Η οντολογία του προσώπου στη νεότερη θεολογική σκέψη: Ν. Νησιώτης, Χρ. Γιανναράς, Ι. Ζηζιούλας. Μια κριτική αποτίμηση (5)

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ – ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ 

ΤΜΗΜΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ Συστηματικής – Δογματικής Θεολογίας 

Διπλωματική εργασία Η οντολογία του προσώπου στη νεότερη θεολογική σκέψη: Ν. Νησιώτης, Χρ. Γιανναράς, Ι. Ζηζιούλας. Μια κριτική αποτίμηση.

Καθηγητής: Χρ. Σταμούλης 

Φοιτητής : Περικλής Αγγελόπουλος – Θεσσαλονίκη 2020

Ο Αριστοτέλης

Συνεχίζοντας την μελέτη μας, θα θέλαμε να διασαφηνίσουμε το περιεχόμενο της έννοιας, και της επιστήμης της θεολογίας αλλά και ιδιαίτερα του κλάδου της δογματικής, καθώς και τις γνωσιολογικές προϋποθέσεις της έρευνας μας. Το ερώτημα για τη δυνατότητα γνώσης του Θεού δεν αφορά μόνο τις γνωσιολογικές προκείμενες της θεολογικής επιστήμης αλλά αποτελεί κεφαλαιώδες οντολογικό και υπαρξιακό ζήτημα για τον άνθρωπο και αγγίζει ολόκληρη τη ζωή και το σύνολο του πολιτισμού75.

Σύμφωνα με τον Ν. Νησιώτη (1986), εκφράζει την πρωταρχική απορία του ανθρώπινου πνεύματος και αποτελεί την αρχή και το τέλος κάθε θεολογικής συστηματικής εργασίας. Όπως σημειώνει και ο Ν. Ματσούκας (1994), ο θεολόγος οφείλει να εξετάσει το ζήτημα της γνώσης του Θεού πριν προχωρήσει στην προσπάθεια κατανόησης και περιγραφής του περιεχομένου της πίστης76.

Ακόμα, το ζήτημα της δυνατότητας της γνώσης του Θεού αποτελεί γνωσιολογικό ζήτημα που αφορά τη σχέση της επιστήμης της θεολογίας με τη φιλοσοφία και τις υπόλοιπες επιστήμες, καθώς και τις επιρροές που δέχεται από τα σύγχρονα επιστημολογικά ρεύματα και καθορίζουν τη θέση της στο χώρο των επιστημών77.  Με τον τρόπο αυτό αφορά και το θέμα της μελέτης μας, καθώς το ζήτημα της γνώσης του Θεού ως προσώπου, συνυφαίνεται με το αντικείμενο της εργασίας μας και την έννοια του προσώπου, καθώς αποτέλεσε πεδίο θεμελίωσης της γνωσιολογίας, της οντολογίας και της θεολογίας των στοχαστών που μελετάμε.

Η θεολογία λοιπόν, ως επιστήμη μελετά τη σχέση του ανθρώπου με το Θεό, καθώς και την προσπάθεια που καταβάλει ο άνθρωπος να κατανοήσει το Θείο. Ακόμα, θέτει το ερώτημα για την αλήθεια, και επιχειρεί να περιγράψει το περιεχόμενο της βιωμένης αποκάλυψης με τη χρήση του ορθού λόγου και τη διαμόρφωση θεωρητικών σχημάτων78. Επιπλέον, πρόκειται για την μελέτη της έμφυτης θρησκευτικότητας, της προσωπικής σχέσης με τον Θεό, της ανάγκης νοηματοδότησης του βίου, καθώς και την διαμόρφωση ενός ήθους, και συνακόλουθα ενός πολιτισμού που να αφορμάται από την πραγματικότητα αυτή79.[ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΙΚΑ ΑΚΟΥΣΑΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΚΑΙ ΜΑΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΖΕΙ ΟΣOΝΟΥΠΩ Η ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΤΗΣ ΠΑΡΑΒΟΛΗΣ, ΝΑ ΜΕΛΕΤΗΣΕΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ, ΧΩΡΙΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΔΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ]

4.1 Η θεολογία την εποχή των Πατέρων

Από την αρχαιότητα, όπως είδαμε μέχρι τώρα στην μελέτη μας, ο όρος χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει το λόγο περί του Θεού και την επιστήμη των θείων πραγμάτων80. Στη χριστιανική παράδοση τους πρώτους αιώνες, οι χριστιανοί στοχαστές απέφυγαν τη χρήση του όρου, καθώς είχε φορτιστεί με μυθολογικό και φιλοσοφικό περιεχόμενο. Ο όρος θεολογία χρησιμοποιήθηκε από τους Πατέρες της Εκκλησίας κατά τη διάρκεια του 4ου αιώνα, λαμβάνοντας νέο περιεχόμενο.

Η αποκάλυψη του Θεού Λόγου, και το περιεχόμενο της πίστης περιγράφονται με τη βοήθεια φιλοσοφικών όρων, που ερμηνεύουν την αποκεκαλυμμένη αλήθεια και διαμορφώνουν τη χριστιανική διδασκαλία για την θεότητα του Ιησού Χριστού (Χριστολογία), τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδας (Τριαδολογία) και το μυστήριο της Θείας οικονομίας ( Σωτηριολογία)81.

Η χρήση όρων όπως ουσία, υπόσταση, φύση, μορφή, είδος, πρόσωπο, ομοούσιο, κτιστό, άκτιστο, χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν το περιεχόμενο της πίστης82. Στο οντολογικό ερώτημα που κληρονόμησαν από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία επιχείρησαν να απαντήσουν οι Πατέρες της Εκκλησίας στην προσπάθεια τους να θεμελιώσουν το χριστιανικό κοσμοείδωλο.

Η οντολογία των πρώτων χριστιανών θεολόγων διαμορφώθηκε στην προσπάθεια διατύπωσης του δόγματος, της προστασίας από τις παραχαράξεις και την προσπάθεια περιγραφής του βιώματος της χριστιανικής πίστης σε σχέση με την αλήθεια και το είναι του Θεού, του ανθρώπου και της κτίσης83.

Οι χριστιανοί στοχαστές αξιοποιώντας την εξηγητική δύναμη και το εύρος της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφικής σκέψης επιχείρησαν να απαντήσουν στο οντολογικό ερώτημα από τη σκοπιά του ζώντος Θεού, που δημιουργεί εκ του μηδενός τον κόσμο84. Ο Θεός ως πρόσωπο, η δημιουργία του κόσμου, η ομοουσιότητα του Υιού με τον Πατέρα, η αιώνια ζωή, η Βασιλεία του Θεού, η ενέργεια του Θεού στον κόσμο, η σωτηρία της ψυχής, η ανθρωπολογία θεμελιώνουν μια νέα οντολογία και αποτελούν το περιεχόμενο της θεολογικής έρευνας85.

[ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΟΣ Ο ΝΕΟΣ. Η ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΞΕΚΙΝΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΠΑΡΕΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΠΤΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΚΜΗΔΕΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΣΚΟΠΟΥ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ, ΧΟΡΕΥΟΝΤΑΣ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΘΕΛΗΣΕΩΣ Η ΟΠΟΙΑ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ, ΕΚ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΗΝ ΘΕΛΗΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ, ΟΠΩΣ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΡΟΣ ΣΩΤΗΡΙΑ, ΤΗΝ ΣΥΝΕΡΓΕΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΣΜΑΤΟΣ. Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΙΣΗ ΑΓΝΟΕΙΤΑΙ.]

Οι Πατέρες της Εκκλησίας ακολουθώντας τη διάκριση μεταξύ άκτιστου και κτιστού, καθόρισαν και τη σχέση της θεολογίας με τις επιστήμες και τη φιλοσοφία. Υιοθέτησαν στον τρόπο της θεολογίας τους τη διπλή μεθοδολογία διαχωρίζοντας το περιεχόμενο της θεολογικής έρευνας που αναφέρεται στο Θεό, από την απάντηση στο ερώτημα «πώς;» έγινε ο κόσμος, η περιγραφή του οποίου αποτελεί αντικείμενο των επιστημών. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς τόνιζε ότι έργο της φιλοσοφίας είναι η γνώσις των όντων, ενώ έργο της θεολογίας η γνώση του Θεού86. Η φιλοσοφία ως γνωστική και λογική δραστηριότητα θεωρήθηκε ότι διαθέτει σπέρματα αληθείας και ότι είναι δυνατόν να αποτελεί ένα πρώτο στάδιο στη πορεία του ανθρώπου προς τη γνώση του Θεού και την ομοίωση μαζί Του87.

Οι Πατέρες με τον τρόπο αυτό υπερέβησαν τη διάκριση μεταξύ θεολογίας και επιστήμης που ταλάνισε τη δυτική θεολογική σκέψη και συνενώνοντας δημιουργικά τις δύο περιοχές του επιστητού αναζήτησαν την αλήθεια για τη φύση του πραγματικού. Η θεολογία αναφέρεται στην βιωμένη αποκάλυψη του Θεού, ο οποίος δημιουργεί και ενεργεί δια των άκτιστων ενεργειών στον κόσμο,[ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΝΟΙΑ, Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΙΣΗ ΑΓΝΟΕΙΤΑΙ ΟΠΩΣ ΚΑΙ Ο ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ ΛΟΓΟΣ] ενώ οι επιστήμες και η φιλοσοφία μελετούν τα όντα στην φυσική τους υπόσταση88. Ο Θεός σύμφωνα με τον Μ. Βασίλειο βρίσκεται πέρα από τα ονόματα που χρησιμοποιούμε για να μιλήσουμε για την ουσία Του, καθώς ο νους δεν διαθέτει τις έννοιες για να κατανοήσει την ουσία του Θεού, η οποία υπερβαίνει κάθε νόημα. Το ακατάληπτο και το άκτιστο του Θεού γνωρίζεται με τη Θεία δύναμη και την ενέργεια της χάριτος του Χριστού που αποκαλύπτει στον άνθρωπο την αλήθεια Του89.

Σύμφωνα με τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη υπάρχουν δύο είδη θεολογίας. Η καταφατική και η αποφατική. Η καταφατική αναφέρεται στην απόδοση κατηγορημάτων στο Θεό, σε βεβαιώσεις ή αρνήσεις σχετικά με το πρόσωπο και την ύπαρξη Του, οι οποίες διατυπώνονται με κριτήρια νοητικά. Ωστόσο, η γλώσσα παραμένει ατελής ως προς τη δυνατότητα περιγραφής της Θεϊκής ουσίας ενώ στο Θεό αποδίδονται θετικά ονόματα στο βαθμό που αυτός αποκαλύπτεται. Έτσι, στη δεύτερη, την αποφατική, πλησιάζουμε τον Θεό που υπερβαίνει το Είναι, εγκαταλείποντας κάθε γνώση που προέρχεται από την εμπειρία του αισθητού κόσμου και τη νόηση, για να εισδύσουμε στο μυστήριο του Θεού. Η γνώση του Θεού γίνεται μετοχή στη ζωή του Θεού και η αποφατική θεολογία αποτελεί μια οδό για τη μυστική ένωση με το Θεό που παραμένει άγνωστος ως προς την ουσία Του90. Η αποφατική θεολογία έτσι, σημαίνει την άρνηση να θεωρήσουμε ότι η αλήθεια συμπίπτει με την ορθολογική κατανόηση και διατύπωση της. Η αλήθεια για το Θεό είναι προσωπική, βιωματική και αφορά ένα τρόπο ζωής και όχι τη νοητική σύλληψη της πραγματικότητας Του91.[ Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ ΣΤΑ ΑΖΗΤΗΤΑ. ΚΑΙ ΠΡ’ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΜΙΛΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ]

Ακόμα, η θεολογία στην προσέγγιση των Πατέρων μελετά τα έργα και τα μνημεία του πολιτισμού, τα οποία μαρτυρούν το περιεχόμενο της σκέψης της εκκλησιαστικής κοινότητας. Η διαχρονική πορεία του λαού του Θεού όπως περιγράφεται από στην Παλαιά και Καινή Διαθήκη και στη συνέχεια στην ιστορική φανέρωση της Εκκλησίας, διασφαλίζει την ενότητα του σώματος, και δίδει τη χαρισματική μαρτυρία της σχέσης του Θεού με τον άνθρωπο Η θεολογία θεμελιώνεται ως ιστορική και φιλολογική επιστήμη, καθώς η μελέτη της στρέφεται στα μνημεία του πολιτισμού. Τα κείμενα της Αγίας Γραφής και των Πατέρων, οι υπομνηματισμοί, η ιστορία των εκκλησιών, η λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, οι αποφάσεις των συνόδων, ο διάλογος με τις άλλες θρησκείες αποτελούν το αντικείμενο της θεολογικής μελέτης92. Ωστόσο, από την Αναγέννηση και μετά η θεολογία ως επιστήμη αναπτύχθηκε συστηματικά στη Δύση και υιοθετήθηκε με τη μορφή αυτή και από την ορθόδοξη Ανατολή93. 

Η ΘΛΙΒΕΡΗ ΜΑΣ ΑΝΥΠΑΡΞΙΑ. Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΡΠΟΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΤΗΜΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ. ΓΙ’ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΜΑΡΤΥΡΗΣΑΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΩΝ ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΩΝ. 

Σημειώσεις

Αναρτήθηκε από amethystos

====================================================

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

Αὐτὸς ὁ ἱστότοπος χρησιμοποιεῖ τὸ Akismet γιὰ νὰ μειώσει τὰ ἀνεπιθύμητα μηνύματα. Μάθετε τί συμβαίνει μὲ τὰ δεδομένα τῶν σχολίων σας.