Η διδασκαλία του Ιωακείμ της Φλόρα περί πνεύματος (2)

Creator Spiritus
Die Geisteslehre des Joachim von Fiore
Η διδασκαλία του Ιωακείμ της Φλόρα περί πνεύματος
Του Ernst Benz, στο ERANOS-JAHRBUCH XXV
ΙΙ. Μερικές πτυχές της καινοδιαθηκικής διδασκαλίας περί Αγίου Πνεύματος
Τα όσα αναπτύσσονται εδώ αντιστοιχούν στις θεολογικές αντιλήψεις της παλαιάς Εκκλησίας περί της ενέργειας του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιο Πνεύμα εμφανίζεται ήδη στην ιστορία της δημιουργίας, όπως την παρουσιάζει ο Μωυσής, ως Δημιουργός ή τουλάχιστον ως συμμέτοχος στο έργο της δημιουργίας. Γένεσις, 1. 1-3: «ΕΝ ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν. 2 ἡ δὲ γῆ ἦν ἀόρατος καὶ ἀκατασκεύαστος, καὶ σκότος ἐπάνω τῆς ἀβύσσου, καὶ πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος. 3 καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς». Βάσει αυτής της περιγραφής το Πνεύμα είναι σαν ένα πουλί που κλωσάει το ακόμα αδιαμόρφωτο χάος, από το οποίο θα προέλθουν οι μορφές που θα φέρει η δημιουργία. 

Ο Friedrich Büschel γράφει στο «Der Geist Gottes im neuen Testament», Gütersloh 1926:

«Το Πνεύμα του Θεού μπορεί να θεωρηθεί ως έδρα και φορέας της ζωής. Όχι όμως της ζωής στα μεμονωμένα όντα, αλλά της ζωής του κόσμου ως όλου. Όχι της συγκεκριμένης ζωής μέσα στον κόσμο, αλλά της ζωής που ακόμα υπερίπταται στον αδιαμόρφωτο κόσμο, που είναι πλησίον του κόσμου, αλλά δεν είναι ακόμα συνδεδεμένη με αυτόν. Πάντως, στο σημείο αυτό πρέπει να πούμε πως η ζωή μέσα στον κόσμο προέρχεται από το πνεύμα του Θεού». 

Στην ιουδαϊκή προφητική παράδοση συνδέθηκε η ιδέα του Αγίου Πνεύματος με αυτά που αναμένονται στα έσχατα: τα έσχατα θα είναι μια εποχή που θα ξεχυθεί το Άγιο Πνεύμα (Büschel, στο ίδιο, σελ. 30). Ο ερχομός του Πνεύματος όμως είναι συνδεδεμένος με τον ερχομό αυτού που φέρνει την Βασιλεία, του Μεσσία Υιού του ανθρώπου. [σημ. Τό Πνεύμα τού Θεού δέν είναι τό Αγιο Πνεύμα]
Η πρώτη χριστιανική κοινότητα θεώρησε την εμφάνιση των φαινομένων τών χαρισμάτων ως την εκπλήρωση των υποσχέσεων της Παλαιάς Διαθήκης περί έκχυσης του Αγίου Πνεύματος στα έσχατα χρόνια. Η μαρτυρία περί Πεντηκοστής στις Πράξεις Αποστόλων, κεφάλαιο 2, περιγράφει πως η συναγμένη κοινότητα γίνεται «πλήρης Αγίου Πνεύματος» και πως «όλοι» αρχίζουν «λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι».

Τα εκστατικά φαινόμενα προκαλούν την προσοχή και την ειρωνεία του πλήθους που είχε μαζευτεί γύρω από το σπίτι. Ο Πέτρος όμως ερμηνεύει το γεγονός αυτό και λέει, Πράξεις 2, 16: «16 ἀλλὰ τοῦτό ἐστι τὸ εἰρημένον διὰ τοῦ προφήτου ᾿Ιωήλ· 17 καὶ ἔσται ἐν ταῖς ἐσχάταις ἡμέραις, λέγει ὁ Θεός, ἐκχεῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός μου ἐπὶ πᾶσαν σάρκα, καὶ προφητεύσουσιν οἱ υἱοὶ ὑμῶν καὶ αἱ θυγατέρες ὑμῶν, καὶ οἱ νεανίσκοι ὑμῶν ὁράσεις ὄψονται καὶ οἱ πρεσβύτεροι ὑμῶν ἐνύπνια ἐνυπνιασθήσονται· 18 καί γε ἐπὶ τοὺς δούλους μου καὶ ἐπὶ τὰς δούλας μου ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἐκχεῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός μου, καὶ προφητεύσουσι. 19 καὶ δώσω τέρατα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ σημεῖα ἐπὶ τῆς γῆς κάτω, αἷμα καὶ πῦρ καὶ ἀτμίδα καπνοῦ· 20 ὁ ἥλιος μεταστραφήσεται εἰς σκότος καὶ ἡ σελήνη εἰς αἷμα πρὶν ἢ ἐλθεῖν τὴν ἡμέραν Κυρίου τὴν μεγάλην καὶ ἐπιφανῆ. 21 καὶ ἔσται πᾶς ὃς ἂν ἐπικαλέσηται τὸ ὄνομα Κυρίου σωθήσεται».

Η εμπειρία της έκχυσης του Αγίου Πνεύματος και της αυθόρμητης εμφάνισης μιας σειράς χαρισματικών δυνάμεων μέσα στις πρωτοχριστιανικές κοινότητες, έλαβαν από την αρχή διαφορετικές ερμηνείες. Μέχρι τώρα δυστυχώς, ελάχιστα ερευνήθηκε η διδασκαλία περί Αγίου Πνεύματος στην χριστιανική ιστορία των δογμάτων. Αυτό συνδέεται με το γεγονός πως η διδασκαλία αυτή, καθ’ όλη την πορεία της ιστορίας των δογμάτων, έμεινε κατά περίεργο τρόπο υπανάπτυκτη. Μπορούμε μάλιστα να πούμε πως συρρικνώθηκε.

Ενώ η διδασκαλία περί Θεού και η Χριστολογία είχαν μια τεράστια θεωρητική ανάπτυξη στην ιστορία του σχηματισμού των δογμάτων, η διδασκαλία περί Αγίου Πνεύματος έμεινε εμφανώς πίσω, και στην πραγματικότητα δεν έγινε ποτέ ζωντανό μέρος της γενικής χριστιανικής συνείδησης πίστεως. Ο λόγος για το περίεργο αυτό φαινόμενο θα γίνει ξεκάθαρος μόλις δούμε τι επαναστατική δύναμη, που μπορεί να απειλήσει οποιαδήποτε επίσημη εκκλησιαστικότητα, μπορεί να βρίσκεται στην διδασκαλία περί Αγίου Πνεύματος. (Για το θέμα μίλησε ο Rudolf Sohm Kirchenrecht I, 1892).
Είναι αδύνατο ακόμα και να θίξουμε επιγραμματικά τις διάφορες αντιλήψεις περί Πνεύματος που εμφανίζονται στην Καινή Διαθήκη, στην παρούσα εργασία. Εδώ θα αναφερθούμε μόνο σε ένα πράγμα: μέσα σε όλη την Καινή Διαθήκη, το Άγιο Πνεύμα κατανοείται ως μια ιστορική δύναμη, που εμφανίζεται με διπλή μορφή. Κατά πρώτον είναι η δημιουργική δύναμη του πνεύματος, που ενεργεί την νέα ζωή της βασιλείας του Θεού, μαζί με όλα τα θαύματα και τα δώρα της χάριτος. Κατά δεύτερον είναι η δύναμη του πνεύματος που διαμηνύει στον πιστό την νέα γνώση της σωτηρίας.

Στην γνώση αυτή της σωτηρίας ανήκει ουσιαστικά και η γνώση της ιστορίας, η ματιά στήν μέχρι τώρα κρυμμένη και τώρα δια του Πνεύματος αποκαλυφθείσα σωτηριώδη ενέργεια του Θεού στην ιστορία. Είναι η ματιά στην «θεία οικονομία», η οποία από την αρχή του κόσμου και δια μέσου των προηγούμενων εποχών της ιστορίας της ανθρωπότητας προετοίμασε την βασιλεία του Θεού, και τώρα θα επιφέρει την εκπλήρωση των έσχατων χρόνων. [Μόνο έτσι γίνεται κατανοητή η τεράστια επικαιρότητα του θέματος της οικονομίας στην πατερική θεολογία. Το θέμα αυτό περιλαμβάνει τόσο τα προβλήματα της θεολογίας της ιστορίας όσο και της εσχατολογίας.]
Μια ιδιαίτερη θέση εντός αυτής της κοινής για τον Χριστιανισμό θεώρησης που είχε η αρχαία Εκκλησία λαμβάνει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. Είναι χαρακτηριστικό πως δεν αναφέρεται σε μια έκχυση του Πνεύματος, με την μορφή που έλαβε κατά την Πεντηκοστή, όπως την αναφέρουν οι Πράξεις, αλλά παρουσιάζει  μια ιδιαίτερη θεώρηση περί της ενέργειας του Πνεύματος στους έσχατους καιρούς. Ο Ιησούς τονίζει, σύμφωνα με το κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο, πως όσο ζούσε, το Πνεύμα δεν είχε ακόμα έρθει (Ιω. 7, 39: τοῦτο δὲ εἶπε περὶ τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν· οὔπω γὰρ ἦν Πνεῦμα ῞Αγιον, ὅτι ᾿Ιησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη).
Εδώ έχουμε μια θεώρηση της ιστορίας της σωτηρίας, βάσει της οποίας αποδίδονται στον Υιό και το Πνεύμα δυο χρονικά καθαρά διαχωρισμένες εποχές, κατά τις οποίες δρουν σωτηριακά στη γη. Τονίζεται πως, στην εποχή κατά την οποία ο Υιός, ο σαρκωθείς Λόγος, δρα πάνω στη γη, το Πνεύμα δεν είναι ακόμα εκεί. Ο Ιησούς ο ίδιος υπόσχεται τον ερχομό του Πνεύματος, μετά την επιστροφή του στον Πατέρα.

Τότε το Πνεύμα θα λάβει την θέση του Ιησού πάνω στην γη, σαν συνήγορος (Παράκλητος), ο οποίος θα αναλάβει την κοινότητα η οποία παραμένει στη γη (Ιω. 14, 26: ὁ δὲ παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον ὃ πέμψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑπομνήσει ὑμᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑμῖν). 
Τότε περιγράφεται σαφώς και η πράξη, κατά την οποία ο Κύριος μετά την ανάσταση Του, εκπληρώνει την υπόσχεση Του περί του ερχομού του Πνεύματος, και αμέσως πριν την ανάληψη Του  μεταδίδει στους μαθητές Του το Άγιο Πνεύμα με ένα εμφύσημα (Ιω. 20, 22: καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα ῞Αγιον·). [σχόλιο:Ουδεμία σχέση υφίσταται μεταξύ τής ερμηνείας καί τού λόγου τού Ευαγγελίου.  Ούτε βεβαίως ενεφύσησε ο Κύριος στούς μαθητές τό Αγιο Πνεύμα όπως τό διευκρινίζει ο Αγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς]
Ο Ιωάννης θεωρεί πως με την Ανάληψη  έχει ολοκληρωθεί η εποχή της δράσης του Υιού πάνω στη γη.[;;;]

Τώρα αρχίζει μια νέα εποχή, η εποχή της σωτηριώδους δράσης του Αγίου Πνεύματος μέσα στην κοινότητα αυτών που έμειναν στην γη. Μέσα στην θεώρηση αυτή του Ιωάννη βρίσκονται οι ρίζες μιας θεολογίας της ιστορίας, η οποία εκφράστηκε κατόπιν πολλές φορές με τρόπο επαναστατικό. Από τις Πράξεις των Αποστόλων, αλλά και από τις επιστολές του Αποστόλου Παύλου, μπορεί να διαπιστωθεί πως αυθόρμητη έκρηξη των διαφόρων δωρεών του Πνεύματος κυριάρχησε στη ζωή των χριστιανικών κοινοτήτων (κυρίως των ελληνιστικών, πρώην ειδωλολατρικών).

Όταν προς το τέλος του 1ου αιώνα κοίταξαν προς την εποχή της αρχής του Χριστιανισμού, περιέγραψαν όσα συνέβησαν ως εξής, Εβρ. 2,3: «ἥτις ἀρχὴν λαβοῦσα λαλεῖσθαι διὰ τοῦ Κυρίου, ὑπὸ τῶν ἀκουσάντων εἰς ἡμᾶς ἐβεβαιώθη, 4 συνεπιμαρτυροῦντος τοῦ Θεοῦ σημείοις τε καὶ τέρασι καὶ ποικίλαις δυνάμεσι καὶ Πνεύματος ῾Αγίου μερισμοῖς κατὰ τὴν αὐτοῦ θέλησιν».

Ακόμα και για τον Ειρηναίο, επίσκοπο της Λυών από το 178 μ. Χ., ήταν δυνατόν να χρησιμοποιήσει την γενική εξάπλωση των χαρισμάτων αυτών (και το χάρισμα της ίασης και ανάστασης των νεκρών), ως το σημαντικότερο επιχείρημα για την αλήθεια του χριστιανικού μηνύματος, όταν αντιμετώπιζε τους ειδωλολάτρες και ιουδαίους αντιπάλους του.
Από την άλλη οι χριστιανικές κοινότητες εξελίσσονταν σε μια παλαιοκαθολική Εκκλησία, στην αρχή με απαλή και αργότερα με όλο και πιο ενεργητική απώθηση των ελεύθερων ξεσπασμάτων του χαρίσματος και της ελεύθερης δραστηριότητας των χαρισματούχων εντός των κοινοτήτων. 

Το χάρισμα είχε συνδεθεί ισχυρότερα στα εκκλησιαστικά αξιώματα. Είναι αδύνατο να παρακολουθήσουμε στην προκειμένη εργασία την διαδικασία αυτή βήμα προς βήμα. Η διαδικασία αυτή ξεκινά βασικά με τον Παύλο, όταν παραμερίζει μορφές χαρισματικού ξεσπάσματος, οι οποίες δεν είναι άμεσα κατανοητές-όπως η γλωσσολαλιά-και προβάλλει εκείνες τις εκφάνσεις του πνεύματος που μπορούν να εκφραστούν με λογική, κατανοητή γλώσσα.

Ο Παύλος προσπαθεί επίσης, αν και όπως φαίνεται ματαίως, να βάλει τάξη στις αυθόρμητες και συχνά χαοτικές εκρήξεις του Πνεύματος στις κοινότητες, βάζοντας σταθερούς κανόνες. Από πολύ νωρίς πρέπει να είχαν δημιουργηθεί εντάσεις μεταξύ των φορέων μιας δημόσιας ιεραρχίας, δηλαδή εκλελεγμένων ή βάσει νόμου τοποθετημένων υπαλλήλων (επισκόπων και πρεσβυτέρων), και των ελεύθερων χαρισματούχων. Η καχυποψία των επισκόπων στράφηκε ιδιαιτέρως προς τους προφήτες, οι οποίοι παρουσιάζονταν στις κοινότητες ως από το Άγιο Πνεύμα εμπνευσμένων φορέων της θείας αποκάλυψης.

Η καχυποψία κατά των προφητών αιτιολογείται ως εξής: το Άγιο Πνεύμα εξέφραζε δια των προφητών διαρκώς νέες αποκαλύψεις, τις οποίες η κοινότητα δεν μπορούσε να ελέγξει, οι οποίες όμως έχουν την απαίτηση της απόλυτης ισχύος, καθώς έχουν την αυθεντία του Αγίου Πνεύματος. Η ελευθερία αυτή του προφητικού αξιώματος έχει προφανώς υποστεί πολλές φορές κατάχρηση από κακά στοιχεία. Αυτή η κατάχρηση διευκολύνθηκε από το γεγονός πως οι προφήτες ήταν συχνά πλανόδιοι προφήτες, και σε αντίθεση με τους επιτόπιους φορείς εκκλησιαστικών αξιωμάτων, δεν ήταν προσωπικά γνωστοί στις κοινότητες, κατά την άφιξη τους.   
Η επικαιρότητα αυτού του προβλήματος γίνεται φανερή από το γεγονός, πως η παλαιότερη εκκλησιαστική διάταξη, οι διδαχές των δώδεκα Αποστόλων, η λεγόμενη Διδαχή, ασχολείται επισταμένως με το πρόβλημα της διάκρισης αληθινών από τους ψεύτικους προφήτες. Η δυσκολία εύρεσης μιας λύσης προκύπτει από το γεγονός πως και η Διδαχή αναφέρει μόνο ηθικά κριτήρια: ο κακός προφήτης είναι εκείνος που με ανήθικη και ιδιοτελή συμπεριφορά, και με την αποφυγή της εργασίας, καθιστά τις προφητείες του ψέμα.

Κριτήρια που βασίζονται στο περιεχόμενο δεν είναι δυνατόν να δοθούν την εποχή εκείνη: η Εκκλησία δεν διαθέτει ακόμα κάποιο μέτρο, βάσει του οποίου να μπορεί να κριθεί το περιεχόμενο της αποκάλυψης, καθώς η Εκκλησία ζει ακόμα σε μια κατάσταση, στην οποία η αποκάλυψη συνεχίζεται. Το γεγονός, πως στους εκκλησιαστικούς κανόνες έπρεπε να ενταχθούν και κανόνες για την διάκριση της αληθινής από την ψεύτικη προφητεία, δείχνει πως το πρόβλημα αυτό ήταν επίκαιρο για όλες (τουλάχιστον για τις περισσότερες) χριστιανικές κοινότητες στις αρχές του 2ου αιώνα.

Στους εκκλησιαστικούς κανόνες περιλαμβάνονται προτάσεις οι οποίες καθορίζουν φλέγοντα θέματα των κοινοτήτων.
Στον αγώνα αυτό μεταξύ των ελεύθερων χαρισματικών, των προφητών και των φορέων της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, νίκησαν οι επίσκοποι. [Στον Ποιμένα του Ερμά βρίσκονται κανόνες για την διάκριση του αληθινού από τον ψεύτικο προφήτη. Αυτό επισημαίνει πόσο επίκαιρο ήταν το θέμα στις κοινότητες. Στο Mandatum XI, 7ff: «Εξέτασε τον άνδρα που έχει το θεϊκό πνεύμα βάσει της ζωής του!»] 

Με τον καθορισμό του εκκλησιαστικού κανόνος της Καινής Διαθήκης, έκλεισε η πόρτα για την ελεύθερη χριστιανική προφητεία που ήταν μια διαρκής συνέχεια της αποκάλυψης. Από την πληθώρα των διαφόρων γραπτών, με την μορφή Ευαγγελίων, ιστοριών των Αποστόλων, αποστολικών επιστολών, αποκαλύψεων και προφητειών, οι επίσκοποι διάλεξαν με το κριτήριο της αποστολικότητας, και ο κανόνας αυτός, ως ιερό βιβλίο, γίνεται δεσμευτικός για την χριστιανική Εκκλησία, και διακηρύσσεται ως ο κανόνας της Καινής Διαθήκης. Η αποκάλυψη θεωρείται ως ολοκληρωμένη.

Από αυτή την στιγμή το πνεύμα είναι δεμένο στο αξίωμα. Η ελεύθερη προφητεία, όπου αυτή εμφανίζεται, πρέπει να τίθεται στον έλεγχο του εκκλησιαστικού κανόνος.Η εξέλιξη αυτή δεν ήταν ενιαία. Σε πολλούς τόπους, κυρίως στην ύπαιθρο της Φρυγίας, διατηρήθηκε μέχρι και τον 2ο αιώνα η αρχαϊκή μορφή, σύμφωνα με την οποία των κοινοτήτων ηγούντο οι χαρισματικοί, οι προφήτες, και όχι οι επίσκοποι (δηλαδή εκλελεγμένοι φορείς της υπηρεσίας). Σε αυτές ακριβώς τις περιοχές, στην αρχή του 2ου αιώνα, αναδύθηκε μια ισχυρή επανάσταση, υπό την ηγεσία του Μοντανού, κατά του αυξανόμενου αποκλεισμού και περιορισμού εντός της Εκκλησίας του ελεύθερου χαρίσματος.

ΣΥΝΕΧΊΖΕΤΑΙ 
χαλαρωσε είπε…

δεν πρεπει να μας διαφευγει, αμεθυστε, οτι ο Μοντανισμος θεωρει οτι η αληθεια αποκαλυπτεται σταδιακα. Κατα την Πεντηκοστη οι Μαθητες δεν μετειχαν απαξ της αληθειας. Αυτη η προοδευτικη κατακτηση της αληθειας ειναι και ο βασικος λογος για μια οικονομια του πνευματος. Και αυτη ειναι και η βασικη πιστη των δυτικων. Ας οψεται ο Αυγουστινος.

amethystos είπε…

Hταν φοβερή πλάνη καί παντρεμένη μέ τόν Γνωστικισμό μάς παιδεύει μέχρι σήμερα. Σήμερα κυριαρχεί μέ τήν εσχατολογία. Η αποκάλυψη τού Ιωάννου είναι Αποκάλυψις Ιησού Χριστού καί όχι αποκάλυψη τού αντιχρίστου. Καί ενώ τό Αγιο Πνεύμα μορφώνει μέσα μας Χριστό εις ηλικίαν Χριστού, σήμερα νομίζουμε ότι μορφώνει έξω μας τήν ιστορία η οποία βαδίζει πρός τά έσχατα, δηλ. ότι τό Αγιο Πνεύμα μορφώνει έξω μας τόν αντίχριστο. Σήμερα είμαστε παραδομένοι στό πνεύμα τής αυτονομήσεως περισσότερο από κάθε άλλη εποχή. Αυτονομείται τό Αγιο Πνεύμα από Τόν Κύριο, ο Ιησούς από τόν Χριστό, ο κόσμος από τήν εκκλησία ή τό αντίστροφο, ο άνδρας από τήν γυναίκα, η κυβέρνηση από τόν λαό της,η διοίκηση τής εκκλησίας από τούς πιστούς, τά παιδιά από τούς γονείς. Δεχόμαστε αδιαμαρτύρητα τήν αυτονόμηση τής διανοίας από τήν καρδιά, τού ενστίκτου από τόν άνθρωπο.

Καί τήν αυτονόμηση τήν βαπτίσαμε απελευθέρωση γιά νά τήν κρύψουμε. Φτάσαμε στήν μιζέρια νά αυτονομούμε τό εορτολόγιο από τήν διοίκηση τής εκκλησίας, χωρίς νά τρέμουμε τήν επέλαση τού Μοντανισμού, τήν αυτονόμηση τών κανόνων από τίς Εντολές τού Ευαγγελίου καί κατορθώνουμε νά τά βλέπουμε φυσικά καί αληθινά. Ξεχνώντας τό διαίρει καί βασίλευε. Σήμερα ο Ζηζιούλας πολεμά τήν παράδοση τού Αγίου Ορους πεπεισμένος ότι είναι ατομιστές πού πιστεύουν σέ ατομική σωτηρία στηριζόμενος στήν παρερμηνεία τής Κοινωνίας τού Αγίου Πνεύματος καί θεωρώντας ότι η κοινωνία αυτή αφορά κοινωνία ανθρώπων ή κοινωνία πιστών. Καί πάλι αφήνουμε τόν Κύριο απέξω. Διότι η πίστη μας λέει ότι ο Κύριος μέ τήν ενανθρώπισή Του ένωσε τή ανθρώπινη μέ τήν θεία φύση στήν Υπόστασή Του.

Μπορεί νά υπάρξει ατομική φύση; Καί προσπαθώντας νά γλιτώσει τήν εκκλησία από τόν ατομικισμό απορρίπτει τόν Ησυχασμό καί τόν Αγιο Γρηγόριο Παλαμά. Κρύβοντας ακόμη καί από τόν εαυτό του ότι η αποθέωση τής ατομικότητος είναι τό πρωτείο καί τό αλάθητο.

Τό Αγιον Ορος είναι τό τελευταίο οχυρό τής αλήθειας ότι η αποκάλυψις είναι Ιησού Χριστού καί τό Αγιο Πνεύμα βεβαιώνει τού Λόγου τό ασφαλές.

Αναρτήθηκε από amethystos

============================================

”Γρηγορείτε, στήκετε εν τη πίστει, ανδρίζεσθε, κραταιούσθε”

Μπαίνουμε στην τελική ευθεία των γεγονότων:
– Οικουμενική κυβέρνηση
– Απολύσεις – ανεργία- φτώχεια-χρεωκοπία
– Εξέγερση λαθρομεναστών
– Σεισμός (οι)
– Επίθεση Τούρκων

Το μέγα έλεος…

===================================================

==========================================================

Ιερός Χρυσόστομος_

” Ελεύθερος είναι μόνο εκείνος που ζει με τον Χριστό. Ελεύθερος είναι μόνο εκείνος που είναι απαλλαγμένος από τα πάθη του…….. Καθένας κάνει κάτι πολύ περισσότερο όταν είναι ελεύθερος , παρά όταν εξαναγκάζεται. Και ο Θεός δεν εξαναγκάζει τους ανθρώπους όταν δεν θέλουν, αλλά τους έλκει όταν θέλουν “.

 Μπορεί να είναι εικόνα 1 άτομο, γένι και εξωτερικοί χώροι
Φωτ.: Ο Αγιορείτης π. Ποιμήν Ρουμάνος Μοναχός σε κελί της Λακκοσκήτης

Δύο άγιες μονές ξέρουμε ,γνωρίσαμε και εμπιστευόμαστε συχνά…!! Την Υπο….. Μονή και την Επι…….Μονή !

====================================================

153 – 146 -1 . Νομίζουν πως θα ξεχάσουμε… Μα ξεχνιέται η Μακεδονία μας τόσο εύκολα;

 Σα να μην πέρασε μια μέρα.

Κι όμως περάσανε κιόλας 3 χρόνια από εκείνο το 153 – 146 -1.

Εκείνοι νομίζουν πως θα ξεχάσουμε.

Μα ξεχνιέται η Μακεδονία μας τόσο εύκολα;

Μήπως εκείνοι ξεχνούν πόσες χιλιάδες χρόνια ζει η Μακεδονία μας;

Και πόσες ακόμα θα ζει, χωρίς να μαγαρίζεται το όνομα και η ιστορία της από δικούς και ξένους;

Όπως και να΄χει, σε Άλλον ανήκει η τελευταία λέξη.

                                                                                                ~ Λαυρέντης.

~ “αμφ.” ΥΓ:Πειράζει αυτήν την πικρή εικόνα να την ανεβάζουμε κάθε χρόνο;Μέχρι να βρεθούν κάποιοι στο κοινοβούλιο να την αλλάξουν…;;;

========================================================

~ Ο Κωνσταντίνος δεν έφυγε. Κάπου εδώ τριγυρίζει…

 … και περιφρουρεί, να ξέρεις, από το Σύνταγμα μέχρι τη Μακεδονία.

Μ΄ένα τεράστιο χαμόγελο σαν κι αυτό.

Γιατί γνωρίζει καλύτερα από εκεί που βρίσκεται εδώ και λίγα χρόνια πως κάποιες τρεμάμενες υπογραφές δεν είναι ικανές ν΄αλλάξουν την Αλήθεια αιώνων…

Και πως τίποτα δεν τελείωσε.

Γιατί αργά ή γρήγορα. θα λειτουργήσουν ξανά οι Πνευματικοί νόμοι, που ελάχιστοι, είτε από εδώ είτε από κει πάνω, υποπτεύονται πως υπάρχουν…

                                                                                  ~ Λαυρέντης

===============================================================

«ΑΝ ΒΡΕΙΤΕ ΑΛΛΟΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟ, ΝΑ ΤΟΝ ΛΥΠΗΘΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ»

–Το χρονικό της παραίτησης ενός μεγάλου–    

 …Παρά την θέλησή του χειροτονήθηκε επίσκοπος από τον πατέρα του, ο οποίος ήλπιζε με αυτόν τον τρόπο να ενισχύσει το κήρυγμα του Ευαγγελικού λόγου και να τον ετοιμάσει για την διαδοχή.

Η χειροτονία αιφνιδίασε τον Γρηγόριο όπως μια «τυραννίδα»· έφυγε και μετέβη στον Πόντο κοντά στον αγαπημένο του αδελφό και φίλο Μέγα Βασίλειο. Πολλοί κατέκριναν και κατακρίνουν ακόμη τον άγιο, κατηγορώντας τον για δειλία και για αδυναμία χαρακτήρα. Πώς όμως να αμφιβάλλει κανείς για την ισορροπία και για το σθένος της ψυχής ενός πνεύματος τόσο δυνατού, ο οποίος είχε κατακτήσει ήδη από την νεότητά του την μακάρια απάθεια και την πλήρη ψυχική αυτοκυριαρχία

; Πρέπει μάλλον να διαβλέψουμε στον άγιο Γρηγόριο ένα παράδειγμα της άκρας λεπτότητας και ευαισθησίας που αποκτούν οι άγιοι όσο πλησιάζουν τον Θεό. Όπως εξηγεί ο ίδιος στον «Απολογητικό» του λόγο, δεν απέφυγε τότε την ιεροσύνη από φόβο, αλλά από οξυμένη ευσυνειδησία για την ευθύνη του ποιμένα των ψυχών και προπαντός επειδή προτιμούσε να ενωθεί με τον Θεό και, δι’ Αυτού, με τους ανθρώπους στην προσευχή:

« Τίποτα δεν ποθούσα περισσότερο από το να κλείσω την θύρα των αισθήσεων, να εξέλθω της σαρκός και του κόσμου, να συγκεντρωθώ εις εαυτόν, διακόπτοντας κάθε δεσμό με τα ανθρώπινα πέρα από τα απολύτως αναγκαία , να συνδιαλεχθώ με τον εαυτό μου και μετά του Θεού, ώστε να ζήσω υπεράνω των ορατών, με τρόπο ώστε να φέρω επάνω μου τις θεϊκές εμφάσεις, χωρίς αλλοίωση ή ανάμειξη με τις παγιωμένες μορφές του ενθάδε.

Να καταστώ αληθινά και συνεχώς να καθίσταμαι αληθής ακηλίδωτος καθρέπτης του Θεού και των ουρανίων, προσθέτοντας φως στο φως, υποκαθιστώντας την ασάφεια με ευκρίνεια, απολαμβάνοντας ήδη από τον παρόντα βίο την ελπίδα των αγαθών της μέλλουσας ζωής, ώστε να συνοδοιπορήσω μετά των αγγέλων, παραμένοντας στην γη, την οποία προηγουμένως άφησα και ανήλθα εις τα άνω διά του Πνεύματος.

Αν κάποιος από σας κατέχεται από αυτόν τον πόθο, γνωρίζει τι θέλω να πω και θα μου συγχωρήσει αυτό που ένιωσα τότε » (Λόγοι 2, 7, PG 35Μ 413C-416Α· ΕΠΕ 1, 83).

Επί μία δεκαετία υπήρξε για την Ναζιανζό υπόδειγμα ποιμαντικής μέριμνας και στοργής: ταπεινός μαθητής του Κυρίου, όργανο του λόγου και της Χάριτός Του, κανόνας πίστεως και ζωντανή εικόνα της ευαγγελικής τελειότητας

. Όταν το 361 ο αυτοκράτορας Ιουλιανός ο Παραβάτης αποπειράθηκε να αποκαταστήσει την λατρεία των ειδώλων, απαγορεύοντας στα παιδιά των χριστιανών να διδάσκονται φιλολογία, ρητορική και φιλοσοφία, ο άγιος Γρηγόριος απάντησε συντάσσοντας λαμπρούς λόγους και θαυμαστά ποιήματα, όπου ανέπτυσσε τα μυστήρια της πίστεως με λογοτεχνική δεινότητα και πλούτο εικόνων και λεξιλογίου, κατά πολύ ανώτερων των έργων των μεγάλων συγγραφέων της αρχαιότητας.

Με τον άγιο Γρηγόριο ολοκληρώνεται όχι απλώς ο εκχριστιανισμός της ελληνικής παιδείας, αλλά η οριστική της υπέρβαση και στην θέση της αναπτύσσεται μια παιδεία καθαρά χριστιανική, η οποία αφομοιώνει και μεταμορφώνει το απαύγασμα των έργων της αρχαιότητας.
     Οι πιστοί της Βασιλεύουσας, η οποία βρισκόταν για περισσότερα από σαράντα χρόνια στα χέρια των αιρετικών, ζήτησαν τότε από τον επίσκοπο Ναζιανζού να τους συνδράμει. Αποσπάσθηκε για μια ακόμη φορά ο Γρηγόριος από την γλυκύτητα της θεωρίας, χάριν της υπεράσπισης της Εκκλησίας και έφθασε στην Κωνσταντινούπολη φέρνοντας μαζί του την ακλόνητη δύναμη του λόγου του και την ισχύ των θαυμάτων του.

Εγκαταστάθηκε σε οικία που ανήκε σε συγγενείς του, όπου οι ορθόδοξοι άρχισαν γρήγορα να συρρέουν ολοένα και περισσότεροι, για να ακούσουν με ενθουσιασμό το κήρυγμά του, σε βαθμό που η οικία μετετράπη σύντομα σε ναό, γνωστό ως Αγία Αναστασία, επειδή η πίστη, νεκρωμένη επί τόσα χρόνια στην Βασιλεύουσα, αναστήθηκε χάρη στον λόγο του Γρηγορίου . Μόνος εναντίον πλειάδος αιρετικών και ποικίλων αιρέσεων, ο άγιος συνάρπαζε το ακροατήριό του με την ευγλωττία του κατακόπτοντας τα σοφίσματα και τα επιχειρήματα του σαρκικού φρονήματος με την ρομφαία του θείου λόγου.
     Περισσότερο από τους άλλους Πατέρες, ο άγιος Γρηγόριος διακρίνεται για τις συνοπτικές και αντινομικές εκφράσεις με τις οποίες αναπτύσσει τα βαθύτερα μυστήρια και τα μεγαλύτερα κεφάλαια της πίστεως. Οι ορισμοί του είναι τόσο τέλειοι, ώστε στο πέρασμα των αιώνων, οι δεινότεροι άγιοι θεολόγοι αφιέρωσαν συγγράμματα ολόκληρα στον σχολιασμό τους, και είναι τέτοιας ωραιότητας, ώστε μεγάλος αριθμός τους χρησιμοποιήθηκε από τους μελωδούς μας στην σύνθεση λειτουργικών ύμνων των μεγάλων εορτών του έτους.

Η ανάγνωση και η αποστήθιση των έργων του αγίου Γρηγορίου, όπως της Αγίας Γραφής, μπορεί να παρομοιαστεί με την προσκύνηση μιας αγίας εικόνας · μας μεταφέρουν στον ουρανό και μας μυούν στα άρρητα μυστήρια του Θεού. Η γλώσσα του είναι τόσο τέλεια ώστε αχρηστεύει κάθε άλλα λόγια και οδηγεί αβίαστα τον εραστή του Λόγου στην σιωπηλή προσευχή.

Άκαμπτης αυστηρότητας όσον αφορά στην πίστη, ο άγιος Γρηγόριος ήταν όλος πραότητα στην συμπεριφορά του απέναντι στους ανθρώπους, αμαρτωλούς ή παραστρατημένους. Διόρθωνε τα ήθη δίνοντας το υπόδειγμα της χριστιανικής διαγωγής με την βιοτή του, που ήταν απαλλαγμένη από κάθε κοσμικότητα, με την σκληραγωγία του και την υπομονή στις δοκιμασίες και τις ασθένειες, σε τέτοιο βαθμό ώστε πολλοί από όσους άκουγαν τους λόγους του μεταστρέφονταν ολότελα βλέποντας την πολιτεία του.

     Οι επιτυχίες του προκάλεσαν ωστόσο γρήγορα ζωηρές αντιδράσεις από μέρους των αιρετικών, που ζηλόφθονοι διέδωσαν εναντίον του φρικτές συκοφαντίες, χωρίς παρ’ όλα αυτά να υπερνικήσουν την υπομονή του και την ανεξικακία του απέναντι στους εχθρούς. Την νύχτα της Αναστάσεως του 379, αιρετικοί, οπαδοί του Απολλιναρίου, τους οποίους είχε αντικρούσει με έξοχο τρόπο, πήγαν στην Αγία Αναστασία, έσπειραν τον πανικό στο εκκλησίασμα και επιχείρησαν να λιθοβολήσουν τον άγιο.

Δεν μπόρεσαν όμως να του καταφέρουν το θανάσιμο χτύπημα, που θα επιθυμούσε ο Γρηγόριος ώστε να τελειωθεί λαμβάνοντας τον καλλίνικο στέφανο του μαρτυρίου. Ύστερα από αυτή την δοκιμασία, παραδόθηκε στην δικαιοσύνη ως κακούργος, αλλά εξήλθε νικητής και παρότρυνε κατόπιν τους οπαδούς του να τους συγχωρέσουν. Η μετριοπαθής αυτή στάση, η αγάπη, η ευθύτητα του τέλειου αυτού μαθητή του Χριστού κίνησαν εναντίον του την εχθρότητα δύο παρατάξεων: των αιρετικών που τον μισούσαν και των υπερζηλωτών ορθοδόξων.
     Ενώ, χάρη στους αγώνες του, η αίρεση έμοιαζε να υποχωρεί, ο διάβολος τον υπέβαλε σε νέες δοκιμασίες στο πρόσωπο ενός κυνικού φιλοσόφου ονόματι Μαξίμου, που καταγόταν από την Αλεξάνδρεια. Αποκρύπτοντας αρχικά το δόλιο σχέδιό του, ο Μάξιμος κέρδισε την εκτίμηση του Γρηγορίου.

Αποκαλύφθηκε όμως σύντομα, όταν επιχείρησε να εκλεγεί αντικανονικά επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, σπέρνοντας ταραχή και σκάνδαλο στην Εκκλησία. Πράος και καρτερικός ο άγιος Γρηγόριος, ήταν έτοιμος να αφήσει τον θρόνο του για να μην εναντιωθεί στον απατεώνα με αγώνα και μίσος, ο λαός όμως εξεγέρθηκε αυθόρμητα εναντίον του Μάξιμου και παρακάλεσε τον ποιμενάρχη του να μην εγκαταλείψει το ποίμνιο του Χριστού στους λύκους που το απειλούσαν, λέγοντάς του: « Εάν μας αφήσεις , πάτερ , γνώριζε ότι παίρνεις μαζί σου και την Αγία Τριάδα ! ».

Ο άγιος πείσθηκε και απηύθυνε έκκληση στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο, ο οποίος διέμενε τότε στην Θεσσαλονίκη. Ο αυτοκράτορας έδιωξε τον σφετεριστή και λίγο αργότερα εισήλθε θριαμβευτής στην Κωνσταντινούπολη, μετά την νίκη του κατά των βαρβάρων. Την επομένη κιόλας έδιωξε τους αρειανόφρονες από τους ναούς που κατείχαν και επέβαλε την εκλογή του αγίου Γρηγορίου ως επισκόπου Κωνσταντινουπόλεως. Ο Γρηγόριος, φλεγόμενος πάντα από τον πόθο της ησυχίας, αρχικά αρνήθηκε, αλλά η επιμονή και ο ενθουσιασμός του λαού τον έκανε τελικά να ενδώσει και να δεχθεί.

Ωστόσο, καθώς ήταν αντικανονικά επίσκοπος άλλης έδρας, η μετάθεση του Γρηγορίου στην Βασιλεύουσα έπρεπε να επικυρωθεί από Σύνοδο. Για τον λόγο αυτό ο Θεοδόσιος συνεκάλεσε το 381 την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο η οποία, αφού αναγνώρισε ομόφωνα την εκλογή του Γρηγορίου, καταδίκασε την αίρεση των πνευματομάχων (Μακεδονίων) και σημάδευσε έτσι το τέλος του αρειανισμού και την οριστική νίκη της ορθοδοξίας. Την χαρά για τον θρίαμβο αυτό διέκοψε όμως αμέσως κατόπιν ο θάνατος του προεδρεύοντος της Συνόδου αγίου Μελετίου, του ονομαστού επισκόπου Αντιοχείας.

Ο Γρηγόριος επιφορτίστηκε τότε την προεδρία των συνεδριάσεων κατά τις οποίες έπρεπε να αποφασιστεί ο διάδοχός του στην επισκοπή αυτή, στην οποία υφίστατο επί πολλά έτη σχίσμα μεταξύ των ορθοδόξων: οι μεν ήταν οπαδοί του Μελετίου, οι άλλοι του Παυλίνου. Καθώς είχε συμφωνηθεί να αναγνωριστεί ο επιζών ως μόνος επίσκοπος , ο άγιος Γρηγόριος υποστήριξε τον Παυλίνο , αντιμετώπισε όμως αμέσως την αντίσταση και τις συνωμοσίες των επισκόπων της ανατολής, οι οποίοι έφτασαν στο σημείο να πληρώσουν έναν νεαρό αρειανό για να τον δολοφονήσει.

Την στιγμή όμως που ορμούσε πάνω στον άγιο, ο κακούργος στάθηκε απότομα, έπεσε με δάκρυα στα πόδια του Γρηγορίου και ομολόγησε την φαύλη πρόθεσή του. Ο Γρηγόριος τον σήκωσε όρθιο, τον ασπάσθηκε στοργικά και του ζήτησε να αφιερωθεί του λοιπού στον Θεό, αφού προηγουμένως απαρνηθεί την αίρεση . Άλλοι επίσκοποι, οπαδοί του Παυλίνου , κατήγγειλαν ότι η μετάθεση του Γρηγορίου από τα Σάσιμα στην Κωνσταντινούπολη έγινε κατά παράβαση των ιερών κανόνων.

Κατάκοπος όμως ο άγιος Γρηγόριος από τις τόσες έριδες και διαμάχες και με την καρδιά συντετριμμένη βλέποντας να σπαράσσεται η Εκκλησία του Χριστού, εκείνος που ποτέ δεν είχε επιδιώξει τιμές και εξουσία, ανακοίνωσε στην Σύνοδο ότι η μεγαλύτερη επιθυμία του ήταν να συμβάλει στην ειρήνη και εφόσον η θέση του στον επισκοπικό θρόνο ήταν αιτία τόσης διαιρέσεως, αυτός ήταν καθόλα έτοιμος να πέσει στην θάλασσα ως άλλος Ιωνάς, ώστε να κοπάσει η θύελλα και η ταραχή των πνευμάτων, με την προϋπόθεση να διαφυλαχθεί η ορθόδοξη πίστη .

Το κυριολεκτικά δραματικό χρονικό της παραίτησής του και η συγκινητική φυγή του από τα εκκλησιαστικά πράγματα φανερώνει ταυτόχρονα το ανεκδιήγητο ύψος της μεγαλοσύνης του καθώς και την σπάνια και θαυμαστή ακεραιότητα του πατερικού ήθους του…

     Γύρω του μαζεύτηκαν πολλοί επίσκοποι. Άλλοι χαρούμενοι, άλλοι κρυψίνοες κι άλλοι για να μάθουνε τα σχέδιά του. Κανείς όμως δεν ήξερε τι θ’ ακολουθήσει, ούτε κι ο ίδιος. […] Ανασήκωσε λίγο το κεφάλι, ζωήρεψαν τα μάτια κι έδειξαν ανησυχία. Ζητούσε διέξοδο, ποια στάση να τηρήσει. Καθισμένος, έδειξε να σαλεύει ελαφριά. Έμοιαζε αναποφάσιστος… να σηκωθεί, να μη σηκωθεί… Τα δευτερόλεπτα για τον ίδιο και τους φίλους γίνανε χρόνια. Η αγωνία τσάκιζε τα πρόσωπα, περόνιαζε τις καρδιές.

Εκείνος; Εκείνος δευτερόλεπτο με δευτερόλεπτο γαλήνευε. Γαλήνευε όλο και πιο πολύ. Απρόσμενα το έντονο κυρτό σώμα του ορθώθηκε. Οι φίλοι αναπνεύσανε. Στηρίχτηκε με τα δυο του χέρια στα καλλιτεχνημένα χερούλια του θρόνου του και αργά – αργά σηκώθηκε . Τα μάτια του ακόμη στραμμένα μέσα του.
     Μόλις πήρε την κανονική θέση, ύψωσε την ιερή κεφαλή , τα μάτια έπεσαν ευθεία στους επισκόπους. Οι ασύνετοι το μόνο που κατάλαβαν ήτανε ότι έπρεπε να σιωπήσουν. Οι άλλοι ζήσανε τη φωτεινότητα του κάτισχνου προσώπου. Ήσανε πολλές αυγές μαζί, δεν μπορούσε παρά να ακτινοβολήσει αλήθεια . Κι όλοι τους αποσβολωμένοι ανοίξανε τις καρδιές. Δεν ξέρανε τι τους περίμενε, τι θα τους έλεγε… μα ό,τι και νά ’τανε θά ’τανε ιερό και μεγάλο.
     Ο Γρηγόριος, πληγωμένος μα πάντα μεγάλος αετός του Πνεύματος, αναμέτρησε σε λίγα λεπτά τη σύγχυση, έβαλε τον εαυτό του εδώ , τον έβαλε ’κει , πουθενά δεν ηρεμούσε. Άδραξε , λοιπόν, την ευκαιρία . Τον αμφισβητούσανε κάποιο ι; Αυτός θα έφευγε. Την Ορθοδοξία έτσι κι αλλιώς την είχε στεριώσει, η θεολογία του γινότανε πίστη και ζωή όλο κι ευρύτερα στην οικουμένη. Για το λαό του δεν έπρεπε ν’ ανησυχεί πολύ. Τη νύχτα που πέρασε του είχε μιλήσει το άγιο Πνεύμα και τού ’χε ειπεί, ότι ο λαός της Κωνσταντινούπολης θα προκόψει πολύ στην πίστη.
     Τώρα, καιρός πια να ελευθερωθεί! Ένιωθε ότι έφτασε η ώρα να σπάσει τα δεσμά. Η καρδιά του άκουγε κιόλας το σπάσιμο…
     Ήρεμα, έτσι όπως ατένιζε όλους, στη μέση της Αγίας Ειρήνης, άνοιξε το στόμα του χάριν της ειρήνης:
     –Πατέρες ιεροί, συναχθήκατε ’δω για το θέλημα του Θεού. Υψωθείτε με την ψυχή στα υψηλά. Και μη στενοχωριέστε για τη δική μου θέση… αν θά ’μαι πρώτος, αν θά ’μαι τελευταίος… δεν έχει σημασία. Εδώ πρόκειται για την Εκκλησία και την ειρήνη της. Θάλασσα φουρτουνιασμένη καταντήσαμε, το βλέπετε καθαρά. Ομονοήστε ’σεις κι αφήστε ’μένα. Το αποφάσισα, για το κοινό καλό γίνομαι Ιωνάς. Πέφτω εγώ στη θάλασσα, όπως ο Προφήτης (βλ. Ιων. 1:15), αν και δεν έφερα εγώ τη φουρτούνα. Είμ’ έτοιμος, μη διστάζετε, ρίξτε με στη θάλασσα, να… πέφτω μόνος μου, αρκεί να ειρηνεύσετε, να σκεφτείτε μόνο την Εκκλησία!

     Όσοι άκουγαν παγώσανε. Οι καρδιές τους αγκυλωμένες και άδειες. Τα χάσανε και οι ασύνετοι, δεν καταλάβαιναν, δεν πίστευαν…
     –Ναι, αδελφοί μου, παραιτούμαι -συνέχισε ο Γρηγόριος- φεύγω… παραδίδω και θρόνο και προεδρία. Τιμή μου, αφού έτσι βοηθώ την Εκκλησία, αφού έτσι θα πάψετε, πιστεύω, να φιλονικείτε. Ακόμα και το άρρωστό μου σώμα μού λέει να παραιτηθώ…
     Οι σύνεδροι, όλοι χωρίς εξαίρεση, μοιάζανε κεραυνοβολημένοι. Δυο – τρεις, που δείξανε με τα μάτια να ρωτούν, κάνανε τον ιερό άνδρα να συνεχίσει:
     –Είμαι ’δω στο θρόνο της πρωτεύουσας και στην προεδρία, μα όλοι ξέρετε ότι εδώ μ’ έφεραν άλλοι. Δεν αγάπησα το θρόνο και νά ’στε σίγουροι ότι τον αποχαιρετώ με χαρά. Όσο μπόρεσα προσέφερα, στην Αρχιεπισκοπή και στη Σύνοδο. Φεύγω τώρα, όμως η σκέψη και η γλώσσα μου θά ’ναι πάντα στην Αγία Τριάδα. Σας αποχαιρετώ, αδελφοί, σας εύχομαι υγεία και σας παρακαλώ για ένα: να θυμάστε τους κόπους μου κι όσα εδώ υπέφερα για την Ορθοδοξία.
     Νόμιζε ότι τα είπε όλα, μα κάτι τον κέντησε μέσα του και πρόσθεσε με παράπονο:
     –Ακόμα κάτι αδελφοί μου. Αν βρείτε άλλον Γρηγόριο για το θρόνο, να τον λυπηθείτε περισσότερο απ’ όσο εμένα. Αυτά, λοιπόν, και να ειρηνεύετε.
     Όλα τελειώσανε. Η μεγαλειώδης παραίτηση ανάλογη προς το μεγαλείο του πνευματέμφορου άνδρα. Τα τελευταία του λόγια ράψανε τα στόματα των συνέδρων. Άφωνοι όλοι, χωρίς εξαίρεση.
     Ο Γρηγόριος, ολύμπιος, ελευθερωμένος από εξουσία και τιμές, στράφηκε προς το ιερό Βήμα, έκανε το σταυρό του, πρόφερε εις επήκοο λίγα λόγια προσευχής και γύρισε να φύγει. Αργά, λες και είχε κάνει την πιο μεγάλη του πράξη, κατέβηκε από την έδρα. Και χωρίς άλλο, γαλήνιος, φωτεινός, προχώρησε για την έξοδο. Κανείς δεν τόλμησε να πει κάτι, κανείς δεν πρόλαβε να συνέλθει.

Αυτοί που τον τιμούσαν ήτανε, βέβαια, πολλοί και θα μπορούσανε να τον κρατήσουν στις υψηλές του θέσεις. Έφτανε μια κουβέντα να πούνε στον αυτοκράτορα και ’κείνος θα έπειθε τους δύστροπους χάριν του Γρηγορίου. Ξέρανε όμως ότι για κάτι τέτοιο έπρεπε να πει «ναι» και ο ίδιος. Και νιώθανε βαθιά μέσα τους ότι ο Γρηγόριος δεν το ήθελε, ότι πια ήτανε αποφασισμένος και δεν αποτόλμησαν, άλλωστε δεν προλαβαίνανε, πρόλαβε ο ίδιος.

     Θά ’φευγε γρήγορα, μα όχι χωρίς επίσημο αποχαιρετισμό κι έναν απολογισμό του έργου των τριών ετών στην Κωνσταντινούπολη. Αυτό έγινε την τελευταία τούτη Κυριακή του Ιουνίου του 381, στην Αγία Ειρήνη.

Μεγάλος ο ναός, ο κόσμος πολύς, οι περισσότεροι επίσκοποι παρόντες και πολλοί ανώτεροι αξιωματούχοι. Λειτούργησε ο μεγάλος θεολόγος με ιεροπρέπεια. Τόση και τέτοια ιεροπρέπεια, που άγγιξε τα πιο βαθιά σημεία των καρδιών. Η ατμόσφαιρα πολύ φορτισμένη. Ο επικείμενος χωρισμός γέννησε συγκίνηση που λίγο – λίγο έγινε κατάνυξη πνευματική, μυστηριακή. Το πανίερο του Πνεύματος όργανο, ο Γρηγόριος, ήτανε πολύ εξαντλημένος, αλλά στεκότανε και λειτουργούσε με νεύρο και δύναμη του Θεού.
     Φτάνοντας η Λειτουργία στο τέλος, όλοι περίμεναν με αγωνία τον έσχατο Λόγο του πιο μεγάλου ποιητή και θεολόγου της Εκκλησίας. Και όλοι είχανε τη βεβαιότητα ότι ο θεολόγος ήτανε και άγιος και φωτισμένος. Ξέρανε ακόμη -κοινό μυστικό- ότι τον άνδρα τούτον κάποιοι τον κακομεταχειρίστηκαν και τον ανάγκασαν να πάρει των οματιών του και να φύγει. Γι’ αυτό και το αίσθημα της πίκρας εισχωρούσε κι εκτόπιζε ώρες – ώρες τη λειτουργική κατάνυξη του λαού.
     Κάποτε είπε το «Δι’ ευχών…». Στάθηκε κάτω από την Ωραία Πύλη, ενώπιόν τους. Τους κοίταξε με αγάπη βαθιά, ελαφρά κυρτός, έντονο καθαρό το βλέμμα, λευκή γενειάδα κύλαγε στο μικρό του στήθος, όρθιο το μέτωπο με ιλαρό φως, παρουσία θεωμένου ανθρώπου. Όλοι κρατούσαν την αναπνοή τους.

     Μίλησε με ηρεμία, μολονότι μέσα του ωθούνταν αισθήματα και διαθέσεις ποικίλες.
     –Θα κάνω τον απολογισμό μου -είπε, κοιτάζοντας επισκόπους και άρχοντες- απολογισμό του έργου μου εδώ στην πρωτεύουσα.
     Και μόλις το βλέμμα του έπεσε στους απλούς ορθοδόξους πιστούς:
     –Απολογία μου είσαστε ’σεις, εσείς τα ξέρετε, εσείς να βεβαιώσετε αν όσα πω θα είναι αλήθεια, εσείς είσαστε ο στέφανός μου και η δόξα μου. Ναι -γύρισε προς τους επισκόπους- το μέγα και ορθοδοξότατο ποίμνιο της πρωτεύουσας ήτανε μηδαμινό και διαλυμένο… Λειτουργιότανε στα βουνά και τις σπηλιές, είχε ξεχάσει την πίστη του.

Ήρθατε, αδελφοί, στην πρωτεύουσα και θαυμάζετε τους γεμάτους ναούς, την ευταξία, την υμνωδία, τη θέρμη των πιστών, την ορθή πίστη, ο Θεός δοξολογείται ορθά… Όσοι τώρα φτάνουνε ’δω δεν πιστεύουνε στα μάτια τους… Η αλλαγή τεράστια, θαυμαστή… Εμπεδώθηκε η ορθόδοξη πίστη, κηρύσσεται η ορθή διδασκαλία.
     Ανάκοψε λίγο ν’ ανασάνει και με αφοπλιστική βεβαιότητα, που όμως δεν είχε υπερηφάνεια, συνέχισε:
     –Αυτά έχω, αδελφοί, προσφέρει. Αυτά δημιούργησα εδώ. Εδώ στη μεγάλη πρωτεύουσα, που είναι πια οφθαλμός της Οικουμένης, που δεσπόζει κι ενώνει Ανατολή και Δύση. Εδώ συναντιούνται όλοι και όλα. Όποια εξουσία και δύναμη υπάρχει εδώ, απλώνεται παντού. Όποια πίστη θεμελιώνεται και χτίζεται ’δω στην πρωτεύουσα, επιβάλλεται σ’ όλες τις πόλεις. Γι’ αυτό μόχθησα πολύ, γι’ αυτό υπέφερα πολλά, γι’ αυτό λιθοβολήθηκα, για να χτίσω το οικοδόμημα της Ορθοδοξίας γερό, στέρεο… Αν αμφιβάλλετε για όσα λέω, κοιτάξτε γύρω το λαό, ρωτήστε τους ιερείς, διαβάστε τη διδασκαλία μου στα χειρόγραφα, που κυκλοφορούν…
     Όλοι ακούγανε με βαθύ ενδιαφέρον και κανείς δεν τόλμησε να διακόψει τον ομιλητή, όπως γινότανε συχνά στις ομιλίες του. Κι ενώ έκανε απολογισμό του έργου του, καταλήφθηκε από το παράπονο. Θυμήθηκε όσα κακόγλωσσοι διαδίδανε εις βάρος του κι όσα του κατηγορούσαν ανοιχτά. Εκείνα τα περί δειλίας, ότι τάχα φέρθηκε με ηττοπάθεια στους αρειανούς και τους εχθρούς του. Ότι δεν είχε το θάρρος να πολεμήσει τους εχθρούς, να τιμωρήσει τους αιρετικούς…

Ότι δε συμπεριφερότανε σαν άρχοντας με κύρος και πολυτέλεια, που ταίριαζαν στα αξιώματά του. Ακόμα, δε δίστασε ν’ αναφέρει ότι κάποιοι χαρακτηρίσανε τους λόγους και τους τρόπους του πορνικούς. Μέχρις εκεί φτάσανε οι συκοφάντες ! Τους εξήγησε όσο μπορούσε τη στάση του, απλά κι επιγραμματικά. Το να εκδικηθεί τους κακούς αρειανούς δε θά ’φερνε καλό· η ειρήνη χρειάζεται πιο πολύ από τη μάχη. Την εξωτερική μεγαλοπρέπεια και την πολυτέλεια δε τις αγάπησε ποτέ. Όσοι θέλανε να καταλάβουν, κατάλαβαν, οι άλλοι… μείνανε αδιάβροχοι, οι λίγοι. […]

     Η πικρία τον κέντησε πάλι και γύρισε τα λόγια του αλλού:
     –Ας μου πει κάποιος ότι με το αξίωμά μου έβλαψα το λαό, ότι επιδίωξα κάτι για τον εαυτό μου, ότι έβαλα σε θέσεις ανθρώπους μου, ότι επιβάρυνα οικονομικά την Εκκλησία… Κράτησα, φίλοι μου, την ιερωσύνη ψηλά, δεν έδωσα αφορμή να διασυρθεί. Μήπως είδε κανείς ν’ αγαπώ την εξουσία; Φέρθηκα ποτέ υπεροπτικά; Έτρεξα ν’ ανεβαίνω στους θρόνους; Με είδατε να μπαινοβγαίνω κάθε τόσο στ’ ανάκτορα, ενώ το μπορούσα;
     Ήτανε ώρα να ζητήσει για όλ’ αυτά και το «μισθό» του:
     –Το μισθό μου, αγαπητοί ! Δε θα μ’ αφήσετε χωρίς μισθό ! Εργάστηκα φιλότιμα την αρετή… Τι ζητάω για μισθό; Να μ’ αφήσετε να ξεκουραστώ, να σεβαστείτε τη λευκή μου γενειάδα, να τιμήσετε την ώρα της αναχώρησής μου. Βλέπετε και την άθλια υγεία μου, μόλις που μπορώ και στέκομαι να σας μιλάω. Φτάνουνε οι προεδρίες και τ’ άγρια κύματα που πέσανε πάνω μου. Να ενώσω Ανατολή και Δύση πήγα και οι αδελφοί επαναστάτησαν. Από τη μια μ’ ενθρόνιζαν κι από την άλλη ζήταγαν την εκθρόνισή μου. Τι να πω…

Βρείτε αρχιεπίσκοπο να σας αρέσει κι αφήστε εμένα στην ερημιά μου . Είναι λάθος όμως να ζητάτε ρήτορες κι όχι ιερείς , θησαυροφύλακες κι όχι ποιμένες ψυχών, ιερείς με πολιτική δύναμη κι όχι αγιασμένους ιερείς… Κάντε μου, λοιπόν, τη χάρη, κι αφήστε με ν’ αποχωρήσω ήρεμα για την έρημο!
     Ο Λόγος που είπε ο Γρηγόριος το πρωί εκείνο περιείχε τα πιο ποικίλα στοιχεία και πολύ έντονα συναισθήματα.

Μέσα του ένιωθε χαλασμό, γιατί πολλά συνωθούνταν στην καρδιά και το νου του, ζητώντας έξοδο, να πάρουνε μορφή, να γίνουν λόγια. Μα όλα, δε γινότανε να το πετύχουν, λίγα μόνο. Έπρεπε, δηλαδή, κάποτε να τελειώσει, να κάνει αποχαιρετισμό. Μα τι και ποιους να πρωτοχαιρετίσει; Άρχισε από ’κει που έπρεπε, από τη μεγάλη του αγάπη, την Αναστασία:
     –Χαίρε, Αναστασία μου αγαπημένη, όπου αναστήθηκε η Ορθοδοξία. Χαίρε, μεγάλε ναέ της Αγίας Σοφίας· χαίρετε, Άγιοι Απόστολοι κι εσύ εδώ Καθέδρα μου (Αγία Ειρήνη), που το ύψος σου γέννησε φθόνο. Χαίρετε κι εσείς επίσκοποι συνοδικοί, ιερείς, υμνωδοί και ψάλτες, διακονητές, παρθενεύουσες και παρθένοι, φιλόπτωχοι και ορφανοτρόφοι! Χαίρετε!…

     Κι αμέσως η συγκίνησή του πύκνωσε, τον έπνιγε ο λυγμός. Ανέκοψε να κυριαρχήσει και συνέχισε:
     –Χαίρετε αδελφοί αγαπημένοι, που με φιλοξενήσατε, που μου συμπαρασταθήκατε και με φροντίσατε στις αρρώστιες μου. Χαίρετε, εσείς που σπάζατε τα κιγκλιδώματα να μπείτε να μ’ ακούσετε κι εσείς που στενογραφούσατε τους Λόγους μου. Χαίρε, πανίσχυρε βασιλέα και παλάτια, άρχοντες και υπηρέτες ! Χειροκροτείστε το ρήτορα , επευφημείστε , δε θα με ξανακούσετε… Θα σταματήσω να μιλάω, μα όχι για πάντα ! Εάν το φέρει η ανάγκη , όπου και ν’ ασκητεύω πάλι θα πέσω στη μάχη για την αλήθεια !
     Μετά, γενίκεψε τον αποχαιρετισμό:
     –Χαίρε, Ανατολή και Δύση. Αγωνίστηκα για το καλό σας κι αναγκάζομαι ν’ αφήσω το θρόνο. Μα όποιος χάνει τον εδώ θρόνο, κερδίζει θρόνο υψηλότερο στον ουρανό. Χαίρε κι εσύ Αγία μου Τριάδα, κάλλος μου και φροντίδα μου, μείνε στο λαό τούτον και σώζε τον.
     Έμεινε η τελευταία φράση. Ο θεόπνευστος Πατέρας δεν μπορούσε παρά να ζητήσει:
     –Παιδιά μου, φυλάξτε αυτά που σας δίδαξα και να θυμάστε τους λιθοβολισμούς μου. Η Χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού μετά πάντων υμών. Αμήν.
     Έτσι σφράγισε το γιγάντιο έργο του στην Κωνσταντινούπολη. Το εκκλησίασμα, επίσκοποι, άρχοντες και λαός, πνιγήκανε στη συγκίνηση και το μόνο που κάνανε, ήτανε να θαυμάζουν τον ιερό άνδρα και να κλαίνε μέσα τους γι’ αυτόν…     Αφήνοντας στους αντιπάλους του τη ντροπή και παίρνοντας μαζί του το μεγαλείο της ακεραιότητας έφυγε για τη μικρή του πατρίδα την Αριανζό, όπου και έμεινε μέχρι το θάνατό του, τον Ιανουάριο του 390.

Ο θρόνος της Κωνσταντινούπολης δεν τον χάρηκε πολύ . Τον θρόνιασε όμως η οικουμένη στην καρδιά της και τον κρατάει σαν τον πιο γνήσιο εμπνευστή της ειλικρινούς αφοσίωσης στο Θεό και της ευθύτητας, που προτιμάει να σπάσει παρά να λυγίσει κάτω από το βάρος των μικροτήτων.

Η κυριαρχία του και η επίδρασή του απλώθηκαν σε πλάτος χώρου και σε βάθος χρόνου. Έγινε ο αληθινά Οικουμενικός Ποιμενάρχης, ο οποίος εξακολουθεί να ποιμαίνει και θα ποιμαίνει την καθολική Εκκλησία του Χριστού…
ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ Γ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
Ή ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΔΟΧΕΙΑΡΙΤΗΣ
(1933–2012)

«ΠΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΝ»

Τι λόγο έχει αυτή η τυραννία;
Ήρθα στη ζωή· καλά.
Γιατί όμως και στροβιλίζομαι
στις τρικυμίες του βίου;
Θα πω έναν λόγο που είναι θρασύς,
αλλ’ όμως θα τον πω.
Αν δεν ήμουνα δικός Σου, Χριστέ μου,
θα ήμουνα αδικημένος.
Γεννιόμαστε, διαλυόμαστε,
σκεπαζόμαστε από το χώμα.
Νυστάζω, κοιμάμαι,
ξυπνάω, πορεύομαι.
Αρρωσταίνουμε, γινόμαστε καλά.
Ευχαριστήσεις, πόνοι.
Μετέχουμε στις τροπές του ήλιου
όπως μετέχει κι η γη.
Πεθαίνουμε, σαπίζουν οι σάρκες μας
όπως συμβαίνει και με τα ζώα.
Τι περισσότερο έχω εγώ;
Τίποτα, παρά μόνο το Θεό.
Αν δεν ήμουνα δικός Σου
θα ήμουνα αδικημένος, Χριστέ μου.

[Έπη ιστορικά: ΟΔ΄, Migne XXXVII, 1421.]


[(1) Στυλιανού Γ. Παπαδοπούλου:
«Ο πληγωμένος αετός
(Γρηγόριος ο Θεολόγος)»,
κεφ. 7ο, σελ. 272–276 και 287–291,
έκδοσις «Αποστολικής Διακονίας»,
Αθήνα, 19983.

==========================================================

Μία αληθινή συγκινητική ιστορία

Το 1922 ήρθε από την Μικρασία με τους πρόσφυγες ένα ορφανό Ελληνόπουλο, ονόματι Συμεών.

Εγκαταστάθηκε στον Πειραιά σε μια παραγκούλα και εκεί μεγάλωσε μόνο του. Είχε ένα καροτσάκι και έκανε τον αχθοφόρο, μεταφέροντας πράγματα στο λιμάνι του Πειραιά. Γράμματα δεν ήξερε ούτε πολλά πράγματα από την πίστη μας.

Είχε την μακαρία απλότητα και πίστη απλή και απερίεργη. Όταν ήρθε σε ηλικία γάμου νυμφεύθηκε, έκανε δύο παιδιά και μετακόμισε με την οικογένεια του στη Νίκαια. Κάθε πρωί πήγαινε στο λιμάνι του Πειραιά για να βγάλει το ψωμάκι του.

Περνούσε όμως κάθε μέρα το πρωί από το ναό του αγίου Σπυρίδωνος, έμπαινε μέσα, στεκόταν μπροστά στο τέμπλο, έβγαζε το καπελάκι του και έλεγε: « Καλημέρα Χριστέ μου, ο Συμεών είμαι. Βοήθησέ με να βγάλω το ψωμάκι μου ».

Το βράδυ που τελείωνε τη δουλειά του ξαναπερνούσε από την Εκκλησία, πήγαινε πάλι μπροστά στο τέμπλο και έλεγε: «Καλησπέρα Χριστέ μου, ο Συμεών είμαι. Σ ευχαριστώ που με βοήθησες και σήμερα ».

Και έτσι περνούσαν τα χρόνια του ευλογημένου Συμεών. Περίπου το έτος 1950 όλα τα μέλη της οικογενείας του αρρώστησαν από φυματίωση και εκοιμήθησαν εν Κυρίω. Έμεινε ολομόναχος ο Συμεών και συνέχισε αγόγγυστα τη δουλειά του αλλά και δεν παρέλειπε να περνά από τον άγιο Σπυρίδωνα να καλημερίζει και να καλησπερίζει τον Χριστό, ζητώντας την βοήθεια Του και ευχαριστώντας Τον.

Όταν γέρασε ο Συμεών, αρρώστησε. Μπήκε στο Νοσοκομείο και νοσηλεύτηκε περίπου για ένα μήνα.

Μια προϊσταμένη από την Πάτρα τον ρώτησε κάποτε : – Παππού, τόσες μέρες εδώ μέσα δεν ήρθε κανείς να σε δει. Δεν έχεις κανένα δικό σου στον κόσμο;

-Έρχεται , παιδί μου, κάθε πρωί και απόγευμα ο Χριστός και με παρηγορεί.

– Και τι σου λέει, παππού ;

« Καλημέρα Συμεών, ο Χριστός είμαι, κάνε υπομονή ». « Καλησπέρα Συμεών, ο Χριστός είμαι , κάνε υπομονή ».

Η Προϊσταμένη παραξενεύτηκε και κάλεσε τον Πνευματικό της, π. Χριστόδουλο Φάσο, να έρθει να δει τον Συμεών μήπως πλανήθηκε . Ο π. Χριστόδουλος τον επισκέφθηκε , του έπιασε κουβέντα , του έκανε την ερώτηση της Προϊσταμένης και ο Συμεών του έδωσε την ίδια απάντηση .

Τις ίδιες ώρες πρωί και βράδυ , που ο Συμεών πήγαινε στο ναό και χαιρετούσε τον Χριστό , τώρα και ο Χριστός χαιρετούσε τον Συμεών . Τον ρώτησε ο Πνευματικός :

-Μήπως είναι φαντασία σου;

-Όχι, πάτερ , δεν είμαι φαντασμένος , ο Χριστός είναι .

-Ήρθε και σήμερα ;

-Ήρθε . – Και τι σου είπε ;

Καλημέρα Συμεών, ο Χριστός είμαι . Κάνε υπομονή , σε τρεις μέρες θα σε πάρω κοντά μου πρωΐ – πρωΐ.

Ο Πνευματικός κάθε μέρα πήγαινε στο Νοσοκομείο , μιλούσε μαζί του και έμαθε για την ζωή του . Κατάλαβε ότι πρόκειται περί ευλογημένου ανθρώπου. Την τρίτη ημέρα πρωΐ – πρωΐ πάλι πήγε να δει τον Συμεών και να διαπίστωσει αν θα πραγματοποιηθεί η πρόρρηση ότι θα πεθάνει .

Πράγματι εκεί πού κουβέντιαζαν, ο Συμεών φώναξε ξαφνικά

« Ήρθε ο Χριστός » , και εκοιμήθη τον ύπνο του δικαίου.

Αιωνία του η μνήμη. Αμήν.

Σχολιο Οδοιπ,

Αφιερωμενο στον αδελφο μας Συμεων…….

==================================================