Μεγάλος σταυρός, μεγάλη Ανάσταση αδερφέ μου..

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Άνθρωπο χωρίς σταυρό δεν γνώρισα…
Άλλον με σταυρό μεγάλο και άλλον με σταυρό μικρό….
Άλλον με σταυρό βαρύ και άλλον με ελαφρύτερο…
Κάποιοι τον κουβαλάν αγόγγυστα….
Κάποιοι δακρύζουν στα κρυφά….
Κάποιοι από τον δρόμο καμιά φορά κουράζονται και ξαποσταίνουν…..
Άλλοι τον κουβαλούν στους ώμους….
Άλλοι στη πλάτη…..
Και άλλοι αγκαλιά….
Σφιχτά.
Σχεδόν ερωτικά…
Και κάποιοι άλλοι, τον σέρνουν τον σταυρό τους…
Πάντως όλοι κάτι κουβαλούν….
Όλοι κάτι έχουν…..
Το θέμα είναι να μην παραιτηθείς.

Το θέμα είναι να μην πετάξεις κάτω τον σταυρό σου….
Να σε βρει το τέλος, το πέρασμα, και τα χέρια σου να κρατάνε ακόμα το σταυρό….
Τον σταυρό που σου έχει λάχει…..
Αυτό είναι το θέμα.
Και αν καμιά φορά φτάνεις στο ‘’αμήν’’, σήκωνε ψηλά τα μάτια….
Μεγάλος σταυρός, μεγάλη Ανάσταση αδερφέ μου….

Θεόδωρος Ι. Ζιάκας: Η γνώμη μου για το Χριστό – “Εμπειρία Απουσίας”

Εμπειρία Απουσίας

Σχόλιο του blog μας: Στο εξαιρετικό αυτό κείμενο (τίτλος: “Εμπειρία Απουσίας”) βλέπουμε ένα πνευματικό ταξίδι: πώς ένας σοβαρός αριστερός γίνεται σοβαρός ορθόδοξος χριστιανός.

ΑΝΤΙΦΩΝΟ

Το ερώτημα του παρόντος τόμου το δέχτηκα σαν επαχθή πρόκληση: «Να διατυπώσω τη γνώμη μου για τον Χριστό». Ποια γνώμη ;
Θεωρίες για τον χριστιανισμό, όπως και γνώμες για τις θεωρίες άλλων, έχω. Και μάλιστα αρκετά επεξεργασμένες, όπως εναβρύνομαι πολλές φορές να αυταπατώμαι. Είμαι από τους ανθρώπους που πιστεύουν στην αξία των θεωριών. Νομίζω ότι είναι απαραίτητες για κάθε κοινωνική σύμπραξη. Ξέρω όμως ότι δεν έχουν σχέση με τον χώρο της προσωπικά βιωμένης αλήθειας.

Αλλά αν πρόκειται να δώσω εδώ μια «προσωπική» απάντηση, μια «βιωμένη αλήθεια», τι αξία θα μπορούσε να έχει αυτή για τον αναγνώστη; Πιστεύω καμία. Αν μάθει κάτι από την απάντησή μου, αυτό φυσικά δεν θα αφορά τον Χριστό, αλλά αυτόν που μιλά για τον Χριστό. Επομένως: Γιατί να κοινοποιήσω την απάντησή μου, αν η πρόθεσή μου δεν είναι ναρκισσική; Αλλά αν την κρατήσω για τον εαυτό μου αναιρείται το διαβλητόν της προθέσεως;
Θα ξεφύγω από την αντίφαση επικαλούμενος: α) Την αδυναμία μου να πω όχι στον Εκδότη, αφού η ιδέα της συμμετοχής μου ήταν του παιδικού μου φίλου και σεβαστού π. Δημητρίου Τσέρπου. β) Το ενδεχόμενο να είναι λάθος ο συλλογισμός μου (δεν θεωρώ τον εαυτό μου αλάθητο). γ) Το γεγονός ότι δεν είναι δυνατόν όλοι όσοι θα συμμετάσχουν να είναι λιγότερο σοφοί και περισσότερο ιδιοτελείς από μένα.

Πηγές
Ξέρω ότι ο Χριστός γεννήθηκε στην Παλαιστίνη. Ανέπτυξε μια διδασκαλία με άξονα την Αγάπη. Αλλά σε αντίθεση με τους κανονικούς δασκάλους πρώτα έπραττε και μετά δίδασκε. Συγχρόνως θεράπευε τους ανθρώπους που ζητούσαν τη βοήθειά του. Οι συναναστροφές του, ωστόσο, θεωρούνταν πολύ επιλήψιμες: Τελώνες και πόρνες. Και όχι οι καθώς πρέπει Γραμματείς και Φαρισαίοι. 

Το κατεστημένο ενοχλούνταν πολύ από τη δράση του. Αυτός όμως δεν έβαζε νερό στο κρασί του. Όταν πια πήγαινε να εδραιωθεί η φήμη ότι ήταν ο αναμενόμενος Βασιλιάς-Μεσσίας, τότε η πνευματική ηγεσία του τόπου σκηνοθέτησε μια δίκη-παρωδία και τον καταδίκασε σε θάνατο. Συμφέρει, είπαν, να χαθεί ένας αθώος, αντί για ολόκληρο το έθνος. Έκριναν ότι θα ήταν ασύνετο ν’ αφήσουν μια τόσο επικίνδυνη φήμη να φτάσει στ’ αυτιά της υπερδύναμης. Και τον παρέπεμψαν στον Πιλάτο.

Τρεις μέρες μετά τον ατιμωτικό του θάνατο στον σταυρό, για τον οποίο λαός και ηγεσία κρίνονται συνυπεύθυνοι, ο Ιησούς ανέστη εκ νεκρών. Και είχε αρκετές επαφές με τους φίλους και μαθητές της διδασκαλίας του, στο διάστημα ως την Ανάληψή του. Η μαρτυρία των Μαθητών για τον Χριστό στοίχειωσε Εκκλησία στους αιώνες. Η Εκκλησία μετέφερε την ιστορία του από γενιά σε γενιά, μέχρις εμένα που την επαναλαμβάνω εδώ αυτή τη στιγμή. 

Πριν τη δω γραμμένη σε βιβλία, τη μαρτυρία για τον Χριστό, την είχα ακούσει από την αγράμματη γιαγιά μου κι από τη μάννα μου, που είχε βγάλει μόνο το δημοτικό. Τη γνώριζα, λοιπόν, από παιδί. Μέσα από λόγια ζυμωμένα σε τρόπο ζωής. 

Μικρός δεν ήμουν βέβαια κανένα λουλούδι. Αντιφατικές παρορμήσεις με έσπρωχναν μια κατά δω και μια κατά κει, προξενώντας ουκ ολίγες λαχτάρες στους δικούς μου. Διέγνωσαν μάλιστα ότι είχα σμπούρα και με πήγαν στον τοπικό Μάγο να μου την κόψει. Δεν πρέπει να πέτυχε και πολλά πράγματα, αφού μέχρι να βγάλω το γυμνάσιο εξακολουθούσα να χάνω τον προσανατολισμό μου και η Διαγωγή μου να παραμένει μονίμως χαλασμένη. Εσωτερικές δυνάμεις άγνωστες και σκοτεινές την έκαναν τη ζημιά. Αλλά διόλου ξένες προς αυτό που πάντοτε είμαι, αφού παραμένω ακόμη υπόλογος για τις αφύσικες εκδηλώσεις τους. 

Συγχρόνως μου άρεσε ο ρόλος του «έμμισθου νεωκόρου» στην εκκλησιά μας και βοηθού του Παπαγιάννη στα σαρανταλείτουργα, που δεν ήταν και λίγα εκείνο τον καιρό. Την εκκλησιά μας την είχε χτίσει ο Ιμπραήμ Καλαντζής, έλεγε η σκαλισμένη στην πέτρα επιγραφή. Το σωτήριον έτος 1774, προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου. Την εποχή που ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός όργωνε τη χερσωμένη ηπειρώτικη γη. 

Ένας από τους λόγους της παράξενης νεωκορικής προθυμίας μου ήταν η ανομολόγητη περιέργειά μου να ιδώ τα Πρόσωπα των Αγίων στις καπνισμένες βυζαντινές τοιχογραφίες. Είχα ανακαλύψει ότι λίγο τρίψιμο με λάδι έδιωχνε την κάπνα από τα Πρόσωπα και αυτά αποκαλύπτονταν σχεδόν ζωντανά. Βέβαια γρήγορα επανέρχονταν στην προτέρα κατάσταση, αλλά εγώ πέτυχα έτσι να εξερευνήσω σχεδόν όλα τα άγια Πρόσωπα.

Και δεν καταλάβαινα έκτοτε πώς μπορούσαν να ισχυρίζονται μερικοί ότι στη βυζαντινή τέχνη όλα τα Πρόσωπα είναι τα ίδια. Επί πλέον μπορούσα να κάνω και ενδιαφέρουσες συγκρίσεις, γιατί ανάμεσα στα καθήκοντά μου ήταν να ανάβω ανελλιπώς τα καντήλια και στο απόμερο Μοναστήρι μας. Σωζόταν μόνο το Καθολικό [=ο κεντρικός ναός]. Είχε χτιστεί την ίδια περίοδο με την εκκλησιά του χωριού μας. 

Ενώ όμως ήταν αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, έφερε το παράξενο όνομα «Ιερά Μονή Αγγελομάχου». Φαίνεται ότι ζούσαν εκεί άνθρωποι που μάχονταν αγγέλους. Μόλις έμπαινες αριστερά έβλεπες πολύ καθαρά, στο ανοιχτό οστεοφυλάκιο, ό,τι είχε απομείνει από τους θεομάχους εκείνους. Οι Άγιοι ήταν εδώ πολύ διαφορετικοί, με στιβαρά μέλη και με ζωηρά χαρωπά χρώματα, με πιο έντονο το κόκκινο. Ο κερκυραίος μάστορας έβλεπε τα ίδια Πρόσωπα από την οπτική γωνία του Ιονίου πελάγους. Μερικές φορές αποξεχνιόμουν. Μ’ έπιανε η νύχτα και μ’ έλουζε κρύος ιδρώτας. Ώσπου ν’ αφήσω τρέχοντας τη ρεματιά είχα πεθάνει από τον φόβο. 

Παράλληλα την έβρισκα να ξεκλειδώνω το παράξενο μπαούλο του πατέρα μου και να εντρυφώ με τις ώρες στους εναποθηκευμένους τόμους του Μεγάλου Συναξαριστή. Έναν έναν τους έφερνε από την Αθήνα, όταν ερχόταν αδειούχος τα καλοκαίρια. Ανακάλυπτα εκεί ότι τα Πρόσωπα που γνώριζα από τους τοίχους της εκκλησιάς, είχαν το καθένα τη δική του συναρπαστική ιστορία.

Βαθιά χάραζαν το φαντασιακό μου ο Βίος και η Πολιτεία τους: Μάρτυρες, που προτιμούσαν να τους ρίξουν στα θηρία, αντί να λιβανίσουν την εικόνα του Αυτοκράτορα. Προτιμούσαν να τους ξεσχίζουν στον τροχό, παρά να φάνε ένα κοψίδι από τα ειδωλόθυτα και να αρνηθούν τον Χριστό. Βεβαίωναν έτσι, με την ίδια τη ζωή τους, τη μαρτυρία για το Πρόσωπο του Χριστού. 

Αν τα αναφέρω όλα αυτά, με τόση λεπτομέρεια, είναι γιατί από πολύ μικρός συνοδεύουν μέσα μου τον σχηματισμό ενός «εγώ», εντελώς διαφορετικού απ’ αυτά που κοψοχόλιαζαν τη μάνα μου και μου κόστιζαν κάθε φορά το ξύλο της χρονιάς μου. Σε αντίθεση με τον αλλοπρόσαλλο χαρακτήρα των υπολοίπων «εγώ», αυτό εδώ ήταν ήρεμο και σταθερό. Καθαρό στα κριτήριά του και προειδοποιητικό, μπρος σε κάθε επικείμενη ανοησία. Ο χαρακτήρας του όμως ήταν παθητικός. Δεν ήταν σε θέση να αντιρροπήσει τα άλλα και χανόταν μέσα στην ταραχή που αυτά δημιουργούσαν.  Στις κρίσιμες όμως καμπές της μετέπειτα ζωής μου, όταν όλα τα άλλα με εγκατέλειπαν, αυτό έμενε στη θέση του, για να με στηρίξει και να με βοηθήσει να πάρω μια ψύχραιμη απόφαση.

Το ανέφερα ως «ένα εγώ», γιατί ήταν «κάτι» που είχε τον δικό του λόγο, τη δική του μνήμη και τις δικές του προσδοκίες για μένα. Δεν είχε όμως κανένα συγκεκριμένο σχέδιο να προτείνει. Όταν καμιά φορά, που βρισκόμουν σε αμηχανία και κατάθλιψη, έπαιρνε τον έλεγχο των συνειρμών, μου πρότεινε απλώς ένα ονειρικό κολλάζ από τις ηρωικές ιστορίες που το εμψύχωναν. Η ευθύνη, για το τι θα κάνω και πώς θα το κάνω, δεν ήταν δική του. Ήταν δική μου.

Αλλά ποιος είμαι «Εγώ» ; Δυστυχώς το ερώτημα περιμένει ακόμη την απάντησή του. 

Μου είναι εντελώς κατανοητή σήμερα η φύση του παιδικού «εγώ», που μόλις περιέγραψα. Πρόκειται για την κρυστάλλωση μέσα στην προσωπικότητά μου ενός ψυχικού «κέντρου έλξης», από επιρροές των οποίων η μοναδική πηγή ήταν ένα απών Πρόσωπο: το Πρόσωπο του Χριστού.

Η «αλλαγή του κόσμου»
Η πρώτη μεγάλη προσωπική επιλογή μου ήταν « να δώσω τη ζωή μου για τον κομμουνισμό ». 

Με την επιλογή αυτή, το ’65-66, στράφηκα εναντίον του χριστιανισμού και τον «απέρριψα».

Τα επιχειρήματα του Μαρξ, ότι η θρησκεία είναι «το όπιο του λαού», η «ανάσα της καταπιεζόμενης μάζας», η δόλια παρηγοριά στον δούλο για να υπομένει αγόγγυστα τον ζυγό του, με άγγιξαν «σε ό,τι είχα πιο βαθύ». Στο μέτρο μάλιστα που έβλεπα να εμψυχώνουν ένα παγκόσμιο ηρωικό κίνημα, για την «αλλαγή του κόσμου», – την απελευθέρωση των λαών και την αταξική κοινωνία,- δεν μου άφηναν καμιά απολύτως λογική αμφιβολία. 

Φυσικά δεν χρειάζονταν τα μαρξιστικά επιχειρήματα για να αντιληφθώ τη μικρόνοια, την υποκρισία και την ιδιοτέλεια των εκπροσώπων της μετεμφυλιακής ελλαδικής Εκκλησίας. Ή την πραγματική αξία που είχαν οι μεγαλοσταυροί και τα κηρύγματα των καθεστωτικών θρησκευομένων. Αυτά τα διέκρινα κι από μόνος μου. Και ήμουν ήδη βέβαιος ότι δεν είχαν καμία σχέση με τον Χριστό. Ήξερα ότι ο Χριστός δεν είχε καμία ευθύνη για όλα αυτά. Ήρθε και η «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» και το πράγμα έδεσε από κάθε άποψη. Ο κοινωνικά κυρίαρχος χριστιανισμός κανένα έρεισμα αποδοχής δεν έβρισκε μέσα μου. Έπρεπε να ανατραπεί και να καταστραφεί. Μαζί με ολόκληρο το σύστημα της εθνικής υποτέλειας, της ταξικής εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, του οποίου αποτελούσε «εποικοδόμημα». 

Ταλανίστηκα όμως πολύ από μια απειλητική αντίφαση . Κάτω από τη λογικά άψογη συναισθηματική επιλογή μου, δούλευε σαν επίμονο σκουλήκι ο εξής λογισμός: Πώς μπορώ να αποκλείσω την πιθανότητα να υπάρχει Θεό ς; Κι αν είναι πράγματι ο άτεγκτος σαδιστής που περιγράφουν οι θεολόγοι; Αυτός που τιμωρεί με ανείπωτα βασανιστήρια σε μια αιώνια Κόλαση, όλους εκείνους, που τολμούν να αντιτάσσονται στις εξουσίες, τις εξ αυτού τεταγμένες; Παρέλειψα να αναφέρω ότι μαζί με τον Συναξαριστή, το μπαούλο του πατέρα μου είχε μέσα και αρκετή Ζωη-κή σαβούρα.

Κατέφαγα εκείνη την εποχή τους ατελείωτους τόμους της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, προσπαθώντας να εξαλείψω την απειλητική σκέψη. Με τι βαθιά ικανοποίηση ρούφηξα το βιβλίο του Οπάριν δεν λέγεται. Αποδείκνυε, με ατράνταχτες χημικές εξισώσεις, πώς από την ανόργανη ύλη μπορεί να παραχθεί ζωή αυτόματα, από μόνη της. Σημειωτέον ότι στη Χημεία ήμουν χειρότερος και απ’ τα Λατινικά: δεν καταλάβαινα τίποτα.

Θυμάμαι επίσης πόσο συνεπαρμένος ένιωσα με το βιβλίο του Δαρβίνου, για την καταγωγή των ειδών, που αποδείκνυε, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι δεν χρειάζεται καθόλου να υποθέσουμε ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό. Αφού μπορεί, κάλλιστα, να προκύψει από τον πίθηκο, δια της εξελίξεως. Απέφευγα όμως να κοιτάξω από πιο κοντά το σκεπτικό των θεολόγων. Μην τυχόν και τα διπλώσω μπρος στον μεταφυσικό φόβο.

Κάποια στιγμή διάλεξα τον δρόμο της «ηρωικής εξόδου» από την αντίφαση: Αν είναι να πάω στην Κόλαση, «επειδή θέλω το καλό της ανθρωπότητας», – με την επαναστατική βία κι όχι με το σταυρό στο χέρι, έναν τρόπο οφθαλμοφανώς ατελέσφορο και βολικό μονάχα για τους βασανιστές του ανθρώπου,- ας γίνει. Εγώ θα είμαι εντάξει με τη συνείδησή μου. Ο Άτεγκτος Δικαστής ας χαίρεται τη «δικαιοσύνη» του. Ευχαριστώ για τον Παράδεισό του αλλά δεν θα πάρω. Ήταν για μένα «θέμα αρχής».

Ποια ήταν όμως αυτή η «συνείδηση» ; Από πού είχε προκύψει ; Πώς μπορούσε ένας «συνειδητός υλιστής» να πιστεύει ότι έχει «συνείδηση» ; 

Δεν είχα τότε σαφή ιδέα σε τι αντιστοιχούσε «μέσα μου» η λέξη «συνείδηση». Αρκετά αργότερα άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι δεν ήταν παρά το χριστιανικό «εγώ» των παιδικών μου χρόνων. Και κατά βάθος η εικόνα του Προσώπου του Χριστού και των Μαρτύρων του, η οποία λειτουργούσε, αφανώς, ως πρότυπο για την ενσάρκωση του δικού μου προσώπου. Τότε κατάλαβα και τι ακριβώς ήθελε να πει ο Ντοστογιέφσκι, όταν έγραφε πως ενώ τον έπειθαν τα επιχειρήματα του Μπελίνσκι εναντίον του ιστορικού χριστιανισμού, δεν άγγιζαν καθόλου τον εσωτερικό σεβασμό του προς το Πρόσωπο του Χριστού.

Στο τρικυμισμένο φαντασιακό της νεότητάς μου ο φοβερός Θεός – Τιμωρός κι ο επαναστάτης Χριστός της αγάπης και του σταυρού, δεν ήταν το αυτό πρόσωπο. Η επίσημη ευσεβιστική μας παιδεία δεν είχε κατορθώσει να τους ταυτίσει μέσα μου. Βοήθησαν εδώ και ορισμένα κείμενα του πατρινού χριστιανικού αναρχισμού του περασμένου αιώνα. Απ’ όλα είχε το περίφημο μπαούλο. 

Θα έλεγα, για να κάνω και λίγη θεωρία, το εξής: Το παιδικό «χριστιανικό εγώ» πήρε το μέρος μου, όταν εξεγέρθηκα εναντίον του κοινωνικά διεμβαλλόμενου «χριστιανικού υπερεγώ». Χωρίς όμως να μου δίνει και την επίγνωση του ουσιαστικά χριστιανικού χαρακτήρα της ρήξης αυτής. Με άφηνε να νομίζω πως ήταν ο Μαρξ αυτός που με χειραγωγούσε στην ενηλικίωση. 

Επειδή δεν νομίζω ότι αποτελώ καμιά φοβερά σπέσιαλ περίπτωση, καταλήγω να πιστεύω ότι η μεγάλη μάζα των ανιδιοτελών αγωνιστών, που συνεπάρθηκαν από την κομμουνιστική ιδέα, πρέπει να οιστροιλατούνταν από μια ανάλογης υφής συνείδηση. Ένας από τους καλύτερους φίλους και παλιός μου σύντροφος, επιμένει να ισχυρίζεται ότι τον κινούσαν οι αθεϊστικές απελευθερωτικές αξίες του Διαφωτισμού. Βλέποντας όμως το ήθος του, είμαι βέβαιος πως διακρίνω την αφανή παρουσία του χριστιανικού Προσώπου. Την επισκιάζει απλώς η αλλεργία του για τον καθεστωτικό χριστιανισμό και τον κομπλεξικό θεό του.

Η «αλλαγή του εαυτού»
Η στράτευσή μου έλαβε χώρα σε όχι και τόσο ευτυχείς στιγμές για τον κομμουνισμό: Αποκαθήλωση του Στάλιν, ρήξη Κίνας-Σοβιετικής Ένωσης κ.τ.λ. Ακόμα και οι φανατικοί είχαν αρχίσει να υποψιάζονται ότι κάτι δεν πάει καλά με τον υπαρκτό σοσιαλισμό. Άσχετα αν δεν το ομολογούσαν

Ο ιστορικός κομμουνισμός δεν ήταν καθόλου στα μάτια μου το άσπιλο και άμωμο δόγμα του δεκάτου ενάτου αιώνα. Από το « παιδομάζωμα » ήξερα και τι κουμάσια ήταν οι αρχηγοί του δικού μας εισαγόμενου, αλλά και ιθαγενούς κομμουνισμού. Την αδελφή της μάνας μου, νεαρό κορίτσι, την είχαν σκοτώσει εν ψυχρώ, επειδή δεν ήθελε να τους ακολουθήσει. Εγώ όμως δεν πήγαινα μ’ «αυτούς», αλλά με τους «άλλους»: εκείνους που μάχονταν για τον «σωστό κομμουνισμό». Δηλαδή με τους ηρωικούς μαχητές του προέδρου Μάο και της Μεγάλης Προλεταριακής Πολιτιστικής Επανάστασης. 

Θυμάμαι, σαν τώρα, την κουβέντα ενός μπάρμπα μου, στο καφενείο της οδού Ζήνωνος πίσω από την Ομόνοια, όπου είχαν το στέκι τους οι συγχωριανοί μας: «Εσύ μωρέ θα σιάξεις τον κομμουνισμό;». Προς Θεού δεν πίστευα κάτι τέτοιο. Κατ’ αρχήν δεν είχα καμιά εγγύηση ότι «θα σιάξει ο κομμουνισμός». Όμως δεν ήταν αυτό που με ενδιέφερε το περισσότερο. Εμένα μου αρκούσε ότι είχα κάνει την «ηρωική επιλογή» της ζωής μου, που «με αποκαθιστούσε στα μάτια μου ως άνθρωπο» και δυσφορούσα απέναντι σε όποιον πήγαινε να μου το χαλάσει.

Εντάχθηκα, λοιπόν, ψυχή τε και σώματι, στη μεγάλη προσπάθεια οικοδόμησης του «σωστού επαναστατικού κόμματος», η οποία, λαμβάνοντας υπόψη την αρνητική εμπειρία της ΕΣΣΔ και της Τρίτης Διεθνούς, την πείρα του παγκόσμιου «αντιρεβιζιονιστικού» κινήματος και τη λαμπρή «Σκέψη» του προέδρου Μάο, θα μπορούσε αυτή τη φορά να λύσει το πρόβλημα. 

Πολύ γρήγορα όμως άρχισαν να έρχονται τα οδυνηρά μηνύματα της διάψευσης των προσδοκιών. Και μάλιστα σε συνθήκες παρανομίας. Το «εκ της εμπειρίας όμμα» ξεσκέπαζε αμείλικτα τους ευσεβείς μου πόθους. Επιτυγχάναμε ακριβώς το αντίθετο απ’ αυτό που επιδιώκαμε. Αναπαράγαμε τα ίδια συμπτώματα που μας είχαν απομακρύνει από τους «ρεβιζιονιστές»: την υποκρισία, την εξουσιομανία, τον οπορτουνισμό, τον φραξιονισμό κ.λπ. Ο καθένας μας γινόταν κι από ένας μικρός Στάλιν. Τηρουμένων των αναλογιών οι δικοί μας σταλινίσκοι δεν είχαν και πολλά να ζηλέψουν απ’ αυτούς που είχαμε απορρίψει. Τι έφταιγε λοιπόν; Ποιο ήταν το πρόβλημα; 

Μη νομιστεί ότι ήταν εύκολο να τεθούν τα ερωτήματα αυτά. Όσο εύκολα μπορεί κανείς να λοιδορεί εκ των υστέρων πράγματα και καταστάσεις εκείνης της εποχής, άλλο τόσο δύσκολο και απίστευτα οδυνηρό, ήταν για κάποιον να «σταθεί κριτικά» απέναντι σε όσα αλάθητα θέσπισαν οι Μεγάλοι Πατέρες του κομμουνισμού. Για μένα ήταν μια ψυχική ρήξη πολύ πιο δύσκολη από την προηγούμενη, γιατί σήμαινε την παραδοχή ολοκληρωτικής υπαρξιακής αποτυχίας. Τα είχα ποντάρει όλα στο κόκκινο. Και τα έχανα όλα. Μαζί και τα ναύλα της επιστροφής. Θυμάμαι ότι είχα ήδη προβεί σε συμβολική ανατίναξη των «γεφυρών της επιστροφής», καίγοντας όλα μου τα χαρτιά. (Δυστυχώς και το βιβλιάριο του ΙΚΑ. Μ’ ένα σωρό ένσημα σκληρής δουλειάς στην οικοδομή.) 

Περιττό να επαναλάβω ότι το μόνο που δεν έχασα, ή δεν έκαψα, ήταν το ξεχασμένο μικρό παθητικό «εγώ» των παιδικών μου χρόνων. Κι αυτό ήταν που με έσωσε: Όταν έπεσε η δικτατορία καθίσαμε με τον Άρη Ζεπάτο, φίλο και τέως σύντροφο στην «Οργάνωση», και κάναμε τον απολογισμό. Ανακεφαλαιώνοντας τη δική μας και τη διεθνή εμπειρία, ορίσαμε το πρόβλημα ως «μετασχηματισμό του επαναστατικού υποκειμένου στο αντίθετό του». Το ερώτημα ήταν: γιατί ένα συλλογικό υποκείμενο, που μάχεται για την κατάργηση της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας, είναι καταδικασμένο να τις αναπαραγάγει, αρχίζοντας από τις εσωτερικές του σχέσεις ; 

Το συμπέρασμα αυτού του απολογισμού είχε τρία σημεία: α) Δεν μπορείς να αλλάξεις τίποτε, προς το καλύτερο, αν συγχρόνως δεν αλλάζεις ο ίδιος. β) Δεν είναι καθόλου εύκολο να αλλάξεις. Και γ) ο μαρξισμός δεν είχε καμιά θεωρία και πρακτική για το ζήτημα της αυτο-αλλαγής του υποκειμένου της αλλαγής. Ούτε και καμιά άλλη γραμμή σκέψης μέσα στο σύνολο του δυτικού πολιτισμού. 

Δεν μπορείς, λοιπόν, να αλλάξεις τον κόσμο αν δεν μπορείς να αλλάξεις τον εαυτό σου. Το θεώρημα τούτο αναιρούσε ολόκληρη τη μαρξιστική πρόταση ή τουλάχιστον την έβαζε σε παρένθεση.

Ποιος με βεβαίωνε ότι η «αλλαγή του κόσμου», που επαγγελόταν ο μαρξισμός, δεν ήταν απλώς η «αλλαγή» που μπορούσε να φανταστεί ένας άνθρωπος, που ήταν ανίκανος να αλλάξει τον εαυτό του; Χωρίς εξωμαρξιστικό αρχιμήδειο στήριγμα ήταν αδύνατο να τεθεί μια τέτοια ερώτηση. Κι αυτό το στήριγμα το είχα. Ανέφερα ήδη ποιο ήταν. 

Από το σημείο αυτό και έπειτα αρχίζει μια δεύτερη μακρά αναζήτηση, προσεχτικότερη τώρα. Στόχος: η ανεύρεση θεωρίας και πρακτικής για την αυτο-αλλαγή του υποκειμένου. 

Για να είχε σωστή αφετηρία μια τέτοια αναζήτηση έπρεπε να ξεκαθαριστεί καλύτερα το πρόβλημα, πράγμα που απαιτούσε κάποιες συνθήκες πειραματισμού: α) Ανθρώπους με αποδεδειγμένα καλές προθέσεις και β) την οργάνωσή τους σε ένα σχήμα που θα επιδιώκει την πραγμάτωση ευγενών επαναστατικών σκοπών. Το πείραμα θα είχε σκοπό να αποκλείσει τη συσκότιση του προβλήματος από τον παράγοντα «κακές προθέσεις». Αν διέψευδε το θεώρημα του «μετασχηματισμού στο αντίθετο» τόσο το καλύτερο. Η διαχείριση της αμφιλογίας αυτής ήταν ένα ειδικό πρόβλημα, αλλά όχι το καθοριστικό. 

Η Μεταπολίτευση ήταν η ιδεώδης συγκυρία για «επαναστατικούς πειραματισμούς». Έτσι η Οργάνωσή μας, ο Προλεταριακός Αγώνας, φτιάχτηκε σχετικά εύκολα και εργάστηκε εντατικά επί δύο χρόνια, με άξονα δράσης την υποστήριξη του εργοστασιακού συνδικαλισμού, που όντας ακόμη στην αρχή του, δεν είχε προλάβει να καπελωθεί από τα κόμματα. Το πείραμα επαλήθευσε το θεώρημα για τον αναπότρεπτο «μετασχηματισμό στο αντίθετο». Τα ίδια φαινόμενα παρατηρήθηκαν, αλλά σε ήπια ένταση, λόγω των ελεγχόμενων συνθηκών «οικοδόμησης». Σκεφθείτε ότι διασπαστήκαμε χωρίς να βγάλουμε μαχαίρια. Λέγοντας απλώς «καληνύχτα».

Τίποτα δεν με δέσμευε, εν συνεχεία, στην αναζήτηση των δυνατοτήτων « αλλαγής του εαυτού ». Φόρτωσα τις πολιτικές μου σκοτούρες στο ΠΑΣΟΚ και πήρα τον καινούργιο δρόμο προς το άγνωστο. Έψαξα στη σύγχρονη ψυχολογία. Είχα ήδη κάποια προπαίδεια, καθώς είχα αρχίσει από τον Β. Ράϊχ, την εποχή που ήταν της μόδας και είχα συνεχίσει με Κ. Γιούγκ. Διαπίστωσα ότι η μοντέρνα ψυχολογία, καθώς ασχολείται μόνο με τον ψυχικά ασθενή, δεν είναι σε θέση να δώσει απαντήσεις. Εδώ χρειαζόταν μια άλλη ψυχολογία, που να ασχολείται με τον υγιή άνθρωπο.

Η αναζήτηση μιας τέτοιας ψυχολογίας οδηγεί αναγκαστικά σε συστήματα ανατολικής προελεύσεως, εσωτεριστικά και αποκρυφιστικά. Απ’ όσα μπόρεσα να διεξέλθω το ενδιαφέρον μου συγκέντρωσε το «σύστημα» του μυστηριώδη Έλληνα της Υπερκαυκασίας Γεωργίου Ιβάνοβιτς Γκουρτζίεφ (Γεωργιάδη), το οποίο παρουσιαζόταν, απ’ αυτόν και τους μαθητές του, ακριβώς ως το ζητούμενο σύστημα αυτο-αλλαγής του συνηθισμένου-υγιούς ανθρώπου. 

Το σύστημα αυτό ξεκινούσε από την αναγνώριση της μηχανικότητας του συνηθισμένου ανθρώπου και διατεινόταν ότι έχει ολόκληρο οπλοστάσιο μεθόδων για την υπερνίκησή της. Δυστυχώς όμως για μένα ο προσανατολισμός του ήταν εξωκοινωνικός. Ναι μεν στόχευε στον άνθρωπο που είναι κύριος του εαυτού του, στην «πραγματική ατομικότητα», αλλά την πραγμάτωσή της τη θεωρούσε δυνατή μόνο στο «αστρικό πεδίο» και όχι στις κοινωνικές σχέσεις. Η άποψή του για την κοινωνική πραγματικότητα ήταν ότι αυτή καθορίζεται από «κοσμικές επιδράσεις», τις οποίες με τίποτα δεν μπορούμε να επηρεάσουμε. Φυσικά δεν ήταν αυτού του είδους η «ατομικότητα» που εμένα μ’ ενδιέφερε. Εγώ ζητούσα την αλλαγή του εαυτού, ως προϋπόθεση για την αλλαγή του κόσμου. 

Η μελέτη επίσης της συλλογικής όψης του προβλήματος με είχε οδηγήσει στη νεομαρξιστική Σχολή της Φρανκφούρτης και ειδικότερα στη διαλεκτική της αυτοαναίρεσης του Διαφωτισμού. Και τέλος στο πρόβλημα της αποσύνθεσης του νεωτερικού ατόμου και της μηχανοποίησής του, λόγω της αφομοίωσής του από τα αυτονομημένα μηχανικά συστήματα. 

Βρέθηκα, έτσι, μπρος σε μια νέα εκδοχή πλατωνικού σπηλαίου: Μπρος στη διαπίστωση ότι ο σύγχρονος άνθρωπος είναι δέσμιος μιας διπλής μηχανικότητας. Μιας μηχανικότητας πολιτισμικής και μιας άλλης βαθύτερης, αγνώστου προελεύσεως. Ήταν επομένως φανερό γιατί ένας τέτοιος άνθρωπος, – διπλά μηχανοποιημένος, μέσα σε ένα μηχανοποιημένο κοινωνικό σύστημα,- δεν ήταν ικανός να αλλάξει το παραμικρό, στον εαυτό του και στην κοινωνία. Να αλλάξει κάτι σε κατεύθυνση αντίθετη προς αυτήν που κινείται το Σύστημα. Ελάχιστα παρηγορητική μια τέτοια κατανόηση καθιστούσε το πρόβλημα άλυτο.

Οι μεταμαρξιστικές θεωρήσεις δεν έδιναν λύση, γιατί δεν έβλεπαν το εσωτερικό-ψυχικό περιεχόμενο του προβλήματος. Τα συστήματα που το έβλεπαν δεν έδιναν σημασία στην εξωτερική-κοινωνική του πλευρά. Πλήρες αδιέξοδο λοιπόν. Για μια ακόμη φορά «στο χείλος της αβύσσου». 

Η αναζήτηση του Προσώπου
Μερικές από τις ιδέες του Γεωργιάδη ήταν «αποκάλυψη»: Η ιδέα ότι ο άνθρωπος είναι ένα ημιτελές ον, που πρέπει να ολοκληρωθεί με δικές του συνειδητές προσπάθειες. Η ιδέα ότι χαρακτηριστικό της υπανάπτυξής του είναι η μηχανικότητά του, μια ειδική μορφή ύπνου. Η ιδέα ότι έχει πολλά άγνωστα και συχνά εχθρικά μεταξύ τους εγώ, η χαοτική κίνηση των οποίων τον κάνει έρμαιο της τύχης και της ανάγκης. Η διάκριση ουσίας και προσωπικότητας μέσα του. Η διάκριση νοητικού, συναισθηματικού, κινητικού και ενστικτώδους νου. Η μεγάλη σημασία της αποστασιοποιημένης αυτοπαρατήρησης και της πάλης με την ψηφιακή σκέψη, τη φαντασία και τα αρνητικά συναισθήματα. 



Όμως σε μια υποσημείωσή του ο Π. Ουσπένσκι παρείχε την πληροφορία, ότι μια εξαιρετική διαπραγμάτευση των παραπάνω θεμάτων, μπορούσε να βρει κανείς σε ένα βιβλίο ονόματι Φιλοκαλία, που χρησιμοποιούνταν στην Ορθόδοξη Εκκλησία για την καθοδήγηση των μοναχών. Η υποσημείωση αυτή προκάλεσε μια «έλαμψη», που φώτισε δια μιας μέσα μου τον δρόμο προς τη λύση του προβλήματος. Λες να βρίσκεται εδώ η λύση; Να την ψάχνεις σε Ανατολή και Δύση και να βρίσκεται μες στα πόδια σου; Στη δική σου παράδοση; Η «έλαμψη» δεν ήταν φυσικά κανένα «θαύμα», αφού οι εντυπώσεις της οσιογραφίας του Μεγάλου Συναξαριστή ήταν ήδη βαθιές στα παιδικά υποστρώματα της μνήμης μου.


Περιχαρής ανέκρουσα πρύμνα και αγόρασα αμέσως τη Φιλοκαλία. Έπεσα με τα μούτρα και διαπίστωσα ότι η διαίσθησή μου ήταν «απολύτως σωστή»: Όλα υπήρχαν εδώ. Στο πρωτότυπο και δίχως απαράδεκτες εκλεκτικές προσμίξεις με προχριστιανικά και προελληνικά δάνεια. Κατάλαβα επί τέλους και τι ήταν αυτό που αγνοούν όλα τα συστήματα της «αυτοεξέλιξης»: Ότι μόνο η Αγάπη μπορεί να σε κάνει να αλλάξεις. Και η Αγάπη είναι γεγονός κοινωνίας και προϋποθέτει το Πρόσωπο.

Στη συνέχεια κατάλαβα και τι σημαίνει Πρόσωπο, γιατί χάρη στους προοδευτικούς καθηγητές της Παντείου, ήρθα σε επαφή και με την εντελώς άγνωστή μου θεολογική οντολογία του Προσώπου. Εκείνο τον καιρό το προοδευτικό κατεστημένο της Παντείου έκανε μεγάλο σαματά στις εφημερίδες, για να μη γίνει καθηγητής ο Γιανναράς. Πράγμα που με οδήγησε στο Πρόσωπο και ο Έρως. ( σσ “το ψαξιμο ” ΠΡΕΠΕΙ να συνεχισθει….. περα απο Γιανναρα , Ζηζιουλα, Λουδοβικο κλπ )

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, συνειδητοποίησα ότι το πρόβλημα που με απασχολούσε, δεν ήταν παρά η ενσάρκωση του Προσώπου στο πεδίο των κοινωνικών του σχέσεων. Ναι μεν είμαστε δεσμώτες ενός διπλού αυτοματισμού, αλλά υπάρχει δυνατότητα «καλής αλλοίωσης»: Απελευθέρωσης από τα διπλά δεσμά. Αλλαγής του εαυτού και συγχρόνως αλλαγής του κόσμου. Όταν λέμε Πρόσωπο, στην Ορθόδοξη παράδοση, το βλέμμα μας στρέφεται στον Χριστό. Αυτός είναι το πρωτότυπό μας. Είμαστε φτιαγμένοι «κατ’ εικόνα του» και το πρόβλημά μας είναι να ενσαρκώσουμε αυτή την εικόνα: να πάμε στο «καθ’ ομοίωσιν». Προσωπικά και κοινωνικά. Ως εν ουρανώ και επί της γης. 

Συμπέρασμα
Το μικρό χριστιανικό «εγώ» των παιδικών μου χρόνων ήταν αυτό που μου παραστάθηκε στην υπαρξιακή και κοινωνική μου αναζήτηση. 

Για να μιλήσω πιο θεωρητικά: Με βοήθησε να διαβώ το πρώτο κατώφλι, που βγάζει στο δρόμο της εξατομίκευσης και μ’ εγκατέλειψε μπρος στο δεύτερο, που βγάζει στον δρόμο του Προσώπου. Ενώ γνωρίζω πώς μπορώ να προχωρήσω κείτομαι τώρα ανήμπορος μπρος στο δεύτερο κατώφλι. Σαν τον παράλυτο της Βηθεσδά, που δεν είχε άνθρωπο να τον βάλει στην κολυμβήθρα. Πώς να αλλάξεις: α) Σχέσεις και εθισμούς από μακρού εμπεδωμένους; (Αυτοματισμός πρώτου βαθμού) β) Κοινωνικές δομές που κανείς πλέον δεν πιστεύει ότι μπορούν να αλλάξουν; (Αυτοματισμός δευτέρου βαθμού). Αμφίλογη και τραγική σήμερα η γνώση της «αυτοαλλαγής του υποκειμένου της αλλαγής του κόσμου». Όταν και αν την αποκτήσεις, έχεις ήδη αναπότρεπτα αναπτυχθεί και σκληρυνθεί στην αντίθετη κατεύθυνση. Και συ και οι άλλοι. Πόσο αφάνταστα μακρινότερη νιώθω σήμερα την παρουσία του Προσώπου, από το προβληματικό εκείνο μειράκιο, που πάλευε με τις σκοτεινιασμένες αγιογραφίες! 

Κοντολογίς: Η εμπειρία μου από τον Χριστό είναι η εμπειρία της απουσίας Του. Ο Χριστός μοιάζει να είναι ο απών άξονας της ταυτότητάς μας, της ατομικής και της συλλογικής. Παραδόξως όμως η πλήρωση του αβυσσαλέου κενού της απουσίας Του, ήταν και το βαθύτερο κίνητρο της δικής μου παρουσίας. Η απουσία Του είναι έτσι η αποτυχία μου. Μια θανατερή γεύση κενού, που για να την αποφύγω την αναπαράγω, καταφεύγοντας σε υποκατάστατα της παρουσίας Του.
πηγή: antifono.gr

=====================================================

Γιατί μισούν θανάσιμα την Ελληνική Οικογένεια; [Της δρος Π. Ρίακ-Κυριακίδου] ΚΑΙ Ο Γολγοθάς του καθενός μας…

Γράφει η Δρ. Πατρίσια Ρίακ (Κυριακίδου)

Κοινωνικός Ανθρωπολόγος της Ελληνικής Κοινωνίας,

Καθηγήτρια Πανεπιστημίου, τμήμα Ανθρωπολογίας

Montclair State University, New Jersey, US.

Στέλεχος Εθνικού κόμματος «Έλληνες»

 «Στο Διάολο η Οικογένεια
Στο Διάολο και η Πατρίς
Η Ελλάδα να ψοφήσει
Να ζήσουμε εμείς»

Το σύνθημα αυτό που τους τελευταίους μήνες κυριαρχεί σε όλες τις συγκεντρώσεις των Αριστερών και έχει γραφτεί με μεγάλα γράμματα σε πολλούς τοίχους της Αθήνας είναι ο απόλυτος κομμουνιστικός αυτοπροσδιορισμός:

Να στείλουμε την Ελληνική Οικογένεια και το Έθνος στην Κόλαση για να ζήσουν μόνο όσοι είναι κομμουνιστές.

Να ζήσουν εκείνοι που οριοθετούνται από μια απεχθή πολιτική θεωρία και θέλουν την απουσία της οποιασδήποτε τάξης μέσα στην Κοινωνία. Ωστόσο, αυτό που οι κάθε λογής αναρχοαριστεροί αδυνατούν να καταλάβουν είναι  το εξής: Η πιο κοινή και καθολική πτυχή για μια Κοινωνία, δεν είναι ο λατρεμένος τους Κομμουνισμός, αλλά η Οικογένεια που αυτοί μισούν.

Η οικογένεια είναι αυτό που ονομάζεται «βασικό ίδρυμα» και λειτουργεί, όπως και ο ορίζοντας, οριζόντια για να υποστηρίξει όλα τα άλλα ιδρύματα, όπως η υγειονομική περίθαλψη και η εκπαίδευση, τα οποία στέκονται κάθετα. Στην Ελλάδα, ο πιό διαδεδομένος αυτοπροσδιορισμός δεν είναι η Πολιτική αλλά η Οικογένεια. Η πολιτική αναγνώριση έρχεται μετά την αναγνώριση της εργασίας, η οποία έρχεται πίσω από τον ισχυρότερο αυτοπροσδιορισμό που είναι η οικογένεια κάποιου.

Ακόμη και κατά την διάρκεια των μαζικών μεταναστεύσεων από τα χωριά προς τις πόλεις μέχρι το 1971, η ανεξάρτητη οικογενειακή εργασία αντιπροσώπευε περίπου το 93% του ενεργού αγροτικού εργατικού δυναμικού της Ελλάδος. 

Αν και πάνω από 1.500.000 αγρότες εγκατέλειψαν την ύπαιθρο εκ των οποίων οι 900.000 μετανάστευσαν στη Γερμανία και άλλοι 600.000 άνθρωποι μετανάστευσαν στις πόλεις με το 1/3 της αγροτικής οικονομίας να έχει χάσει εργαζόμενους, η οικογενειακή επιχείρηση παρέμεινε σταθερή και μέχρι το 1970 τα γεωργικά προϊόντα αυξήθηκαν κατά 50%.

Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΡΑΤΗΣΕ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ ΣΤΑ 400 ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ

Η αγροτική οικογενειακή επιχείρηση δείχνει μια εντυπωσιακή ικανότητα προσαρμογής, διατηρώντας – σε κοινωνικό επίπεδο – την παραδοσιακή δομή συγγένειας μέχρι σήμερα, παρόλο που πολλοί περισσότεροι Έλληνες έχουν μεταναστεύσει σε μεγάλες ελληνικές πόλεις  και δεν εργάζονται σε οικογενειακές εκμεταλλεύσεις. Αυτό δεν έχει επηρεάσει την αξία τους για τη διατήρηση της  παραδοσιακής ελληνικής  οικογενειακής δομής, η οποία παραμένει  ο ισχυρότερος θεσμός όλων των  θεσμών  της Ελληνικής Κοινωνίας.  

Ο Ελληνισμός, μετά από 400 χρόνια  δουλείας υπό την κυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας,  συνεχίζει να ενισχύει την αξία της οικογένειας, παρόλο που πολλές οικογένειες έχουν μεταναστεύσει στις πόλεις. Παρ’ όλα αυτά, συνεχίζουν να διατηρούν την ισχυρότερη αξία τους στην Ελληνική Κοινωνία που είναι η συνοχή της Ελληνικής Οικογένειας.

Οι «υβρίζοντες κομμουνιστές» είναι μέρος της πολιτικής αυτοπροσδιορισμού που είναι πολύ λιγότερο σημαντική από τον αυτοπροσδιορισμό στην οικογένεια κάποιου. Ο λόγος για τον οποίο υπάρχει ο ισχυρότερος αυτοπροσδιορισμός στην οικογένεια οφείλεται στο ότι η προέλευση ενός ανθρώπου εξακολουθεί να είναι σημαντική. Ασχέτως αν οι άνθρωποι μεταναστεύουν εντός ή εκτός Ελλάδας, η οικογένεια θα είναι πάντα σημαντική λόγω της πρωταρχικής αξίας που αποδίδεται στην «προέλευση» ή από πού προέρχεται μια οικογένεια. Και ήταν πάντα έτσι από το αρχαίο παρελθόν μας μέχρι την Εθνική Ανεξαρτησία του 1821. 

Η οικογένεια και η αξία της «προέλευσης» έχει δημιουργήσει μια ώριμη κουλτούρα που διαιωνίζεται μέσω της οικογένειας ως ένας σταθερός  και διαρκής θεσμός.   Στη συνέχεια, η οικογενειακή ταυτότητα δημιουργεί αυτό που οι «υβρίζοντες κομμουνιστές» αποκαλούν «Πατρίς».  Ο αυτοπροσδιορισμός στην οικογένεια κάποιου είναι ο πρόδρομος της αυτοπροσδιορισμού σε μια εθνοτική καταγωγή.

Και είναι η εθνική αναγνώριση που κάνει τους κομμουνιστές να “καταριούνται” τους πατριώτες με τον τρόπο  που  το κάνουν. Η σημαντικότερη πολιτιστική αντίληψη που συνδέεται με την οικογένεια είναι η «τιμή» και σχετίζεται έντονα με τις Ελληνίδες και τη θέση και τη συμπεριφορά τους μέσα στην Ελληνική Οικογένεια. Το σύμπαν των ηθικών αξιών προέρχεται από τη σύλληψη της τιμής.

Ο ΚΑΤΑΛΥΤΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ «ΚΟΥΜΠΑΡΙΑΣ»

Η οικογένεια ορίζει επίσης μια άλλη πτυχή του Πολιτισμού, που συνδέεται με την κληρονομιά: Οι γιοι κληρονομούν οικογενειακή γη και οι κόρες λαμβάνουν προίκα. Οι κόρες συνήθως φροντίζονται πρώτα. Η  στενή εγγύτητα  της οικογένειας με τη θρησκεία παρατηρείται επίσης στην πνευματική οικογένεια που συνδέεται στενά με την οικογένεια εθνοτικής καταγωγής. Στην πραγματικότητα και οι δύο δημιουργούνται μαζί ταυτόχρονα.

Η πνευματική οικογένεια που δημιουργείται με την οικογένεια εθνικής καταγωγής θεωρείται  τόσο ως οικογενειακός όσο και ως πνευματικός  ρόλος. Και παράδειγμα αυτού είναι ο κουμπάρος και η κουμπάρα  που είναι γαμήλιοι χορηγοί και προσθέτουν τιμή και φήμη στο νέο νοικοκυριό καθώς και ο νονός με την νονά που είναι νονοί για τα παιδιά του σπιτιού και που συνδέουν τα παιδιά με το να γίνουν χριστιανοί. Χωρίς νονό/νονά, το παιδί δεν μπορεί να κατονομαστεί εν Χριστώ και χωρίς όνομα δεν μπορεί να είναι μέλος της Ελληνορθόδοξης Κοινωνίας.

Τα ονόματα των παιδιών δίνονται συνήθως για να τιμήσουν έναν παππού ή μια γιαγιά ή άλλα μέλη της οικογένειας. Συνήθως τους δίνονται τα ονόματά τους για να αντικατοπτρίζουν την ελληνορθόδοξη ιερή παράδοση ή για να τιμήσουν τους Αρχαίους  Έλληνες Θεούς πριν βαπτιστούν. Η πνευματική συγγένεια στα «αδέλφια του σταυρού» ή  «σταυροπαίδια» τους απαγορεύει να παντρευτούν μεταξύ τους. Τα πνευματικά  αδέλφια που δημιουργούνται από αυτές τις πνευματικές συνδέσεις  θεωρούνται  ίδια ακριβώς με τα  βιολογικά αδέλφια.

Αυτό δείχνει επίσης πόσο σημαντική είναι η πνευματική συγγένεια με τον  Ελληνικό Πολιτιστικό Κώδικα. Μπορεί επίσης να υπάρξει μια συνεχής πνευματική σύνδεση με την οικογένεια, όταν ο κουμπάρος /κουμπάρα  για παράδειγμα, γίνει  νονός/νονά  στο πρώτο-γεννημένο παιδί. Και  αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι “υβρίζοντες κομμουνιστές” στέλνουν στην Κόλαση τόσο την εθνοτική όσο και την πνευματική οικογένεια.

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΜΙΣΟΥΝ ΕΞΙΣΟΥ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ;

Γιατί, άραγε, οι «υβρίζοντες κομμουνιστές» δεν στέλνουν και τις πολιτικές οικογένειες της Αριστεράς στην Κόλαση; Μεγάλες πολιτικές οικογένειες όπως η οικογένεια Μητσοτάκη  που έχουν χρησιμοποιήσει την Πολιτική για να τοποθετήσουν μέλη της οικογένειας σε πολιτικούς ρόλους και που αποδεικνύουν ότι ο θεσμός της οικογένειας είναι πιο σημαντικός από την ίδια την πολιτική του θεσμού.

Στην οικογένεια Μητσοτάκη υπάρχουν δύο πρωθυπουργοί που ήταν πατέρας  (Κωνσταντίνος) και γιος (Κυριάκος), και μια κόρη + αδελφή (Ντόρα) που ήταν Υπουργός Πολιτισμού και στη συνέχεια υπουργός Εξωτερικών. Ο γιος της, Κωνσταντίνος  Μπακογιάννης,  υπηρετεί σήμερα ως Δήμαρχος Αθηναίων. Ιδού μια πολιτική αυτοκρατορία που δημιουργήθηκε για την «οικογένεια.»

Υπάρχουν και αρκετές πολιτικές οικογένειες στην Αριστερά, όπως η οικογένεια Παπανδρέου, όπου 3 γενιές ανδρών ήταν πρωθυπουργοί: Από τον Γεώργιο Παπανδρέου μέχρι τον γιο του Ανδρέα και μέχρι τον εγγονό του Γιώργο. Αν η οικογένεια θεωρείται σημαντική εδώ για τη δημιουργία πολιτικών δυναστειών, γιατί δεν  την βρίζουν οι κομμουνιστές; Φαίνεται  να είναι ιδεολογικό το θέμα και όχι οικογενειακό, δηλαδή τελικά ανθελληνικό. Μάλλον προφανές.

Ο λόγος για τον οποίο υπάρχει αυτή η πολιτική προοπτική είναι μια προσπάθεια να απαλλαγεί η Ελληνική Κοινωνία από τα «χριστιανικά» παιδιά της ή πιο συγκεκριμένα από τα παιδιά της. Και ένας σημαντικός τρόπος με τον οποίο το κάνει αυτό η κυβέρνηση Μητσοτάκη  είναι μέσω  της  παράνομης μετανάστευσης. Χρησιμοποιεί το χαμηλό ποσοστό γεννήσεων στην Ελλάδα για να απαλλαγεί από τα «ελληνορθόδοξα» παιδιά, επιτρέποντας σε εκατομμύρια μουσουλμάνους παράνομους μετανάστες να εισέρχονται στην Ελλάδα, να γεννοβολούν ασυστόλως, ώστε να δημιουργήσουν τις μουσουλμανικές οικογένειές τους με την πάροδο του χρόνου.

ΜΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΕΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΛΑΤΡΕΙΣ ΤΗΣ ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΤΗΤΟΣ

 Αυτή η προοπτική παρατηρείται και με  την Πρόεδρο Σακελλαροπούλου  που δεν στήριξε τα Ελληνόπουλα και τις οικογένειές τους με το Παιδικό Ταμείο της UNICEF.  Το γεγονός ότι τα παιδιά που συνόδευαν τον Δήμαρχο Μπακογιάννη στην Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία των 17 λεπτών που έγινε στον Λυκαβηττό με τον Σάκη  Ρουβά για το νέο έτος 2022 δεν ήταν Ελληνόπουλα αλλά «προσφυγόπουλα» της «Κιβωτού του Κόσμου»  εξηγεί αυτή την προοπτική.

Αυτή η  αριστερή  «επιμονή» για «πολυπολιτισμικότητα»  της  Ελληνικής Κοινωνίας δεν γίνεται  από φιλανθρωπία ή «ανθρωπιστική  ανοχή». Αποτελεί  την Αριστερή απάντηση σε μια μισαλλοδοξία για τον Ελληνικό Πολιτισμό, στον οποίο η θρησκεία διαδραματίζει κυρίαρχο ρόλο για όσους είναι Έλληνες Ορθόδοξοι.

Είναι μια απάντηση στην προσπάθεια  δημιουργίας  μιας μη Ελληνικής πατρίδας, που θα στρέφεται εναντίον εκείνων που αυτοπροσδιορίζονται ως μέρος μιας πολιτισμικά αναδυόμενης Ελληνικής Ομάδας.

ΑΣ ΤΟ ΠΟΥΜΕ ΑΝΟΙΧΤΑ: Οι πάσης φύσεως κομμουνιστές θέλουν να στείλουν στην Κόλαση την Ελληνική Οικογένεια και το Έθνος που ο Ελληνικός Λαός δημιούργησε, έτσι ώστε αυτοί, οι κομμουνιστές, να μπορούν να ζήσουν ευτυχισμένοι…

ΕΡΩΤΩ:  Με ποιά λογική αποκαλούν «μεταρρυθμιστικό κίνημα» αυτή την συστηματική εκτόπιση και εξόντωση των παραδοσιακών Ελλήνων;  Ο Πολιτισμός δεν χρειάζεται «μεταρρύθμιση»  Για κακή τους τύχη, ο θεσμός της Οικογένειας εξακολουθεί να είναι ο ισχυρότερος αυτοδιοικούμενος θεσμός στον Ελληνικό Πολιτισμό…

Δημοσιεύτηκε 2 days ago από τον χρήστη Λευτερης Πανουσης

============

Ο Γολγοθάς του καθενός μας………

Αύριο πιθανοτατατα, ξαναμπαίνω στο νοσοκομείο, για την αρρώστια μου…….

Το ιστολόγιο για άλλη μια φορά θα τεθεί σε σιγή ασυρμάτου.Ελπίζω να επιστρεψω συντομα…

Προσευχηθείτε και για μένα…
Α, και κατι ακόμα…Δεν παραπονιέμαι. Αυτόν τον Γολγοθά όρισε για μένα ο Θεός, αυτόν ανεβαίνω……. 

Δημοσιεύτηκε 1 hour ago από τον χρήστη Λευτερης Πανουσης

Σχολιο Οδοιπ.

Εμας στους Οδοιπ. η παρακινησις για αναρτηση απο “ολα” τα παραπανω (… Δρ. Πατρίσια Ρίακ (Κυριακίδου) “Ελληνες” , ιστολογιο “Λευτερης Πανουσης”)… ηταν η παροτρυνση και επισημανση του blogger ΣΤΟ :

“””””” Προσευχηθείτε και για μένα…
Α, και κατι ακόμα…Δεν παραπονιέμαι. Αυτόν τον Γολγοθά όρισε για μένα ο Θεός, αυτόν ανεβαίνω…….  “”””””

Ευχομαστε απο καρδιας Δυναμη και Μετανοια στην Δοκιμασια του κ. Πανουση ….

======================================================

ΙΜΙΑ 1996. Τιμούμε τους ήρωες και δεν ξεχνούμε ούτε την προδοσία ούτε τους προδότες ;”>

31 Ιανουαρίου 1996 :  

-Αντιπλοίαρχος Χριστόδουλος Καραθανάσης -Αντιπλοίαρχος Παναγιώτης Βλαχάκος -Σημαιοφόρος Έκτορας Γιαλοψός

Έπεσαν Υπέρ Πατρίδος ΑΘΑΝΑΤΟ Ι! 

Ιανουαρίου 31, 2022

============================================================