Δεν μπορούσε ο Θεός να αναδείξει τον άνθρωπο τέλειο εξαρχής; (Άγιος Ειρηναίος Λυώνος)

Γιὰ τὸν μὲν Θεό, ὁ ὁποῖος πάντοτε παραμένει ἴδιος και η φύση Του εἶναι ἄκτιστη , τὰ πάντα Τοῦ εἶναι δυνατὰ ὡς πρὸς τὸν ἑαυτό Του. Το πλάσμα Του, ὅμως, εἶναι κτιστὸ δημιούργημα καὶ συνεπῶς ἔχει προσωπικὴ ἀρχή. Γι’ αὐτό, ὅπως εἶναι λογικό, ὑστερεῖ ὡς πρὸς αὐτὲς τὶς ἰδιότητες ἀπὸ αὐτὸν ποὺ τὸν ἔπλασε.

Γιατί, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἄκτιστα τὰ πλάσματα αὐτὰ ποὺ μόλις πρόσφατα δημιουργήθηκαν. Καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἄκτιστα, γι’ αὐτὸ καὶ ὑστεροῦν ὡς πρὸς τὸ τέλειο. Ἐπειδὴ εἶναι νεώτερα, γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι νήπια, γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι ἀγύμναστα καὶ δὲν ἔχουν ἐξοικειωθεῖ μὲ τὴν τέλεια ζωή.

Ὅπως λοιπὸν ἡ μάνα, ἐνῶ μπορεῖ νὰ προσφέρει στὸ βρέφος της τὸ τέλειο φαγητό, δὲν τὸ προσφέρει γιατί τὸ βρέφος ἀδυνατεῖ νὰ δεχθεῖ τὴν ἀνώτερη αὐτὴν τροφή· ἔτσι καὶ ὁ Θεός, ἐνῶ ὁ ἴδιος μποροῦσε ἐξαρχῆς νὰ χαρίσει στὸν ἄνθρωπο τὸ τέλειο, δὲν τὸ κάνει γιατί ὁ ἄνθρωπος δὲν μποροῦσε νὰ τὸ πάρει, γιατί ἦταν ἀκόμη νήπιος.

Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριός μας στοὺς ἔσχατους καιρούς, ἀφοῦ προσέλαβε στὸν ἑαυτὸ του ὅλη τη Δημιουργία, ἦρθε σέ μᾶς ὄχι ὅπως ὁ ἴδιος μποροῦσε, ἀλλὰ ὅπως ἐμεῖς μπορούσαμε νὰ τὸν δοῦμε.

Ἀλλὰ ἐμεῖς ποτὲ ὡς τώρα δὲν μπορούσαμε νὰ βαστάξουμε τὸ μεγαλεῖο τῆς Δόξας Του. Καὶ γι’ αὐτὸ ὁ Χριστὸς -ὁ τέλειος Ἄρτος τοῦ Πατρός- ἔδωσε σέ μᾶς τὸν ἑαυτό Του σὰν γάλα, ὅπως στὰ νήπια· τέτοια ἦταν ἡ παρουσία του ὡς Ἀνθρώπου, ἔτσι ὥστε ἀφοῦ τραφοῦμε μὲ τὴν Σάρκα Του σὰν νὰ εἶναι μαστός, μέσα ἀπὸ αὐτὸν τὸν θηλασμό να συνηθίσουμε νὰ τρῶμε καὶ νὰ πίνουμε τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ, τὸν Ἄρτο τῆς Ἀθανασίας καὶ νὰ μπορέσουμε νὰ ἀποκτήσουμε μέσα μας το Ἅγιο Πνεῦμα.

« Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἦρθε σὰν νήπιο πλάι στὰ νήπια, ὄχι γιὰ ἐκεῖνον, ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἦταν νήπιος, ἔτσι μποροῦσε νὰ τὸν χωρέσει μόνο : ὡς ἄνθρωπο ».

Καὶ γι’ αὐτὸ ὁ Παῦλος λέει στοὺς Κορινθίους: “ Σᾶς πότισα μὲ γάλα, ὄχι τροφή · γιατί δὲν μπορεῖτε νὰ τὴν βαστάξετε ”. Αὐτὸ σημαίνει : “Μαθητεύσατε στὴν κατ’ ἄνθρωπον παρουσία τοῦ Κυρίου , δὲν ἐπαναπαύεται ἀκόμη τὸ Πνεῦμα τοῦ Πατρὸς σὲ σᾶς, λόγω τῆς ἀδυναμίας σας ”. Ὁ Ἀπόστολος, λοιπὸν, μποροῦσε νὰ τοὺς δώσει τὴν τροφή , ἐκεῖνοι ὅμως δὲν μποροῦσαν νὰ τὴν δεχθοῦν.

Ἔτσι καὶ ὁ Θεὸς μποροῦσε ἐξαρχῆς νὰ χαρίσει τὸ τέλειο στὸν ἄνθρωπο· ὁ ἄνθρωπος ὅμως, ἐπειδὴ εἶχε μόλις πλαστεῖ, δὲν ἦταν ἕτοιμος νὰ τὸ λάβει κι ἀκόμα κι ἂν τὸ λάμβανε δὲν θὰ μποροῦσε νὰ τὸ χωρέσει μέσα Του κι ἂν ἀκόμη τὸ χώραγε, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ τὸ καταλάβει καὶ νὰ τὸ ἀντιληφθεῖ σὲ βάθος. Καὶ γι’ αὐτό ο Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἂν καὶ ἦταν τέλειος, ὅμως ἦρθε σὰν νήπιο πλάι στὰ νήπια, ὄχι γιὰ Ἐκεῖνον, ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἦταν νήπιος ἔτσι μποροῦσε νὰ τὸν χωρέσει μόνο : ὡς ἄνθρωπο.

Μέσα ἀπὸ αὐτὴ τὴ διαδικασία καὶ μὲ αὐτοὺς τοὺς ρυθμοὺς καὶ αὐτὴν τὴν ἀγωγή , ὁ κτιστὸς καὶ πλασμένος ἄνθρωπος γίνεται κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν τοῦ ἄκτιστου Θεοῦ . Καθὼς ὁ Πατὴρ εὐδοκεῖ καὶ κελεύει , ὁ Υἱὸς πράττει καὶ δημιουργεῖ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τρέφει καὶ αὐξάνει, ὁ ἄνθρωπος σιγά-σιγὰ προκόβει καὶ ἀνέρχεται στὸ τέλειο ·

δηλαδὴ πλησιάζει τὸν Ἄκτιστο . Γιατί τέλειος εἶναι μόνο ὁ Ἄκτιστος , δηλαδὴ ὁ Θεός . Ἔπρεπε, λοιπὸν, ὁ ἄνθρωπος πρῶτα νὰ πλαστεῖ καὶ πλασμένος νὰ μεγαλώσει καὶ ὄντας μεγάλος νὰ ὡριμάσει κι ὥριμος πιὰ νὰ ἀναπτυχθεῖ κι ἀναπτυγμένος νὰ ἐνισχυθεῖ καὶ ἐνισχυμένος νὰ δοξαστεῖ καὶ δοξασμένος νὰ δεῖ τὸν Δεσπότη Του . Γιατί Θεὸς εἶναι Αὐτὸς ποὺ πρόκειται νὰ δοῦμε καὶ ἡ ὅραση τοῦ Θεοῦ, ἠ Θεοπτία, παρέχει τὴν ἀφθαρσία· καὶ “ἡ ἀφθαρσία ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο κοντὰ στὸν Θεό”. (Σόφ. Σόλ. στ’ 19)

(Από το: “Ἔλεγχος καὶ ἀνατροπὴ τῆς ψευδωνύμου γνώσεως”, OSTRACON PUBLISHING, 2017)

=====================================================

Από το Συναξάρι – Τα άγια Θεοφάνεια

Μετά τριάντα έτη εν κρυπτώ βίου, έχοντας διανύσει όλα τα στάδια ζωής ενός κοινού ανθρώπου και έχοντας δώσει με τη διαγωγή του το πρότυπο της ταπείνωσης, της υπακοής στους γονείς και της υποταγής στον Νόμο, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός εγκαινίασε το δημόσιο κήρυγμα και την πορεία που θα Τον οδηγούσε ως το Πάθος, με μία τρανή αποκάλυψη της θεότητάς Του.

Ο Πατήρ και το Άγιον Πνεύμα έδωσαν μαρτυρία ότι ο Ιησούς είναι αληθώς ο Μονογενής Υιός του Θεού, ομοούσιος τω Πατρί, το δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο Λόγος που έγινε σαρξ για τη δική μας σωτηρία, ο Σωτήρ που ανήγγειλαν οι Προφήτες, και ότι στο Πρόσωπό Του η Θεότητα ενώθηκε ασυγχύτως με την ανθρώπινη φύση μας κάνοντας την να λάμπει από τη δόξα Του.

Γι’ αυτό το λόγο η εορτή του Βαπτίσματος του Χριστού ονομάσθηκε Επιφάνεια ή Θεοφάνεια : δηλαδή φανέρωση της θεότητος του Χριστού και πρώτη σαφής αποκάλυψη του Μυστηρίου της Αγίας Τριάδος.

Από την Ναζαρέτ της Γαλιλαίας ο Χριστός ήλθε τότε στην Ιουδαία, στις όχθες του Ιορδάνη. Εκεί συνήθιζε να κηρύττει ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, αφού προετοιμάσθηκε επί τριάντα χρόνια στην έρημο, με άσκηση, αποκοπή τού σαρκικού φρονήματος και προσευχή· καλούσε τους Εβραίους να μετανοήσουν και βάπτιζε στα ύδατα του ποταμού το πλήθος κόσμου που προσέρχονταν εξαιτίας της φήμης του Προδρόμου ως δικαίου και μεγάλου προφήτη του Θεού.

Ανώτερο από τους καθαρμούς και το τελετουργικό λουτρό που υποδείκνυε ο Νόμος για την κάθαρση των ρύπων του σώματος (Λευϊτ. 15), το βάπτισμα του Ιωάννη δεν χορηγούσε παρ’ όλα αυτά άφεση των αμαρτιών – αυτή θα την εξασφάλιζε ο Σταυρός και η θυσία του Χριστού – καταδίκαζε όμως την ανόσια διαγωγή των Εβραίων και τις παρανομίες τους υπενθυμίζοντας ότι πλησιάζει η Ημέρα της Κρίσεως :

ο «μείζων εν γεννητοίς γυναικών» Ιωάννης (Ματθ. 11:11) τους οδηγούσε στη συνειδητοποίηση των αμαρτημάτων και στον πόθο μετανοίας και προετοίμαζε τις καρδιές ώστε να αναζητήσουν Εκείνον του οποίου είχε ταχθεί Πρόδρομος. «Εγώ μεν βαπτίζω υμάς εν ύδατι εις μετάνοιαν. Ο δε οπίσω μου ερχόμενος ισχυρότερός μου εστίν, ου ουκ ειμί ικανός τα υποδήματα βαστάσαι. Αυτός υμάς βαπτίσει εν Πνεύματι αγίω και πυρί» (Ματθ. 3:11-12, Λουκ. 3:16, Μαρκ. 1:8).

Μέσα στο πλήθος που προσέρχονταν για να εξομολογηθούν τα αμαρτήματά τους και να βαπτιστούν στα ύδατα, ο Ιησούς προχώρησε προς τον Ιωάννη και του ζήτησε να βαπτισθεί. Εν τη απείρω φιλανθρωπία του ο Υιός του Θεού δεν αρκέστηκε να ενδυθεί το θνητό μας σαρκίο αλλά Εκείνος, ο Αθώος, ο Αμνός του Θεού ο άμωμος, προσέλαβε ακόμη και την κατάσταση του αμαρτωλού.

Ο Ιωάννης που, εκ κοιλίας μητρός του, τον είχε αναγνωρίσει ως Μεσσία, αναπηδώντας από χαρά (Λουκ. 1:41), άρχισε να τρέμει από φρίκη ενώπιον τέτοιου τολμήματος: Πώς ο δούλος θα αποτολμούσε να καθάρει εν ύδατι τον Βασιλέα του Σύμπαντος; Πώς το δημιούργημα, ο πηλός θα τολμούσε να πλησιάσει τον ενσαρκωθέντα Λόγο χωρίς φόβο ότι η θεότητα θα τον κατακαύσει, όπως η φωτιά το ξερό χόρτο ; Ο Μωυσής και οι μέγιστοι των προφητών δεν τον είχαν αντικρίσει μόνο από μακριά (Εξ. 33:20-23) ή υπό μορφή σχημάτων και συμβόλων; Πώς θα τολμούσε να θέσει την χείρα του πάνω στην σκυμμένη κεφαλή τού Δημιουργού του για να τη βυθίσει στα ύδατα ;

Ο Ιησούς του είπε: «Άφες άρτι. Ούτω γαρ πρέπον εστίν ημίν πληρώσαι πάσαν δικαιοσύνην» (Ματθ. 3:15).

Όπως την παραμονή του Πάθους Του ο Χριστός διέταξε τον Πέτρο να Τον αφήσει να Του πλύνει τα πόδια (βλ. Ιω. 13:6-9), έτσι και σήμερα ο Χριστός απωθεί τον ανθρώπινο φόβο του δούλου Του, που στέκει έντρομος ενώπιον μιας τέτοιας κενώσεως της θεότητος, και αναγγέλλει ότι με την Ενανθρώπησή Του ήλθε όχι μόνο για να πληρώσει τις εντολές του Νόμου, αλλά για να εγκαινιάσει νέα και τελειότερη δικαιοσύνη : εκείνη της ταπείνωσης, της εκούσιας θυσίας και της αγάπης. Ο Ιωάννης, εκπρόσωπος της Παλαιάς Διαθήκης, υποτάσσεται στην εντολή τού Κυρίου και καθίσταται ο υπουργήσας την πράξη εγκαινιασμού της Καινής Διαθήκης.

Καθαρός και αθώος από κάθε αμαρτία και κατά συνέπεια απαλλαγμένος από την αισχύνη που κυρίευσε τον Αδάμ (βλ. Γεν. 3:7-11), ο Χριστός ο νέος Αδάμ, κατήλθε γυμνός στον «υδατόστρωτο τάφο» (Ειρμός β’ ωδής Κανόνος Θεοφανείων), σημαίνοντας έτσι την προσεχή κάθοδό του στα σκοτάδια του Άδη και την παραμονή του εντός τού μνήματος. Βυθίζεται στα ύδατα και κατά τις προρρήσεις των προφητών συντρίβει τη δύναμη του Σατανά που είχε αποτραβηχτεί στα βάθη τους (Ψαλμ. 73:13) και αναδύεται νικητής, αγγέλλοντας έτσι την Ανάστασή Του την τρίτη μέρα και την ανόρθωση του ανθρώπινου γένους αφού αποπλυθεί και καθαριστεί από την αμαρτία.

Οι ουρανοί, κλειστοί μετά την πτώση των πρωτοπλάστων, ανοίχθηκαν τότε άνωθεν Αυτού και η φωνή τού Πατρός από ψηλά μαρτύρησε: «Ούτος εστίν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα» (Ματθ. 3:17). Το Άγιο Πνεύμα συνένευσε με τη δική του μαρτυρία, επιφοιτώντας εν είδει λευκής περιστεράς –συμβόλου ειρήνης, πραότητας και συμφιλίωσης Θεού και ανθρώπων (Γεν. 8)– και κατέδειξε, ως «θείος δάκτυλος», ότι αυτός ο γυμνός άνθρωπος ήταν ο σαρκωθείς Μονογενής Υιός του Πατρός, και ότι αυτός και όχι ο Ιωάννης, όπως νόμιζαν πολλοί Εβραίοι, ήταν ο αναμενόμενος Μεσσίας.

Με το βάπτισμά Του στον Ιορδάνη, ο Χριστός προανήγγελλε ότι θα λυτρώσει την ανθρωπότητα από το θάνατο και θα τον οδηγήσει στην επίγνωση της Αγίας Τριάδος δια του θανάτου και της Αναστάσεώς Του.

Πολλές φορές στο παρελθόν ο Θεός είχε αποκαλυφθεί με θαύματα και σημεία, σε ενύπνια και οράσεις, διαμέσου των Αγγέλων, με εμπνευσμένα μηνύματα στους προφήτες ή διαμέσου θαυματουργικών παρεμβάσεων στην Ιστορία του Ισραήλ, για να παιδαγωγήσει, να τιμωρήσει ή να παρηγορήσει τον ατίθασο λαό του που έκλινε διαρκώς προς την ειδωλολατρία και την πολυθεΐα. Γι αυτό ακριβώς φανέρωνε τότε με σθένος την ενότητά του. «Εγώ ειμί ο Ων», είπε στον Μωυσή στην άφλεκτο βάτο (Εξ. 3:14). Και όταν αποκαλύφθηκε στη φωτιά στο όρος Σινά είπε: «Άκουε, Ισραήλ. Κύριος ο Θεός ημών Κύριος εις εστί. Και αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της δυνάμεώς σου» (Δευτ. 6:4, Ματθ. 22:37).

Σήμερα όμως, ο Πατήρ και το Άγιο Πνεύμα συμμαρτυρούν επιβεβαιώνοντας ότι αυτός ο άνθρωπος που ανέρχεται από τα ύδατα είναι ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού, ο οποίος με την Ενσάρκωσή Του μας αποκάλυψε την δόξα του Θεού και μας κατέστησε γνωστό ότι η μία και μόνη φύσις του Θεού μετέχεται αρρήτως, χωρίς ωστόσο να διαιρείται, στον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιον Πνεύμα. Θεός ο Πατήρ, Θεός ο Υιός, Θεός και το Άγιον Πνεύμα: όχι τρεις θεοί, αλλά τρία Πρόσωπα (υποστάσεις) σε μία φύση (ουσία). Τρεις ήλιοι ή τρεις φωστήρες, διαφανείς ο ένας από τον άλλον, που ενώνονται αλλά δεν συγχέονται μέσα στο ενιαίο φως τους.

Μυστήριο μυστηρίων, ασύλληπτο για την ανθρώπινη διάνοια και τη θεωρία των αγγέλων, το οποίο ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, με το Βάπτισμά Του στον Ιορδάνη και το «βάπτισμά» Του στο θάνατο, όχι μόνο μας το γνώρισε εξωτερικά, αλλά μας έκανε κοινωνούς του. «Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν, και εθεασάμεθα την δόξα αυτού, δόξαν ως Μονογενούς παρά Πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας» (Ιω. 1:14).

Με την ανάβασή Του προς τον Θεό, μετά την εκ νεκρών Ανάστασή Του, για να καθίσει με το σώμα εις τα δεξιά του Πατρός, ανοίγει οριστικά τους ουρανούς στην ανθρώπινη φύση και την καθιστά ικανή να συμμετέχει, δια της χάριτος του αγίου Πνεύματος, στην κοινή και αιώνια δόξα και στο κοινό και αιώνιο φως της Αγίας Τριάδος.

Ορισμένοι αναφέρουν ότι η λάμψη αυτή της δόξης του Θεού, αυτό το φως το φαεινότερο από κάθε άλλο φως του κόσμου, έγινε αισθητό τη στιγμή του Βαπτίσματος του Χριστού, όπως και την ημέρα της θείας Μεταμορφώσεως στο Θαβώρ (6 Αυγ.), διότι το απαστράπτον φως της θεωμένης ανθρώπινης φύσης του Χριστού είναι εκείνο που μας μυσταγωγεί στο φως της Αγίας Τριάδος.

(Από το βιβλίο: “Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας”, υπό Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου. Τόμος πέμπτος, Ιανουάριος. Εκδόσεις “Ίνδικτος”, σελ. 74)

(Πηγή ψηφ. κειμένου: koinoniaorthodoxias.org)

==================================================

Αν θέλετε να δείτε τι εστί ορθοδοξία, μελετήστε τα περιστατικά της επισκέψεως του Νεεμάν του Σύρου που αναφέρονται στην Παλαιά Διαθήκη, εκεί κάτω στις όχθες του Ιορδάνου ποταμού.

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Ο Νεεμάν ήταν ένας Βασιλιάς και στρατηγός της Συρίας, ο οποίος λεπρώθηκε και πείστηκε από την υπηρέτριά του, που ήταν Εβραία, να πάει στην πατρίδα και να επισκεφτεί στον Ιορδάνη ποταμό, τον Προφήτη Ελισσαίο.

Πράγματι ο Νεεμάν πήγε και όταν έφτασε στον Ιορδάνη ποταμό, ο Ελισσαίος χωρίς να βγει και να τον δει καθόλου, λέει στον υποτακτικό του, να του πει να βυθιστεί στο Ιορδάνη ποταμό 7 φορές. Ο στρατηγός νόμιζε, ότι ο Προφήτης θα έβγαινε έξω και θα προσεύχονταν με τα χέρια πάνω, για να τον κάνει καλά, αλλά το να βυθιστεί 7 φορές στον Ιορδάνη, αυτό δεν μπόρεσε να τι καταλάβει.

Πήρε τα πράγματα εγωιστικά και είπε:- Εγώ έχω στην πατρίδα μου τον Αβανά και τον Φαρφάν. Μεγάλα ποτάμια. Δεν μπορούσα να βυθιστώ σε εκείνα τα ποτάμια για να γίνω καλά; Έπρεπε να έρθω σε αυτό το αυλάκι (!) να βυθιστώ;

Και γυρίζει, για να επιστρέψει στην πατρίδα του.

Κάποιος όμως μυαλωμένος υπήκοός του μπήκε στη μέση και του είπε:- Πού πάμε στρατηγέ; Ήρθαμε από την άκρη του κόσμου και επιστρέφουμε; Τί σου ζήτησε ο άνθρωπος; Χρυσό σου ζήτησε; Τί σου ζήτησε; Να πας, να βυθιστες για να γίνεις καλά! Κατέβα λοιπόν κάτω, να πας να αφήσεις τη λέπρα εδώ…

Πείστηκε τελικώς ο στρατηγός και κατέβηκε από το άλογό του και βυθίστηκε 7 φορές στον Ιορδάνη. Την 7η φορά όταν βγήκε επάνω, είχε μείνει όλη του η λέπρα κάτω και το δέρμα του ήταν σαν μικρού παιδιού !!

Θα μου πείτε, τι σχέση έχουν αυτά τα πράγματα με την Ορθοδοξία ; Μεγάλη σχέση έχουν ! Ο Ιορδάνης δεν είναι κάποιος ποταμός μεγάλος που λέγεται Προτεσταντισμος, που λέγεται Παπισμός, που λέγεται Βουδισμός. Ο Ιορδάνης είναι η μικρή Ορθοδοξία με τα 7 μυστήρια, με τις 7 καταδύσεις, που τον πλένει τον άνθρωπο και του απορρίπτει την λέπρα (την αμαρτία) . Εκεί υπάρχουν όλα , εκεί γράφονται όλα είτε θέλουμε να το καταλάβουμε , είτε όχι. Κανένα ποτάμι δεν βγάζει λέπρα από το άνθρωπο . Καμμία θρησκεία δεν βγάζει λέπρα από τον άνθρωπο , παρά μόνο η Ορθόδοξη . Δεν είναι εγωιστικό αυτό , αλλά είναι η πραγματικότητα . Μη πλανάστε !

Δημήτριος Παναγόπουλος ο Ιεροκήρυκας (1916 – 1982)

==============================================

Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου σου Κύριε

ἡ τῆς Τριάδος ἐφανερώθη προσκύνησις,

τοῦ γὰρ Γεννήτορος ἡ φωνὴ προσεμαρτύρει σοι , ἀγαπητὸν σε Υἱὸν ὀνομὰζουσα

καὶ τὸ Πνεῦμα , ἐν εἴδει περιστερᾶς , ἐβεβαίου τοῦ λόγου τὸ ἀσφαλὲς .

Ὁ ἐπιφανεὶς Χριστὲ ὁ Θεὸς καὶ τὸν κόσμον φωτίσας , δόξα σοι.

===========================================

~ Νόβακ Τζόκοβιτς“Πρώτα είμαι Ορθόδοξος Χριστιανός και μετά αθλητής”.

Ο όρθιος άνθρωπος ενοχλεί, γιατί δείχνει πόσο έχουν σκύψει οι υπόλοιποι. Συχνά, χρειάζεται να μην «παίξεις» για να αποδείξεις ότι είσαι νικητής!

Μπορεί να είναι εικόνα 1 άτομο, στέκεται και εσωτερικός χώρος

H τρέχουσα περιπέτεια του κορυφαίου παγκοσμίως αντισφαιριστή στην Αυστραλία με τα διεθνή μέσα ενημέρωσης και δημόσια πρόσωπα να του επιτίθενται βάναυσα σπιλώνοντας τον, μας υπενθύμισε μια παλαιότερη δήλωση του Σέρβου αθλητή που πραγματικά τον ξεχωρίζει:

Ένας από τους κορυφαίους τενίστες και πρώην νούμερο ένα στην παγκόσμια κατάταξη ο Νόβακ Τζόκοβιτς δεν διστάζει να δηλώσει Ορθόδοξος Χριστιανός, ενώ είναι γνωστός και για την έντονη φιλανθρωπική δράση που έχει αναπτύξει.

Δεν είναι λίγες οι φορές που ο Νόβακ Τζόκοβιτς κατά την διάρκεια ενός αγώνα επικαλείται το όνομα του Κυρίου ή φοράει γύρω από τον λαιμό του τον Σταυρό, μαρτυρώντας την πίστη του.

Για εκείνον η πίστη είναι πάνω από τους 68 τίτλους και τα 12 Γκραντ Σλαμ που έχει κερδίσει μέχρι τώρα στην καριέρα του.

Να αναφερθεί ότι ο διάσημος τενίστας έχει τιμηθεί από τον Πατριάρχη Σερβίας κ. Ειρηναίο για την προσφορά του με την ανώτατη τιμή του Πατριαρχείου, ενώ στην απονομή της διάκρισης είχε δηλώσει ότι: ”Αυτός είναι ο σημαντικότερος τίτλος της ζωής μου, καθώς πρώτα απ’ όλα είμαι Ορθόδοξος Χριστιανός και μετά αθλητής”.

Ακόμη ο Νόβακ Τζόκοβιτς διαθέτει την περιουσία του στην υπηρεσία των φτωχών, καθώς όπως τονίζει είναι το λιγότερο που μπορεί να κάνει μετά από την υποστήριξη που έχει λάβει από τους συμπατριώτες του.

Να σημειωθεί ότι τον περασμένο Δεκέμβριο προσέφερε το ποσό των 95.000 ευρώ για την ανακαίνιση ενός παιδικού σταθμού στην πόλη Ποζέγκα, όπου φιλοξενούνται παιδιά από 3 έως 5 ετών.

Η νέα του φιλανθρωπική δράση είναι η δημιουργία ενός εστιατορίου, το οποίο θα προσφέρει δωρεάν σίτιση σε φτωχούς και άστεγους.

”Τα χρήματα δεν είναι ένα πρόβλημα για μένα. Έχω κερδίσει αρκετά για να σιτίσω ολόκληρη τη Σερβία. Νομίζω ότι το αξίζουν, μετά την υποστήριξη που έλαβα από αυτούς” – δήλωσε χαρακτηριστικά ο Νόβακ

=================================================

Μιὰ ὀρθόδοξη θεώρησι τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη καὶ τὸν Θεόδωρο Ντοστογιέφσκυ

 

Του μακαριστού π. Ἀθανάσιος Γέφτιτς*

Μόλις εἶχε τελειώσει ὁ Α´ Παγκόσμιος Πόλεμος καὶ εἶχε καταρρεύσει ἡ Γερμανία, ἐνῷ οἱ Μπολσεβίκοι στὴν Ρωσσία εἶχαν νικήσει, ὁ γερμανὸς (λογοτέχνης) Χέρμαν Ἔσσε ἔγραφε, σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα κείμενά του (1919), γιὰ τὸν Ντοστογιέφσκυ περίπου τὰ ἑξῆς:

«Αὐτὸς εἶναι ἐπικίνδυνος γιὰ τὴν Δύσι. Οἱ ἥρωές του, οἱ Καραμαζώφ, εἶναι ἀνατολικοὶ τύποι, πολὺ ἐπικίνδυνοι, σκοτεινοί, μὲ ἀσιατικὸ βάθος καὶ ἀποτελοῦν ἄμεσο κίνδυνο γιὰ τὸν δυτικὸ ἄνθρωπο».

Αὐτὴ ἡ πόλωση, «Ἀνατολικοὶ – Δυτικοί», ποὺ ἔβλεπε τότε ὁ Ἔσσε, τὴν ἔχουν λίγο-πολὺ καὶ σήμερα οἱ περισσότεροι, ποὺ γράφουν γιὰ μᾶς τοὺς ὀρθοδόξους λαούς… Εἶναι, ὅμως, τραγικὴ εἰρωνεία τῆς ἱστορίας ὅτι ὁ Χ. Ἔσσε, ἀφοῦ πέρασε καὶ ὁ Β´ Παγκόσμιος Πόλεμος καὶ πάλι οἱ Γερμανοὶ ἠττήθησαν στὰ Βαλκάνια, ἔγινε βουδδιστής, δηλαδὴ ἄκρως Ἀνατολικός.

Καὶ διερωτᾶται κανείς, μήπως οἱ λεγόμενοι Δυτικοὶ εἶναι πιὸ κοντὰ στοὺς ἄπω Ἀνατολίτες, παρὰ σὲ μᾶς ἐδῶ τοὺς κοντινοὺς Βαλκάνιους. Ὅμως, ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, ὄχι μόνο ποὺ δὲν εἴμαστε Δυτικοί, ἀλλ᾿ οὔτε καὶ Ἀνατολικοί του Ἔσσε· δὲν εἴμαστε Εὐρωπαῖοι τοῦ Ἔσσε, ἀλλ᾿ ἀκόμη λιγότερο Ἀσιάτες του.

Οἱ ἥρωες τοῦ Ντοστογιέφσκυ καὶ τοῦ Παπαδιαμάντη δὲν κατατάσσονται στὰ σχήματα αὐτά, οὔτε ἐξηγοῦνται ἀπὸ αὐτά : « Ἀνατολὴ-Δύσι , Εὐρώπη-Ἀσία , Ἀνατολικοί-Δυτικοί ». 

Ἡ γεωγραφικὴ καὶ πνευματικὴ πατρίδα τους, ἀλλὰ καὶ ἡ δική μας, εἶναι ἡ Ἀνατολικὴ Μεσογειακὴ λεκάνη μὲ τὰ περίχωρά της, ὅπου περιλαμβάνονται ἡ χερσόνησος τοῦ Αἴμου, τὰ Βαλκάνια (ἀλλὰ καὶ ἡ Ρωσσία), ἡ Μ. Ἀσία, ἡ Παλαιστίνη, ἡ Μεσοποταμία, ἡ Αἴγυπτος, ἡ Β. Ἀφρικὴ καὶ ἡ Ν. Ἰταλία, δηλαδὴ ἡ γεωγραφικὴ καὶ πνευματικὴ περιοχὴ τοῦ Βυζαντίου, ὅπου γεννήθηκε ὁ Χριστιανισμός, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀρχαῖος ἑλληνικὸς πολιτισμός, καὶ ὅπου γεννήθηκε καὶ ἀναπτύχθηκε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μὲ τὴν παράδοσί της τὴν ζωντανή.

Τὰ πρόσωπα, ποὺ βρίσκομε στὰ ἔργα τοῦ Ντοστογιέφσκυ καὶ τοῦ Παπαδιαμάντη, δὲν μπαίνουν καὶ δὲν ἐξηγοῦνται στὰ πλαίσια αὐτά: «Ἀνατολή-Δύσι», οὔτε στὴν πόλωσι αὐτήν : «Εὐρώπη-Βαλκάνια». Ὄχι πῶς δὲν εἶναι καὶ Ἀνατολικοὶ καὶ Δυτικοί, ἀλλὰ δὲν ἐξαντλοῦνται σ᾿ αὐτὸ τὸ σχῆμα, ὅπως δὲν ἐξαντλούμεθα ἐμεῖς σήμερα μὲ τὸ νὰ χωριζώμεθα σὲ Εὐρωπαίους καὶ Βαλκάνιους…

Ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ὁ Ντοστογιέφσκυ γεννήθηκαν καὶ ἀνατράφηκαν σ᾿ αὐτὸ τὸ ὀρθόδοξο ἐκκλησιαστικὸ περιβάλλον. Εἶναι γνωστὴ ἡ σχέσι καὶ τῶν δυό με τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία καὶ εἰδικὰ μὲ τὰ Μοναστήρια, καὶ διαπιστώνεται αὐτὴ ἡ σχέσι στὰ ἔργα τους, μὲ διαφορὲς βέβαια, ἀλλὰ καὶ μὲ μία ἐσωτάτη ταυτότητα.

 Οἱ Κολλυβάδες τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ οἱ Στάρετς (Γέροντες) τοῦ Ντοστογιέφσκυ ἦσαν φορεῖς τῆς ζωντανῆς αὐτῆς παραδόσεως τοῦ Ἡσυχασμοῦ. Οἱ Στάρετς τῆς Ρωσίας – καὶ ὄχι μόνον τῆς Ὄπτινα στὰ μετέπειτα ἔργα τοῦ Ντοστογιέφσκυ, ἀλλὰ καὶ τοῦ (ἁγίου) Τύχωνος τοῦ Ζαντόνκ, ἐπισκόπου καὶ ἀσκητοῦ – καὶ οἱ Κολλυβάδες μαρτυροῦν προσωπικά, καὶ ὄχι μόνο με τὰ ἔργα τους ἣ τὰ γραπτά τους, ἐκεῖνο ποὺ βρίσκεται στὸ βάθος τῆς ἀνθρωπολογίας τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Ντοστογιέφσκυ : Τὸ ἀνθρώπινο πρόβλημα, ἡ ἀνθρώπινη μοίρα, ἂν θέλετε, ἢ τὸ πεπρωμένο του· ὄχι , ὅμως, μὲ τὴν ἐξωχριστιανικὴ ἔννοια τοῦ κρίματος ἢ τῶν κριμάτων τοῦ Θεοῦ. Κι ἑπομένως μαρτυροῦν γιὰ τὸ ἀνθρωπολογικὸ καὶ ἀνθρωπιστικὸ πρόβλημα.

Πόσα χρωστᾶ ὁ Ντοστογιέφσκυ στὰ Μοναστήρια, στὸν ἅγιο Τύχωνα καὶ στοὺς Στάρετς ἐν συνεχείᾳ καὶ πόσα χρωστᾶ ὁ Παπαδιαμάντης στὸν πατέρα του ἱερέα, ἀλλὰ καὶ στὴν παράδοση τῶν Κολλυβάδων στὴν Σκιάθο… 

Ἀπὸ τὰ παιδικά τους χρόνια ἦσαν πολὺ ποτισμένοι μὲ τὶς ἐμπειρίες αὐτὲς καί, ὅπως λένε καὶ οἱ δυό, ἀλλὰ τὸ ἐκφράζω μὲ τὰ λόγια του Κ. Παλαμᾶ, ὅτι ἦσαν παιδιά: . Ἴσως δὲν τὸ ξέρομε ἀκριβῶς, ἀλλὰ ξέρομε ὅτι μένει πάντα μέσα του, καὶ στὸν πλέον ἀλλαγμένο ἄνθρωπο – ἀλλαγμένο ἀπὸ τὴν ἡλικία, ἀπὸ τὰ πάθη, ἀπὸ τὴν σκέψι – μένει κάτι ἀπὸ τὸ παιδί . Καὶ ἦσαν παιδιὰ ὅταν ἔζησαν τὴν βαθειὰ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, τὴν βαθειὰ ἐμπειρία τῶν ἡρῴων της Βίβλου , ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ἔτσι νὰ πῶ.

Ὁ Ντοστογιέφσκυ τὸ περιγράφει βάζοντας τὸν στάρετς Ζωσιμᾶ , ποὺ ὡς μικρὸς βρέθηκε στὸν ναὸ τὴν Μ. Ἑβδομάδα , ὅταν διαβαζόταν τὸ βιβλίο τοῦ Ἰώβ. Καὶ εἶναι γνωστό, πὼς ἐκεῖ ἔζησε ὁ στάρετς Ζωσιμᾶς, δηλαδὴ ὁ ἴδιος ὁ Ντοστογιέφσκυ, τὸ μεγάλο μυστήριο , κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ πεπερασμένη γήινη μορφὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ αἰώνια Ἀλήθεια , ἡ μορφὴ τοῦ Θεοῦ , συναστήθηκαν, ἀγγίχτηκαν μαζί . Καὶ ἡ γήινη δικαιοσύνη – μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀληθείας , διότι τὸ ῥωσσικὸ « πράβδα » ἔχει καὶ τὴν ἔννοια τῆς ἀληθείας – συναντήθηκε μὲ τὴν αἰώνια ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ . Καὶ ὁ Ἰὼβ ἀπήντησε : «Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τοὺς αἰῶνας ».

Ὁ Παπαδιαμάντης, στὸ καταπληκτικὸ κείμενό του: « Φωνὴ αὔρας λεπτῆς », γραμμένο τὸ 1901 , (σχολιάζοντας) ἕνα εἱρμὸ ἀπὸ τὴν ἑορτὴ τοῦ προφήτου Ἠλιοῦ , γράφει : « Ὁ Θεὸς ἐφανερώθη εἰς τὸν Προφήτην ὄχι ἐν τῷ πνεύματι τῷ βιαίῳ , ὄχι ἐν τῷ συσσεισμῷ , ὄχι ἐν πυρί , ἀλλ᾿ ἐν φωνῇ αὔρας λεπτῆς . Καὶ ἡ φωνὴ τῆς αὔρας τῆς λεπτῆς εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ πράου Ἰησοῦ , εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ Εὐαγγελίου ».

Ἐν συνεχείᾳ τελειώνει τὸ πολὺ μικρὸ καὶ πολὺ χαρακτηριστικὸ αὐτὸ ἄρθρο – γιὰ νὰ ποῦμε ὅτι δὲν εἶναι ὅλα τὰ διηγήματα , οὔτε ἀκόμη λιγότερο ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ Παπαδιαμάντη τῆς ἴδιας ἀξίας , οὔτε τοῦ Ντοστογιέφσκυ , στὸ ἴδιο ἐπίπεδο , ἀφοῦ ὡς ἄνθρωποι πάλευαν καὶ ἀποτύπωναν – τελειώνει ἀναφέροντας τὸ ποίημα τοῦ Πινδάρου , ὅπου «οἰονεὶ (:σὰν νὰ) προφητεύει » γιὰ τὸν Χριστό , ἀφοῦ « τοιοῦτος Θεός, ἥρως καὶ ἄνθρωπος οὐδεὶς ἄλλος ὑπάρχει , εἰ μὴ ὁ Ἰησοῦς Χριστός ».

Φαίνεται μία μεγάλη ἀγάπη τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Ντοστογιέφσκυ γιὰ τὸν Χριστό. 

Εἶναι γνωστὸ τὸ γράμμα τοῦ Ντοστογιέφσκυ στὸν Φονβίζιν (τὸ 1854), ποὺ λέει παράδοξα: « Ἂν ἡ ἀλήθεια, ἂς ὑποθέσωμε , θὰ ἀπέκλειε τὸν Χριστό , ἐγὼ θὰ ἔμενα μὲ τὸν Χριστὸ κι ὄχι μὲ τὴν ἀλήθεια ». Παράδοξο, παραδοξότατο , ( ἀφοῦ ὁ Χριστὸς ὁ ἴδιος εἶναι ἡ Ἀλήθεια , ἡ Αὐτοαλήθεια , Ἰωάν. ιδ´ 6 ) , ἀλλ᾿ ἀληθηνέστατο. Ὁ Τ. Χρυσάφης, σ᾿ ἕνα βιβλίο του, γράφει γιὰ τὴν θεολογικὴ σκέψι τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ λέει :

« Σπάνια συναντοῦμε τὴν λέξι Θεός . Στὰ γραπτά του μιλάει γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ ἀπευθύνεται στὸν Χριστό » . Ὁ Τέσλαν Μίλος ἔχει γράψει ἕνα ἄρθρο γιὰ τὸν Ντοστογιέφσκυ καὶ λέει : « Δὲν βρῆκε τὸν Θεό , ἔχασε τὸν Θεὸ καὶ πιάστηκε ἀπὸ τὸν Χριστό ». Καὶ τὸ θεωρεῖ κατάντημα τοῦ Ντοστογιέφσκυ αὐτό. Ὅμως, τί ἄλλο θὰ μποροῦσε νὰ γράψη ἕνας καθολικὸς καὶ ποῦ ἀλλοῦ θὰ μποροῦσε νὰ τὸν ὁδηγήση ἡ θρησκεία του ; Πῶς νὰ καταλάβη γιατί ὁ Ντοστογιέφσκυ πιάστηκε ἀπὸ τὸν Χριστό…

Ὁ Παπαδιαμάντης τὴν ἴδια ὁμολογία δίνει ὅταν λέῃ: « Ἐν ὅσῳ ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρονῶ δὲν θὰ παύσω πάντοτε νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστόν μου… ».

Διότι δὲν ἀρκεῖ κάποιος θεός, οὔτε κάποια θρησκεία. Ὁ Θεός μας εἶναι Θεὸς ἐνσαρκωμένος στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ . Θεὸς ποὺ δὲν ἔλαβε σάρκα , ποὺ δὲν ἔζησε τὸν πόνο μας τὸν ἀνθρώπινο , τὴν ὕπαρξί μας , τὰ βάσανά μας , τί νὰ τὸν κάνωμε ; Ἔτσι καὶ οἱ θεοὶ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ποὺ ὁ Πλήθων στὴν « Γυφτοπούλα » ( τοῦ Παπαδιαμάντη ) θέλει νὰ τοὺς ἀποκαταστήσῃ , ὅπως ὁ Ἰουλιανὸς ὁ παραβάτης πρίν , εἶναι νεκροί .

Ὁ Ντοστογιέφσκυ πέρασε ἀπὸ τὸν μεγάλο πειρασμὸ ( τῆς Εὐρώπης ) καὶ μπολιάστηκε πάρα πολὺ ἀπὸ τὴν Δύσι , καὶ δὲν μποροῦσε (ἴσως) νὰ μὴ μπολιαστῇ. Διότι « ἀνένδεκτον (:ἀδύνατον) ἐστι τοῦ μὴ ἐλθεῖν τὰ σκάνδαλα », τοὺς πειρασμοὺς (Λουκ. ιζ´ 1). Ἀλλὰ πρέπει νὰ ξέρωμε ὅτι « πειρασμὸς ἡμᾶς οὐκ εἴληφεν (:κατέλαβε) εἰ μὴ ἀνθρώπινος » (Α´ Κορ. Ι´ 12 ) . Εἶναι ἀναπόφευκτο νὰ περάσωμε κι ἐμεῖς ( τέτοιο πειρασμό ) , διότι εἶναι ὄχι γεωγραφικές , ἀλλὰ πνευματικὲς κατηγορίες αὐτές . Ὁ δυτικὸς ἄνθρωπος εἶναι μέσα μας , εἶναι ὁ παλαιὸς Ἀδάμ . Καὶ παλεύουμε μέσα μας νὰ βγοῦμε, ἂν ὄχι Ἀνατολίτες, νὰ βγοῦμε τουλάχιστον ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας, ἄνθρωποι ὀρθόδοξοι, πέστε τὸ Βαλκάνιοι, Βυζαντινοί, Ἕλληνες, Σέρβοι, Ῥῶσσοι, κτλ, πάντως μὲ διαφορετικὴ γεῦσι ζωῆς, μὲ πείρα ἀνθρώπου διαφορετικὴ ἀπὸ ὅ,τι εἶναι ὁ δυτικὸς ἄνθρωπος.

Αὐτὸ ποὺ λέμε «δυτικὸς ἄνθρωπος», ἐμφωλεύει πάντα μέσα μας. Ἤξερε ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ὁ Ντοστογιέφσκυ τὴν χριστιανικὴ ἀλήθεια, ὅτι ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἐκ νεότητος ῥέπει πρὸς τὸ πονηρό. «Ἐκ νεότητός μου πολλὰ πολεμεῖ με πάθη». Γράφει τὸ 1875 σὲ μία ἐπιστολή του ὁ Παπαδιαμάντης: « Εἰς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ὑπάρχει μία ῥοπή, μία τάσις πρὸς τὴν διαφθοράν. Θέλει κανεὶς νὰ χαλασθῇ καὶ διὰ τούτου χαλνιέται ». Στὸν «Χρῖστο Μηλιώνη» μὲ ἄλλα λόγια γράφει: « Τὰ ὅρια τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς κακίας εἶναι τοσοῦτον δυσδιάκριτα ἐν τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει, ὥστε οἱ νεώτεροι ἐκ τῶν φιλοσοφούντων ἔχουν δίκαιον νὰ ἀνακηρύξουν ὡς ὅλως ἀνωφελῆ καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν ψυχολογίαν, ὅπως ἀνεκήρυξαν καὶ τὴν μεταφυσικήν ».

Λέει κι ἄλλα ὁ Παπαδιαμάντης γιὰ τὸ σκοτεινὸ ἄντρο τῆς συνειδήσεως τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ἀλλοῦ πάλι: «Ἡ αἰωνία τάσις τῆς ἀνθρωπίνης καρδίας εἰς τὸ νὰ ἀγαπᾷ πᾶν τὸ μισητόν». Καὶ μιλάει γιὰ αὐτολατρεία: « Ἐπέστη ὁ καιρὸς τῆς αὐτολατρείας καὶ πᾶσαι αἱ ἄλλαι θρησκεῖαι κατηργήθησαν ».

Ὁ κ. Μπαστιᾶς, (στὸ ὡραῖο βιβλίο του γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη), μιλάει γιὰ αὐτολατρεία τοῦ οὐμανισμοῦ, τοῦ ἀνθρωπισμοῦ. Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης τὸ εἶχε πῆ πολὺ πρὶν στὸν Μεγάλο Κανόνα του: «Αὐτείδωλον ἐγενόμην». Αὐτὸ εἶναι ἡ Δύσι: αὐτείδωλον. Καὶ αὐτὸ εἶναι μέσα μου…

Ὁ Ντοστογιέφσκυ εἶχε πολὺ μπολιαστεῖ ἀπὸ τὴν Εὐρώπη κι ἔλεγε: « Εἶναι χώρα τῶν θαυμάτων, ἀλλ᾿ εἶναι νεκροταφεῖο . Εἴμαστε εὐγνώμονες , πήραμε πάρα πολλὰ ἀπὸ τὴν Εὐρώπη καὶ θὰ πάρωμε καὶ τὴν εὐχαριστοῦμε, ἀλλ᾿ εἶναι πλέον καιρὸς νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὴν “αἰχμαλωσία τῆς Αἰγύπτου”, ἀπὸ τὴν Εὐρώπη ». Αὐτὸ ἔχει πολλὴ σημασία ἂν τὸ μετρᾶμε μὲ τὶς διαστάσεις ἑνὸς Ντοστογιέφσκυ.

Νομίζω πὼς καὶ ὁ Παπαδιαμάντης πέρασε κι αὐτὸς ἀπὸ τὸν βαθὺ πειρασμὸ τῆς Δύσεως. Ἦταν ἄνθρωπος εὐρωπαῖος, σύγχρονος, μορφωμένος, διαβασμένος, μετέφρασε (δυτικὰ ἔργα), ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ἀκριβῶς τὴν μέτρησε…, δὲν εἶπε ἀνάθεμα στὴν Εὐρώπη, ἀλλὰ τὴν ζοῦσε μέσα του.

Αὐτὸ εἶναι τὸ δράμα τοῦ ἀνθρώπου, τὸ δράμα τῶν λαῶν, ποὺ σήμερα ζοῦμε ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι λαοί. Γιατί τόσο δὲν θέλουν τοὺς Ῥώσσους, τοὺς Σέρβους καὶ τοὺς Ἕλληνες ; Γιατὶ εἶναι ἀπρόβλεπτοι, ἀπροσδόκητοι . Αὐτοὶ θέλουν τὸ σίγουρο, θέλουν τὸ καλούπι, θέλουν νὰ ἐλέγχουν. Αὐτὸ εἶναι φιλαρχία δαιμονικὴ στὸ βάθος τῆς στάσεως τῆς Εὐρώπης, γιὰ γνῶσι καὶ γιὰ κυριαρχία καὶ γιὰ ὅ,τι φαίνεται.

Ὁ π. Ἰουστίνος (Πόποβιτς) ἐμμένοντας στὸν Ντοστογιέφσκυ – δὲν ξέρω ἂν διάβασε τὸν Παπαδιαμάντη , δὲν τὸν ἀναφέρει – ἔλεγε ὅτι Παπισμὸς κατὰ βάθος εἶναι στὴν Εὐρώπη ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής . Ἡ νοοτροπία αὐτὴ νὰ κατέχῃς τὸν ἄλλον , νὰ τὸν γνωρίζῃς , νὰ τὸν κάνῃς εὐτυχισμένο , ἀλλὰ κατὰ τὰ μέτρα σου.

Κι ἐδῶ ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς , ὁ πράος , ὁ ταπεινός , ὁ ἀδύναμος , ποὺ φανερώνεται στὰ πρόσωπα τῶν ἡρῴων του Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Ντοστογιέφσκυ , ἀλλὰ δὲν σῴζει βίαια , σῴνει καὶ καλά . Δὲν ἔσωσε τὴν « Φραγκογιαννοῦ τὴν φόνισσα », ποὺ δὲν μετάνοιωσε , δὲν ἔσωσε τὴν « κα Αὐγούστα » , ποὺ κι ἐκείνη δὲν μετάνοιωσε .

Γιατὶ ἡ αὐτομεμψία ἀπὸ μόνη της δὲν σῴζει. Σῴζει ὁ Θεὸς βλέποντας τὸν ἄνθρωπο νὰ ξεχύνεται, νὰ καταγκρεμίζη τὰ εἴδωλα καὶ αὐτείδωλά του, τὴν αὐτοθρησκεία του, τὴν αὐτολατρεία του καὶ νὰ προσφέρῃ λατρεία στὸν Θεό.

Τὸ καλὸ καὶ χαρακτηριστικό του Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Ντοστογιέφσκυ εἶναι ὅτι αὐτοὶ δὲν φτιάχνουν πρόσωπα, ἀλλὰ περιγράφουν, παριστάνουν. 

Στὸν Ντοστογιέφσκυ βλέπει κανεὶς μία πολυφωνία καὶ μία διαλογικότητα , δηλαδὴ τὸν πλοῦτο τῆς καθολικότητας τῆς Ἐκκλησίας , τὸν πλοῦτο τῆς ἰδιοφορφίας , τῆς ἰδιοπροσωπίας. Καὶ σ᾿ ὅλα τὰ ἱστορήματα τοῦ Παπαδιαμάντη (εἶναι) μαζεμένος ὁλόκληρος λαός , ἕνα ἑλληνικὸ πανηγύρι , κι ἁπλώνεται μία ὁμοαλήθεια . Αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ ἔλεγε ὁ Ντοστογιέφσκυ μὲ τὴν « σόμπορνοστ » (: ἑνότητα ἐν τῇ ποικιλίᾳ ) , ὄχι ἐπιβαρυμένη μὲ τὴν ἔννοια τῶν Σλαβοφίλων του Σολόβιεφ , ἀλλὰ μ᾿ ἐκείνη ποὺ τῆς ἔδωσε στὴν ὁμιλία του γιὰ τὸν ( μεγάλο ῥῶσσο ποιητή ) Πούσκιν, ὅπου εἶπε ὅτι ὁ Πούσκιν εἶναι « πανάνθρωπος » , ἀντὶ τοῦ εὐρωπαίου «ὑπερανθρώπου » .

Στὴν ὁμιλία αὐτὴ τοῦ 1880 ὁ Ντοστογιέφσκυ εἶπε: «Ταπεινώσου ὑπερήφανε ἄνθρωπε…». Καὶ σὲ λίγο ἐκοιμήθη († 1911)(σσ εννοει μαλλον Παπαδιαμαντη )μὲ τὴν χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως, μὲ τὴν Θ. Κοινωνία, ἀλλὰ κυρίως μὲ τὸ Εὐαγγέλιο τῆς ἀγάπης πρὸς τοὺς ἀνθρώπους…

*Τὸ παρὸν κείμενο ἀποτελεῖ ἕνα ἀπάνθισμα τῆς ὁμιλίας τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου
πρώην Ἐρζεγοβίνης (τῆς Σερβίας) π. Ἀθανασίου Γέφτιτς, μὲ θέμα:
«Παπαδιαμάντης – Ντοστογιέφκσυ», εἰς τὴν Ἀθήνα τὴν 26η Μαΐου τοῦ 2001

Αναρτήθηκε από amethystos

================================================

Ο Σημαδιακός (1889) διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη για την εορτή των Φώτων)

ΑΝΑΜΝΗΣΙΣ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ

Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Ο Σημαδιακός πρωτοδημοσιεύτηκε με τον υπότιτλο «Ανάμνησις της εορτής των Φώτων» στην εφημερίδα Εφημερίς της 6ης Ιανουαρίου 1889. Το διήγημα είναι βγαλμένο από τις παιδικές αναμνήσεις του συγγραφέα.

    Από της σμικροτάτης νήσου Δασκαλειού ή από λέμβου εν τω λιμένι θεώμενός τις, τὴν ἑσπέραν τῆς 5 Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 1867, θα έβλεπε ποικίλα φῶτα διασχίζοντα καθ᾿ όλας τας διευθύνσεις τας οδούς τῆς πολίχνης Σκιάθου.

    Δεν ήτο τίποτε έκτακτον. Ζεύγη παιδίων, μετά φανών καὶ δάδων, περιερχόμενα τας οἰκίας, την ἑσπέραν της παραμονής, έψαλλον τα Φώτα.

    Δυο μειράκια, πρωτεξάδελφοι εκ μητρός, ο Σωτήρος και ο Αλέκος, ανέβαινον το λιθόστρωτον της παραθαλάσσιας οδού, το υπερκείμενον αποτόμου κρημνώδους βράχου καὶ φέρον εις την άνω ενορίαν.

    Ο Σωτήρος ήτο δωδεκαετής, ὁ Αλέκος δεκαετής. Ο πρώτος έφερε το νησιώτικον ένδυμα, ο δεύτερος ήτο «φράγκος», δηλαδή εφόρει κακόζηλα στενὰ εξ εγχωρίου υφάσματος, καὶ κασκέτον. Ούτος εκράτει μόνον λεπτὴν ράβδον, ο δε Σωτήρος ήτο κάσσα, εκράτει δε και τον φανόν.

    Καθ᾿ όλον το έτος οι δυο εξάδελφοι ήσαν πάντοτε μαλωμένοι μεταξύ των. Τας παραμονάς των Χριστουγέννων όμως επήρχετο η συνδιαλλαγή, περιῆρχοντο κατὰ τας τρεις εορτάς «τας συγγενικὸς οικίας», ετραγώδουν τα συνήθη άσματα, εμάζευον ολίγα λεπτά, έκαμνον μερίδιον… και πάλιν μετά τα Φώτα ἐμάλωναν.

    Και την εσπέραν εκείνην είχον περιέλθει όλας τας «συγγενικάς οικίας», δηλ. τὸ ήμισυ της πολίχνης, ως τελευταίαν δε εκδρομήν επεφύλαττον πάντοτε την δια του ολισθηρού λιθοστρώτου άνοδον. Ήτο ήδη ογδόη ώρα της εσπέρας. Εκ της ανόδου εκείνης κατήρχοντο πάντοτε μὲ βαρύτερα τα θυλάκια. Διότι ο καπετάν-Θανασός, ο θείος των, ήτο μεν απαιτητικός, ιδιότροπος αλλὰ καὶ λίαν ελευθέριος.

    Ο καπετάν-Θανασός, εύπορος ναυτικός, πεντήκοντα καὶ πέντε ἐτῶν, απολαύων ήδη τα θέλγητρα της εστίας, παραχωρήσας την πλοιαρχίαν εις τους δυο πρεσβυτέρους υιούς του, κατώκει την μεγάλην σχετικώς οικίαν, μετ᾿ ευρυχώρου προαυλίου καὶ κήπου, εις ην έμελλον να εισέλθωσιν ήδη οι δυο νέοι.

    Μόλις απεῖχον δέκα βήματα της αυλείου θύρας, και σκιά τις προβαίνει εκ τίνος κόγχης της γείτονος οικίας, της συνεχομένης με το προαύλιον της οικίας του καπεταν-Θανασού.

    Μία χειρ ήρπασε τον Σωτήρον από του βραχίονος.

    – Τί θέλεις, μπάρμπα; έκραξεν έντρομος ο νέος. Τα λεπτά μας… πάρε τα…

    -Δὲν θέλω λεπτά, βρε ἄτιμε!… απήντησε βραχνὴ και λαρυγγώδης φωνή.

    Ο Αλέκος μετὰ της ράβδου του είχε τραπή, εννοεῖται, εις φυγήν.

    Αλλὰ μόλις απεμακρύνθη ολίγα βήματα, καὶ εστάθη ενδοιάζων αν έπρεπε να βάλη φωνὰς ή να λάβη μάλλον λίθους να ρίψη κατά του επιδρομέως.

    – Στοπ! μωρέ… τω εφώνει ο παράδοξος άνθρωπος, όταν είχε σταματήσει ήδη.

    – ΄Αφσε τον, μπάρμπα! τί σοῦ κάνει;… εφώνει μακρόθεν ο Αλέκος.

    Ο αλλόκοτος άνθρωπος εφόρει ιδιόρρυθμον όλως κόκκινον σαρίκιον περὶ την κεφαλήν, όπερ ετρόμαξε τους δυο νέους και δεν τον ανεγνώρισαν κατ᾿ αρχάς. Ούτω του κατέβη την εσπέραν εκείνην να φορέση το ζωνάρι του σαρίκι. Άλλοτε πάλιν είχεν άλλας ιδιοτροπίας. Εφόρει ταις κάλτσαις ως χειρόκτια.

    Εκ της φωνής όμως τον ανεγνώρισαν παρευθὺς και οι δυο. Ήτο « Ελόγου του».

    Τοιούτον έφερε σκωπτικὸν επίθετον ο εικοσαοκταετής νέος Μανουὴλ Προυσαλής, εθελόκομψος αντιπαθητικὸς εργολάβος, εις την μικράν εκείνην φιλοσκώμμονα κοινωνίαν, όπου πας άνθρωπος προς τω οικογενειακώ ονόματι, όπερ μόνον εις τους επισήμους καταλόγους της δημαρχίας απαντάται, προικίζεται τουλάχιστον με δυο ή τρία προσωνύμια.

    – Δεν θέλω τα λεπτά σου, βρε… επανέλαβεν Ελόγου του, στρίβων υπερηφάνως τον μικρὸν πυρρὸν μύστακά του… Μη φοβάσαι, άκουσε… να, τι θέλω.

    Και τω έτεινε μικρὸν επιστόλιον, εντός χρυσίζοντος διηνθισμένου φακέλλου.

    – Να το δώσης, επάνω που θα πας, είπε.

    – Τίνος να το δώσω;

    – Στο Μπραϊνάκι, βρε… δεν ξέρεις που μ᾿ αγαπάει;

    – Αλήθεια; είπε μετὰ προσποιητού θαυμασμού ο Αλέκος, όστις είχε πλησιάσει εν τω μεταξύ.

    – Σένα δεν σου μιλώ, είπεν αυστηρώς Ελόγου του.

    – Καλά, το δίνω, απήντησεν ο Σωτήρος ευχαριστημένος διότι θα εγλύτωνε.

    – Μα θέλω να μου φέρης καὶ σημάδι, προσέθηκεν Ελόγου του.

    – Τί σημάδι;

    – Αυτὴ ξέρει.

    Καὶ ἐπανέλαβε·

    -Το διαβάση δεν το διαβάση, θέλω να μου φέρης σημάδι απόψε.

    -Καλά.

    -Κρατώ αμανάτι το φέσι σου, και σε περιμένω εδώ τριγύρω. Ακοῦς;

    Και απέσπασεν αυθαιρέτως το φέσι από της κεφαλής του Σωτήρου.

    – Δός του το φέσι του! ανέκραξεν ὁ Ἀλέκος.

    – Σούτ, ἐσύ!…

    Ο Σωτήρος δεν παρεπονέθη τίποτε καὶ ένευσε προς τον σύντροφόν του να τον ακολουθήση έσω του προαυλίου.

    – Τώρα πως θα πάω απάνου χωρὶς φέσι; είπεν ο Σωτήρος εντὸς της αυλής.

    – Φορεί ὁ Σπύρος φέσι; παρετήρησεν ο Αλέκος.

    Ο Σπύρος ήτο συνηλικιώτης και αχώριστος φίλος του Σωτήρου, φιλομαθέστατος, ευφυής, πρωτόσχολος της εποχής του, όστις ηρέσκετο τότε να μη έχη άλλο κάλυμμα της κεφαλής ειμὴ την πλουσίαν λινόχρουν και φαιὰν κόμην του.

    Φευ! οι δυο εκεῖνοι συμμαθηταί, τους οποίους ουχὶ άνευ παιδικῆς κακεντρεχείας προσήγγιζεν ούτως ο Αλέκος, έμελλον μετά δεκαετίαν να κατέλθωσιν εκ Γερμανίας με υψηλούς πίλους και με ξένα έξοδα doctores philosophiae et omnium rerum… και ο πτωχός Αλέκος, όστις ούτε διδάσκαλος κατώρθωσε να γίνη, αν καὶ ενεγράφη ποτὲ εις την Φιλοσοφικὴν σχολήν, έμελλε να μείνη ξεσκούφωτος καὶ άσημος… συρράπτης ἐπιφυλλίδων!…

    – Ο Σπύρος, απήντησε ο Σωτήρος, δεν φορεί πάντοτε.

    – Και συ μη φορὴς μια φορά.

    Είτα ευθὺς τω ήλθεν άλλη ιδέα.

    – Στάσου, βάζω κι εγὼ το κασκέτο μου στην τσέπη, και παρουσιαζόμεθα και οι δυὸ ξεσκούφωτοι. 

    Και έκαμεν ως είπε.

    – Τώρα, θα το δώσης το ραβασάκι; ηρώτησε και πάλιν ο Αλέκος.

    – Αυτό δεν το κάνω εγὼ ποτέ, απήντησεν ο φρόνιμος Σωτήρος.

    – Αυτό ήθελα να σου πω κι ἐγὼ· για να διαβάσουμε τι γράφει μέσα.

    – Όχι δα… κι αυτὸ δεν πρέπει… είπεν ααστηρώς ο Σωτήρος.

    – Γιατί;

    – Και τί θα διαβάσης; Δὲν ξέρεις τί γράφει μέσα; Δὲν διάβασες ποτέ σου τὸν «Σκανδαλώδη Έρωτα» και την «Φιλομειδὴ Ἀφροδίτην»;

    -Ναι.

    – Εγὼ να σου πω τι θα γράψη. «Ψυχή μου, μάτια μου, καρδιά μου, συκώτι μου», και ύστερα θα έχη κάτι στίχους απὸ τα βιβλία που σου είπα: «Είσαι καρπός του Έρωτος, παιδὶ της Αφροδίτης», ή «Έχεις ανάστημα μικρόν, αλλὰ ψυχὴν μεγάλην, ως άρωμα πολύτιμον εις πάγχρυσον φιάλην», και ύστερα θα λέγη: «Απὸ τα μπεντένια πέφτω, πέφτω για να σκοτωθώ, κι η αγάπη μου φωνάζει, πιάστε τον, για το Θεό!». Αὐτὰ θὰ γράφη.

    Ο Σωτήρος εμνημόνευσεν ανωτέρω δυο συλλογάς του Γαλατᾶ, ἐξ ἐκείνων αίτινες τοιαύτα δίστιχα περιέχουν τω όντι, ων πολλά μεν κακόζηλα, πλείστα δε ανόητα καὶ όλα γελοῖα.

    Και όμως η περιέργεια του Αλέκου δεν ανεπαύετο.

    Παρά την εστίαν πατριαρχικώς καθήμενος ο μπαρμπα-Θανασός, έχων αντικρύ την πιστήν συμβίαν του, και περιστοιχούμενος υπό των τεσσάρων θυγατέρων του και των τεσσάρων νεωτέρων υιών του, διότι οι δυο πρεσβύτεροι έλειπον με το καράβι, ως ανωτέρω είπομεν, απήλαυε της μακάριας ηδονής του οίκου, ην μόνος ο επί μακρόν στερηθείς αυτης είναι δυνατόν να εκτιμήση.

    Ο καπεταν-Θανασὸς δεν είχε μετρίας απαιτήσεις. Ήθελε πλην του κοινού άσματος των Φώτων, εν δι? εαυτόν, εν δια την σύζυγόν του, εν δια το καράβι, ανά εν δια τους εξ υιούς του, ανά εν δια τας τρεις θυγατέρας του, και δυο δια την τρίτην κόρην του, τὸ Μπραϊνάκι, το όλον δεκαπέντε ᾄσματα.

    Ποῦ να τα ορμαθιάσουν τόσα οι δυο αυτοσχέδιοι μελωδοί;

    Εφέτος είχον αντλήσει εκ των ακένωτων πηγών της μνήμης της γηραιᾶς μάμμης, και κατώρθωσαν σχεδὸν να φθάσωσι τον αριθμόν.

    Είναι αληθές ότι ο καπετάν-Θανασὸς παρέτασσεν επί της εστίας τόσα εικοσιπενταράκια τούρκικα ή ἑλληνικὰ του Όθωνος, όσα ήταν και τα παρ᾿ αυτού απαιτούμενα άσματα, και έλεγεν: «Αυτὸ για μένα, αυτὸ για την καπετάνισσα, αυτὸ για το καράβι… αυτό για τον Κωνσταντή, για τον Γιάννη, για τον Παναγή, για το Βασίλη, για τον Ανδρέα, για τον Γιωργή… αυτὸ για την Φλωρού, για τη Σινιωρίτσα… αυτὰ τα δυο για το Μπραϊνάκι… κι αυτὸ για το Γηρακώ…»

    Η σύζυγος του καπεταν-Θανασού ερρέμβαζε παρά το πτερύγιον της εστίας. Οι λογισμοί της ίπταντο προς τους δυο υιούς της, οίτινες εταξίδευον εφέτος «χειμωνιάτικα». Όλα σχεδὸν τα πλοία ήσαν δεμένα, περιμένοντα τὴν αύριον «νὰ φωτισθοῦν τὰ νερά» και είτα ν?αποπλεύσωσι. Το ιδικόν των το πλοίον ήτο «πρωτοτάξιδο», είχε καθελκυσθῆ τον παρελθόντα Αύγουστον, τον Σεπτέμβριον είχεν εκπλεύσει, και φυσικώς δεν ηδύνατο να παραχειμάση εις τον λιμένα «πρώτη χρονιά».

    Αλλ᾿ εκεῖνο όπερ έφερεν εις τους οφθαλμούς της δάκρυα ήτο το εξής άσμα, οφειλόμενον εις την μνήμην της μάμμης, και όπερ ετραγούδησαν οι δυο νέοι:

        Κυρά μου, τα παιδάκια σου, κυρά μου, τ᾿ ακριβά σου,

        καράβι τριοκάταρτο στο πέλαγο αρμενίζουν 

        και με τ᾿ αφέντη την ευχή γρόσα πολλὰ θὰ φέρουν·

        κι ο κὺρ Βοριάς τα κύματα φυσάει και τα σπρώχνει.

        Σπρῶχνε, Βοριά, τα κύματα, να μόρθη το παιδί μου,

        τ? αγαπημένο μου πουλὶ καὶ τὸ ξεπεταρούδι,

        ανάθρεμμα της αγκαλιᾶς, της ξενητειᾶς λουλούδι!

    Ενθουσιών ο καπεταν-Θανασὸς ηγέρθη αυτομάτως και ελθών προσεκόλλησε σφάντζικον επὶ του μετώπου του Σωτήρου, μειδιώντος και ανεχομένου· το αυτὸ ηθέλησε να κάμη και εις τον Αλέκον, αλλ᾿ οὗτος φοβερῶς μορφάσας, απέστρεψε το πρόσωπον και είπε·

    – Δὲν είμ᾿ εγὼ βιολιτζής, μπάρμπα.

    Αφού εκαλονύκτισαν την οικογένειαν, το Μπραϊνάκι έλαβε λυχνίαν και ηθέλησε να προπέμψη μέχρι της αυλείου θύρας τους δυο εξαδέλφους της. Κατόπιν αυτῶν έτρεχεν καὶ η οκταέτις Γηρακώ.

    – Μη μας πας απ᾿ την έξω σκάλα, τη είπε τότε μυστηριωδώς ο Σωτήρος, μη μας πας απ᾿ τη μεγάλη πόρτα.

    –  Γιατί;

    – Άνοιξε την κλαβανὴ που σου λέγω.

    Είχον εξέλθει εις τον πρόδομον. Το Γηρακώ, εις εν νεύμα της αδελφής της, ήνοιξε την καταπακτήν και κατήλθον εις το ισόγειον.

    – Τί τρέχει; γιατί ἀλήθεια, είσαι χωρίς φέσι;…

    – Τ᾿ άφησα στὸ σπίτι.

    – Του επήραν το φέσι του! ανέκραξε μη κρατηθεὶς ο Αλέκος.

    Ο Σωτήρος συνωφρυώθη. 

    – Γηρακώ, είπε, ξέχασα να ρωτήσω τον πατέρα σου· σύρε μια στιγμή… να τον ρωτήσης τί ώρα συνεννοήθηκαν οι πίτροποι με τους παπᾶδες να σημάνουν τὸ πρωί.

    – Και τι ώρα θ᾿ απολύση η λειτουργία… και τι ώρα θα ψαλή ο αγιασμός… και τι ώρα θα ρίξουν το Σταυρὸ στη θάλασσα… είπεν ο Αλέκος.

    Όλα ταύτα τα «τί ὥρα» ήσαν τόσον δυσμήχανα δια την μικρὰν Γηρακώ, όσον καὶ τα δεκαπέντε άσματα δια τους δυο νέους.

    – Πώς να πω; πώς να πώ; ηρώτησε το Γηρακώ.

    – Τρέξε γλήγορα! επανέλαβε κτυπούσα δια του ποδὸς το έδαφος η αδελφή της.

    Η Γηρακὼ ανήλθε την κλίμακα.

    Το Μπραϊνάκι έμεινε μόνη με τους δυο νέους.

    Τὸ Μπραϊνάκι ήτο δεκατετραέτις κόρη, αρκετά ανεπτυγμένη ήδη το ανάστημα, ξανθή, ύπωχρος καὶ λεπτοφυής. Οἱ δυο μακροὶ πλόκαμοί της, κρεμάμενοι επὶ των νώτων, έφθανον κάτω της οσφύος. Εφόρει λευκοτάτην πάντοτε εσθήτα, μετά τοσαύτης ιδιορρύθμου χάριτος, ώστε δεν υπήρχε ναύτης επιστρέφων εκ μακρού ταξιδίου, όστις να μη της κάμη πατινάδα, και δεν υπήρχε μαθητής του ελληνικού σχολείου, όστις εν μέσω των τετραδίων και των βιβλίων του να μη αναπολή την εικόνα της.

    – Θα μου πης τί τρέχει; επανέλαβεν αύτη.

    – Να, μας ηύρεν Ελόγου του, είπεν ο Σωτήρος.

    – Ποιός; ο Διπλοκαημός;

    Διπλοκαημὸς ήτο το δεύτερον παρωνύμιον του Ελόγου του, όπερ τω είχον δώσει τα κοράσια, διότι αυτός πάντοτε ώρθριζε μέχρι του λυκαυγούς τραγουδών υπό τα παράθυρά των την γνωστήν επωδόν: «Ξύπνα, που δεν εχόρτασες  – διπλὸς καημός –  αχ! τον ύπνο να κοιμάσαι», καὶ είχε την καλωσύνην να τας εξυπνά αείποτε το πρωὶ δια της παραπλησίας με γκάϊδα φωνῆς του…

    – Και τι σας είπε; επανέλαβε το Μπραϊνάκι.

    Ο Σωτήρος διηγήθη εν ολίγοις την σκηνήν, εφυλάχθη μόνον να μη αναφέρῃ τι περὶ της ερωτικής επιστολῆς.

    – Μας είπεν ότι καίεται ο άνθρωπος για σένα.

    Εκάγχασαν και οι τρεις.

    – Και μας είπε να του στείλης και σημάδι, προσέθηκεν ο Σωτήρος.

    – Σημάδι; Γουού!

    Καὶ είτα ἐπανέλαβε:

    – Σημάδι έχει απ᾿ το θεό, καὶ σημαδιακὸς κι αταίριαστος είναι.

    Ηνίττετο τὴν βλάβην, ην είχεν εκ γενετής ο Ελόγου του εις τον αριστερὸν οφθαλμόν.

    Και πάλιν προσέθηκε με τόσην χάριν, ώστε δεν εφαίνετο καν το χυδαίον της εικόνος.

    – Δεν έχω δω το γάιδαρό μου να βγάλω καμπόσες τρίχες απ᾿ την ουρά του, να του στείλω σημάδι.

    – Εκείνος δεν χρειάζεται τρίχες, χρειάζεται τριχιές, είπεν ο Αλέκος, όστις θα είχεν ακούσει από πρεσβυτέρους το δημώδες τούτο λογοπαίγνιον.

    – Γι᾿ αυτό ήθελα να του στείλω τρίχες, για να κάμη τριχιές, απήντησε μεθ᾿ ετοιμότητος η παιδίσκη.

    – Μας είπεν πως τον αγαπάς, είπεν πάλιν ο Αλέκος.

    – Πα να χαθή! ο στερεμένος, ο λοχεμένος, ήρχισε να καταράται το Μπραϊνάκι εις το γυναικείον ιδίωμα. Κακὸ χρόν?νάχῃ, δυὸ ναν᾿ οι ώρες του!..

    Αποτεινομένη δε προς τον Σωτήρον ἠρώτησε·

    – Τώρα πώς θα πας, αρέ, στην εκκλησιά χωρὶς φέσι;

    – Στην εκκλησιά θα είναι χωρὶς φέσι, είπεν ο Αλέκος.

    – Να σου φέρω ένα παλιὸ του Παναγή, σου κάνει τάχα;

    Ο Σωτήρος απεποιήθη.

    Επέστρεψε τότε και το Γηρακώ. Κανεὶς δεν επρόσεξεν εις τας απαντήσεις, τας οποίας εκόμιζε.

    – Να σας βγάλω απ᾿τη μικρὴ πόρτα.

    Εξῆλθον δια του ισογείου αθορύβως, αφού το Μπραϊνάκι έσβεσε τον λύχνον, και ο Σωτήρος εκράτει τον φανὸν υπὸ το επανωφόρι του. Τούτο δια να είναι απαρατήρητος έξωθεν.

    Η νέα κόρη ήνοιξεν αψοφητὶ την μικράν θύραν της αυλῆς.

    – Ήσυχα κάμετε, να κοιτάξω, μην το πήρε πονηρὰ ο Διπλοκαημός και κάνει καρτέρι απὸ κάτω.

    Οι δυο δρομίσκοι έφερον τω όντι προς μικρὸν όχθον γης, κάτωθεν του οποίου εσχηματίζετο αποτόμως κατωφερής χείμαρρος. Περιπατών τις επί του μέρους εκείνου ηδύνατο να επιτηρή και τας δυο θύρας.

    – Να σας δώσω συνοδεία; είπε τὸ Μπραϊνάκι. Θέλετε ναρθούν μαζὺ και τ᾿ αδέρφια μου;

    – Δεν είν᾿ ανάγκη, είπεν ο Σωτήρος. Δεν πρέπει να γίνη λόγος στο σπίτι. Και ποιός τον φοβάται!

    Το Μπραϊνάκι προέβαλε την κεφαλήν δια της θύρας, μόλις διανοιγείσης.

    Πράγματι Ελόγου του το επῆρε πονηρά, καθὼς είπεν η νέα.

    Εσουλατσάριζεν Ελόγου του υπὸ τους τοίχους της παρακειμένης οἰκίας, επιβλέπων αμφοτέρας τας θύρας της αυλῆς.

    – Γηρακώ, είπε τότε το Μπραϊνάκι, πάρε το φανάρι, σήκωσε το ψηλά, να πας να χτυπήσης με βρόντο τη μεγάλη πόρτα, και να φωνάξης τρεις φορές: Καληνύχτα, καληνύχτα, καληνύχτα σας!

    Το Γηρακώ, χωρὶς να εννοή τίποτε, εξετέλεσε πιστώς την παντομίμαν και το λογύδριον.

    Ελόγου του εξαπατηθείς, έτρεξε προς την μεγάλην θύραν, βέβαιος περὶ του θηράματος.

    – Τώρα άμοιρος να γένης, αρέ! είπεν εις το γυναικείον ιδίωμα το Μπραϊνάκι.

    Οι δυο νέοι ετράπησαν δια της μικράς θύρας εις φυγήν, κερδίσαντες εκατὸν βήματα τουλάχιστον δια του στρατηγήματος τούτου, και έχοντες ασυγκρίτως ελαφρότερους τους πόδας από τον Ελόγου του.

    Την πρωίαν ο Αλέκος, όστις ήτο υπνοφάγος, αργά υπήγεν εις την εκκλησίαν, αλλ᾿ ο Σωτήρος, «της ευχής το παιδί», ως τον εκάλει η μήτηρ του, υπήγε, συγχρόνως μετά του νεωκόρου προ των ψαλτών και του καπεταν-Θανασοῦ, όστις ήτο ἐπίτροπος.

    Μετά την λειτουργίαν και τον αγιασμόν, η ιερὰ πομπὴ εξῆλθε προς την αποβάθραν, όπου έμελλε να τελεσθή η κατάδυσις του Τιμίου Σταυροῦ.

    Μέγα ενέπνεεν ενδιαφέρον η εορτὴ αύτη. Όχι τόσον δια το μεγαλείον της ιεράς πομπής, όχι τόσον δια το τις θ᾿ αναλάβη τον Σταυρὸν από του κύματος, όσον δια το… τις θ᾿ αρπάση τον Σταυρόν από των χειρών του πρώτου λαβόντος, διότι ούτος μεν απεκλείετο, εκείνος δε, ο ευτυχής, έμελλε ν᾿ αργυρολογήση και να μεθοκοπήση ἐπὶ δυὸ ἡμέρας.

    Δυο ήσαν οι ήρωες της ημέρας. Ο Φτίκας και ο Σοροκᾶς. Ούτοι διηγωνίζοντο κατ᾿ έτος περὶ του γέρατος.

    Και έφερον πασίδηλα τα ίχνη της μακροετούς ταύτης πάλης. Ο μεν Φτίκας είχεν επτά δακτύλους εις τας δυο χείρας του, ο δε Σοροκάς ένα οφθαλμόν ολιγώτερον των λοιπών ανθρώπων.

    Δωδεκάς λέμβων ίστατο πλησίον της αποβάθρας. Αύται περιείχον το πλήρωμα των δυο μπουλουκιών, διότι ο Φτίκας και ο Σοροκάς είχαν μπουλούκια, σχεδὸν πολεμάρχαι.

    Άλλαι πολυάριθμοι λέμβοι ίσταντο απωτέρω, φέρουσαι μόνον θεατάς. Και όλη η αποβάθρα, και όλη η παραθαλάσσιος αγορά, και όλοι οι εξώσται και τα παράθυρα πλήρη κόσμου. Ομιλούμεν σχετικώς, διότι η πολίχνη μας δεν έχει πλείονας ή τέσσαρας χιλιάδας κατοίκων.

    Ο Σωτήρος και ο Αλέκος ίσταντο πλησίον του εερέως κα εκοίταζον να ίδωσι που τον Ελόγου του.

    Ο Τίμιος Σταυρὸς έπεσε τέλος εις το κύμα και η μάχη ήρχισεν. Ευτυχώς υπήρξε σύντομος κατά το έτος τοῦτο.

    Ὁ μπουλουκτσής του Φτίκα, όστις ήρπασε πρώτος τον Σταυρόν, ευρίσκετο αρκετὰ πλησίον της λέμβου του, και είχεν αρκετὴν επιδεξιότητα, ώστε ουδεὶς των ανθρώπων του Σοροκά επρόφθανε να του κόψη τα δάκτυλα ή να του δοκιμάση τον γρόνθον, δια να του τον αποσπάση.

    Άμα πατήσας εις λέμβον, ευρίσκετο εις οὐδέτερον έδαφος ή μάλλον ευρίσκετο εις την οικίαν του και δεν επετρέπετο πλέον μάχη.

    Το μπουλούκι του Φτίκα ηλάλαξεν εν θριάμβω. Ήτο τέταρτον έτος τούτο, αφότου κατά σειράν ενίκα. Ο Φτίκας ήτο άνθρωπος ευτυχὴς την εμέραν εκείνην.

    Και όμως ήτο τις ευτυχέστερος του Φτίκα, επὶ δέκα λεπτά της ώρας τουλάχιστον. Ήτον Ελόγου του.

    Όταν επέστρεφεν εις τον ναόν η πομπή, ο Σωτήρος, όσον και αν εβάδιζε πλησίον του ιερέως, ευρέθη αντιμέτωπος του νυκτερινού επιδρομέως του.

    Ο Σωτήρος είχε σχεδιάσει να κλείση το επιστόλιον του Ελόγου του, το οποίον δεν κατεδέχθη ν᾿ ανοίξη, εις άλλον φάκελλον, να κάμη επιγραφὴν προς τον Διπλοκαημόν, διά λεπτής επιτηδευμένης γραφής, ήτις να φαίνεται ως γραφὴ κορασίου, να τον εξαπατήση δίδων αυτώ τον φάκελλον ως απάντησιν τάχα της νεαράς κόρης, και να λάβη οπίσω το φέσι του.

    Ταύτα εσκέπτετο να πράξη μετά το τέλος της ιεράς πομπής.

    Όταν όμως ευρέθησαν ήδη πλησίον αλλήλων, ο Αλέκος, όστις έβλεπε την τσέπην του μικρού μασσαλιωτικού επενδύτου του Ελόγου του κάπως φουσκωμένην, υπεψιθύρισε προς τον Σωτῆρον·

    – Στην τσέπη το έχει τὸ φέσι του.

    Ο Σωτήρος εσκέφθη ότι αυτὴ ήτο η καλλιτέρα ευκαιρία, καὶ ας έλειπεν ὁ δεύτερος φάκελλος, διότι εν μέσω τόσου κόσμου ο Διπλοκαημὸς δεν θα ήνοιγεν αμέσως τὸ γράμμα.

    Ελόγου του εκοίταζε προκλητικώς τον Σωτήρον. Εφαίνετο περιμένων ακόμη το σημάδι.

    Ο Σωτήρος εξήγαγε του κόλπου του το ερωτικόν επιστόλιον, το εδίπλωσε με τέχνην, με την επιγραφὴν έσωθεν, το εσκέπασε καλώς με την παλάμην καὶ είπε εις τον Ελόγου του·

    – Να, πάρε την απάντηση. Δόσ? μου τὸ φέσι μου.

    Ελόγου του ήρπασε το επιστόλιον, το ώθησεν αμέσως εις το θυλάκιον του περιστηθίου και τω έδωκε το φέσι.

    Καὶ ούτως έλαβεν εκάτερος το ίδιον εαυτού πράγμα. Ο Σωτήρος το φέσι του και ὁ Διπλοκαημὸς την επιστολήν του.

    Μετ᾿ ολίγας ημέρας, τώρα μετά την κατάδυσιν του Σταυρού, θ? απέπλεεν Ελόγου του και ο Σωτήρος δεν τον εφοβείτο πλέον.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

ΑΠΑΝΤΑ/ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ/ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ/Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ/ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ/ΑΘΗΝΑ 1982

Cityportal.gr

====================================================

========================================================