αν είναι να πάω στην Κόλαση, «επειδή θέλω το καλό της ανθρωπότητας», – με την επαναστατική βία κι όχι με το σταυρό στο χέρι, έναν τρόπο οφθαλμοφανώς ατελέσφορο και βολικό μονάχα για τους βασανιστές του ανθρώπου,- ας γίνει. Εγώ θα είμαι εντάξει με τη συνείδησή μου. Ο Άτεγκτος Δικαστής ας χαίρεται τη «δικαιοσύνη» του. Ευχαριστώ για τον Παράδεισό του αλλά δεν θα πάρω. Ήταν για μένα «θέμα αρχής».

Ποια ήταν όμως αυτή η «συνείδηση» ; Από πού είχε προκύψει ; Πώς μπορούσε ένας «συνειδητός υλιστής» να πιστεύει ότι έχει «συνείδηση» ; 

Δεν είχα τότε σαφή ιδέα σε τι αντιστοιχούσε «μέσα μου» η λέξη «συνείδηση». Αρκετά αργότερα άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι δεν ήταν παρά το χριστιανικό «εγώ» των παιδικών μου χρόνων. Και κατά βάθος η εικόνα του Προσώπου του Χριστού και των Μαρτύρων του, η οποία λειτουργούσε, αφανώς, ως πρότυπο για την ενσάρκωση του δικού μου προσώπου. Τότε κατάλαβα και τι ακριβώς ήθελε να πει ο Ντοστογιέφσκι, όταν έγραφε πως ενώ τον έπειθαν τα επιχειρήματα του Μπελίνσκι εναντίον του ιστορικού χριστιανισμού, δεν άγγιζαν καθόλου τον εσωτερικό σεβασμό του προς το Πρόσωπο του Χριστού.

Στο τρικυμισμένο φαντασιακό της νεότητάς μου ο φοβερός Θεός – Τιμωρός κι ο επαναστάτης Χριστός της αγάπης και του σταυρού, δεν ήταν το αυτό πρόσωπο. Η επίσημη ευσεβιστική μας παιδεία δεν είχε κατορθώσει να τους ταυτίσει μέσα μου. Βοήθησαν εδώ και ορισμένα κείμενα του πατρινού χριστιανικού αναρχισμού του περασμένου αιώνα. Απ’ όλα είχε το περίφημο μπαούλο. 

Θα έλεγα, για να κάνω και λίγη θεωρία, το εξής: Το παιδικό «χριστιανικό εγώ» πήρε το μέρος μου, όταν εξεγέρθηκα εναντίον του κοινωνικά διεμβαλλόμενου «χριστιανικού υπερεγώ». Χωρίς όμως να μου δίνει και την επίγνωση του ουσιαστικά χριστιανικού χαρακτήρα της ρήξης αυτής. Με άφηνε να νομίζω πως ήταν ο Μαρξ αυτός που με χειραγωγούσε στην ενηλικίωση. 

Επειδή δεν νομίζω ότι αποτελώ καμιά φοβερά σπέσιαλ περίπτωση, καταλήγω να πιστεύω ότι η μεγάλη μάζα των ανιδιοτελών αγωνιστών, που συνεπάρθηκαν από την κομμουνιστική ιδέα, πρέπει να οιστροιλατούνταν από μια ανάλογης υφής συνείδηση. Ένας από τους καλύτερους φίλους και παλιός μου σύντροφος, επιμένει να ισχυρίζεται ότι τον κινούσαν οι αθεϊστικές απελευθερωτικές αξίες του Διαφωτισμού. Βλέποντας όμως το ήθος του, είμαι βέβαιος πως διακρίνω την αφανή παρουσία του χριστιανικού Προσώπου. Την επισκιάζει απλώς η αλλεργία του για τον καθεστωτικό χριστιανισμό και τον κομπλεξικό θεό του.

Η «αλλαγή του εαυτού»
Η στράτευσή μου έλαβε χώρα σε όχι και τόσο ευτυχείς στιγμές για τον κομμουνισμό: Αποκαθήλωση του Στάλιν, ρήξη Κίνας-Σοβιετικής Ένωσης κ.τ.λ. Ακόμα και οι φανατικοί είχαν αρχίσει να υποψιάζονται ότι κάτι δεν πάει καλά με τον υπαρκτό σοσιαλισμό. Άσχετα αν δεν το ομολογούσαν

Ο ιστορικός κομμουνισμός δεν ήταν καθόλου στα μάτια μου το άσπιλο και άμωμο δόγμα του δεκάτου ενάτου αιώνα. Από το « παιδομάζωμα » ήξερα και τι κουμάσια ήταν οι αρχηγοί του δικού μας εισαγόμενου, αλλά και ιθαγενούς κομμουνισμού. Την αδελφή της μάνας μου, νεαρό κορίτσι, την είχαν σκοτώσει εν ψυχρώ, επειδή δεν ήθελε να τους ακολουθήσει. Εγώ όμως δεν πήγαινα μ’ «αυτούς», αλλά με τους «άλλους»: εκείνους που μάχονταν για τον «σωστό κομμουνισμό». Δηλαδή με τους ηρωικούς μαχητές του προέδρου Μάο και της Μεγάλης Προλεταριακής Πολιτιστικής Επανάστασης. 

Θυμάμαι, σαν τώρα, την κουβέντα ενός μπάρμπα μου, στο καφενείο της οδού Ζήνωνος πίσω από την Ομόνοια, όπου είχαν το στέκι τους οι συγχωριανοί μας: «Εσύ μωρέ θα σιάξεις τον κομμουνισμό;». Προς Θεού δεν πίστευα κάτι τέτοιο. Κατ’ αρχήν δεν είχα καμιά εγγύηση ότι «θα σιάξει ο κομμουνισμός». Όμως δεν ήταν αυτό που με ενδιέφερε το περισσότερο. Εμένα μου αρκούσε ότι είχα κάνει την «ηρωική επιλογή» της ζωής μου, που «με αποκαθιστούσε στα μάτια μου ως άνθρωπο» και δυσφορούσα απέναντι σε όποιον πήγαινε να μου το χαλάσει.

Εντάχθηκα, λοιπόν, ψυχή τε και σώματι, στη μεγάλη προσπάθεια οικοδόμησης του «σωστού επαναστατικού κόμματος», η οποία, λαμβάνοντας υπόψη την αρνητική εμπειρία της ΕΣΣΔ και της Τρίτης Διεθνούς, την πείρα του παγκόσμιου «αντιρεβιζιονιστικού» κινήματος και τη λαμπρή «Σκέψη» του προέδρου Μάο, θα μπορούσε αυτή τη φορά να λύσει το πρόβλημα. 

Πολύ γρήγορα όμως άρχισαν να έρχονται τα οδυνηρά μηνύματα της διάψευσης των προσδοκιών. Και μάλιστα σε συνθήκες παρανομίας. Το «εκ της εμπειρίας όμμα» ξεσκέπαζε αμείλικτα τους ευσεβείς μου πόθους. Επιτυγχάναμε ακριβώς το αντίθετο απ’ αυτό που επιδιώκαμε. Αναπαράγαμε τα ίδια συμπτώματα που μας είχαν απομακρύνει από τους «ρεβιζιονιστές»: την υποκρισία, την εξουσιομανία, τον οπορτουνισμό, τον φραξιονισμό κ.λπ. Ο καθένας μας γινόταν κι από ένας μικρός Στάλιν. Τηρουμένων των αναλογιών οι δικοί μας σταλινίσκοι δεν είχαν και πολλά να ζηλέψουν απ’ αυτούς που είχαμε απορρίψει. Τι έφταιγε λοιπόν; Ποιο ήταν το πρόβλημα; 

Μη νομιστεί ότι ήταν εύκολο να τεθούν τα ερωτήματα αυτά. Όσο εύκολα μπορεί κανείς να λοιδορεί εκ των υστέρων πράγματα και καταστάσεις εκείνης της εποχής, άλλο τόσο δύσκολο και απίστευτα οδυνηρό, ήταν για κάποιον να «σταθεί κριτικά» απέναντι σε όσα αλάθητα θέσπισαν οι Μεγάλοι Πατέρες του κομμουνισμού. Για μένα ήταν μια ψυχική ρήξη πολύ πιο δύσκολη από την προηγούμενη, γιατί σήμαινε την παραδοχή ολοκληρωτικής υπαρξιακής αποτυχίας. Τα είχα ποντάρει όλα στο κόκκινο. Και τα έχανα όλα. Μαζί και τα ναύλα της επιστροφής. Θυμάμαι ότι είχα ήδη προβεί σε συμβολική ανατίναξη των «γεφυρών της επιστροφής», καίγοντας όλα μου τα χαρτιά. (Δυστυχώς και το βιβλιάριο του ΙΚΑ. Μ’ ένα σωρό ένσημα σκληρής δουλειάς στην οικοδομή.) 

Περιττό να επαναλάβω ότι το μόνο που δεν έχασα, ή δεν έκαψα, ήταν το ξεχασμένο μικρό παθητικό «εγώ» των παιδικών μου χρόνων. Κι αυτό ήταν που με έσωσε: Όταν έπεσε η δικτατορία καθίσαμε με τον Άρη Ζεπάτο, φίλο και τέως σύντροφο στην «Οργάνωση», και κάναμε τον απολογισμό. Ανακεφαλαιώνοντας τη δική μας και τη διεθνή εμπειρία, ορίσαμε το πρόβλημα ως «μετασχηματισμό του επαναστατικού υποκειμένου στο αντίθετό του». Το ερώτημα ήταν: γιατί ένα συλλογικό υποκείμενο, που μάχεται για την κατάργηση της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας, είναι καταδικασμένο να τις αναπαραγάγει, αρχίζοντας από τις εσωτερικές του σχέσεις ; 

Το συμπέρασμα αυτού του απολογισμού είχε τρία σημεία: α) Δεν μπορείς να αλλάξεις τίποτε, προς το καλύτερο, αν συγχρόνως δεν αλλάζεις ο ίδιος. β) Δεν είναι καθόλου εύκολο να αλλάξεις. Και γ) ο μαρξισμός δεν είχε καμιά θεωρία και πρακτική για το ζήτημα της αυτο-αλλαγής του υποκειμένου της αλλαγής. Ούτε και καμιά άλλη γραμμή σκέψης μέσα στο σύνολο του δυτικού πολιτισμού. 

Δεν μπορείς, λοιπόν, να αλλάξεις τον κόσμο αν δεν μπορείς να αλλάξεις τον εαυτό σου. Το θεώρημα τούτο αναιρούσε ολόκληρη τη μαρξιστική πρόταση ή τουλάχιστον την έβαζε σε παρένθεση.

Ποιος με βεβαίωνε ότι η «αλλαγή του κόσμου», που επαγγελόταν ο μαρξισμός, δεν ήταν απλώς η «αλλαγή» που μπορούσε να φανταστεί ένας άνθρωπος, που ήταν ανίκανος να αλλάξει τον εαυτό του; Χωρίς εξωμαρξιστικό αρχιμήδειο στήριγμα ήταν αδύνατο να τεθεί μια τέτοια ερώτηση. Κι αυτό το στήριγμα το είχα. Ανέφερα ήδη ποιο ήταν. 

Από το σημείο αυτό και έπειτα αρχίζει μια δεύτερη μακρά αναζήτηση, προσεχτικότερη τώρα. Στόχος: η ανεύρεση θεωρίας και πρακτικής για την αυτο-αλλαγή του υποκειμένου. 

Για να είχε σωστή αφετηρία μια τέτοια αναζήτηση έπρεπε να ξεκαθαριστεί καλύτερα το πρόβλημα, πράγμα που απαιτούσε κάποιες συνθήκες πειραματισμού: α) Ανθρώπους με αποδεδειγμένα καλές προθέσεις και β) την οργάνωσή τους σε ένα σχήμα που θα επιδιώκει την πραγμάτωση ευγενών επαναστατικών σκοπών. Το πείραμα θα είχε σκοπό να αποκλείσει τη συσκότιση του προβλήματος από τον παράγοντα «κακές προθέσεις». Αν διέψευδε το θεώρημα του «μετασχηματισμού στο αντίθετο» τόσο το καλύτερο. Η διαχείριση της αμφιλογίας αυτής ήταν ένα ειδικό πρόβλημα, αλλά όχι το καθοριστικό. 

Η Μεταπολίτευση ήταν η ιδεώδης συγκυρία για «επαναστατικούς πειραματισμούς». Έτσι η Οργάνωσή μας, ο Προλεταριακός Αγώνας, φτιάχτηκε σχετικά εύκολα και εργάστηκε εντατικά επί δύο χρόνια, με άξονα δράσης την υποστήριξη του εργοστασιακού συνδικαλισμού, που όντας ακόμη στην αρχή του, δεν είχε προλάβει να καπελωθεί από τα κόμματα. Το πείραμα επαλήθευσε το θεώρημα για τον αναπότρεπτο «μετασχηματισμό στο αντίθετο». Τα ίδια φαινόμενα παρατηρήθηκαν, αλλά σε ήπια ένταση, λόγω των ελεγχόμενων συνθηκών «οικοδόμησης». Σκεφθείτε ότι διασπαστήκαμε χωρίς να βγάλουμε μαχαίρια. Λέγοντας απλώς «καληνύχτα».

Τίποτα δεν με δέσμευε, εν συνεχεία, στην αναζήτηση των δυνατοτήτων « αλλαγής του εαυτού ». Φόρτωσα τις πολιτικές μου σκοτούρες στο ΠΑΣΟΚ και πήρα τον καινούργιο δρόμο προς το άγνωστο. Έψαξα στη σύγχρονη ψυχολογία. Είχα ήδη κάποια προπαίδεια, καθώς είχα αρχίσει από τον Β. Ράϊχ, την εποχή που ήταν της μόδας και είχα συνεχίσει με Κ. Γιούγκ. Διαπίστωσα ότι η μοντέρνα ψυχολογία, καθώς ασχολείται μόνο με τον ψυχικά ασθενή, δεν είναι σε θέση να δώσει απαντήσεις. Εδώ χρειαζόταν μια άλλη ψυχολογία, που να ασχολείται με τον υγιή άνθρωπο.

Η αναζήτηση μιας τέτοιας ψυχολογίας οδηγεί αναγκαστικά σε συστήματα ανατολικής προελεύσεως, εσωτεριστικά και αποκρυφιστικά. Απ’ όσα μπόρεσα να διεξέλθω το ενδιαφέρον μου συγκέντρωσε το «σύστημα» του μυστηριώδη Έλληνα της Υπερκαυκασίας Γεωργίου Ιβάνοβιτς Γκουρτζίεφ (Γεωργιάδη), το οποίο παρουσιαζόταν, απ’ αυτόν και τους μαθητές του, ακριβώς ως το ζητούμενο σύστημα αυτο-αλλαγής του συνηθισμένου-υγιούς ανθρώπου. 

Το σύστημα αυτό ξεκινούσε από την αναγνώριση της μηχανικότητας του συνηθισμένου ανθρώπου και διατεινόταν ότι έχει ολόκληρο οπλοστάσιο μεθόδων για την υπερνίκησή της. Δυστυχώς όμως για μένα ο προσανατολισμός του ήταν εξωκοινωνικός. Ναι μεν στόχευε στον άνθρωπο που είναι κύριος του εαυτού του, στην «πραγματική ατομικότητα», αλλά την πραγμάτωσή της τη θεωρούσε δυνατή μόνο στο «αστρικό πεδίο» και όχι στις κοινωνικές σχέσεις. Η άποψή του για την κοινωνική πραγματικότητα ήταν ότι αυτή καθορίζεται από «κοσμικές επιδράσεις», τις οποίες με τίποτα δεν μπορούμε να επηρεάσουμε. Φυσικά δεν ήταν αυτού του είδους η «ατομικότητα» που εμένα μ’ ενδιέφερε. Εγώ ζητούσα την αλλαγή του εαυτού, ως προϋπόθεση για την αλλαγή του κόσμου. 

Η μελέτη επίσης της συλλογικής όψης του προβλήματος με είχε οδηγήσει στη νεομαρξιστική Σχολή της Φρανκφούρτης και ειδικότερα στη διαλεκτική της αυτοαναίρεσης του Διαφωτισμού. Και τέλος στο πρόβλημα της αποσύνθεσης του νεωτερικού ατόμου και της μηχανοποίησής του, λόγω της αφομοίωσής του από τα αυτονομημένα μηχανικά συστήματα. 

Βρέθηκα, έτσι, μπρος σε μια νέα εκδοχή πλατωνικού σπηλαίου: Μπρος στη διαπίστωση ότι ο σύγχρονος άνθρωπος είναι δέσμιος μιας διπλής μηχανικότητας. Μιας μηχανικότητας πολιτισμικής και μιας άλλης βαθύτερης, αγνώστου προελεύσεως. Ήταν επομένως φανερό γιατί ένας τέτοιος άνθρωπος, – διπλά μηχανοποιημένος, μέσα σε ένα μηχανοποιημένο κοινωνικό σύστημα,- δεν ήταν ικανός να αλλάξει το παραμικρό, στον εαυτό του και στην κοινωνία. Να αλλάξει κάτι σε κατεύθυνση αντίθετη προς αυτήν που κινείται το Σύστημα. Ελάχιστα παρηγορητική μια τέτοια κατανόηση καθιστούσε το πρόβλημα άλυτο.

Οι μεταμαρξιστικές θεωρήσεις δεν έδιναν λύση, γιατί δεν έβλεπαν το εσωτερικό-ψυχικό περιεχόμενο του προβλήματος. Τα συστήματα που το έβλεπαν δεν έδιναν σημασία στην εξωτερική-κοινωνική του πλευρά. Πλήρες αδιέξοδο λοιπόν. Για μια ακόμη φορά «στο χείλος της αβύσσου». 

Η αναζήτηση του Προσώπου
Μερικές από τις ιδέες του Γεωργιάδη ήταν «αποκάλυψη»: Η ιδέα ότι ο άνθρωπος είναι ένα ημιτελές ον, που πρέπει να ολοκληρωθεί με δικές του συνειδητές προσπάθειες. Η ιδέα ότι χαρακτηριστικό της υπανάπτυξής του είναι η μηχανικότητά του, μια ειδική μορφή ύπνου. Η ιδέα ότι έχει πολλά άγνωστα και συχνά εχθρικά μεταξύ τους εγώ, η χαοτική κίνηση των οποίων τον κάνει έρμαιο της τύχης και της ανάγκης. Η διάκριση ουσίας και προσωπικότητας μέσα του. Η διάκριση νοητικού, συναισθηματικού, κινητικού και ενστικτώδους νου. Η μεγάλη σημασία της αποστασιοποιημένης αυτοπαρατήρησης και της πάλης με την ψηφιακή σκέψη, τη φαντασία και τα αρνητικά συναισθήματα. 



Όμως σε μια υποσημείωσή του ο Π. Ουσπένσκι παρείχε την πληροφορία, ότι μια εξαιρετική διαπραγμάτευση των παραπάνω θεμάτων, μπορούσε να βρει κανείς σε ένα βιβλίο ονόματι Φιλοκαλία, που χρησιμοποιούνταν στην Ορθόδοξη Εκκλησία για την καθοδήγηση των μοναχών. Η υποσημείωση αυτή προκάλεσε μια «έλαμψη», που φώτισε δια μιας μέσα μου τον δρόμο προς τη λύση του προβλήματος. Λες να βρίσκεται εδώ η λύση; Να την ψάχνεις σε Ανατολή και Δύση και να βρίσκεται μες στα πόδια σου; Στη δική σου παράδοση; Η «έλαμψη» δεν ήταν φυσικά κανένα «θαύμα», αφού οι εντυπώσεις της οσιογραφίας του Μεγάλου Συναξαριστή ήταν ήδη βαθιές στα παιδικά υποστρώματα της μνήμης μου.


Περιχαρής ανέκρουσα πρύμνα και αγόρασα αμέσως τη Φιλοκαλία. Έπεσα με τα μούτρα και διαπίστωσα ότι η διαίσθησή μου ήταν «απολύτως σωστή»: Όλα υπήρχαν εδώ. Στο πρωτότυπο και δίχως απαράδεκτες εκλεκτικές προσμίξεις με προχριστιανικά και προελληνικά δάνεια. Κατάλαβα επί τέλους και τι ήταν αυτό που αγνοούν όλα τα συστήματα της «αυτοεξέλιξης»: Ότι μόνο η Αγάπη μπορεί να σε κάνει να αλλάξεις. Και η Αγάπη είναι γεγονός κοινωνίας και προϋποθέτει το Πρόσωπο.

Στη συνέχεια κατάλαβα και τι σημαίνει Πρόσωπο, γιατί χάρη στους προοδευτικούς καθηγητές της Παντείου, ήρθα σε επαφή και με την εντελώς άγνωστή μου θεολογική οντολογία του Προσώπου. Εκείνο τον καιρό το προοδευτικό κατεστημένο της Παντείου έκανε μεγάλο σαματά στις εφημερίδες, για να μη γίνει καθηγητής ο Γιανναράς. Πράγμα που με οδήγησε στο Πρόσωπο και ο Έρως. ( σσ “το ψαξιμο ” ΠΡΕΠΕΙ να συνεχισθει….. περα απο Γιανναρα , Ζηζιουλα, Λουδοβικο κλπ )

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, συνειδητοποίησα ότι το πρόβλημα που με απασχολούσε, δεν ήταν παρά η ενσάρκωση του Προσώπου στο πεδίο των κοινωνικών του σχέσεων. Ναι μεν είμαστε δεσμώτες ενός διπλού αυτοματισμού, αλλά υπάρχει δυνατότητα «καλής αλλοίωσης»: Απελευθέρωσης από τα διπλά δεσμά. Αλλαγής του εαυτού και συγχρόνως αλλαγής του κόσμου. Όταν λέμε Πρόσωπο, στην Ορθόδοξη παράδοση, το βλέμμα μας στρέφεται στον Χριστό. Αυτός είναι το πρωτότυπό μας. Είμαστε φτιαγμένοι «κατ’ εικόνα του» και το πρόβλημά μας είναι να ενσαρκώσουμε αυτή την εικόνα: να πάμε στο «καθ’ ομοίωσιν». Προσωπικά και κοινωνικά. Ως εν ουρανώ και επί της γης. 

Συμπέρασμα
Το μικρό χριστιανικό «εγώ» των παιδικών μου χρόνων ήταν αυτό που μου παραστάθηκε στην υπαρξιακή και κοινωνική μου αναζήτηση. 

Για να μιλήσω πιο θεωρητικά: Με βοήθησε να διαβώ το πρώτο κατώφλι, που βγάζει στο δρόμο της εξατομίκευσης και μ’ εγκατέλειψε μπρος στο δεύτερο, που βγάζει στον δρόμο του Προσώπου. Ενώ γνωρίζω πώς μπορώ να προχωρήσω κείτομαι τώρα ανήμπορος μπρος στο δεύτερο κατώφλι. Σαν τον παράλυτο της Βηθεσδά, που δεν είχε άνθρωπο να τον βάλει στην κολυμβήθρα. Πώς να αλλάξεις: α) Σχέσεις και εθισμούς από μακρού εμπεδωμένους; (Αυτοματισμός πρώτου βαθμού) β) Κοινωνικές δομές που κανείς πλέον δεν πιστεύει ότι μπορούν να αλλάξουν; (Αυτοματισμός δευτέρου βαθμού). Αμφίλογη και τραγική σήμερα η γνώση της «αυτοαλλαγής του υποκειμένου της αλλαγής του κόσμου». Όταν και αν την αποκτήσεις, έχεις ήδη αναπότρεπτα αναπτυχθεί και σκληρυνθεί στην αντίθετη κατεύθυνση. Και συ και οι άλλοι. Πόσο αφάνταστα μακρινότερη νιώθω σήμερα την παρουσία του Προσώπου, από το προβληματικό εκείνο μειράκιο, που πάλευε με τις σκοτεινιασμένες αγιογραφίες! 

Κοντολογίς: Η εμπειρία μου από τον Χριστό είναι η εμπειρία της απουσίας Του. Ο Χριστός μοιάζει να είναι ο απών άξονας της ταυτότητάς μας, της ατομικής και της συλλογικής. Παραδόξως όμως η πλήρωση του αβυσσαλέου κενού της απουσίας Του, ήταν και το βαθύτερο κίνητρο της δικής μου παρουσίας. Η απουσία Του είναι έτσι η αποτυχία μου. Μια θανατερή γεύση κενού, που για να την αποφύγω την αναπαράγω, καταφεύγοντας σε υποκατάστατα της παρουσίας Του.
πηγή: antifono.gr

=====================================================

Γιατί μισούν θανάσιμα την Ελληνική Οικογένεια; [Της δρος Π. Ρίακ-Κυριακίδου] ΚΑΙ Ο Γολγοθάς του καθενός μας…

Γράφει η Δρ. Πατρίσια Ρίακ (Κυριακίδου)

Κοινωνικός Ανθρωπολόγος της Ελληνικής Κοινωνίας,

Καθηγήτρια Πανεπιστημίου, τμήμα Ανθρωπολογίας

Montclair State University, New Jersey, US.

Στέλεχος Εθνικού κόμματος «Έλληνες»

 «Στο Διάολο η Οικογένεια
Στο Διάολο και η Πατρίς
Η Ελλάδα να ψοφήσει
Να ζήσουμε εμείς»

Το σύνθημα αυτό που τους τελευταίους μήνες κυριαρχεί σε όλες τις συγκεντρώσεις των Αριστερών και έχει γραφτεί με μεγάλα γράμματα σε πολλούς τοίχους της Αθήνας είναι ο απόλυτος κομμουνιστικός αυτοπροσδιορισμός:

Να στείλουμε την Ελληνική Οικογένεια και το Έθνος στην Κόλαση για να ζήσουν μόνο όσοι είναι κομμουνιστές.

Να ζήσουν εκείνοι που οριοθετούνται από μια απεχθή πολιτική θεωρία και θέλουν την απουσία της οποιασδήποτε τάξης μέσα στην Κοινωνία. Ωστόσο, αυτό που οι κάθε λογής αναρχοαριστεροί αδυνατούν να καταλάβουν είναι  το εξής: Η πιο κοινή και καθολική πτυχή για μια Κοινωνία, δεν είναι ο λατρεμένος τους Κομμουνισμός, αλλά η Οικογένεια που αυτοί μισούν.

Η οικογένεια είναι αυτό που ονομάζεται «βασικό ίδρυμα» και λειτουργεί, όπως και ο ορίζοντας, οριζόντια για να υποστηρίξει όλα τα άλλα ιδρύματα, όπως η υγειονομική περίθαλψη και η εκπαίδευση, τα οποία στέκονται κάθετα. Στην Ελλάδα, ο πιό διαδεδομένος αυτοπροσδιορισμός δεν είναι η Πολιτική αλλά η Οικογένεια. Η πολιτική αναγνώριση έρχεται μετά την αναγνώριση της εργασίας, η οποία έρχεται πίσω από τον ισχυρότερο αυτοπροσδιορισμό που είναι η οικογένεια κάποιου.

Ακόμη και κατά την διάρκεια των μαζικών μεταναστεύσεων από τα χωριά προς τις πόλεις μέχρι το 1971, η ανεξάρτητη οικογενειακή εργασία αντιπροσώπευε περίπου το 93% του ενεργού αγροτικού εργατικού δυναμικού της Ελλάδος. 

Αν και πάνω από 1.500.000 αγρότες εγκατέλειψαν την ύπαιθρο εκ των οποίων οι 900.000 μετανάστευσαν στη Γερμανία και άλλοι 600.000 άνθρωποι μετανάστευσαν στις πόλεις με το 1/3 της αγροτικής οικονομίας να έχει χάσει εργαζόμενους, η οικογενειακή επιχείρηση παρέμεινε σταθερή και μέχρι το 1970 τα γεωργικά προϊόντα αυξήθηκαν κατά 50%.

Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΡΑΤΗΣΕ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ ΣΤΑ 400 ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ

Η αγροτική οικογενειακή επιχείρηση δείχνει μια εντυπωσιακή ικανότητα προσαρμογής, διατηρώντας – σε κοινωνικό επίπεδο – την παραδοσιακή δομή συγγένειας μέχρι σήμερα, παρόλο που πολλοί περισσότεροι Έλληνες έχουν μεταναστεύσει σε μεγάλες ελληνικές πόλεις  και δεν εργάζονται σε οικογενειακές εκμεταλλεύσεις. Αυτό δεν έχει επηρεάσει την αξία τους για τη διατήρηση της  παραδοσιακής ελληνικής  οικογενειακής δομής, η οποία παραμένει  ο ισχυρότερος θεσμός όλων των  θεσμών  της Ελληνικής Κοινωνίας.  

Ο Ελληνισμός, μετά από 400 χρόνια  δουλείας υπό την κυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας,  συνεχίζει να ενισχύει την αξία της οικογένειας, παρόλο που πολλές οικογένειες έχουν μεταναστεύσει στις πόλεις. Παρ’ όλα αυτά, συνεχίζουν να διατηρούν την ισχυρότερη αξία τους στην Ελληνική Κοινωνία που είναι η συνοχή της Ελληνικής Οικογένειας.

Οι «υβρίζοντες κομμουνιστές» είναι μέρος της πολιτικής αυτοπροσδιορισμού που είναι πολύ λιγότερο σημαντική από τον αυτοπροσδιορισμό στην οικογένεια κάποιου. Ο λόγος για τον οποίο υπάρχει ο ισχυρότερος αυτοπροσδιορισμός στην οικογένεια οφείλεται στο ότι η προέλευση ενός ανθρώπου εξακολουθεί να είναι σημαντική. Ασχέτως αν οι άνθρωποι μεταναστεύουν εντός ή εκτός Ελλάδας, η οικογένεια θα είναι πάντα σημαντική λόγω της πρωταρχικής αξίας που αποδίδεται στην «προέλευση» ή από πού προέρχεται μια οικογένεια. Και ήταν πάντα έτσι από το αρχαίο παρελθόν μας μέχρι την Εθνική Ανεξαρτησία του 1821. 

Η οικογένεια και η αξία της «προέλευσης» έχει δημιουργήσει μια ώριμη κουλτούρα που διαιωνίζεται μέσω της οικογένειας ως ένας σταθερός  και διαρκής θεσμός.   Στη συνέχεια, η οικογενειακή ταυτότητα δημιουργεί αυτό που οι «υβρίζοντες κομμουνιστές» αποκαλούν «Πατρίς».  Ο αυτοπροσδιορισμός στην οικογένεια κάποιου είναι ο πρόδρομος της αυτοπροσδιορισμού σε μια εθνοτική καταγωγή.

Και είναι η εθνική αναγνώριση που κάνει τους κομμουνιστές να “καταριούνται” τους πατριώτες με τον τρόπο  που  το κάνουν. Η σημαντικότερη πολιτιστική αντίληψη που συνδέεται με την οικογένεια είναι η «τιμή» και σχετίζεται έντονα με τις Ελληνίδες και τη θέση και τη συμπεριφορά τους μέσα στην Ελληνική Οικογένεια. Το σύμπαν των ηθικών αξιών προέρχεται από τη σύλληψη της τιμής.

Ο ΚΑΤΑΛΥΤΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ «ΚΟΥΜΠΑΡΙΑΣ»

Η οικογένεια ορίζει επίσης μια άλλη πτυχή του Πολιτισμού, που συνδέεται με την κληρονομιά: Οι γιοι κληρονομούν οικογενειακή γη και οι κόρες λαμβάνουν προίκα. Οι κόρες συνήθως φροντίζονται πρώτα. Η  στενή εγγύτητα  της οικογένειας με τη θρησκεία παρατηρείται επίσης στην πνευματική οικογένεια που συνδέεται στενά με την οικογένεια εθνοτικής καταγωγής. Στην πραγματικότητα και οι δύο δημιουργούνται μαζί ταυτόχρονα.

Η πνευματική οικογένεια που δημιουργείται με την οικογένεια εθνικής καταγωγής θεωρείται  τόσο ως οικογενειακός όσο και ως πνευματικός  ρόλος. Και παράδειγμα αυτού είναι ο κουμπάρος και η κουμπάρα  που είναι γαμήλιοι χορηγοί και προσθέτουν τιμή και φήμη στο νέο νοικοκυριό καθώς και ο νονός με την νονά που είναι νονοί για τα παιδιά του σπιτιού και που συνδέουν τα παιδιά με το να γίνουν χριστιανοί. Χωρίς νονό/νονά, το παιδί δεν μπορεί να κατονομαστεί εν Χριστώ και χωρίς όνομα δεν μπορεί να είναι μέλος της Ελληνορθόδοξης Κοινωνίας.

Τα ονόματα των παιδιών δίνονται συνήθως για να τιμήσουν έναν παππού ή μια γιαγιά ή άλλα μέλη της οικογένειας. Συνήθως τους δίνονται τα ονόματά τους για να αντικατοπτρίζουν την ελληνορθόδοξη ιερή παράδοση ή για να τιμήσουν τους Αρχαίους  Έλληνες Θεούς πριν βαπτιστούν. Η πνευματική συγγένεια στα «αδέλφια του σταυρού» ή  «σταυροπαίδια» τους απαγορεύει να παντρευτούν μεταξύ τους. Τα πνευματικά  αδέλφια που δημιουργούνται από αυτές τις πνευματικές συνδέσεις  θεωρούνται  ίδια ακριβώς με τα  βιολογικά αδέλφια.

Αυτό δείχνει επίσης πόσο σημαντική είναι η πνευματική συγγένεια με τον  Ελληνικό Πολιτιστικό Κώδικα. Μπορεί επίσης να υπάρξει μια συνεχής πνευματική σύνδεση με την οικογένεια, όταν ο κουμπάρος /κουμπάρα  για παράδειγμα, γίνει  νονός/νονά  στο πρώτο-γεννημένο παιδί. Και  αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι “υβρίζοντες κομμουνιστές” στέλνουν στην Κόλαση τόσο την εθνοτική όσο και την πνευματική οικογένεια.

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΜΙΣΟΥΝ ΕΞΙΣΟΥ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ;

Γιατί, άραγε, οι «υβρίζοντες κομμουνιστές» δεν στέλνουν και τις πολιτικές οικογένειες της Αριστεράς στην Κόλαση; Μεγάλες πολιτικές οικογένειες όπως η οικογένεια Μητσοτάκη  που έχουν χρησιμοποιήσει την Πολιτική για να τοποθετήσουν μέλη της οικογένειας σε πολιτικούς ρόλους και που αποδεικνύουν ότι ο θεσμός της οικογένειας είναι πιο σημαντικός από την ίδια την πολιτική του θεσμού.

Στην οικογένεια Μητσοτάκη υπάρχουν δύο πρωθυπουργοί που ήταν πατέρας  (Κωνσταντίνος) και γιος (Κυριάκος), και μια κόρη + αδελφή (Ντόρα) που ήταν Υπουργός Πολιτισμού και στη συνέχεια υπουργός Εξωτερικών. Ο γιος της, Κωνσταντίνος  Μπακογιάννης,  υπηρετεί σήμερα ως Δήμαρχος Αθηναίων. Ιδού μια πολιτική αυτοκρατορία που δημιουργήθηκε για την «οικογένεια.»

Υπάρχουν και αρκετές πολιτικές οικογένειες στην Αριστερά, όπως η οικογένεια Παπανδρέου, όπου 3 γενιές ανδρών ήταν πρωθυπουργοί: Από τον Γεώργιο Παπανδρέου μέχρι τον γιο του Ανδρέα και μέχρι τον εγγονό του Γιώργο. Αν η οικογένεια θεωρείται σημαντική εδώ για τη δημιουργία πολιτικών δυναστειών, γιατί δεν  την βρίζουν οι κομμουνιστές; Φαίνεται  να είναι ιδεολογικό το θέμα και όχι οικογενειακό, δηλαδή τελικά ανθελληνικό. Μάλλον προφανές.

Ο λόγος για τον οποίο υπάρχει αυτή η πολιτική προοπτική είναι μια προσπάθεια να απαλλαγεί η Ελληνική Κοινωνία από τα «χριστιανικά» παιδιά της ή πιο συγκεκριμένα από τα παιδιά της. Και ένας σημαντικός τρόπος με τον οποίο το κάνει αυτό η κυβέρνηση Μητσοτάκη  είναι μέσω  της  παράνομης μετανάστευσης. Χρησιμοποιεί το χαμηλό ποσοστό γεννήσεων στην Ελλάδα για να απαλλαγεί από τα «ελληνορθόδοξα» παιδιά, επιτρέποντας σε εκατομμύρια μουσουλμάνους παράνομους μετανάστες να εισέρχονται στην Ελλάδα, να γεννοβολούν ασυστόλως, ώστε να δημιουργήσουν τις μουσουλμανικές οικογένειές τους με την πάροδο του χρόνου.

ΜΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΕΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΛΑΤΡΕΙΣ ΤΗΣ ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΤΗΤΟΣ

 Αυτή η προοπτική παρατηρείται και με  την Πρόεδρο Σακελλαροπούλου  που δεν στήριξε τα Ελληνόπουλα και τις οικογένειές τους με το Παιδικό Ταμείο της UNICEF.  Το γεγονός ότι τα παιδιά που συνόδευαν τον Δήμαρχο Μπακογιάννη στην Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία των 17 λεπτών που έγινε στον Λυκαβηττό με τον Σάκη  Ρουβά για το νέο έτος 2022 δεν ήταν Ελληνόπουλα αλλά «προσφυγόπουλα» της «Κιβωτού του Κόσμου»  εξηγεί αυτή την προοπτική.

Αυτή η  αριστερή  «επιμονή» για «πολυπολιτισμικότητα»  της  Ελληνικής Κοινωνίας δεν γίνεται  από φιλανθρωπία ή «ανθρωπιστική  ανοχή». Αποτελεί  την Αριστερή απάντηση σε μια μισαλλοδοξία για τον Ελληνικό Πολιτισμό, στον οποίο η θρησκεία διαδραματίζει κυρίαρχο ρόλο για όσους είναι Έλληνες Ορθόδοξοι.

Είναι μια απάντηση στην προσπάθεια  δημιουργίας  μιας μη Ελληνικής πατρίδας, που θα στρέφεται εναντίον εκείνων που αυτοπροσδιορίζονται ως μέρος μιας πολιτισμικά αναδυόμενης Ελληνικής Ομάδας.

ΑΣ ΤΟ ΠΟΥΜΕ ΑΝΟΙΧΤΑ: Οι πάσης φύσεως κομμουνιστές θέλουν να στείλουν στην Κόλαση την Ελληνική Οικογένεια και το Έθνος που ο Ελληνικός Λαός δημιούργησε, έτσι ώστε αυτοί, οι κομμουνιστές, να μπορούν να ζήσουν ευτυχισμένοι…

ΕΡΩΤΩ:  Με ποιά λογική αποκαλούν «μεταρρυθμιστικό κίνημα» αυτή την συστηματική εκτόπιση και εξόντωση των παραδοσιακών Ελλήνων;  Ο Πολιτισμός δεν χρειάζεται «μεταρρύθμιση»  Για κακή τους τύχη, ο θεσμός της Οικογένειας εξακολουθεί να είναι ο ισχυρότερος αυτοδιοικούμενος θεσμός στον Ελληνικό Πολιτισμό…

Δημοσιεύτηκε 2 days ago από τον χρήστη Λευτερης Πανουσης

============

Ο Γολγοθάς του καθενός μας………

Αύριο πιθανοτατατα, ξαναμπαίνω στο νοσοκομείο, για την αρρώστια μου…….

Το ιστολόγιο για άλλη μια φορά θα τεθεί σε σιγή ασυρμάτου.Ελπίζω να επιστρεψω συντομα…

Προσευχηθείτε και για μένα…
Α, και κατι ακόμα…Δεν παραπονιέμαι. Αυτόν τον Γολγοθά όρισε για μένα ο Θεός, αυτόν ανεβαίνω……. 

Δημοσιεύτηκε 1 hour ago από τον χρήστη Λευτερης Πανουσης

Σχολιο Οδοιπ.

Εμας στους Οδοιπ. η παρακινησις για αναρτηση απο “ολα” τα παραπανω (… Δρ. Πατρίσια Ρίακ (Κυριακίδου) “Ελληνες” , ιστολογιο “Λευτερης Πανουσης”)… ηταν η παροτρυνση και επισημανση του blogger ΣΤΟ :

“””””” Προσευχηθείτε και για μένα…
Α, και κατι ακόμα…Δεν παραπονιέμαι. Αυτόν τον Γολγοθά όρισε για μένα ο Θεός, αυτόν ανεβαίνω…….  “”””””

Ευχομαστε απο καρδιας Δυναμη και Μετανοια στην Δοκιμασια του κ. Πανουση ….

======================================================

ΙΜΙΑ 1996. Τιμούμε τους ήρωες και δεν ξεχνούμε ούτε την προδοσία ούτε τους προδότες ;”>

31 Ιανουαρίου 1996 :  

-Αντιπλοίαρχος Χριστόδουλος Καραθανάσης -Αντιπλοίαρχος Παναγιώτης Βλαχάκος -Σημαιοφόρος Έκτορας Γιαλοψός

Έπεσαν Υπέρ Πατρίδος ΑΘΑΝΑΤΟ Ι! 

Ιανουαρίου 31, 2022

============================================================

Ιερά Μονή Οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου -(30/1/’22) Μεσονυκτικό, όρθρος, Θ. Λειτουργία.

Ιερά Μονή Οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου Ιερά Μονή Οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου

(30/1/’22) Μεσονυκτικό, όρθρος, Θ. Λειτουργία.

https://agsymeon.com/index.php/01-3/348-zontani-metadosi-ian-2022https://agsymeon.com/

====================================================

Ο Αγιος Αντρέι Ρουμπλιόβ γεννήθηκε περί το 1360 – 1370 μ.Χ. και θεωρείται ο κορυφαίος Ρώσος αγιογράφος του Μεσαίωνα.

Ο Αντρέι Ρουμπλιόβ γεννήθηκε περί το 1360 – 1370 μ.Χ. και θεωρείται ο κορυφαίος Ρώσος αγιογράφος του Μεσαίωνα.

Λίγα είναι γνωστά για τη ζωή του. Δεν ξέρουμε ούτε πού γεννήθηκε, ούτε ποιο ήταν το κοσμικό του όνομα, καθώς το όνομα «Ανδρέας» του δόθηκε όταν εκάρη μοναχός στη Μονή της Αγίας Τριάδας. Η πρώτη αναφορά στο όνομά του γίνεται το 1405 μ.Χ. σε ένα έγγραφο, το οποίο αναφέρει ότι ανέλαβε την εικονογράφηση του Ναού του Ευαγγελισμού στο Κρεμλίνο μαζί με το Θεοφάνη τον Έλληνα και κάποιον μαΐστορα Πρόχορο. Αναφερόταν εκεί τελευταίος, και λόγω ηλικίας και λόγω αρχαιότητας.

Λέγεται ότι το 1408 μ.Χ. ανέλαβε, μαζί με το συνεργάτη του Δανιήλ, την αγιογράφηση του Ναού της Αναλήψεως στο Βλαντίμιρ και από το 1425 μ.Χ. ως το 1427 μ.Χ. του καθολικού της Μονής του, της Αγίας Τριάδας ή Αγίου Σεργίου. Τέλος, μετά το θάνατο του συνεργάτη του Δανιήλ ήρθε στη Μονή Ανδρόνικωφ στη Μόσχα, όπου ανέλαβε την αγιογράφηση του καθολικού. Θεωρείται ότι πέθανε κατά τη διάρκεια αυτής της εργασίας σε ηλικία περίπου 70 ετών, στις 29 Ιανουαρίου 1430 μ.Χ. (η ημερομηνία αμφισβητείται).

Το 1988 μ.Χ. ανακηρύχθηκε άγιος από τη Ρωσική Εκκλησία ως Άγιος Ανδρέας ο Εικονογράφος.

Ο Αντρέι Ρουμπλιόβ υπήρξε ο επιφανέστερος Ρώσος αγιογράφος και θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους του κόσμου. Το έργο για το οποίο αναγνωρίζεται ως ένας από τους κορυφαίους Ορθόδοξους αγιογράφους, είναι η εικόνα της Αγίας Τριάδος, η οποία είναι το αριστούργημα της ρωσικής εικονογραφικής τέχνης. Η εικόνα της Αγίας Τριάδος, γνωστή ως «Φιλοξενία του Αβραάμ», διακρίνεται για τη σύνθεση, το ρυθμό, το φωτισμό, την αρμονία, την καθαρότητα και την απλότητα.

Αισθητικές κρίσεις για το έργο του είναι δύσκολο να διατυπωθούν με βεβαιότητα, καθώς τα έργα που του αποδίδονται (εκτός του ότι η πατρότητά τους είναι αμφίβολη) έχουν υποστεί επιχρωματώσεις από μεταγενέστερους, καθώς τα υλικά που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στη Ρωσία δεν ήταν ανεξίτηλα. Σε κάθε περίπτωση διακρίνονται σαφείς επιδράσεις από το έργο του Θεοφάνη του ΈΛληνα, αλλά θεωρείται ότι έχει πάει ακόμη παραπέρα από το Θεοφάνη, αναφορικά με την απεικόνιση της πνευματικότητας στις μορφές.

Η τεχνική του συνδυάζει ασκητισμό και αρμονία κατά το βυζαντινό πρότυπο. Τα έργα του διακρίνονται από ηρεμία και γαλήνη και θεωρούνται πρότυπο ορθόδοξης εικονογραφίας.

=======================================================

Η εργασία κατά την θεολογική σκέψη των τριών ιεραρχών (Δημήτριος Ι. Τσελεγγίδης, Καθηγητής Α.Π.Θ.)

Η εργασία ως φυσική δραστηριότητα του ανθρώπου, και μία από τις σπουδαιότερες εκδηλώσεις της ζωής του, όχι μό­νο καταφάσκει στο καθαυτό είναι του, αλλά εκφράζει σε ιδι­αίτερα σημαντικό βαθμό και την εσώτερη-πνευματική ποιό­τητά του. Σύμφωνα με τη σύγχρονη εκκοσμικευμένη θεώρηση της ζωής, ο χαρακτήρας της εργασίας είναι κατεξοχήν οικονομι­κός και κοινωνικός.  Έτσι, ο άνθρωπος εργάζεται για να καλύ­ψει τις βιοτικές ανάγκες του και να καταξιώσει κοινωνικά την ύπαρξή του.

Μέσα όμως στο πλαίσιο της Εκκλησίας η εργασία του ανθρώπου εμπλουτίζεται θεολογικά και συνδέεται οργανικά με τον γενικότερο εσχατολογικό προσανατολισμό των πιστών. Ειδικότερα, ο θεολογικός εμπλουτισμός της έννοιας της ερ­γασίας από τους Τρεις Ιεράρχες σε συνάρτηση με τον εσχατο­λογικό προσανατολισμό τους προσφέρουν σαφώς ευρύτερο και κυρίως βαθύτερο περιεχόμενο στην ανθρώπινη εργασία.

Αλλ’ εδώ είναι ίσως χρήσιμες και απαραίτητες κάποιες εννοιολογικές διευκρινίσεις. Μιλώντας για εσχατολογικό προσανατολισμό εννοούμε, ότι ο άνθρωπος ως μέλος της Εκκλησίας δεν προσδιορίζει τη σχέση του προς τους ανθρώπους και τα πράγματα με βάση την αμεσότητα του παρόντος, αλ­λά με βάση το ενδιαφέρον του για τη βασιλεία του Θεού. Η βασιλεία του Θεού, που διασφαλίζεται ενδοκοσμικά με την ε­νανθρώπηση του Θεού Λόγου, νοηματοδοτεί το παρόν και, χωρίς να περιορίζεται από αυτό, επεκτείνεται στην αιωνιότη­τα.

Θεμελιώδες χαρακτηριστικό του παραπάνω εσχατολογικού προσανατολισμού των πιστών είναι η πρόγευση της μέλ­λουσας βασιλείας στο παρόν της Εκκλησίας. Αυτή ακριβώς η σαφής και « εν πολλή αισθήσει » πρόγευση των εσχάτων στο εκάστοτε ιστορικό παρόν είναι εκείνη, που δίνει εμπειρικώς την δυνατότητα σχετικοποιήσεως των πραγμάτων του κό­σμου. Ως ζωντανά μέλη της Εκκλησίας οι πιστοί βρίσκονται βιωματικώς στο μεθόριο του παρόντα και του μέλλοντα αιώ­να, αντλώντας από την «αρχιμήδεια» αυτή θέση δυνατότη­τες για πνευματικές παρεμβάσεις στα πράγματα αυτού του κόσμου. Παρεμβάσεις, που έχουν πάντοτε διορθωτικό και θε­ραπευτικό χαρακτήρα.

Η μέλλουσα αιώνια ζωή γίνεται μέ­τρο και κριτήριο, με τα οποία ανακρίνεται και κρίνεται η πα­ρούσα ζωή μαζί με τις κοινωνικές δομές και λειτουργίες της. Το ιστορικό παρόν συνδεόμενο οργανικά με το αιώνιο μέλλον εμπλουτίζεται με αξίες και δυνατότητες, οι οποίες απεγκλωβίζουν τα πράγματα και τις σχέσεις του παρόντος σε βαθμό, που αυτά να παίρνουν προοπτικές αιωνιότητας.[1]

Μετά τις εισαγωγικές αυτές διευκρινίσεις, θα επιχειρή­σουμε να παρουσιάσουμε μιά σύντομη θεολογία της εργασί­ας, όπως αυτή προκύπτει από την θεολογική σκέψη των Τρι­ών Ιεραρχών, οι οποίοι, σημειωτέον, διακρίθηκαν ιδιαίτερα και στον πρακτικό χώρο της εργασίας, αφού ανέπτυξαν πρω­τοποριακή ποιμαντική, κοινωνική και συγγραφική δράση. Καταρχήν, θα πρέπει να πούμε, ότι η θεολογική σκέψη των Τριών Ιεραρχών, όπως και όλων των άλλων Πατέρων της Εκκλησίας, είναι θεοκεντρική και ακριβέστερα θεανθρωποκεντρική. Οι θεολογικές θέσεις των Τριών Ιεραρχών για την εργασία είναι σε διευρυμένη μορφή, ουσιαστικά, οι ίδιες αλήθειες, που μας αποκαλύπτει ο Θεός στην Αγία Γρα­φή.

Έτσι, η διδασκαλία των Τριών Οικουμενικών Διδασκά­λων για την εργασία, καθώς εμπνέεται από το ίδιο Άγιο Πνεύμα, δεν έχει υποκειμενικό χαρακτήρα, αλλά αποτελεί αυθεντική διδασκαλία της ίδιας της Εκκλησίας στο σύνολό της. Η εργασία καθεαυτήν έχει το αιώνιο πρότυπό της στον Τριαδικό Θεό. Ο Τριαδικός Θεός και μετά την δημιουργία του κόσμου εργάζεται, όπως μας διαβεβαιώνει ο ίδιος ο Χρι­στός: ” Ο Πατήρ μου έως άρτι εργάζεται, καγώ εργάζομαι “[2].

Η ακατάπαυστη εργασία του Τριαδικού Θεού κατά τον ιερό Χρυσόστομο αναφέρεται στη συνεχή πρόνοια του Θεού προς τη σύνολη κτίση: « Και εργασίαν λέγει το διακρατείν τα γεγενημένα… και ηνιοχείν τον σύμπαντα χρόνον », σημειώνει ο χρυσορρήμονας Πατέρας. Αν δεν συνέβαινε αυτό , πώς θα εξα­κολουθούσε να υπάρχει το σύμπαν ;  Αν δηλαδή το «χέρι» του  Θεού, όπως λέγει, δεν τα κυβερνούσε όλα και το ανθρώπινο γένος[3] ; Ο άνθρωπος μπορεί να πληροφορείται « την διηνεκή του Πατρός εργασίαν » παρατηρώντας όχι μόνο την κίνηση του ήλιου και της σελήνης, αλλά και τις λειτουργίες όλης της άλογης και λογικής φύσεως. Όσα βλέπει ο άνθρωπος να συμβαίνουν στη φύση, δεν συμβαίνουν από μόνα τους, αλλά ο­φείλονται στην αγαπητική φροντίδα και την προνοητική ε­νέργεια του Θεού.

Τα παραπάνω ο ιερός Χρυσόστομος τα θεμελιώνει και βιβλικώς. « Ανατέλει γαρ, φησίν », σημειώνει, ” τον ήλιον αυτού επί πονηρούς και αγαθούς , και βρέχει επί δικαίους και αδίκους “[4]. Και πάλιν ” ει δε τον χόρτον του αγρού σήμερον όντα και αύριον εις πυρ βαλλόμενον, ούτως ο Θεός αμφιέννυσιν[5] , και περί των πετεινών διαλεγόμενος πάλιν ο Πατήρ υμών ο ουράνιος τρέφει αυτά “[6]. Αλλά, και κατά τον Μ. Βασίλειο, το δημιουργικό «πρόσταγμα» του Θεού ενεργεί ακατάπαυστα στον κόσμο, η δημιουργία συνεχίζεται, και ο Θεός εργάζεται [7].

Είναι προφανές, ότι εδώ η εργασία του Θεού έχει την έννοια της άκτιστης ενέργειας του. Αλλά και στην περίπτωση του ανθρώπου η εργασία του έχει οντολογική θεμελίωση, αποτελεί γνώρισμα του « κατά φύσι », είναι φυσιολογικό γνώρισμα του. Η ψυχή μάλιστα του ανθρώπου κινείται εκ φύσεως ακατάπαυστα. « Τον άνθρωπον », παρατηρεί ο ιερός Χρυσόστομος, “έμπρακτον εποίησε ο Θεός και κατά φύσιν αυτώ έστι τω εργάζεσθαι”[8].

Πέρα όμως από την φυσιολογικότητά της, η εργασία εί­ναι εντολή του Θεού προς τον άνθρωπο και μάλιστα εντολή, που δόθηκε σ’ αυτόν πριν από την πτώση του στην αμαρτία. ” Και έλαβεν Κύριος ο Θεός τον άνθρωπον, ον έπλασε, και έθετο αυτόν εν τω παραδείσω της τρυφής εργάζεσθαι αυτόν και φύλασσειν ” [9], διαβάζουμε στο κείμενο της Γενέσεως.

Ποιό ήταν όμως το νόημα της εντολής για την εργασία στον παράδεισο; Όπως ένας φιλόστοργος πατέρας επινοεί για το μικρό παιδί του, που απολαμβάνει πολλή άνεση και ελευ­θερία, και του αναθέτει κάποια μικρή και ανάλογη με τις δυ­νατότητές του φροντίδα, έτσι και ο Θεός, λέγει ο ιερός Χρυ­σόστομος, δίνει την εντολή για εργασία και φροντίδα του πα­ραδείσου, « ίνα μη αποσκιρτήση εκ της υπερβαλλούσης ανέσεως ο άνθρωπος ».

Ο παράδεισος δεν είχε ανάγκη από την ερ­γασία του ανθρώπου. Αν όμως ο άνθρωπος ήταν απαλλαγμέ­νος από κάθε φροντίδα, θα απέκλινε προς τη ραθυμία, εξαιτί­ας της πολλής ανέσεώς του. Απασχολούμενος όμως εκεί με κάποια ανώδυνη εργασία, θα διακατέχονταν από περισσότε­ρη ευφροσύνη και θα προωθούνταν ήρεμα στην τελειωτική του πορεία[10]. Η χωρίς κόπο και ταλαιπωρία εργασία του θα του παρείχε «πολλήν την φιλοσοφίαν»[11].

Η ανάμιξη του κόπου με την εργασία ορίστηκε από τον Θεό μετά την πτώση και την έξωση από τον παράδεισο ως μέρος του «επιτιμίου» για την ανυπακοή του ανθρώπου στον Θεο[12].

Η αμαρτία του Αδάμ έκανε πλέον την εργασία επίπο­νη. Ο Θεός όρισε στον άνθρωπο « με τον ιδρώτα του προσώ­που του να τρώει το ψωμί του ». Βέβαια, τα όσα είπε ο Θεός στον Αδάμ, είναι φανερό, σημειώνει ο Μ. Βασίλειος, ότι ” πάσι τοις εξ αυτού γεγεννημένοις είρηται ” [13], ισχύουν δηλαδή και για όλους τους απογόνους του Αδάμ. Από τα παραπάνω είναι φανερό, ότι ο Θεός δημιουργών­τας τον άνθρωπο δεν τον θέλησε αργό και ακίνητο αλλά δρα­στήριο σ’ αυτά, που του αρμόζουν, τόσο μέσα όσο και έξω από τον παράδεισο[14].

Η εργασία, που όρισε ο Θεός ως υποχρέωση στον άνθρω­πο πριν αλλά και μετά την πτώση, έχει κατά τους Τρεις Ιε­ράρχες σαφώς παιδαγωγικό χαρακτήρα. Ο Θεός κατά τον ιε­ρό Χρυσόστομο μετά την πτώση εισήγαγε τον κόπο στην ερ­γασία « διά το χρήσιμον και λυσιτελές ». Και, ενώ φαίνεται ως τιμωρία η ρήση του Θεού: ” εν ιδρώτι του προσώπου σου φαγή τον άρτον σου “[15] η αλήθεια είναι, ότι ” νουθεσία τις έστι και σωφρονισμός και των τραυμάτων των από της αμαρ­τίας γενομένων φάρμακον “[16]. Η εργασία συμβάλλει στην εύ­κολη απομάκρυνση των πονηρών λογισμών από το νου του ανθρώπου[17] ενεργώντας ως θεραπευτικό φάρμακο.

Αυτή κα­θιστά την ψυχή καθαρότερη και το νου υγιέστατο. « Ο εν ερ­γασία ων », σημειώνει ο χρυσορρήμονας Ιεράρχης, “ουδέν ταχέως περιττόν παραδέξεται ούτε εν έργοις ούτε εν λόγοις ούτε εν εννοίαις · όλη γαρ διόλου συντάττεται προς τον επίπονον βίον η ψυχή ” [18]. Η κοπιαστική ζωή, εξαιτίας της εργασίας, γί­νεται σχολείο της αρετής[19]. Αυτός είναι ουσιαστικά και ο παιδαγωγικός λόγος, που ο ιερός Χρυσόστομος συνιστά στους γονείς να παρέχουν από την νηπιακή ακόμη ηλικία στα παι­διά τους κάποια εργασία, που να ανταποκρίνεται στις σωμα­τικές και διανοητικές ικανότητές τους. Συγκεκριμένα, τα παιδιά οφείλουν να κάνουν μόνα τους όλα, όσα είναι στις δυ­νατότητες τους και αφορούν τη λειτουργικότητα της οικογέ­νειας σε καθημερινή βάση[20].

Αλλά ο κόπος της εργασίας, κατά τον ιερό Πατέρα, παρέ­χει και ευχαρίστηση στον άνθρωπο, ενώ παράλληλα συμβάλλει και στην απόκτηση ακλόνητης υγείας[21], όχι μόνο του σώματος αλλά και της ψυχής. Άλλωστε, ο κόπος δεν αφορά μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή. Έτσι, η πρόσκτηση λ.χ. της αρετής, κατά τον Μ. Βασίλειο, είναι υπόθεση ψυχοσωμα­τική. Επειδή ο άνθρωπος είναι «διπλούς», ” διπλούν είναι προσήκει και το της αρετής σπούδασμα πόνοις τε σώματος και ψυχής ασκήμασι κατορθούμενον. Πόνοι δε σώματος ουχ η αργία, αλλά το έργον εστί “[22]. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολό­γος επαινεί τον ανθρώπινο μόχθο, που καταβάλλεται τόσο για την απόκτηση όσο και για την ίδια την διαφύλαξη του καρπού της εργασίας, εξαίροντας μάλιστα την συμβολή του νου γι’ αυτήν και σημειώνοντας, πως ό,τι αποκτά κανείς με κόπο το εκτιμά περισσότερο και ενδιαφέρεται για την διατή­ρησή του[23].

Ο εργαζόμενος, κατά τον Μ. Βασίλειο, οφείλει να μην αυτονομεί την εργασία του, γιατί έτσι καλλιεργεί ατομοκρατική συνείδηση. Αντίθετα, θα πρέπει να έχει την συνείδηση, ότι λειτουργεί ως μέλος ενός οργανικού σώματος. Βέβαια, ό­ταν κάποιος δεν ανταποκρίνεται με επιμέλεια στην εργασία του, ζημιώνεται ο ίδιος, περισσότερο όμως κινδυνεύει από το γεγονός, ότι ενεργεί εις βάρος του κοινού σώματος[24]. Και α­κουσίως ακόμη ο εργαζόμενος άνθρωπος, κατά τον Ιερό Χρυ­σόστομο, φθάνει στο συμφέρον του μόνο μέσω των συμφερόν­των του πλησίον του. Το ζητούμενο όμως είναι όχι απλώς το εκουσίως αλλά και το αγαπητικώς[25].

Από τον κόπο της εργασίας δεν δικαιούται να εξαιρεθεί κανείς. Και ο ίδιος ο Χριστός, παρατηρεί ο Μέγας Καππαδόκης, « κατά την πρώτην ηλικίαν τοις γονεύσιν υποτασσόμενος, άπαντα πόνον σωματικόν πράως και ευπειθώς συνδιέφερεν ». Γιατί, βέβαια, η υποταγή στους γονείς αποδεικνύει, ότι υπέμεινε τους κόπους με ευπείθεια [26]. Άλλωστε, και πριν αρ­χίσει το δημόσιο σωτηριώδες έργο του ο Χριστός, είναι γνω­στό από το Ευαγγέλιο, ότι ασκούσε την εργασία του ξυλουργού [27]. Αλλά και ο κορυφαίος των Αποστόλων, ο απόστολος Παύλος, εργαζόταν όχι μόνο την ήμερα αλλά και τη νύχτα. Αυτός, που, κατά τον Ιερό Χρυσόστομο , δεν ήταν καθόλου τυχαίος άνθρωπος , αλλά ήταν εκείνος, που διέτασσε δαιμό­νια , ήταν δάσκαλος όλης της οικουμένης και είχε την φροντί­δα για την Εκκλησία σ’ όλο τον τότε γνωστό κόσμο, και δι­καιούνταν να ζει από το κήρυγμα του Ευαγγελίου[28].

Κατά τον Μέγα Βασίλειο, η εργασία συνιστάται μέσα στα πλαίσια του φυσιολογικού και του μέτρου, ενώ η αργία χαρακτηρίζεται από την ίδια την Αγία Γραφή ως “αταξία”[29]. Ο μέγας Ιεράρχης υπενθυμίζει εδώ την Β’ Επιστολή του α­ποστόλου Παύλου προς τους συμπολίτες μας Θεσσαλονικείς. “Ακούομέν τινας εν υμίν ατάκτως περιπατούντας, μηδέν εργαζομένους”[30]. Αλλά και για τον εαυτό του ο απόστολος Παύ­λος στην ίδια Επιστολή σημειώνει: ” Ουκ ητακτήσαμεν εν υ­μίν, ουδέ δωρεάν άρτον εφάγομεν παρά τινος , αλλ’ εν κόπω και μόχθω νύκτα και ημέραν εργαζόμενοι προς το μη επιβαρήσαί τινα υμών”[31]. Ο απόστολος Παύλος σημειώνει ιδιαίτε­ρα τον χειρωνακτικό χαρακτήρα της εργασίας του λέγοντας: « ταις χρείαις μου και τοις ουσι μετ’ εμού υπηρέτησαν αι χεί­ρες αύται »[32].

Κατά συνέπεια, αν η εργασία σηματοδοτείται θετικά ως αγαθό, η αργία απορρίπτεται και χαρακτηρίζεται απερίφραστα ως κακό[33]. Η εργασία ανήκει στα «κατά φύσιν», ενώ η αργία ανήκει, κατά τον ιερό Χρυσόστομο, στα «παρά φύσιν». Έτσι, “παρά φύσιν εστί το αργείν”[34]. Η αργία, κατά τον ίδιο Ιεράρχη, είναι «κακίας μέρος, μάλλον δε και υπόθεσις και ρί­ζα πονηρά», αφού “πάσαν κακίαν εδίδαξεν η αργία”[35], και ει­δικότερα, “διδάσκαλος πονηρίας εγένετο εξ αρχής τοις αγαπώσιν αυτήν”[36]. Και, όπως η σωματική αργία βλάπτει το σώμα, έτσι και η αργία των αγαθών κινήσεων της ψυχής βλάπτει και εξασθενίζει την ψυχή [37]. Ό,τι είναι το χαλινάρι στο άλογο, είναι στην ανθρώπινη φύση η εργασία [38]. Επειδή η παρούσα ζωή είναι τόπος ασκήσεως και παιδαγωγίας, και επειδή η άνεση και η απραξία καταστρέφουν τους περισσότε­ρους ανθρώπους, ο Θεός μας έδωσε και ασχολίες και κόπο, λέγει ο ιερός Πατέρας, ώστε να λειτουργούν σαν κάποια χα­λινάρια, για να συγκρατούν και να τιθασσεύουν την υπερη­φάνεια του νου μας[39].

Και, ενώ σε όλους γενικά η αργία ενεργεί διαβρωτικά[40], όταν συμβεί να επιβληθεί στη νεότητα, τό­τε αυτή “θηρίου παντός αγριωτέρα γίνεται”[41]. Απαντώντας στο ερώτημα: «ει χρη εργάζεσθαι», ο Μ. Βασίλειος αποδοκιμάζει την αργία και θεμελιώνει βιβλικά την αναγκαιότητα της εργασίας. Όταν ο απόστολος Παύλος παραγγέλλει στους Θεσσαλονικείς: “ει τις ου θέλει εργάζε­σθαι, μηδέ εσθιέτω”[42], υπογραμμίζει, κατά τον Μ. Βασίλειο, το πόσο κακό είναι η αργία. Όπως είναι αναγκαία η καθημε­ρινή τροφή, έτσι είναι αναγκαία και η εργασία.

Και, επειδή ο ίδιος ο Χριστός συνέδεσε την οκνηρία με την πονηρία λέγον­τας εκείνο το γνωστό: « πονηρέ δούλε και οκνηρέ » [43], θα πρέ­πει να φοβάται κανείς, μήπως κατά την ημέρα της κρίσεως ζητηθεί η εργασία , που αναλογεί στη δύναμή μας από Εκεί­νον, που μας έδωσε την δύναμη να εργαζόμαστε[44]. Το χωρίο του αποστόλου Παύλου: “ει τις ου θέλει εργάζεσθαι, μηδέ εσθιέτω”[45], έχει την ίδια ακριβώς έννοια, που έχει ο λόγος του Χριστού: “άξιος ο εργάτης της τροφής αυτού”[46], και αποτελεί ουσιαστικά διαφορετική διατύπωση με αρνητι­κή εκφορά. Και τα δύο αυτά χωρία, το ένα έμμεσα και το άλ­λο άμεσα, συνιστούν, θα λέγαμε, το δικαίωμα της συντηρή­σεως του άνθρωπου διά της εργασίας. Τούτο όμως δεν σημαί­νει, ότι εδώ βρίσκεται και ο σκοπός της εργασίας, κατά τους Τρεις Ιεράρχες.

Για να προσεγγίσουμε σωστά και σε βάθος τον σκοπό της εργασίας για τον άνθρωπο της Εκκλησίας, θα πρέπει να λά­βουμε σοβαρά υπόψη το πλαίσιο της θεολογικής σκέψεως των Τριών Ιεραρχών, μέσα στο οποίο, εντασσόμενα τα λεγό­μενα για την εργασία, γίνονται εύκολα κατανοητά και ελα­χιστοποιείται ο κίνδυνος των παρανοήσεων. Οι Τρεις Οικου­μενικοί Διδάσκαλοι της Εκκλησίας προϋποθέτουν την θεμε­λιώδη πρόταξη των δύο πρώτων και μεγάλων εντολών:

Την πρώτη εντολή της αγάπης προς τον Θεό, και την “δευτέραν τη τάξει και ομοία εκείνη, μάλλον δε συμπληρωτικήν της προτέρας και εξ αυτής ηρτημένην, την περί του αγαπάν τον πλησίον“[47], κατά τον Μέγα Βασίλειο. Καταρχήν, ως προς την τήρηση της πρώτης εντολής, ο άνθρωπος καλείται σε συνεχή, σταθερή και αμετεώριστη αγαπητική αναφορά του όλου είναι του στον Θεό. Η συνεχής αυτή αγαπητική αναφορά πετυχαίνεται κατεξοχήν με την α­διάλειπτη προσευχή, όχι όμως αποκλειστικώς και μόνον από αυτήν. Κατά τον Μ. Βασίλειο, ο απόστολος Παύλος προβάλ­λει την αναγκαιότητα δύο πραγμάτων, που θα πρέπει να συμβιβάζονται λειτουργικά μεταξύ τους, να συνδυάζονται και να μην αυτονομούνται, ώστε να μπορεί ο άνθρωπος να ευαρεστεί τον Θεό και με τα δύο. Συγκεκριμένα, ο απόστολος Παύλος προβάλλει στους πιστούς τόσο το «αδιαλείπτως προσεύχεσθε»[48] όσο και το «νύκτα και ημέραν εργαζόμενοι»[49].

Πώς όμως μπορούν να εφαρμόζονται αυτές οι προτροπές στην πράξη; Για την προσευχή, λέγει ο Μ. Βασίλειος, κάθε καιρός εί­ναι κατάλληλος. Με την καρδιά του μπορεί κανείς να υμνεί τον Θεό πάντοτε. Αλλά, και παρά την εργασία του, ο πιστός μπορεί να εκπληρώνει την υποχρέωση της προσευχής, από τη μιά ευχαριστώντας τον Θεό, που του έδωσε την δύναμη για την εργασία, την σοφία του νου για την ανάληψη της ε­πιστήμης, που του χάρισε την ύλη των εργαλείων και τα υ­λικά των τεχνών, οπουδήποτε και αν εργάζεται, και από την άλλη προσευχόμενος να κατευθύνεται η εργασία του “προς τον σκοπόν της προς Θεόν ευαρεστήσεως”[50].

Από έδώ γίνεται σαφές, ότι ο απώτερος και κύριος σκοπός της εργασίας πρέπει να είναι η ευαρέστηση του Θεού. Και φυσικά η κίνηση του ανθρώπου για την ευαρέστηση του Θεού δεν μπορεί παρά να είναι κατεξοχήν αγαπητική και κατ’ επέκταση κοινωνική. Πώς όμως και πότε μπορεί να είναι η εργασία μας, ευάρεστη στον Θεό;  Αναφερόμενος ο Μ. Βασίλειος ειδικότερα στο σκοπό της εργασίας δίνει μία ρηξικέλευθη απάντηση στο παραπάνω ερώτημα, που κινείται απόλυτα μέσα στο πνεύμα της Επί του Όρους Ομιλίας του Χριστού. Ο εργαζόμενος, λέ­γει, πρέπει να γνωρίζει, ότι οφείλει να εργάζεται όχι για να καλύψει τις ανάγκες του, αλλά για να τηρήσει την εντολή της αγάπης προς τον πλησίον. «Εκείνο μέντοι ειδέναι χρη», σημειώνει ο ουρανοφάντορας Ιεράρχης, “ότι ο εργαζόμενος, ουχ ίνα ταις εαυτού χρείαις υπηρετή διά των έργων, εργάζεσθαι οφείλει, αλλ’ ίνα την εντολήν του Κυρίου πληρώση, του ειπόντος· «Επείνασα, και εδώκατέ μοι φαγείν “[51], και τα εξής. Και συμπεραίνει: ” Σκοπός ουν εκάστω προκείσθαι οφείλει εν τω έργω η υπηρεσία των δεομένων, ουχί η ιδία αυτού χρεία”[52]. Ως σκοπός δηλαδή σε κάθε εργασία πρέπει να τίθε­ται εκ των προτέρων η υπηρεσία σ’ όσους έχουν ανάγκη και όχι η προσωπική ανάγκη του εργαζομένου.

Έτσι κατανοείται και η θέση του Μεγάλου Ιεράρχη, ότι εκείνο, που αποθηκεύ­ει κανείς, ανήκει σ’ όποιον το έχει ανάγκη. Γι’ αυτό και αδι­κεί κανείς τόσους, όσους μπορούσε να βοηθήσει με τα αποθη­κευμένα[53].

Μέσα στο ίδιο πνεύμα και ο άγιος Γρηγόριος ο Θε­ολόγος θα πει, πως είναι ντροπή να κρατάμε για τον εαυτό μας όσα ανήκουν στους άλλους[54]. Για ποιο λόγο όμως να γίνει μιά τέτοια σκοποθεσία της εργασίας; Γιατί με τον τρόπο αυτό, παρατηρεί ο Μ. Βασίλει­ος, θα αποφευχθεί το μεγάλο αμάρτημα της φιλαυτίας, ενώ ταυτόχρονα θα λάβει ο άνθρωπος από τον Χριστό την ευλο­γία της “φιλαδελφίας”[55], μια και ο ίδιος ο Χριστός μάς διαβεβαιώνει, ότι ” εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων εμοί εποιήσατε “[56].

Αλλά, μήπως τα παραπάνω έρχονται σε αντίθεση με τον απόστολο Παύλο, που συνιστά στους Θεσσαλονικείς να τρώνε το ψωμί τους εργαζό­μενοι; Ο Μ. Βασίλειος διευκρινίζει, ότι αυτό έχει λεχθεί προς τους «άτακτους και αργούς». Με άλλα λόγια, θέλει να πει, ό­τι προτιμότερο από την αργή ζωή είναι το να φροντίζει ο κα­θένας τον εαυτό του και να μη ζει εις βάρος των άλλων. Στους «ατάκτως περιπατούντας», στους «μηδέν εργαζομέ­νους, αλλά περιεργαζομένους» παραγγέλλει ο απόστολος Παύλος να τρώνε το ψωμί τους εργαζόμενοι ήσυχα[57], προβάλ­λοντας και ως παράδειγμα τον εαυτό του που εργαζόταν νύ­χτα μέρα για να μην γίνεται βάρος σε κανέναν[58]. Εκείνος ό­μως, που ενδιαφέρεται για την τελείωσή του, οφείλει να ερ­γάζεται[59], “ίνα έχη μεταδιδόναι τω χρείαν έχοντι”[60]. Αν ο απόστολος Παύλος, παρατηρεί ο ιερός Χρυσόστομος, ενώ δεν ήταν υποχρεωμένος να εργάζεται, εξαιτίας του απο­στολικού έργου του, όμως εργαζόταν, και μάλιστα μέρα νύ­κτα, για να μπορεί να βοηθεί κι άλλους, πολύ περισσότερο αυτό πρέπει να το κάνουν όσοι δεν είναι επιφορτισμένοι με ε­πιπλέον εργασία[61].

Τόσο ο Μ. Βασίλειος όσο και ο ιερός Χρυσόστομος κατανοούν και ερμηνεύουν τον σκοπό της εργασίας στο πλαίσιο της Επί του Όρους Όμιλίας. Κατά τον ιερό Χρυσόστομο στην Επί του Όρους Ομιλία κακίζεται η μέριμνα, όχι όμως και η εργασία. Το να μη μεριμνά κάποιος δεν σημαίνει το να μην εργάζεται, αλλά το να μην προσηλώνεται στα βιοτικά πράγ­ματα. Γιατί είναι δυνατόν να εργάζεται κάποιος, χωρίς να α­ποταμιεύει για το μέλλον, όπως και είναι δυνατόν να εργάζε­ται κάποιος, χωρίς να μεριμνά καθόλου. Δεν ταυτίζεται η μέ­ριμνα με την εργασία ούτε εργάζεται ο πιστός, επειδή έχει την εμπιστοσύνη του στην εργασία, αλλά για να δίνει σε εκείνον, που έχει ανάγκη[62].

Κατά τον Μ. Βασίλειο, ο Χριστός στην Επί του Όρους Ομιλία μάς απαγόρευσε να ζητούμε τα προς το ζην και μάς συ­νέστησε να ζητούμε τη βασιλεία του Θεού και τη δικαιοσύνη του[63]. Το πώς όμως πρέπει να ζητούμε, μας το διευκρίνισε καλά. Από τη μια μεριά μάς εμπόδισε να εργαζόμαστε «την βρώσιν την απολλυμένην», τι θα φάμε δηλαδή και τι θα πι­ούμε, ενώ από την άλλη μας δίδαξε να εργαζόμαστε ” την βρώσιν την μένουσαν εις ζωήν αιώνιον “[64]. Ο ίδιος ο Χριστός σε άλλη συνάφεια μάς φανέρωσε, ποια είναι αυτή η τροφή, που μένει αιωνίως. «Εμόν βρώμα έστιν», είπε ο Χριστός, “ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με Πατρός”[65]. Εάν όμως το θέλημα του Θεού είναι να χορτάσουμε αυτόν που πεινά, να ντύσουμε τον γυμνό κ.λ.π.[66], τότε είναι εντελώς αναγκαίο, λέγει ο Μ. Βασίλειος, να μιμηθούμε τον απόστολο Παύλο, ο οποίος μας υπέδειξε να εργαζόμαστε με κόπο το αγαθό για να βοηθούμε, όσους έχουν ανάγκη[67]. Πολύ περισσότερο, μάλι­στα, να ενεργούμε έτσι, αφού ο Χριστός μάς διαβεβαιώνει, ότι αποδέχεται για τον ίδιο τον εαυτό του την φροντίδα, που πα­ρέχουμε στους αδυνάτους, και μας υπόσχεται γι’ αυτή μας την φροντίδα την βασιλεία των ουρανών[68].

Μέσα στο ίδιο πνεύμα ακριβώς κινείται και ο ιερός Χρυσόστομος. Όταν ο Χριστός λέει: «μη εργάζεσθε την βρώσιν την απολλυμένην», δεν εννοεί να μένουμε αργοί, σημειώνει ο ιερός Πατέρας, γιατί και η αργία είναι κατεξοχήν «απολλυμένη βρώσις». Εννοεί, να εργάζεσθε και να μεταδίδετε. Αυτό δεν είναι «απολλυμένη βρώσις». Όποιος, ενώ μένει αργός, τρώει και φροντίζει για την τρυφή, αυτός εργάζεται την «α­πολλυμένην βρώσιν». Όποιος όμως εργάζεται και τρέφει τον Χριστό και τον ντύνει, αυτός εργάζεται την «βρώσιν την μενουσαν διηνεκώς», η οποία ταυτίζεται με τα αγαθά της μέλ­λουσας βασιλείας του Θεού[69]. Αλλά, αν ο κύριος σκοπός της εργασίας είναι, τελικά, να γίνουμε ευάρεστοι στον Θεό δείχνοντας πρακτικώς αγαπητική στήριξη στον πάσχοντα πλησίον, στο πρόσωπο του οποίου συναντούμε τον ίδιο τον Χριστό, προκύπτει ευλόγα το έρώτημα:

Με ποιον τρόπο θα πρέπει να εργαζόμαστε; Οι τιμώμενοι σήμερα προστάτες της Παιδείας μας παρουσιάζουν με πολλή σαφήνεια αυτόν τον τρόπο. Ο εργαζόμενος, λέγει ο Μ. Βασίλειος, θα πρέπει να είναι προσεκτικός στην εργασία του, και να την φροντίζει με πολύ ενδιαφέρον, σαν να την εποπτεύει ο ίδιος ο Θεός. Να την κάνει «εν αόκνω σπου­δή» και να την ολοκληρώνει κατά τρόπο άμεπτο και με αυ­ξημένη επιμέλεια. Να μη μεταπηδά από τη μιά εργασία στην άλλη. Ο άνθρωπος από τη φύση του δεν μπορεί να κα­ταφέρνει με επιτυχία πολλά πράγματα ταυτόχρονα. Είναι χρησιμότερο να κάνει κανείς μία εργασία με φιλοπονία, από το να ασχολείται με πολλά κατά ελλιπή τρόπο. Άλλωστε, ο μερισμός σε πολλά και η μετάβαση από το ένα στο άλλο δεν οδηγεί στην ολοκλήρωση των έργων.

Αποτελεί ελαφρότητα ήθους, ή φανερώνει την προΰπαρξη ελαφρότητας, ή και αν δεν υπήρχε, την εγκαθιστά. Αλλά, όπως το να μεταβαίνει κανείς αυθαίρετα από τη μιά εργασία στην άλλη είναι ασύμ­φορο, έτσι και όταν του ζητάται κάποια εργασία και δεν αν­ταποκρίνεται, αυτό είναι αξιόμεμπτο και τροφοδοτεί το πά­θος της αυθάδειας[70]. Ο Μ. Βασίλειος επιμένει ιδιαίτερα στον προσωπικό κόπο και τον ζήλο, που οφείλει να επιδεικνύει ο καθένας στην ερ­γασία του, ενεργοποιώντας έτσι το θυμικό της ψυχής για να παίρνει η εργασία του έντονα δραστήριο χαρακτήρα. Τίποτε δεν μπορεί να αποτελέσει πρόφαση στον υγιή άνθρωπο για την αποφυγή του κόπου. Η εκδήλωση της αγάπης προς τον πλησίον, στην οποία αποβλέπει η εργασία, θα πρέπει απαραι­τήτως να περνά μέσα από τον προσωπικό κόπο της εργασί­ας[71].

Εδώ θα μπορούσαμε να πούμε, ότι ο Μ. Βασίλειος ειση­γείται και ένα συγκεκριμένο είδος έμπονης αγάπης. Αλλά, εκτός από τον κόπο, ο εργαζόμενος, κατά τον Μ. Βασίλειο, καλείται να δείξει την αγάπη του σ’ αυτούς, που συμβαίνει να υπηρετεί, λέγοντας τους και κάποια παρηγορη­τικά λόγια, ώστε η εργασία του να γίνεται ευπρόσδεκτη, να είναι « άλατι ηρτυμένη ». Γενικότερα, καλείται να εργάζεται, σαν να υπηρετεί τον ίδιο τον Χριστό. Να μη περιφρονεί κα­μιά εργασία, έστω και αν φαίνεται, πως είναι ευτελής[72], αφού και ο Χριστός υπηρέτησε τους μαθητές του και “ουκ απηξίωσε και τα ευτελή των έργων ποιήσαι”[73].

Άριστος τρόπος ερ­γασίας είναι, τέλος, κατά τον Μεγάλο Καππαδόκη, όταν η ο­φειλόμενη εργασία γίνεται με φρόνημα ταπεινό, χωρίς έπαρ­ση, χωρίς οργή και χωρίς γογγυσμό[74]. Σε αντίθετη περίπτωση, που η εργασία γίνεται με ραθυμία η με έπαρση, η εργα­σία αυτή είναι ηθικώς μολυσμένη. Γι’ αυτό, και αν κάτι τέτοιο συμβεί σε μοναχική αδελφότητα, συνιστά την άμεση αποξένωση από αυτήν των έργων του οκνηρού, του αντιλόγου και του γογγύζοντος ως μη ευαρέστων στον Θεό[75]. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, αξιόμεμπτη είναι η εργασία, που γίνεται με βίαιο τρόπο, που ξεπερνά τα όρια του μέτρου, και όταν παίρνει τον χαρακτήρα της πλεονεξίας[76].

Αλλά η παραπάνω στάση του άνθρωπου έναντι της εργα­σίας καθεαυτήν θέτει ευλόγα ερωτήματα και για τη στάση του εργαζόμενου έναντι του εργοδότη, ανεξάρτητα αν αυτός είναι φυσικό πρόσωπο ή θεσμικός φορέας.

Ο ιερός Χρυσόστο­μος κάνει μια πολύ διεισδυτική και λεπτή παρέμβαση στις εργασιακές σχέσεις και επισημαίνει τα υπαρξιακά όρια της α­ληθινής ελευθερίας και της αληθινής δουλείας του ανθρώ­που. Σχολιάζοντας το χωρίο του αποστόλου Παύλου: “Τιμής ηγοράσθητε, μη γίνεσθε δούλοι ανθρώπων”[77], παρατηρεί, ότι ο λόγος αυτός δεν απευθύνεται μόνο προς όσους ήταν την ε­ποχή εκείνη δούλοι, αλλά έχει λεχθεί και για τους μη δού­λους, τους (θεσμικά) ελεύθερους. Γιατί, όπως σημειώνει, εί­ναι δυνατόν, ενώ είναι κάποιος (θεσμικά) δούλος, να μην εί­ναι ουσιαστικά δούλος, και ενώ κάποιος είναι (θεσμικά) ε­λεύθερος, να είναι στην πραγματικότητα δούλος.

Και πώς εί­ναι δυνατόν ο δούλος να μην είναι δούλος; Τούτο είναι δυνα­τόν, όταν όλα όσα κάνει αυτός, τα κάνει για τον Θεό. Όταν δεν υποκρίνεται ούτε χάνει κάτι από ανθρωπαρέσκεια. Τότε, ενώ είναι (θεσμικά) δούλος σε ανθρώπους, είναι (στην πραγ­ματικότητα) ελεύθερος. Και, πώς πάλι, ενώ είναι (θεσμικά) ελεύθερος, γίνεται (στην πραγματικότητα) δούλος; Γίνεται δούλος, όταν υπηρετεί τους ανθρώπους με πονηριά, ή για λό­γους γαστριμαργίας, ή από επιθυμία των χρημάτων, ή για α­πόκτηση δυνάμεως (εξουσίας). Αυτού του είδους ο άνθρωπος είναι περισσότερο δούλος απ’ όλους, παρότι είναι (θεσμικά) ε­λεύθερος. Τον άνθρωπο τον βλάπτει ουσιαστικά η «φύσει» δουλεία, δηλαδή η δουλεία της αμαρτίας. Αν ο εργαζόμενος δεν είναι δούλος αυτής της δουλείας, θα πρέπει να είναι αισι­όδοξος και να ευφραίνεται, γιατί κανείς δεν μπορεί να τον α­δικήσει, επειδή έχει αδούλωτο το ήθος του.

Αντίθετα, αν κά­ποιος είναι δούλος στην αμαρτία, και χιλιάδες φορές να είναι (θεσμικά) ελεύθερος, δεν του είναι κανένα όφελος η ελευθερία του[78]. Μπορεί όμως κανείς να αποδέχεται κάθε είδος προσφερό­μενης εργασίας; Και ποια θα μπορούσαν να αποτελέσουν κρι­τήρια επιλογής για την επαγγελματική απασχόλησή του; Ο Μ. Βασίλειος αποφεύγει να κατονομάσει λεπτομερώς όλες τις τέχνες και τα επαγγέλματα της εποχής του, που δεν πρέπει κάποιος να τα ασκεί. Καταρχήν είναι αποδεκτή κάθε εργασία, η οποία “καπηλείας απάσης… και αισχροκέρδειας απήλλακται”[79].

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος μνημονεύει σε μιά Επι­στολή του έναν παλαιό αθηναϊκό νόμο, που αναφέρεται στον επαγγελματικό προσανατολισμό των νέων, θα λέγαμε σήμε­ρα. Σύμφωνα με το νόμο αυτόν, όταν οι νέοι φθάσουν στην ε­φηβεία, πρέπει να οδηγούνται στις διάφορες τέχνες με τον ε­ξής τρόπο: Να εκτίθενται σε δημόσιο χώρο τα σύνεργα της κάθε τέχνης και να οδηγούνται μπροστά τους οι νέοι. Ο κάθε νέος να μαθαίνει την τέχνη εκείνη, της οποίας τα σύνεργα του προσφέρουν χαρά και στα οποία προστρέχει. Ο άγιος Γρη­γόριος επιδοκιμάζει τον τρόπο αυτό, επειδή θεωρεί ως κριτή­ριο επιλογής του επαγγέλματος τις φυσικές κλίσεις του αν­θρώπου[80].

Βέβαια ο Μ. Βασίλειος θα συμπληρώσει, ότι χρειά­ζεται και άρτια ειδίκευση στην τέχνη. Δεν είναι σωστό, λέ­γει, να ασκεί κάποιος την τέχνη, που απλώς επιθυμεί, αλλά εκείνη, για την οποία θα κριθεί κατάλληλος μετά από τη σχετική δοκιμασία[81].. Σε κάθε περίπτωση επιλογής του επαγγέλματος όμως θα πρέπει να έχουμε ως επιδίωξή μας την λιτότητα και την α­πλότητα, αποφεύγοντας να υπηρετούμε ανόητες και βλαβερές επιθυμίες ανθρώπων, με το να κατασκευάζουμε αυτά, που ε­πιζητούν αυτού του είδους οι άνθρωποι[82]. Εξειδικεύοντας την παραπάνω θέση του ο Μ. Βασίλειος γράφει τα εξής διευκρινι­στικά: Οι ασχολούμενοι λ.χ. με την υφαντουργία να αναλαμ­βάνουν αυτό, που είναι σύμφωνο με τον χριστιανικό τρόπο ζωής, και όχι αυτό, που επινοούν οι ακόλαστοι για να θηρεύ­ουν και να παγιδεύουν τους νέους.

Το ίδιο ισχύει και για τις άλλες τέχνες. Θα πρέπει να παρέχουν το χρήσιμο και να καλύπτουν το αναγκαίο. Θεμελιώδες πάντως κριτήριο επιλογής κάποιας εργασίας έναντι πολλών άλλων θα πρέπει να είναι, ότι δεν θα υπάρχει σ’ αυτήν τίποτε, που να βλάπτει τον πρω­ταρχικό σκοπό της ζωής[83].

Συμπερασματικώς, θα μπορούσαμε να σταθούμε στα ε­ξής: Ο Θεός έθεσε τις φυσικές καταβολές της εργατικότητας στον άνθρωπο και με την αποκάλυψη του θελήματός Του  στήν Εκκλησία οριοθέτησε τον σκοπό της εργασίας, διασφα­λίζοντας έτσι τις καταβολές αυτές από κάθε εσφαλμένο προ­σανατολισμό του εμπαθούς ανθρώπου. Ανταποκρινόμενος ο άνθρωπος αγαπητικώς στην εντολή του Θεού προς εργασία φανερώνει στην πράξη την ανιδιοτελή αγάπη του προς τον πλησίον, αφού ο σκοπός της εργασίας εί­ναι η βοήθεια όσων έχουν ανάγκη, η αγαπητική δηλαδή συ­νάντηση με τον Χριστό, που βρίσκεται στα πρόσωπα των α­δυνάτων.

Σκοπός της εργασίας, κατά τους Τρεις Ιεράρχες, δεν είναι η όποια οικονομική ή κοινωνική διασφάλιση του εαυ­τού μας, γιατί, τότε, η τήρηση της εντολής της εργασίας θα σήμαινε την θεολογική κατοχύρωση της ιδιοτέλειας και της φιλαυτίας μας. Θα πρέπει, βέβαια, να γίνει σαφής διάκριση α­νάμεσα στο αυτονόητο δικαίωμα της συντηρήσεως του αν­θρώπου διά της εργασίας του και στον καθαυτό σκοπό της εργασίας. Στις μέρες μας η υπόθεση της εργασίας έχει καταστεί οι­κονομικό και κοινωνικό πρόβλημα, που απασχολεί σοβαρά τις εκάστοτε Κυβερνήσεις. Κυρίως όμως θίγει έντονα τόσο τους άνεργους, που δεν βρίσκουν εργασία, όσο και τους εργα­ζόμενους, εξαιτίας των δυσμενών εργασιακών σχέσεων.

Το πρόβλημα είναι εξαιρετικά περίπλοκο και συνδέεται αναπό­φευκτα με τις γενικότερες τεχνολογικές, οικονομικές, εθνι­κές και διεθνείς συγκυρίες. Εκείνο που θα μπορούσαμε να πούμε με βάση την θεολογική σκέψη των Τριών Ιεραρχών για την εργασία είναι ότι η Πολιτεία έχει υποχρέωση να πα­ρέχει εργασία σε όλους τους πολίτες της, γιατί, όπως λέχθη­κε, η αργία —και με τη σύγχρονη μορφή της η ακούσια ανερ­γία— δεν μπορεί να θεωρηθεί ως φυσιολογική κατάσταση, που να υφίσταται νομοτελειακά.

Και δεν είναι δυνατόν μια φυσιολογική Πολιτεία να ανέχεται την διαβρωτική αυτή κα­τάσταση και να μην παρεμβαίνει θεραπευτικά, έστω και ε­πώδυνα για κάποιους, στο κοινωνικό σώμα της. Όσο για την ποιότητα των εργασιακών σχέσεων είναι προφανές, ότι αυτή συναρτάται άμεσα με το συγκεκριμένο πρότυπο και το ποιον του ανθρώπου, που καλλιεργεί η ίδια η κοινωνία μας. Το μή­νυμα, βέβαια, των Τριών Ιεραρχών για την εργασία απευθύ­νεται κυρίως στον καθένα προσωπικά, παρά σε θεσμικούς παράγοντες.

Αν ως επιμέρους πρόσωπα λάβουμε το μήνυμα, τότε εκ των πραγμάτων θα το λάβει και η Πολιτεία. Πάν­τως, έχουμε τη γνώμη, ότι τα σύγχρονα προβλήματα, που σχετίζονται με την εργασία και τις εργασιακές σχέσεις, μπο­ρούν να βρουν γενικότερα τις λύσεις τους, εάν γίνει αποδε­κτός ο τρόπος ζωής, που προτείνει η Εκκλησία, μικρό δείγμα του οποίου μάς έδωσαν σήμερα οι τιμώμενοι άγιοι της Παιδείας.

Εδώ όμως κάποιοι, ίσως θέσουν το εύλογο ερώτημα: «Ε­μείς βλέπουμε να αυξάνει καθημερινώς η ανεργία, και η ανα­τέλλουσα παγκοσμιοποίηση κάνει ακόμη πιο δυσοίωνα τα πράγματα. Και, ενώ θέλουμε να εργασθούμε, δεν βρίσκουμε εργασία για να καλύψουμε τα προς το ζην και να προσφέρου­με και κάτι στον συνάνθρωπό μας. Σε ποιον, επομένως, θα πρέπει να απευθυνθούμε και σε ποιον να ελπίσουμε;». Στην επίκαιρη και διάπυρη αυτή ερώτηση θα ήθελα στηριζόμενος στη σκέψη των Τριών Ιεραρχών να πω σύντο­μα τα εξής:

Ο ίδιος ο Θεός από τη μια μάς συνιστά, το “μη πεποίθατε έπ’ άρχοντας, επί υιούς ανθρώπων”[84], παρά μόνο στον Θεό, “τον δίδοντα τροφήν τοις πεινώσι”[85], και από την άλλη ο Χριστός μάς λέγει: «Μη μεριμνάτε για τη ζωή σας λέγοντας: τι θα φάμε; ή τι θα πιούμε; ή τι θα ντυθούμε; Για­τί, για όλα αυτά αγωνιούν όσοι δεν εμπιστεύονται τον Θεό. Ο ουράνιος Πατέρας σας γνωρίζει καλά, ότι έχετε ανάγκη απ’ όλα αυτά. Γι’ αυτό πρώτα απ’ όλα να επιζητείτε τη βασιλεία του Θεού, και την επικράτηση του θελήματός Του, και όλα αυτά θα ακολουθήσουν[86].

Όποιος τηρεί αυτές τις εντολές του Θεού, γίνεται σίγουρα δέκτης και της υλοποιήσεως της υποσχέσεώς του. Όλα τα αναγκαία για τη ζωή θα τα προσθέ­σει ο Θεός σύμφωνα με την αυτοδέσμευσή του. Η ανεργία και η στέρηση των αναγκαίων, τόσο σε προ­σωπικό και κοινοτικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο λαών, εί­ναι κατά κανόνα φυσικά επακόλουθα της αποστασίας του αν­θρώπου από τον Θεό.

Στην προκειμένη περίπτωση η παραβο­λή του ασώτου είναι πολύ εύγλωττη. Όταν ο άνθρωπος, ως άσωτος υιός, αυτονομήθηκε και απομακρύνθηκε από τον Θεό Πατέρα, ακολούθησε κατά σκόπιμη παραχώρηση του Θεού «λιμός ισχυρός». Αλλά, και όταν ο άνθρωπος μετανόησε, «ελθών εις εαυτόν», ο αγαπών Θεός τον αποκατέστησε στην προτέρα του υλική θέση[87]. Είναι αποκαλυπτικά αλλά και αι­σιόδοξα όσα ποιητικώς μας καταθέτει ο προφήτης και βασι­λιάς Δαβίδ: «εγήρασα και ουκ είδον δίκαιον εγκαταλελειμμέ­νον, ουδέ το σπέρμα αυτού ζητούν άρτους»[88], μας λέγει, και παράλληλα διακηρύσσει: “πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν, οι δε εκζητούντες τον Κύριον ουκ ελαττωθήσονται παν­τός αγαθού”[89].


*Αποτελεί Πανηγυρικό Λόγο, που εκφωνήθηκε κατά την εορτή των Τριών Ιεραρχών (30 Ιανουαρίου 2001) στην αίθουσα τελετών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Δημοσιεύτηκε το ίδιο έ­τος (2001) αυτοτελώς από την Υπηρεσία Δημοσιευμάτων του Α.Π.Θ.

================================================================

Άλλο το κόμπλεξ και άλλο η ταπείνωση. Άλλο η μελαγχολία και άλλο η μετάνοια. (Γέρων Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης)

Μου έλεγε ο Γέροντας μια μέρα:

« Ο χριστιανός πρέπει να αποφεύγει την αρρωστημένη θρησκευτικότητα: τόσο το αίσθημα ανωτερότητος για την αρετή του, όσο και το αίσθημα κατωτερότητος για την αμαρτωλότητά του. Άλλο πράγμα είναι το κόμπλεξ και άλλο η ταπείνωση ∙ άλλο η μελαγχολία και άλλο η μετάνοια.

Με επισκέφθηκε κάποτε ένας κοσμικός ψυχίατρος και μου κατηγόρησε τον Χριστιανισμό, διότι, όπως είπε, δημιουργεί ενοχές και μελαγχολία.

Του απάντησα :  Παραδέχομαι ,ότι μερικοί χριστιανοί ,από σφάλματα δικά τους ή άλλων, παγιδεύονται στην αρρώστια των ενοχών, αλλά κι εσύ πρέπει να παραδεχθείς , ότι οι κοσμικοί παγιδεύονται σε μια χειρότερη αρρώστια , την υπερηφάνεια . Και οι μεν θρησκευτικές ενοχές, κοντά στον Χριστό, φεύγουν με την μετάνοια και την εξομολόγηση, η υπερηφάνεια όμως των κοσμικών, που ζουν μακριά από τον Χριστό, δεν φεύγει.

Με τις τοποθετήσεις αυτές του Γέροντα, ξεκαθάριζαν μέσα μου μερικές απορίες που είχα, αναφορικά με ψυχολογικά προβλήματα της χριστιανικής ζωής. Αντιλαμβανόμουν ότι ο Γέροντας ήθελε να αποφεύγουμε την υπερηφάνεια, την μεταμφιεσμένη σε αυτοδικαίωση «χριστιανικού» φαρισαϊσμού ή σε αυτοκαταδίκη «χριστιανικής» περιδεούς συνειδήσεως.

Έβλεπα, ότι η θρασύτητα των αισθανομένων ως « καθαρών » και η δειλία των αισθανομένων ως « ενόχων » δε διαφέρουν ουσιαστικά , ότι είναι δύο όψεις του αυτού νομίσματος ,της υπερηφάνειας. Διότι ο αληθινά πιστός χριστιανός ελευθερώνεται από την ενοχή με την εξομολόγηση και την άφεση και χαίρει στην ελευθερία αυτή που του χάρισε ο Χριστός ∙ γνωρίζοντας δε ότι αυτό είναι δώρο Θεού ευγνωμονεί και δεν περιφρονεί.

Είναι καθαρός δια του αίματος του Χριστού και όχι από δικό του κατόρθωμα. Έτσι, χαίρει και ευχαριστεί και δεν υπερηφανεύεται και επί πλέον βλέπει και όλους τους άλλους δυνάμει καλούς δια του αίματος του Χριστού.

Ο Γέροντας μας δείχνει το δρόμο, που παράκαμπτε το κακό (αμαρτία) και το χειρότερο (υπερηφάνεια αρετής) και οδηγούσε στο καλύτερο, στην ταπείνωση. Γι’ αυτό προσπαθούσε να προστατεύσει τη γνησιότητα της ταπείνωσης από τους κινδύνους νόθευσής της.

Μου έλεγε : « Να είμαστε ταπεινοί, αλλά να μην ταπεινολογούμε. Η ταπεινολογία είναι παγίδα του διαβόλου , που φέρνει την απελπισία και την αδράνεια , ενώ η αληθινή ταπείνωση φέρνει την ελπίδα και την εργασία των εντολών του Χριστού ».

Ο Γέροντας ,με τη διδασκαλία του και περισσότερο με τα βιώματά του, εποίμανε τα πρόβατά του και τα οδηγούσε σε λειμώνες αγάπης και ταπείνωσης. Ζούσε ο ίδιος την ταπείνωση, πιστεύοντας ότι, εκείνος είναι το τίποτε, γιατί ο Θεός είναι , όπως έλεγε, το παν, κι ότι, ό,τι εμείς βλέπαμε πως είχε , δεν ήταν δικό του , αλλά δώρο του Θεού.

(Απόσπασμα από το Βιβλίο “Ανθολόγιο Συμβουλών” του Γέροντος Πορφυρίου Ιερομονάχου)(Πηγή ηλ. κειμένου: xfd.gr

======================================================

Από το Συναξάρι – Οι τρεις Ιεράρχες (30/1)

Επί βασιλείας του αυτοκράτορα Αλεξίου του Κομνηνού (1081-1118) ξέσπασε στην Βασιλεύουσα φιλονικία που διαίρεσε τους λογίους, τους καταρτισμένους στα ζητήματα της πίστεως και τους έμπλεους ζήλου για την αρετή, με θέμα τους τρεις αγίους ιεράρχες και μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας: τον Μέγα Βασίλειο, τον Γρηγόριο τον Θεολόγο και τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο.

Αλλοι έλεγαν ότι προτιμούν τον Μέγα Βασίλειο, γιατί ερμήνευε τα μυστήρια της φύσης όπως κανείς άλλος, και με τον ενάρετο βίο του συναγωνιζόταν τους αγγέλους. Θεμελιωτής του μοναχισμού, αρχηγός σύμπασας της Εκκλησίας στον αγώνα της κατά της αίρεσης, αυστηρός ποιμένας και απαιτητικός ως προς την καθαρότητα των ηθών, δεν έβρισκες πάνω του τίποτε το γήινο και το κατώτερο. Γι’ αυτό, έλεγαν, ήταν ανώτερος από τον άγιο Χρυσόστομο ο οποίος από την φύση του ήταν πιο συγκαταβατικός προς τους αμαρτωλούς.

Αλλοι, παίρνοντας το μέρος του ονομαστού αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, αντιστρέφοντας το επιχείρημα, υποστήριζαν ότι ο Ιωάννης διόλου δεν υπολειπόταν σε ζήλο του Βασιλείου, είτε επρόκειτο για τον αγώνα κατά των παθών είτε για την καθοδήγηση των αμαρτωλών στην μετάνοια και την ανύψωση του λαού προς την ευαγγελική τελείωση. Ασυναγώνιστος σε ευγλωττία, ο «Χρυσορρήμων» αυτός ποιμένας γεώργησε την Εκκλησία με έναν αληθινό ποταμό λόγων, στους οποίους ερμήνευσε τον θείο λόγο και έδειχνε πως εφαρμόζεται στην καθημερινή ζωή, με ρητορική τέχνη ανώτερη των δύο άλλων αγίων διδασκάλων.

Μια άλλη ομάδα υποστήριζε ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ήταν ο ανώτερος, λόγω της κομψότητος, του εύρους και του βάθους του θεολογικού του λόγου. Έχοντας αφομοιώσει το σύνολο της ελληνικής σοφίας και ρητορικής, έφθασε, έλεγαν, σε τέτοιο ύψος θεωρίας του Θεού, ώστε κανείς άλλος δεν μπορούσε να εκφράσει τόσο τέλεια το δόγμα της Αγίας Τριάδος.

Καθώς λοιπόν ο καθένας υπερασπιζόταν με αυτόν τον τρόπο τον έναν πατέρα έναντι των άλλων δυο, σε λίγο η έριδα εξαπλώθηκε σε ολόκληρο τον χριστιανικό λαό της Βασιλεύουσας και αντί να ευνοεί την αφοσίωση στους αγίους, προκαλούσε ταραχές, διαφωνίες και διαμάχες χωρίς τέλος ανάμεσα στις τρεις παρατάξεις. Μια νύχτα, οι τρεις άγιοι ιεράρχες παρουσιάσθηκαν σε ενύπνιο στον άγιο Ιωάννη Μαυρόποδα, μητροπολίτη Ευχαϊτών (5 Οκτ.), αρχικά ένας ένας και ύστερα μαζί.

Του είπαν με μια φωνή:

« Καθώς βλέπεις είμαστε και οι τρεις κοντά στον Θεό και δεν μας χωρίζει ούτε διαφωνία ούτε αντιπαλότητα. Ο καθένας από εμάς, ανάλογα με τις περιστάσεις και με την έμπνευση που είχε λάβει από το Αγιο Πνεύμα, συνέγραψε και δίδαξε για την σωτηρία των ανθρώπων. Δεν υπάρχει ούτε πρώτος, ούτε δεύτερος, ούτε τρίτος ανάμεσά μας κι αν καλέσεις τον ένα, πάραυτα θα παρουσιασθούν και οι δυο άλλοι. Γι’ αυτό πρόσταξε όσους φιλονικούν, να μην προξενούν διαιρέσεις στην Εκκλησία εξαιτίας μας, αφού όσο βρισκόμασταν εν ζωή όλες μας οι προσπάθειες αποσκοπούσαν στην αποκατάσταση της ενότητας και της ομόνοιας στον κόσμο. Μερίμνησε κατόπιν, να εορτάζεται η μνήμη και των τριών μας την ίδια ημέρα, συνθέτοντας την ακολουθία και τους ύμνους που μας έχουν αφιερώσει, με την τέχνη και την γνώση που σου έδωσε ο Θεός, και παράδωσέ τα στους χριστιανούς με την εντολή να εορτάζουν την κοινή τιμή μας κάθε χρόνο. Εάν μας τιμήσουν κατ’ αυτό τον τρόπο, ως όντες ένα κοντά στον Θεό και εν Θεώ, υποσχόμαστε ότι θα μεσιτεύουμε στην κοινή μας προσευχή για την σωτηρία τους ».

Με αυτά τα λόγια οι άγιοι ανέβηκαν στον ουρανό μέσα σε άπειρο φως, αποκαλώντας ο ένας τον άλλο με το όνομά του. Χωρίς να αργοπορήσει ο άγιος Ιωάννης συγκέντρωσε τότε τον λαό και μετέφερε το μήνυμα. Καθώς τον σέβονταν όλοι για την αρετή του και τον θαύμαζαν για την δύναμη του λόγου του, οι τρεις παρατάξεις ειρήνευσαν και όλοι τον παρακινούσαν να συνθέσει χωρίς χρονοτριβή την ακολουθία της κοινής εορτής. Με λεπτή διάκριση επέλεξε να αφιερώσεις σε αυτό τον εορτασμό την τριακοστή ημέρα του Ιανουαρίου, σφραγίζοντας έτσι τον μήνα εκείνο κατά τον οποίον εορτάζονται και οι τρεις χωριστά (1η άγιος Βασίλειος• 25η άγιος Γρηγόριος• 27η ανακομιδή λειψάνων του αγίου Ιωάννου).

Όπως αναφέρουν πολλά τροπάρια αυτής της θαυμαστής ακολουθίας, οι τρεις Ιεράρχες – «επίγεια τριάδα» – κατά το πρόσωπο διακριτοί αλλά ενωμένοι με την χάρη του θεού, μας δίδαξαν, τόσο με τα γραπτά τους όσο και με τον βίο τους, να λατρεύουμε και να τιμούμε την Αγία Τριάδα, τον ένα Θεό σε τρία Πρόσωπα. Οι τρεις αυτοί φωστήρες της Εκκλησίας διέδωσαν σε όλη την γη το φως της αληθινής πίστεως, αψηφώντας κινδύνους και διώξεις, και άφησαν σε μας τους απογόνους τους αυτή την ιερή κληρονομιά, μέσω της οποίας μπορούμε και εμείς να φθάσουμε στην υπέρτατη μακαριότητα και την αιώνια ζωή παρουσία του Θεού με όλους τους αγίους.

Κλείνοντας τον μήνα Ιανουάριο, κατά τον οποίο εορτάζουμε τόσους ένδοξους, ιεράρχες, ομολογητές και ασκητές, με την κοινή εορτή των τριών μεγάλων Ιεραρχών, η Εκκλησία ανακεφαλαιώνει κατά κάποιο τρόπο την μνήμη όλων των αγίων που έδωσαν μαρτυρία της ορθοδόξου πίστεως με τα γραπτά και τον βίο τους. Με την εορτή αυτή τιμούμε το όλον έργο διδασκαλίας και φωτισμού του νου καιτ ης καρδίας των πιστών δια του λόγου, το οποίο επιτελείται δια μέσου των αιώνων στην Εκκλησία.

Η εορτή των τριών Ιεραρχών είναι επομένως ο συνεορτασμός όλων των Πατέρων της Εκκλησίας, όλων αυτών των προτύπων ευαγγελικής τελείωσης, τους οποίους ανέδειξε το Άγιο Πνεύμα από εποχή σε εποχή και από τόπο σε τόπο, για να είναι νέοι Προφήτες και νέοι Απόστολοι, οδηγοί των ψυχών προς τον Ουρανό, παρηγορητές του λαού και πύρινοι στύλοι προσευχής, στήριγμα και εδραίωση της Εκκλησίας στην αλήθεια.

(Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ)(Πηγή ηλ. κειμένου: mkka.blogspot.com)

=========================================================

Η Εκκλησία ο Άγιος Λουκάς ο Ιατρός και το εμβόλιο.

Γράφει ο Δημήτριος Νικ. Δασκαλάκης, Δικηγόρος Αθηνών

«Να πίνετε αγιασμό, όσο πιο συχνά μπορείτε. Αυτό είναι το καλύτερο και αποτελεσματικότερο φάρμακο. Μιλάω όχι μόνο ως ιερέας, αλλά ως ιατρός. Από την εμπειρία μου στον τομέα της Ιατρικής».

Άγιος Λουκάς ο Ιατρός, Αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως και Κριμαίας.

(Η ανωτέρω συμβουλή δεν προβάλλεται συχνά από τα εκκοσμικευμένα χείλη των επισκόπων οι οποίοι ακολουθούν πειθήνια τις υποδείξεις μιας στρατευμένης και ακριβοπληρωμένης επιστήμης που προωθεί την πολιτική του παγκόσμιου εμβολιασμού).

Θλιβόμαστε ιδιαίτερα και πικραινόμαστε από την στάση της Διοικούσας Εκκλησίας της Ελλάδας η οποία ασκεί αφόρητες πιέσεις, φανερές ή κρυφές, στα παιδιά της, δηλ. σε ιερωμένους αλλά και σε λαϊκούς προκειμένου να εμβολιαστούν με πειραματικά και εν δυνάμει υγειοβλαπτικά φαρμακευτικά προϊόντα, ενώ την ίδια στιγμή παραμένουν ακόμη άγνωστες οι μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες παρενέργειες και επιπτώσεις του εμβολιασμού στην ανθρώπινη υγεία.

Εκ της θέσεως αυτής, είμαστε ωστόσο υποχρεωμένοι να υπενθυμίσουμε στα μέλη της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου ότι ο αληθινός και γνήσιος ποιμένας του Χριστού (και όχι εκείνος που εμφανίζεται στους καλοπροαίρετους και αφελείς, ως προβατόσχημος λύκος) σέβεται την ελεύθερη και αβίαστη επιλογή εκάστου ανθρώπου ενώ οφείλει να απέχει συνειδητά από κάθε πράξη ή λόγο που αποσκοπεί στην υποταγή της συνειδήσεως και στην εξουδετέρωση της ατομικής βούλησης του ανθρωπίνου προσώπου.

Στην δισχιλιετή εκκλησιαστική ιστορία και παράδοση υπάρχουν φωτεινά παραδείγματα ασυμβίβαστων Ορθόδοξων Ιεραρχών που ήλεγξαν με αποφασιστικότητα και σθένος αλλά και με κίνδυνο της ζωής τους, κάθε κρατική αυθαιρεσία, αδικία και ηθική παρεκτροπή των πολιτικών αρχόντων, αποτελώντας παραδείγματα απαράμιλλου εκκλησιαστικού ήθους και ορθόδοξης βιοτής για τον πιστό λαό.

Στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο (κεφ. ι΄, στίχοι 11-13), παρέχεται από την αψευδή γραφίδα του Ευαγγελιστού της Αγάπης ο ορισμός του καλού Ποιμένος όπου αναφέρονται χαρακτηριστικά τα εξής: «ο ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού τίθησιν υπὲρ των προβάτων. Ο μισθωτός δε και ουκ ων ποιμήν, ου ουκ εισί τα πρόβατα ίδια, θεωρεί τον λύκον ερχόμενον και αφίησι τα πρόβατα και φεύγει και ο λύκος αρπάζει αυτά και σκορπίζει τα πρόβατα. Ο δε μισθωτός φεύγει, ότι μισθωτός εστί και ου μέλει αυτώ περί των προβάτων».

Κατά την σημερινή όμως εποχή που χαρακτηρίζεται από την μεγάλη αποστασία και το εκκοσμικευμένο φρόνημα, ως μεταδοτικός ιός έχει μολύνει σχεδόν ολοκληρωτικά τον κλήρο και τον λαό, οι αρχιερείς εμφανίζονται «ως μισθωτοί» που στερούνται του αρχαίου εκκλησιαστικού φρονήματος και ήθους, ανταλλάσσοντας αδιακρίτως φιλοφρονήσεις και δώρα με τους εκπροσώπους της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας και θυσιάζοντας το ποίμνιό τους στην λατρεία του εμβολίου.

Υπάρχει ένας συγκεκριμένος αρχιερέας ο οποίος στην προσπάθειά του να εξουδετερώσει τις πνευματικές αντιστάσεις και αντιρρήσεις των πιστών ανθρώπων της Εκκλησίας εν σχέσει προς τον εμβολιασμό, επικαλείται διαρκώς και με πείσμονα προπαγανδιστική διάθεση τον Άγιο Λουκά τον Ιατρό (η Εκκλησία μας τιμά την αγία του μνήμη στις 11 Ιουνίου) και τον προβάλλει ως το τέλειο πρότυπο πίστης και επιστήμης, στο πρόσωπο του οποίου συνυπάρχουν αρμονικά η βαθιά πίστη στον Θεό και η προσήλωση στην επιστημονική έρευνα.

Ο συγκεκριμένος Μητροπολίτης επιλέγει σκόπιμα ορισμένα περιστατικά του βίου του Αγίου Λουκά τα οποία παρερμηνεύει προκειμένου να στηρίξει τον εμβολιαστικό φανατισμό του, αποσιωπώντας εσκεμμένα να αναφερθεί στην συνολική μαρτυρική παρουσία του Αγίου, ως διωκόμενου Ορθόδοξου Επισκόπου και παραλείποντας να εστιάσει στο γεγονός ότι οι ταλαιπωρίες και οι θλίψεις που δοκίμασε στην ζωή του οφείλονταν όχι ασφαλώς στην ιατρική του ιδιότητα αλλά στην ασυμβίβαστη χριστιανική του πίστη και στην αποφασιστικότητά του να υπερασπιστεί με κάθε τίμημα την χλευαζόμενη Ευαγγελική Αλήθεια.

Γιατί ολόκληρη η ζωή του Αγίου Λουκά του Ιατρού υπήρξε μια μαρτυρική πορεία πόνου, φυλακίσεων, διώξεων και εξορίας από ένα άθεο και αντίχριστο καθεστώς, το οποίο τιμούσε τον Άγιο ως ιατρό, ενώ την ίδια ώρα τον κατεδίωκε ως πιστό Χριστιανό, αφού του απαγόρευε να διδάσκει στο πανεπιστήμιο φορώντας το ράσο και επιστήθιο σταυρό, χωρίς όμως κατ΄ελάχιστον η ιατρική ιδιότητά του να επισκιάσει την ακλόνητη αγάπη που έτρεφε για τον Χριστό και χωρίς οι απειλές και οι απαγορεύσεις των αρχών να λυγίσουν το ομολογιακό φρόνημά του.

Όσοι αξιοποιούν προπαγανδιστικά τον βίο του Αγίου Λουκά αποκρύπτουν την μεγάλη αλήθεια ότι ο Άγιος επέλεξε να χειροτονηθεί επίσκοπος εν μέσω ενός πρωτοφανούς διωγμού που είχε εξαπολύσει το άθεο καθεστώς των μπολσεβίκων χωρίς ο ίδιος να συνυπολογίσει τις αντιδράσεις της αντίθεης εξουσίας (άραγε ποιος από τους σημερινούς μητροπολίτες θα αποτολμούσε να πράξει κάτι ανάλογο;) γιατί μέσα του βάρυνε η κλήση του Ευαγγελίου να γίνει «θεριστής του Χριστού» και καθ΄όλη την διάρκεια της επισκοπικής του διακονίας αρνήθηκε να υπακούσει στις παράνομες και παράλογες εντολές των αρχών που προσέκρουαν στην θρησκευτική του πίστη και συνείδηση.

Αυτοί που διαρκώς επικαλούνται τον Άγιο Λουκά προσκολλώνται με τυπική φαρισαϊκή διάθεση στις διδαχές του χωρίς να ενστερνίζονται το βαθύτερο νόημα του μαρτυρικού του βίου που συμπυκνώνεται στην ανιδιοτελή και θυσιαστική αγάπη του Αγίου για την Εκκλησία και τα λογικά πρόβατα του Χριστού.

Γιατί ο Άγιος Λουκάς ο Ιατρός δεν αγίασε για την προσφορά του στην Ιατρική Επιστήμη, που υπήρξε πράγματι τεράστια, αλλά γιατί στάθηκε ελεύθερος και ατρόμητος απέναντι σε κάθε απειλή και εκβιασμό της ανάλγητης και αντίθεης κρατικής εξουσίας και κατέδειξε πως μπορεί ένας άνθρωπος να παραμείνει ελεύθερος και δυνατός απέναντι σε οποιοδήποτε καθεστώς δουλείας, συμμόρφωσης και επιτήρησης.

Επομένως ερωτάται, ποιοι από τους σημερινούς μητροπολίτες που διαρκώς επικαλούνται και μνημονεύουν τον Άγιο Λουκά τον Ιατρό , έχουν ορθώσει το ανάστημά τους στο καθεστώς εμβολιαστικής δουλείας που επιβάλλεται στις μέρες μας ;

Ο αληθινός όμως ποιμένας του Χριστού οφείλει να διαχωρίζει την θέση του και να μην συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα στην άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής αλλά πρέπει να μεριμνά για την πνευματική προκοπή του πιστού λαού, θέτοντας τον εαυτό στην διακονία του ποιμνίου και όχι του εμβολίου.

Μερικοί από τους σύγχρονους μητροπολίτες αλλότριοι προς το πνεύμα της θυσιαστικής αγάπης, έχουν μεταβληθεί σε διαπρύσιους κήρυκες του εμβολιασμού και αντί να ελέγχουν (όπως θα έπραττε ο Άγιος Λουκάς ο Ιατρός) την κρατική εξουσία που επιβάλλει την επιστημονική αιχμαλωσία και τον εξανδραποδισμό του Ανθρώπου στα άνομα και απάνθρωπα κελεύσματα των διαχειριστών της υγειονομικής κρίσης, εναγκαλίζονται και χαριεντίζονται μαζί της, αδιαφορώντας για το ποίμνιο που τους εμπιστεύθηκε ο Χριστός και απολαμβάνοντας την εφήμερη και μάταιη δόξα που τους προσφέρει η συναναστροφή με τους πολιτικούς άρχοντες.

Όμως η επιβλητική αγιογραφική απεικόνιση του Αγίου Λουκά στέλνει ένα ηχηρό μήνυμα γενναίου και αδούλωτου φρονήματος αφού μας λέγει: «τη ελευθερία ουν, Χριστός ημάς ηλευθέρωσε, στήκετε, και μη πάλιν ζυγώ δουλείας ενέχεσθε» δηλ. μείνετε σταθεροί στην ελευθερία με την οποία μας ελευθέρωσε ο Χριστός και μην υποκύπτετε πάλι σε ζυγό δουλείας. (Αποστόλου Παύλου, Επιστολή Προς Γαλάτας, κεφ. Ε΄, στίχος 1).

Ορισμένοι πάλι μητροπολίτες διατυπώνουν την θέση ότι πρέπει να ακούμε την επίσημη εκκλησία και όχι τις μεμονωμένες φωνές.

Ο καθοριστικός όμως και κρίσιμος παράγοντας που θα ρυθμίσει την συμπεριφορά μας είναι αν η επίσημη εκκλησία ορθοτομεί τον λόγο της Αληθείας.

Αξίζει να επισημανθεί με έμφαση ότι η αλήθεια και η γνώση κατακτώνται μέσα από την πολυφωνία, την ελευθερία της έκφρασης, την επιστημονική διχογνωμία, την σύνθεση των διαφορετικών απόψεων και όχι με την αποφυγή του διαλόγου, τον χλευασμό, την ειρωνεία και απαξίωση της διαφορετικής γνώμης.

Η επίσημη εκκλησία σφάλλει δυστυχώς και πλανάται στο ζήτημα του εμβολιασμού των πιστών, όπως τούτο άλλωστε εύλογα συνάγεται από την επίμονη, ακατανόητη και συστηματική άρνησή της να διαλεχθεί δημόσια με όρους ισηγορίας και δικαιοσύνης με την πλευρά των διαφωνούντων για την ασφάλεια, την αποτελεσματικότητα και την ανοσιακή προστασία των εμβολίων που προκαλούν σημαντικές πνευματικές, κοινωνικές και ιατρικές συνέπειες στην πορεία της ζωής ενός ανθρώπου και ως εκ τούτου υπό τις διαγραφόμενες συνθήκες, δεν στοιχειοθετείται σε καμία περίπτωση η υποχρέωση του πιστού λαού να ακολουθήσει τις συστάσεις και υποδείξεις της.

Ορισμένοι μητροπολίτες αξιώνουν παπικώ φρονήματι μία τυφλή, απροϋπόθετη και αδιάκριτη συμμόρφωση και υποταγή των ανθρώπων στην επισκοπική τους αυθεντία, η οποία όμως δεν προσιδιάζει στο πιστό πλήρωμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά περισσότερο σε οπαδούς πολιτικού κόμματος που ακολουθούν πειθήνια τον εκάστοτε αρχηγό, ενώ ο ενσυνείδητος Ορθόδοξος Χριστιανός οφείλει να αγωνίζεται με σθένος και αποφασιστικότητα για την περιφρούρηση της Ορθόδοξης Πίστης και την απαρασάλευτη τήρηση της Ιεράς Παράδοσης.

Το χρέος και η ευθύνη του πιστού λαού του Θεού για την υπεράσπιση της Ορθοδοξίας επισημαίνεται στην ιστορική εγκύκλιο του 1848 των Πατριαρχών της Ανατολής σύμφωνα με την οποία ορίζεται ότι : «Παρ΄ημίν ούτε Πατριάρχαι, ούτε Σύνοδοι εδυνήθησαν ποτέ εισαγαγείν νέα, διότι ο υπερασπιστής της Θρησκείας εστίν αυτό το σώμα της Εκκλησίας, ήτοι αυτός ο λαός, όστις εθέλει το θρήσκευμα αυτού αιωνίως αμετάβλητον και ομοειδές τω των Πατέρων αυτού».

Όπως είχε πει προσφυώς ο όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης: « Ἡ Εκκλησία δεν είναι καράβι του κάθε Επισκόπου, να κάνει ό,τι θέλει ». (Ισάακ Ιερομονάχου, Βίος Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Άγιον Όρος 2009, Ιερόν Ησυχαστήριο «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος», Μεταμόρφωση Χαλκιδικής, σελ. 731).

Επομένως το αποφασιστικό κριτήριο καθορισμού της συμπεριφοράς του πιστού λαού έναντι της διοικούσας εκκλησίας είναι αν ο λόγος της γλυκαίνει, δροσίζει, αναπαύει και πληροφορεί μυστικά τις καρδιές των ανθρώπων.

Η υποχρεωτική χρήση της μάσκας, τα αντισηπτικά, τα συνεχή και επαναλαμβανόμενα ράπιντ τεστ, οι ισχυρές συστάσεις για εμβολιασμό, έχουν μετατρέψει την εκκλησία, δηλ. τον Οίκο του Θεού, σε κοινόχρηστο χώρο δημόσιας υπηρεσίας.

Όποιος αναπαύεται από την σημερινή εμφάνιση των Ιερών Ναών ας συνεχίζει να πηγαίνει, όσοι όμως επιδιώκουν την επαναφορά της Εκκλησίας στο αρχαίο της κάλλος, γιατί πρέπει να διώκονται και να στιγματίζονται ως αρνητές και φονταμενταλιστές;

Στο πλαίσιο κάθε δημοκρατικής ευνομούμενης πολιτείας, η διατύπωση διαφορετικής γνώμης, θέσης ή άποψης είναι απολύτως θεμιτή και συμβατή με την συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία της έκφρασης.

Όταν διατυπώνεται μια πρόταση με εκκλησιαστική, θεολογική και ιατρική τεκμηρίωση, η οποία όμως δεν ευθυγραμμίζεται με την επίσημη θέση της Εκκλησίας της Ελλάδας, τότε σε αυτή την περίπτωση για την άρση του κοινωνικού αδιεξόδου, πρέπει να αναλαμβάνεται η πρωτοβουλία για την διεξαγωγή ενός δημοσίου, ελεύθερου, ανοιχτού και δημοκρατικού διαλόγου με την αντιπαράθεση επιστημονικών στοιχείων και δεδομένων, ώστε να αποτραπεί η διαμόρφωση κλίματος πόλωσης και διχασμού μέσα στην κοινωνία.

Με θλίψη όμως παρατηρούμε ότι η διαφοροποιημένη (εν σχέσει προς το επίσημο υγειονομικό αφήγημα της κυβέρνησης) επιστημονική έκφραση γνώμης και άποψης για το κρίσιμο ζήτημα του εμβολιασμού, πυροδοτεί κοινωνικές εντάσεις, πάθη και φανατισμό, τούτο συνιστά μια πολύ ισχυρή ένδειξη διολίσθησης της κοινωνίας σε έναν μεσαιωνικό σκοταδισμό με ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά που απειλεί να εξαφανίσει την ελευθερία της σκέψης, της έκφρασης και της επιστημονικής έρευνας.

Η μαρτυρία της προσωπικής συνείδησης, το εκκλησιαστικό ήθος και η αμετακίνητη ομολογιακή στάση του Αγίου Λουκά του Ιατρού που έζησε σε μια θυελλώδη και σκοτεινή περίοδο για τα ανθρώπινα δικαιώματα, κατά την οποία η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης ήταν έννοιες απαγορευμένες και υπό διωγμό, αποτελούν για την σημερινή δυστοπική εποχή του άκρατου εμβολιασμού και της ψηφιακής επιτήρησης, μία ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης, θάρρους και αγωνιστικού φρονήματος.

Σήμερα επαναλαμβάνεται από ένα υγειονομικό ολοκληρωτικό καθεστώς με επιστημονικά μελετημένο και οργανωμένο τρόπο, η ίδια ακριβώς προσπάθεια του απώτερου παρελθόντος που αποσκοπεί στην εξουδετέρωση της ελεύθερης βούλησης, στην απεμπόληση του αυτεξουσίου και στην υποταγή του ανθρώπου στην λατρεία όχι του κόμματος αλλά της επιστήμης.

Η μαρτυρία του Χριστού που έδωσε ο Άγιος Λουκάς ο Ιατρός μέσα σε ένα καθεστώς στρατευμένης αθεϊας να αποτελέσει για εμάς κίνητρο και στήριγμα ακλόνητο, ώστε να δώσουμε άφοβα την δική μας μαρτυρία συνειδήσεως μέσα στο σκοτάδι του κοινωνικού φόβου και της ψυχολογικής τρομοκρατίας που επιβάλλει το σύγχρονο καθεστώς υγειονομικής τυραννίας.

==============================================