Αγ. Γρηγόριος Νύσσης – Ερμηνεία του Άσματος Ασμάτων (3)

 ……………… Αλλά στη λάμψη του καινούργιου φωτός, με το ποίο φωτίζει το ασυνείδητο σκοτάδι της προηγούμενης ύπαρξής της, αναγνωρίζει τον Έρωτα. Α γ α π ά ει.
Στο φως της νέας της συνειδητότητας δοκιμάζει μια μοιραία μεταμόρφωση, στην οποία ανακαλύπτει ότι ο χωρισμός ανάμεσα στο κτήνος και στον άνδρα δεν ίσχύει. Καθώς ο κεραυνός της αγάπης την χτυπάει, στρέφει το μαχαίρι εναντίον της ή (με άλλους όρους) πληγώνεται με το βέλος του Έρωτα. Με αυτό, φεύγει από την παιδική, ασυνείδητη πλευρά της πραγματικότητάς της και από την μητριαρχική αντι-αρσενική πλευρά επίσης. Μόνο σε μια θαμπή, σκοτεινή ύπαρξη μπορεί η Ψυχή να πάρη τον αγαπημένο της για ένα τέρας, έναν βιαστή, έναν δράκοντα, και μόνο σαν ένα κορίτσι με παιδιάστικη άγνοια (αλλά και αυτό είναι μια σκοτεινή πλευρά) μπορεί να υποθέση ότι είναι ερωτευμένη με έναν «ανώτερο σύζυγο», ξεχωριστό από τον κατώτερο δράκοντα. Στο φως της αναμμένης αγάπης η Ψυχή αναγνωρίζει τον Έρωτα σαν έναν θεό, που είναι το ανώτερο και το κατώτερο ενωμένα, και που συνδέει και τα δύο. ………………… (σσ μπλα μπλα μπλα συνεχιζεται)

Η ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ ΟΠΙΣΘΟΔΡΟΜΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ ΣΤΑ ΑΡΧΕΤΥΠΑ ΤΟΥ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟΥ , ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ , ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΤΑΥΤΙΣΕΩΣ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΦΥΣΗ , ΚΑΙ Η ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΕΓΩ , ΤΗΣ ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΣΗΣ , ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΕΠΙΣΗΣ ΤΟ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟ , ΝΑ ΚΕΡΔΙΣΕΙ ΤΗΝ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ ΤΗΣ ΟΛΟΤΗΤΟΣ ΧΩΡΙΣ ΤΟ ΝΟΥ , ΧΩΡΙΣ ΤΙΣ ΑΡΕΤΕΣ , ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ , ΤΗΝ ΣΟΦΙΑ ΠΟΥ ΔΙΔΑΞΕ Η ΑΡΧΑΙΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΕ Η ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΘΟΔΗΓΩΝΤΑΣ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΑΠΟΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΔΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ

ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ ΕΙΝΑΙ Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΕΛΑΒΕ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ .

“τις αρετές, τη σοφία για παράδειγμα, τη σωφροσύνη, τη δικαιοσύνη, την ανδρεία, τη φρόνηση”

Ερμηνεία του Άσματος Ασμάτων (3)

Αμέθυστος

===========

Αγ. Γρηγόριος Νύσσης – Ερμηνεία του Άσματος Ασμάτων (3)

    ΛΟΓΟΣ A’

    (Άσμα Ασμάτων 1,1-4)

Η ΝΥΦΗ:

«Ας με φιλήσει με φιλήματα από το στόμα του·

είναι τα στήθη σου (οι αγαθοί μαστοί σου) καλύτερα από το κρασί

και η οσμή των μύρων σου πάνω απ’ όλα τ’ αρώματα,

μύρο που χύθηκε είναι τ’ όνομά σου.

Γι’ αυτό σ’ αγάπησαν οι κοπέλες, σε τράβηξαν κοντά τους,

θα τρέξουμε πίσω από το άρωμα του μύρου σου.

Ο βασιλιάς με εισήγαγε στο ταμείο του.

ΟΙ ΚΟΠΕΛΕΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΥΦΗ:

Ας χαρούμε κι ας ευφρανθούμε μαζί σου, ας αγαπήσουμε τα στήθη σου (τους μαστούς σου) περισσότερο από το κρασί· η ευθύτητα σ’αγάπησε». —–

Θα επαναλάβω πάλι το λόγο τού προοιμίου. 

Κανένας γεμάτος πάθη και σαρκικός ακόμη, που αποπνέει την νεκρική δυσωδία τού παλαιού ανθρώπου, ας μην κατεβάζει στις κτηνωδίες των αλόγων τις έννοιες των θείων νοημάτων και λόγων.

 Ας βγει καθένας έξω από τον εαυτό του και, αφού ξεφύγει από τον υλικό κόσμο και επανέλθει κατά κάποιο τρόπο με την απάθεια στον παράδεισο και γίνει με την καθαρότητα όμοιος με το Θεό, έτσι πια ας προχωρήσει στα άδυτα των μυστηρίων που μας προβάλλει το βιβλίο αυτό. 

Αν η ψυχή μερικών είναι απροετοίμαστη για την ακρόαση αυτή, ας ακούσουν το Μωϋσή που νομοθετεί να μην αποτολμήσουμε την ανάβαση στο πνευματικό όρος, προτού πλύνουμε τα φορέματα των καρδιών μας κι εξαγνίσουμε τις ψυχές μας με τους κατάλληλους ραντισμούς των λογισμών. 

Ώστε τώρα όσον καιρό ασχολούμαστε με την ανάλυση αυτή να λησμονήσουμε τις έννοιες του γάμου σύμφωνα με το παράγγελμα του Μωυσή που νομοθέτησε την καθαρότητα από τη γαμήλια συνεύρεση όποιων εισάγονται στα μυστήρια. Και πρέπει νομίζω σ’ όλα ν’ αποδεχτούμε τα παραγγέλματα του νομοθέτη, τώρα που πρόκειται να πλησιάσουμε στο πνευματικό όρος της θεογνωσίας, όπου το θηλυκό γένος των λογισμών μαζί με τις υλικές αποσκευές εγκαταλείπεται στην επίγεια ζωή. 

Κι οποιαδήποτε άλογη έννοια φανεί στο όρος αυτό, καταφονεύεται από τους ισχυρούς λογισμούς σαν από κάποια λιθάρια. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να καταλάβουμε τη φωνή αυτής της σάλπιγγας με το δυνατό και τρομαχτικό ήχο πάνω από την αντοχή όσων τον δέχονται. Φωνή που τη βγάζει ο ίδιος ο γνόφος της ασάφειας, όπου βρίσκεται ο Θεός που καταφλέγει με τη φωτιά του κάθε υλικό που υπάρχει σ’ αυτό το όρος.

Ας μπούμε τώρα στα ίδια τα Άγια των αγίων, που είναι το Άσμα των Ασμάτων. Όπως δηλαδή στην περίπτωση του Αγίου των αγίων μ’ αυτήν την υπερθετική διατύπωση διδασκόμαστε τον πλεονασμό και την επίταση της αγιότητας, έτσι και με την έκφραση “Άσμα των Ασμάτων”, o υψηλός λόγος μας βεβαιώνει ότι θα μας διδάξει μυστήρια μυστηρίων. 

Κατά τη θεόπνευστη διδασκαλία υπάρχουν πολλά άσματα, που μ’ αυτά μας διδάσκουν τις μεγάλες έννοιες περί Θεού και ο μεγάλος Δαβίδ και ο Ησαΐας και ο Μωυσής και άλλοι πολλοί, αλλά η επιγραφή αυτή μας διδάσκει τούτο· ότι όσο απέχουν τα άσματα των αγίων από τα άσματα της έξω σοφίας, τόσο είναι πιο πάνω από τα άγια άσματα το μυστήριο που περικλείει το Άσμα των ’Ασμάτων, που το περισσότερο μέρος του ούτε να το βρει ούτε να το χωρέσει μπορεί η ανθρώπινη φύση.

 Και γι’ αυτό πρόταξε κατά τρόπο αινιγματικό τη σφοδρότατη από τις ηδονές (εννοώ το ερωτικό πάθος) στην διδασκαλία των δογμάτων. Θέλει μ’ αυτό να μάθουμε, ότι πρέπει η ψυχή, ατενίζοντας προς το απρόσιτο κάλλος της θείας φύσης, να εραστεί εκείνον σε τέτοιο βαθμό, όσο ακριβώς είναι δεμένο το σώμα προς το συγγενικό κι ομόφυλό του, μεταβάλλοντας το πάθος σε απάθεια, ώστε, αφού σβήσει κάθε σωματική διάθεση, να καίει μέσα μας ερωτικά κατά το πνεύμα μόνο η διάνοιά μας πού θα ανάβει με τη φωτιά εκείνη, που ήρθε για να βάλει ο Κύριος στη γη.

Αλλά αυτά, πως δηλαδή πρέπει να διατίθεται η ψυχή ακούοντας τους μυστικούς λόγους, νομίζω ότι είναι αρκετά. Είναι καιρός τώρα να προσθέσουμε στην ανάλυσή μας και τα ίδια τα θεία λόγια του Άσματος των Ασμάτων. Πρώτα ας προσπαθήσομε να καταλάβουμε το νόημα της επιγραφής. Γιατί βέβαια δε νομίζω ότι το βιβλίο αποδίδεται στο Σολομώντα από την επιγραφή χωρίς λόγο, αλλά για να σκεφτούν όσοι το διαβάζουν ότι περιέχει στα λεγόμενά του κάτι μεγάλο και θεϊκό. Επειδή είναι κατά τη μαρτυρία γι’ αυτόν ανυπέρβλητο από τον καθένα το θαύμα της σοφίας του, γι’ αυτό ευθύς από το προοίμιο γίνεται η αναφορά του ονόματος του, ώστε να γεννηθεί η ελπίδα για κάτι μεγάλο κι αντάξιο της δόξας του με το βιβλίο αυτό για τους αναγνώστες του.

Κι όπως στην τέχνη της ζωγραφικής, υπάρχει βέβαια κάποιο στοιχείο στα διάφορα χρώματα που πραγματοποιεί τη μίμηση του ζώου, όποιος όμως παρατηρεί την εικόνα που σχηματίστηκε από την τέχνη με τα χρώματα δεν μένει να παρατηρεί τα χρώματα που αποτέθηκαν στον πίνακα, αλλά αποβλέπει μονάχα στη μορφή που με τα χρώματά του παρουσίασε ο τεχνίτης της, έτσι πρέπει και στη συγγραφή αυτή να μην προσέχομε την ύλη των χρωμάτων που υπάρχει στις λέξεις, αλλά να προσέχουμε σ’ αυτές σαν προς κάποιο είδος βασιλικής μορφής που αποτυπώνεται με νοήματα καθαρά. Οι λέξεις αυτές στην πρόχειρη σημασία τους είναι χρώμα ή λευκό ή ώχρα ή μαύρο, ή κόκκινο, ή κυανό ή κάποιο άλλο, όπως και στόμα και φίλημα και μύρον (άρωμα) και κρασί και τα ονόματα των μελών τού σώματος και κρεβάτι και νέες και τα όμοια. Αλλά η μορφή που μ’ αυτά σχηματίζεται είναι η μακαριότητα και η απάθεια και η ένωση με το Θεό και η αλλοτρίωση από τα κακά και η εξομοίωση με το αληθινά ωραίο και αγαθό.

Αυτά είναι τα νοήματα που γίνονται μάρτυρες της σοφίας εκείνης του Σολομώντα που ξεπερνά τα όρια της ανθρώπινης σοφίας. Τί πιο παράδοξο από αυτό θα μπορούσε να υπάρξει, από το να χρησιμοποιήσεις δηλαδή ως εξαγνιστικό (φάρμακο) των ιδίων σου παθών την ίδια την ανθρώπινη φύση σου, νομοθετώντας και διδάσκοντας την απάθεια με τις λέξεις που θεωρούμε εμπαθείς ;

 Δε μάς λέει ότι πρέπει ν’ απαλλαγούμε από τις σαρκικές ορμές, να νεκρώσουμε τα μέλη μας τα γήινα και να έχουμε καθαρό το στόμα μας από εμπαθείς λέξεις, αλλ’ έφερε την ψυχή μας στην κατάσταση να βλέπει την καθαρότητα διαμέσου εκείνων που νομίζομε ότι την αρνούνται, ερμηνεύοντας το αθάνατο νόημα με λέξεις εμπαθείς. 

Αυτό λοιπόν ας μας διδάξει ο λόγος με το προοίμιό του, ότι δεν είναι πια άνθρωποι όσοι εισάγονται στα άδυτα των μυστηρίων του βιβλίου αυτού, αλλά η φύση τους έχει μεταβληθεί προς το θεϊκότερο μέσω της μαθητείας τους στον Κύριο, καθώς μαρτυρεί ο Λόγος για τους μαθητές του, ότι ήταν ανώτεροι από άνθρωπο, που τους ξεχώριζε από τους ανθρώπους η διαστολή που κάνει προς αυτούς ο Κύριος όταν τους ερωτά· «Ποιός λένε οι άνθρωποι ότι είμαι; Και ποιός λέτε εσείς ότι είμαι;». 

Γιατί στ’ αλήθεια όποιος με τις λέξεις αυτές, που η πρώτη σημασία τους σημαίνει τη σαρκώδη ηδυπάθεια, δεν κατολισθαίνει στην ακάθαρτη σκέψη αλλά στη φιλοσοφία των θείων μυστηρίων, οδηγούμενος με τους λόγους αυτούς στα καθαρά νοήματα, δείχνει ότι δεν είναι πια άνθρωπος ούτε η φύση του είναι ανάμικτη από σάρκα και αίμα, αλλά παρουσιάζει τη ζωή των αγίων, όπως την ελπίζουμε κατά την ανάσταση, αφού έγινε με την απάθεια ίσος με τους αγγέλους.

Όπως δηλαδή έπειτα από την ανάσταση το σώμα μεταστοιχειωμένο σε άφθαρτο συμπλέκεται με την ψυχή του ανθρώπου, και τα πάθη που μας ενοχλούν τώρα στη σάρκα δεν συνανασταίνονται με εκείνα τα σώματα, αλλά θα δεχτεί τη ζωή μας μια κατάσταση ειρήνης, κατά την οποία το σαρκικό φρόνημα δε θα επαναστατεί πια κατά της ψυχής, ούτε με τον εμφύλιο πόλεμο των εμπαθών ορμών θ’ αντιστρατεύεται στο νόμο τού νου κι ούτε θα παραδώσει σαν αιχμάλωτη στην αμαρτία την ηττημένη ψυχή. 

Αλλά από όλα αυτά θα είναι καθαρή τότε ή φύση μας και θα είναι κοινό το φρόνημα και στα δύο (στη σάρκα εννοώ και το πνεύμα), αφού θα εξαφανιστεί κάθε σωματική διάθεση από τη φύση μας. Ανάλογα μ’ αυτά παραγγέλλει ο λόγος του Θεού και με το βιβλίο αυτό σ’ όσους το μελετούν, κι αν ακόμα ζούμε στη σάρκα ούτε καν να τη φέρνομε στο νου μας, αλλά να προσέχουμε μόνο την ψυχή και ν’ αποδίδουμε τις ερωτικές (αγαπητικές) σημασίες των λέξεων καθαρές κι αμόλυντες στο Αγαθό που ξεπερνά κάθε νου, που είναι το μόνο αληθινά γλυκύ και επιθυμητό κι αγαπητό, και η απόλαυση του, που γίνεται πάντοτε αφορμή για μεγαλύτερη επιθυμία, πραγματοποιείται με τη μετουσία (μέθεξη) των αγαθών, επιτείνοντας μαζί και τον πόθο τους.

Έτσι ο Μωυσής, δηλαδή η νύφη, αγαπούσε το νυμφίο όπως η κόρη (παρθένος) του Άσματος που λέει, «ας μου δείξει την αγάπη του με φιλήματα από το στόμα του», ο οποίος με την ένωση με το Θεό στόμα με στόμα, όπως μαρτυρεί η Γραφή, αποχτά ακόμη μεγαλύτερη επιθυμία για τα φιλήματα αυτά, έπειτα από τόσες εμφανίσεις του Θεού σ’ αυτόν αξιώνοντάς τον να δει εκείνον που ποθούσε σα να μην τον είχε αντικρύσει ακόμα· έτσι και όλοι οι άλλοι, σ’ όποιους υπήρχε στο βάθος της ψυχής τους ο θείος πόθος, πουθενά δεν έβαζαν τέλος στην επιθυμία τους να δεχτούν ως ξύλα, φρύγανα και προσάναμμα για σφοδρότερη επιθυμία ό,τι τους έστελνε ο Θεός για ν’ απολαύσουν ό,τι ποθούσαν.

Έτσι και τώρα λοιπόν· η ψυχή που ενώνεται με το Θεό είναι ακόρεστη γι’ απόλαυση, όσο πλουσιότερα γεμίζει από την ομορφιά, τόσο σφοδρότερα ο πόθος της ακμάζει και φουντώνει. Επειδή δηλαδή οι λόγοι του νυμφίου είναι πνεύμα και είναι ζωή και καθένας πού προσκολλάται στο πνεύμα γίνεται πνεύμα κι όποιος ενώνεται με τη ζωή μεταβαίνει από το θάνατο στη ζωή, κατά το λόγο του Κυρίου, γι’ αυτό η κόρη (παρθένος) ψυχή ποθεί να προσεγγίσει στην πηγή της πνευματικής ζωής. Και η πηγή είναι το στόμα του νυμφίου, από όπου αναβλύζουν οι λόγοι της αιώνιας ζωής και γεμίζουν το στόμα που τους προσελκύει, όπως έκανε ο προφήτης έλκοντας το πνεύμα με το στόμα.

Επειδή λοιπόν όποιος πίνει νερό από την πηγή πρέπει να πλησιάσει το στόμα του στο στόμα της πηγής, (πηγή είναι ο Κύριος που είπε «αν διψά κάποιος ας έρχεται προς έμενα κι ας πίνει»), γι’ αυτό η ψυχή που διψά θέλει να πλησιάσει το στόμα της στο στόμα που πηγάζει τη ζωή λέγοντας «ας μου δείξει την αγάπη του με φιλήματα από το στόμα του». Κι αυτός που αναβλύζει τη ζωή για όλους και θέλει τη σωτηρία όλων δε θέλει κανένας από όσους σώζονται να μείνει χωρίς να δοκιμάσει αυτό το φίλημα. Γιατί το φίλημα αυτό καθαρίζει από κάθε ρύπο.

Γι’ αυτό νομίζω ότι ο Κύριος ονειδίζοντας τον λεπρό Σίμωνα του απευθύνει τη φράση «δε μου έδωσες φίλημα», θα είχες καθαριστεί από την ασθένειά σου αποσπώντας με το στόμα την καθαρότητα. Αλλ’ εκείνος εύλογα δεν δοκίμασε την αγάπη του, επειδή εξαιτίας της ασθένειας πρόσεχε περισσότερο τη σάρκα του και έμενε εξαιτίας του πάθους του αδιάφορος για τη θεία επιθυμία· ενώ η καθαρμένη ψυχή, επειδή δεν μπαίνει εμπόδιο μπροστά της καμιά λέπρα της σάρκας, βλέπει το θησαυρό των αγαθών.

Και το όνομα του θησαυρού είναι η καρδιά, από όπου χορηγείται στους μαστούς το θείο γάλα, με το οποίο τρέφεται η ψυχή έλκοντας προς τον εαυτό της τη χάριν κατά την αναλογία της πίστης της. Γι’ αυτό λέει «είναι τα στήθη σου καλύτερα από το κρασί», υποδηλώνοντας την καρδιά από τη θέση των μαστών στο σώμα. Αλλ’ οπωσδήποτε αν εννοήσει κάποιος ως καρδιά την κρυμμένη και απόρρητη δύναμη της θεότητας δε θα κάνει λάθος. Και δικαιολογημένα μπορεί να θεωρήσει ως μαστούς τις αγαθές για χάρη μας ενέργειες της θείας δύναμης, με τις οποίες σαν τροφός προστατεύει ο Θεός τη ζωή του καθένα μας, χαρίζοντας την τροφή σ’ όποιον τη δέχεται.

Προχωρώντας μαθαίνομε κι άλλο δίδαγμα από τη φιλοσοφία του βιβλίου αυτού, ότι έχομε κάποια διπλή αίσθηση η μια είναι σωματική και η άλλη θεϊκότερη, όπως λένε κάπου οι Παροιμίες «θα βρεις αίσθηση θεία». Γιατί υπάρχει κάποια αντιστοιχία ανάμεσα στα ψυχικά ενεργήματα και στα αισθητήρια του σώματος, και αυτό το μαθαίνουμε από τους λόγους αυτούς. Το κρασί δηλαδή και το γάλα διακρίνονται από τη γεύση κι όταν αυτά είναι νοητά, νοερή οπωσδήποτε θα είναι και η δύναμη της ψυχής που τα αντιλαμβάνεται. Το φίλημα όμως γίνεται αντιληπτό με την αίσθηση της αφής· γιατί κατά το φίλημα ακουμπούν τα χείλη του ενός με του άλλου.

 Υπάρχει όμως και μια αφή της ψυχής που αγγίζει το λόγο ενεργούμενη από μια ασώματη και νοερή επαφή, όπως λέει εκείνος που μιλάει για το λόγο της ζωής, «τα χέρια μας τον ψηλάφησαν». Και η οσμή επίσης των θείων μύρων δεν είναι οσμή με τη μύτη, αλλά με κάποια νοητή και άϋλη δύναμη που με την εισπνοή του πνεύματος έλκει μαζί και την ευωδία του Χρίστου.

Έτσι λοιπόν συνεχίζεται η προσευχή της κόρης (η παρθενική ευχή) στο προοίμιο· «τα στήθη σου είναι καλύτερα από το κρασί και η ευωδιά των μύρων (αρωμάτων) σου πάνω από όλα τα αρώματα». Μ’ αυτά δηλώνεται, κατά τη γνώμη μου, ένα όχι μικρό κι ευκαταφρόνητο νόημα. Βάζοντας δηλαδή στη σύγκριση πιο πάνω το γάλα των θείων μαστών από την ευχαρίστηση που δοκιμάζουμε από το κρασί πληροφορούμαστε ότι κάθε ανθρώπινη σοφία και γνώση (επιστήμη) των όντων και κάθε δύναμη διανοητική (θεωρητική) και αντιληπτική φαντασία βρίσκεται σε αδυναμία να σταθεί συγκρινόμενη δίπλα στην απλούστερη τροφή των θείων διδασκαλιών (μαθημάτων).

Το γάλα δηλαδή προέρχεται από τους μαστούς και είναι τροφή των νηπίων, ενώ το κρασί το απολαμβάνουν οι ωριμότεροι για τόνωση και θερμότητα. Αλλ’ όμως το τέλειο της εξωτερικής σοφίας είναι ευτελέστερο από τη διδασκαλία του θείου λόγου για τα νήπια. Γι’ αυτό είναι καλύτεροι οι θείοι μαστοί από το κρασί των ανθρώπων.

Η ευωδία πάλι των θείων μύρων είναι καλύτερη από κάθε άλλη ευωδία αρωμάτων. Αυτό νομίζω οδηγεί στο εξής τον νου. Αρώματα θεωρούμε τις αρετές, τη σοφία για παράδειγμα, τη σωφροσύνη, τη δικαιοσύνη, την ανδρεία, τη φρόνηση και τις άλλες, με τις οποίες επαλειφόμαστε καθένας ανάλογα με τη δύναμη και την προαίρεσή του κι αποδίδουμε το διαφορετικό άρωμά μας. Άλλος δίνει άρωμα από τη σωφροσύνη ή τη σοφία, άλλος από τη δικαιοσύνη ή την ανδρεία ή από κάποια άλλη αρετή, ενώ κάποιος άλλος μπορεί να έχει μια ευωδία που να είναι κράμα από όλα αυτά τα αρώματα.

Ωστόσο όλα αυτά δε μπορούν να σταθούν στη σύγκριση με την παντέλεια εκείνη αρετή που πληροί τους ουρανούς, όπως λέει ο προφήτης Αββακούμ, «η αρετή του σκέπασε τους ουρανούς» και η αρετή αυτή είναι αυτοσοφία και αυτοδικαιοσύνη και αυτοαλήθεια και όλα τα άλλα καθ’ έκαστον. Η ευωδία λοιπόν των δικών σου μύρων, λέει, έχει χάρη ασύγκριτη προς τα άλλα αρώματα πού γνωρίζουμε εμείς.

Στη συνέχεια καταπιάνεται πάλι με φιλοσοφία υψηλότερη η ψυχή, η νύμφη, φανερώνοντας πόσο απρόσιτη και αχώρητη είναι στους ανθρώπινους λογισμούς η θεία δύναμη, με τους λόγους «μύρο χυμένο είναι το όνομά σου». Με αυτό νομίζω ότι σημαίνει το έξης· ότι δηλαδή δεν είναι δυνατό να περιληφθεί με ακρίβεια στη σημασία ενός ονόματος η απεριόριστη φύση. Αλλ’ όποια δύναμη των νοημάτων και όποια σημασία λέξεων και ονομάτων, ακόμα κι αν νομίζουμε πώς έχουν κάτι μεγάλο και αρμόδιο στο Θεό, δεν είναι φυσικό του ν’ αγγίζει την φύσιν αυτού του όντος.

Αλλά κατά κάποιο τρόπο η λογική μας στοχάζεται το άδηλο από κάποια ίχνη και κάποιες αναλαμπές, εικάζοντας τα ακατάληπτα κατά κάποια αναλογία από όσα καταλαβαίνομε. Γιατί λέει, όποιο όνομα κι αν επινοήσουμε, με το οποίο να γίνεται γνωστό το μύρο της θεότητας, δε φανερώνουμε το ίδιο το μύρο με τη σημασία των λόγων· με τα θεολογικά ονόματα ενδείκνυται ένα ελάχιστο απομεινάρι (λείψανον ατμού) από την πνοή της θείας ευωδίας. Όπως δηλαδή στη περίπτωση των μυροδοχείων πού άδειασαν από το μύρο τους· το μύρο που άδειασε από το αγγείο είναι άγνωστο τι ήταν στη φύση του· από ένα αμυδρό όμως άρωμα πού απόμεινε στο μυροδοχείο από τούς ατμούς κάνουμε μια υπόθεση (κάποιον στοχασμό) για το μύρο που χύθηκε.

Αυτό λοιπόν είναι που μαθαίνουμε με όσα ειπώθηκαν· το μύρο της θεότητας δεν ξέρουμε τί είναι στην ουσία του, είναι πάνω από κάθε όνομα και νόημα. Τα θαυμάσια όμως που παρατηρούμε μέσα στο σύμπαν δίνουν το υλικό για τα θεολογικά ονόματα, με τα οποία ονομάζουμε το θεό σοφό, δυνατό, αγαθό, άγιο, μακάριο κι αΐδιο και κριτή και σωτήρα και τα σχετικά. Όλα αυτά φανερώνουν μια μικρή ευωδία του θείου μύρου, που η φύση ολόκληρη με τα θαυμάσια που νοούμε σ’ αυτήν συγκρότησε όμοια με δοχείο μυροπώλη. Γι’ αυτό λέει «οι νέες κοπέλες σ’ αγάπησαν και σε προσέλκυσαν». Είπε την αίτια της επαινετής επιθυμίας και της αγαπητικής διάθεσης.

Ποιός μπορεί να μείνει χωρίς να ερωτευτεί τέτοια ομορφιά, φτάνει μονάχα να διαθέτει μάτια που μπορούν ν’ ατενίσουν το κάλλος εκείνου που είναι πολλή βέβαια η ομορφιά που βλέπουμε και απειροπλάσια εκείνη που φανταζόμαστε; Αλλ’ όπως ο υλικός έρως δεν αγγίζει όσους είναι ακόμα νήπια (η νηπιακή ηλικία δε νιώθει το πάθος αυτό) ούτε μπορείς να δεις σε τέτοια κατάσταση όσους έχουν εξαντληθεί από έσχατα γηρατειά, έτσι και στο θείο κάλλος τόσο ο νήπιος ακόμα που κλυδωνίζεται και παραπατάει από κάθε άνεμο της διδασκαλίας, όσο κι ο παλαιός και γηρασμένος που πλησιάζει τον αφανισμό, μένουν ολότελα αδιάφοροι στην επιθυμία αυτή.

Δεν αγγίζει τέτοιους ανθρώπους η αόρατη ομορφιά και μόνο η ψυχή που πέρασε τη νηπιακή κατάσταση κι έφτασε στην ακμή της πνευματικής ηλικίας και που δεν έχει δεχτεί κάποιο ψεγάδι ή ρυτίδα ή κάτι τέτοιο, που ούτε η νηπιότητα την κάνει να μην αισθάνεται ούτε τα γηρατειά ν’ αδρανεί, που ο λόγος την ονομάζει νέα κοπέλα (κόρη), αυτή υπακούει στη μεγάλη και πρώτη εντολή του νόμου κι αγαπά με όλη την καρδιά της κι όλη τη δύναμή της το κάλλος εκείνο, που η ανθρώπινη διάνοια δε βρίσκει περιγραφή της και παράδειγμα και ερμηνεία.

Αυτές λοιπόν οι κόρες, που αυξήθηκαν με την άσκηση των αρετών κι έφτασαν πια με την ωριμότητα τους στο θείο θάλαμο των μυστηρίων αγαπούν το κάλλος του νυμφίου και με την αγάπη τους τον στρέφουν προς τον εαυτό τους.Γιατί ο νυμφίος είναι τέτοιος• αντιπροσφέρει τον πόθο του σ’ όσους τον αγαπούν, μιλώντας ως σοφία «εγώ αγαπώ όσους μ’ άγαπούν», και «θα μοιράσω ζωή (ύπαρξιν) σ’ όσους μ’ άγαπούν» (ζωή είναι αυτός ο ίδιος), και «τις αποθήκες τους θα τις γεμίσω με άγαθά». Αποσπούν λοιπόν οι ψυχές προς τον εαυτό τους τον πόθο του άφθαρτου νυμφίου, όπως έχει γραφτεί, ακολουθώντας τον Κύριο το Θεό. Κι αίτια της αγάπης τους γίνεται η ευωδία του μύρου προς την οποία τρέχουν αδιάκοπα προχωρώντας στα εμπρός και ξεχνώντας ό,τι έχει περάσει. «Πίσω σου», λέει, «θα τρέξουμε, ακολουθώντας την ευωδία των μύρων σου».

Αλλ’ οι ψυχές που δεν έχουν ακόμα την τελειότητα της αρετής και είναι ακόμα νέες στην ηλικία υπόσχονται με βεβαιότητα ότι θα τρέξουν στην κατεύθυνση που υποδεικνύει η ευωδία των μύρων (γιατί λένε, «θα τρέξουν προς την ευωδία των μύρων»), η τελειότερη όμως ψυχή προχωρώντας ορμητικότερα πλέον προς τα εμπρός πετυχαίνει το σκοπό της, για τον όποιο τρέχει και γίνεται άξια για τούς θησαυρούς που έχουν οι αποθήκες. Γιατί λέει, «με οδήγησε ο βασιλιάς στο ταμείο του». Αυτή που πόθησε με την άκρη των χειλιών της ν’ αγγίξει το αγαθό κι άγγιξε τόσο μόνο το κάλλος, όσο δείχνει η δύναμη της ευχής (ευχήθηκε ν’ αξιωθεί ένα είδος φιλήματος με την λάμψη του Λόγου), αυτή λοιπόν με όσα πέτυχε και εισδύοντας με το λογισμό της βαθύτερα στα απόρρητα κραυγάζει ότι δε φτάνει ο δρόμος ως τα πρόθυρα μόνο των αγαθών, αλλά με την απαρχή του Πνεύματος, που αξιώθηκε σαν από κάποιο φίλημα με την πρώτη χάρη, διερευνά τα βάθη του Θεού και φτάνοντας στα άδυτα του παραδείσου, κατά το μεγάλο Παύλο, λέει ότι «βλέπει τα αθέατα και ακούει τους αλάλητους λόγους».

Ο επόμενος λόγος αποκαλύπτει με ό,τι λέει την εκκλησιαστική οικονομία. Οι πρώτοι δηλαδή που παιδεύτηκαν με τη χάρη κι έγιναν αυτόπτες του Λόγου δεν περιόρισαν το αγαθό μέσα στον εαυτό τους, αλλά μετέδωσαν την ίδια χάριν στους έπειτα από αυτούς. Γι’ αυτό οι κοπέλες λένε στη νύφη, την πρώτη που γέμισε αγαθά, κι έγινε άξια για τα κρυμμένα μυστήρια, επειδή ένωσε τα χείλη της με τον Λόγο· «γέμισέ μας αγαλλίαση και ευφροσύνη» (γιατί ή αγαλλίαση σου είναι και δική μας χαρά) και ότι όπως εσύ αγαπάς περισσότερο από το κρασί τους μαστούς τού Λόγου, έτσι κι εμείς ας μιμηθούμε εσένα και τους μαστούς σου, που από αυτούς ποτίζεις γάλα όσους νηπιάζουν στην πίστη στο Χριστό, ας αγαπήσουμε περισσότερο από το ανθρώπινο κρασί.

Και για να κάνει κανένας σαφέστερο το νόημα, αυτό πού λέγεται σημαίνει το έξης. Αγάπησε τους μαστούς του Λόγου ο Ιωάννης που έπεσε στο στήθος του Κυρίου και, παραθέτοντας την καρδιά του σαν ένα σφουγγάρι στην πηγή της ζωής και πλημμυριζόμενος με μια άρρητη μετάδοση από τα μυστήρια που βρίσκονται στην καρδιά τού Κυρίου, προτεί-νει και σε εμάς τη γεμάτη από το Λόγο θηλή και μας πλημμυρίζει από τα εντεθέντα αγαθά από την πηγή κηρύσσοντας μεγαλόφωνα το Λόγο που υπάρχει αιώνια.

Γι’ αυτό κι εμείς θα πούμε εύλογα σ’ αυτόν «θ’ αγαπήσομε τους μαστούς σου περισσότερο από το κρασί», αν γίνουμε τέτοιοι, να είμαστε δηλαδή σαν τις νέες και ούτε να έχουμε φρόνημα νηπιακό εξαιτίας της ενωμένης με τη ματαιότητα νεότητας, ούτε ν’ αποχτούμε τις ρυτίδες της αμαρτίας από τα γηρατειά που καταλήγουν στον άφανισμό. Γι’ αυτό αγαπούμε τη ροή των διδαγμάτων σου, επειδή «σε αγάπησε η ευθύτητα».

Γιατί αυτός είναι ο μαθητής που αγαπούσε ο Ιησούς. Και ο Ιησούς είναι η ευθύτητα. Επιτυχέστερα και με πιο πρέποντα τρόπο στο Θεό, από ό,τι ο προφήτης Δαβίδ, ονομάζει ο λόγος αυτός τον Κύριο. Ο Δαβίδ λέει «είναι ευθύς ο Κύριος ο Θεός», ενώ αυτός ο λόγος τον ονομάζει «ευθύτητα» με την οποία κάθε στραβό αποκαθίσταται στο ορθό και ευθύ. Αλλά ας γίνει και για εμάς κάθε στραβό ευθύ και τα ανώμαλα ας γίνουν δρόμοι ομαλοί με τη χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

amethystosbooks.blogspot.com/2022/02/3_14.html

===============================================

Ψωροκώσταινα: προσβολή της πατρίδας και χλευασμός μιας ηρωίδας. = Η διάπυρη από πατριωτισμό ηρωίδα Πανωραία Χατζηκώστα.

Όταν το 1821 καταστράφηκε η πόλη των Κυδωνιών, της Μικράς Ασίας, μετά από την αποτυχημένη επαναστατική κίνηση που επιχειρήθηκε, ο πληθυσμός της σφάχτηκε σχεδόν όλος. Στην χαλασιά αυτή βρέθηκε και η Πανωραία Χατζηκώστα.

Η Πανώρεια ήταν σύζυγος του πάμπλουτου Αϊβαλιώτη εμπόρου Κώστα Χατζηκώστα. Φημιζόταν, όχι μόνο για τα πλούτη της αλλά και για την ομορφιά της. Τον άντρα της και τα παιδιά της, τους έσφαξαν μπρος τα μάτια της οι Τούρκοι. Η οδύνη σάλεψε το λογικό της όμως κατάφερε να σωθεί και να βρεθεί στα Ψαρά, γι’ αυτό ονομάστηκε Ψαροκώσταινα.

Η Πανώρεια σύντομα άφησε τα Ψαρά ακολουθώντας τον ομοιοπαθή συντοπίτη της Βενιαμίν Λέσβιο στο Ναύπλιο. Μετά τον θάνατό του τον Αύγουστο του 1824, έμεινε πλέον μόνη και έβγαζε το ψωμί της πότε κάνοντας την αχθοφόρο, πότε την πλύστρα και πότε χάρη στην ελεημοσύνη όσων την συμπονούσαν.

Παρά τα προβλήματά της δε δίστασε να λάβει υπό την προστασία της ορφανά του Αγώνα. Για να τα θρέψει πέρναγε από σπίτι σε σπίτι και ζητιάνευε. Είχε παραμελήσει σε τέτοιο βαθμό τον εαυτό της, που τα αλητάκια της παραλίας την πείραζαν και την φώναζαν Ψωροκώσταινα.

Μια Κυριακή του 1826, η ερανική επιτροπή έστησε στη κεντρική πλατεία του Ναυπλίου ένα τραπέζι και ζήταγε από τους πεινασμένους και χαροκαμένους Έλληνες να βάλουν πάλι το χέρι στην τσέπη για να βοηθήσουν τους μαχητές και τους αποκλεισμένους του Μεσολογγίου. «Τό Μισολόγγι χάνεται. Ἡ πατρίς καταστρέφεται, ἡ ἐλευθερία ἐκπνέει. Ἀπαιτεῖται βοήθεια σύντονος. Ἄς δώσει ἕκαστος ὅ,τι ἔχει καί δύναται…» Κανείς δεν πλησίαζε.

Τότε η φτωχότερη όλων, η πλύστρα Χατζηκώσταινα, έβγαλε το ασημένιο δαχτυλίδι που φορούσε και ένα γρόσι που είχε στην τσέπη της. Το δαχτυλίδι αυτό ήταν μοναδικό κειμήλιο της προηγούμενης ευτυχισμένης ύπαρξής της. Τα ακούμπησε στο τραπέζι της ερανικής επιτροπής και είπε ταπεινά: «Δεν έχω τίποτα άλλο. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο μαρτυρικό Μεσολόγγι».

Ύστερα απ’ αυτή την απρόσμενη χειρονομία, κάποιος από το πλήθος φώναξε: «Για δείτε, η πλύστρα η Ψωροκώσταινα πρώτη πρόσφερε τον οβολό της» κι αμέσως το φιλότιμο πήρε και έδωσε. Άρχισαν να αποθέτουν στο τραπέζι του εράνου λίρες, γρόσια και ασημικά. Από εκείνη τη στιγμή η Πανωραία Χατζηκώστα η Αρχόντισσα από το Αϊβαλί, απαθανατίστηκε «επίσημα», με το προσωνύμιο «Ψωροκώσταινα».

Έπειτα από το περιστατικό του εράνου, όταν έφτασε ο Κυβερνήτης Καποδίστριας στην Ελλάδα, τη συμμάζεψε από τους δρόμους και όταν ίδρυσε το Ορφανοτροφείο, η Πανώρεια προσφέρθηκε χωρίς καμιά πληρωμή, να πλένει τα ρούχα των ορφανών παιδιών των Αγωνιστών. Λίγους μόλις μήνες μετά τη λειτουργία του ιδρύματος η Πανώρεια πέθανε. Τα παιδιά του ορφανοτροφείου την έκλαψαν σαν μάνα τους και με λυγμούς την παρέδωσαν στην αιώνια κατοικία της. Οι επίσημοι δεν την τίμησαν.

Πώς όμως το όνομα αυτό συνδέθηκε με την Ελλάδα; Η θλιβερή αυτή «έμπνευση» οφείλεται σε έναν εθνοπατέρα. Σε μια συνεδρίαση της Συνέλευσης, θέλοντας να πει για τη φτώχεια του Ελληνικού Δημοσίου, το παρομοίασε με την πασίγνωστη ζητιάνα του Ναυπλίου. Από τότε η λέξη επαναλήφθηκε στις συζητήσεις και τελικά επικράτησε.

Έτσι, η μορφή με την οποία αυτή η ηρωική ψυχή έμεινε γνωστή στο πανελλήνιο, δεν είναι η εικόνα της διάπυρης από πατριωτισμό ηρωίδας, αλλά η καρικατούρα μιας τρελής ζητιάνας.

Στα μάτια μας η Πανώρεια Χατζηκώστα, η Πανωραία στη μορφή και στην ψυχή είναι μαζί με της άλλες ηρωίδες, την Μπουμπουλίνα, την Τζαβέλαινα, την Βισβίζη.

Δε φορά πλέον τα κουρέλια της, δεν έχει άγρια αχτένιστα μαλλιά. Εκεί που βρίσκεται, η μορφή της είναι λουσμένη στο φως και η ομορφιά της ψυχής της κρατά ανθισμένη τη νιότη της.

Κείμενο: Μωραΐτες εν Χορώ

===============================================