Ο πνευματικός πατέρας ως οδηγός προς τη νοερά προσευχή

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

+π.Ιωάννης Ρωμανίδης

Προκειμένου να αποκτήσει κανείς τον φωτισμό του νου και την αδιάλειπτη νοερά προσευχή, που είναι επίσκεψη του Αγίου Πνεύματος, είναι απαραίτητη η παρουσία Πνευματικού Πατρός, που γνωρίζει τα θέματα αυτά εμπειρικώς και μπορεί να καθοδηγήσει πνευματικά τον άνθρωπο.

« Εκείνο που χρειάζεται ο άνθρωπος για να αποκτήσει νοερά προσευχή είναι να έχει Πνευματικό Πατέρα που έχει νοερά προσευχή. Αυτό είναι το πιο βασικό. Διότι είναι αδύνατο ή τουλάχιστον σχεδόν αδύνατον να μάθει κανείς την νοερά προσευχή, διαβάζοντας περί νοεράς προσευχής. Με την ανάγνωση δεν βγαίνει τίποτε. Πρέπει να έχει Πνευματικό Πατέρα. Αυτό είναι σαφές ».

Ο Πνευματικός Πατέρας λέγεται Κατηχητής, που καθοδηγεί τον άνθρωπο, με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, να περάσει από την κάθαρση στον φωτισμό, και ακόμη λέγεται διδάσκαλος.

Με αυτήν την έννοια μπορεί να είναι κανείς Πνευματικός καθοδηγός έστω και αν δεν είναι Κληρικός. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για το Μυστήριο της Εξομολογήσεως, αλλά για την πνευματική καθοδήγηση, προκειμένου να φθάσει ο άνθρωπος στην νοερά προσευχή.

« Και όταν είναι κάποιος στην φώτιση, είναι Πνευματικός Πατέρας και ας μην έχει χειροτονηθεί. Μπορεί να έχει σκοτώσει ανθρώπους, άμα καθαρισθεί όμως στην καρδιά του και φωτισθεί, αυτός ο φωτισμός τον κάνει ίσον με όλους τους άλλους. Και το ότι είναι πνευματικά ίσος, δεν σημαίνει ότι εξάπαντος θα χειροτονηθεί. Μπορεί να μη χειροτονηθεί ποτέ, διότι έχει κωλύματα, δεν μπορεί να χειροτονηθεί. Παρά ταύτα όμως, μπορεί να είναι μέγας άγιος της Εκκλησίας. Δεν είναι μονοπώλιο των Κληρικών αυτή η θεραπεία. Η θεραπεία μπορεί να γίνει από τον οποιονδήποτε που έχει την νοερά προσευχή, ενώ ο Κληρικός είναι ο ιερουργός των Μυστηρίων. Άλλο το ένα, άλλο το άλλο. Γι’ αυτό, πάντα στην Ορθοδοξία διαχωρίζονταν αυτά τα πράγματα. Τελετουργικά είναι ο λειτουργός. Αλλά Πνευματικός Πατέρας θα είναι αυτός που έφτασε στον φωτισμό ».

Αυτή είναι μια ζωντανή παράδοση στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Πάντοτε υπάρχουν ζωντανοί πνευματικοί οργανισμοί, τους οποίους ο άνθρωπος, που επιδιώκει αυτήν την ζωή. Πρέπει να αναζητήσει.

« Ένας, όμως , που δεν καταλαβαίνει περί φωτισμού και Θεώσεως και ας είναι ένας θεολόγος, καθηγητής Πανεπιστημίου, και διαβάζει, θα πει: «Τώρα άστα, με αυτά ασχολείσαι, είναι δεισιδαιμονίες, μυθιστορήματα » κλπ. Αν είναι έτσι, τότε πάει και η Αγία Γραφή περίπατο και ο Μωυσής δεν έχει καμιά αξία κ.ο.κ.

Αλλά έχουμε τους ίδιους τους ζωντανούς όμοιους ανθρώπους. Υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι που είναι ζωντανοί, με νοερά προσευχή, που φθάνουν στην θεοπτία και αυτές οι εμπειρίες είναι πραγματικότητες. Αλλά για να ξέρει κανείς ότι είναι πραγματικότητες, πρέπει να πάει να ψάξει να βρει αυτούς τους ανθρώπους. Αν δεν υπάρχουν αυτοί οι άνθρωποι και εκλείψει αυτή η παράδοση, αυτό σημαίνει ότι εξέλιπε μια επιστήμη.

Δηλαδή, εάν σήμερα εκλείψουν οι γιατροί και μείνουν μόνο τα βιβλία τους και τα διαβάζουμε και δεν έχουμε την ζωντανή παράδοση της ιατρικής, δεν είναι δυνατόν να αναστήσουμε πάλι την ιατρική όπως είναι σήμερα. Το ίδιο και για όλες τις επιστήμες, αν εκλείψει η ζωντανή παράδοση. Γι’ αυτό και για την Ορθοδοξία, αν εκλείψει η ζωντανή παράδοση, θα ξεχασθεί. Όπως στην Δύση εξέλιπε, ξεχάστηκε ».

Τα περί νοερός προσευχής περιγράφονται θαυμάσια στο βιβλίο « Περιπέτειες ενός προσκυνητού ».

« Αν θέλετε να έχετε έτσι μια συνοπτική και πολύ γρήγορη αντίληψη περί αυτού του πράγματος, σας παρακαλώ πολύ να διαβάσετε, μπορώ να σας το επιβάλω κιόλας, ως μέρος του μαθήματος, αν θέλω δηλαδή, απειλώντας ότι θα σας δώσω κανένα ερώτημα, δηλαδή, επάνω στο βιβλίο, είναι μικρούτσικο βιβλίο και λέγεται : « Περιπέτειες ενός προσκυνητού ».

Λοιπόν αυτό το βιβλίο, «Περιπέτειες ενός προσκυνητού», παρακαλώ, τουλάχιστον το πρώτο βιβλίο, δεν ξέρω εάν στα Ελληνικά είναι και τα δύο, διότι είναι δύο βιβλία που έχουν μεταφρασθεί και δεν είναι βέβαιο εάν είναι από τον ίδιο συγγραφέα. Και ήταν ένας Ρώσος περιηγητής, ένας αυτό που θα λέγαμε σήμερα αγροίκος και αγράμματος, σήμερα έτσι θα λέγαμε ότι ήταν αγράμματος, ενώ πολλές φορές οι αγράμματοι είναι πιο γραμματισμένοι από τους εγγράμματους. Και βρήκε αυτός έναν Πνευματικό Πατέρα και έμαθε την νοερά προσευχή, και περιγράφει πώς την απέκτησε».

Αυτός ο απλοϊκός άνθρωπος είχε τέτοια παράδοση, που διάβαζε την «Φιλοκαλία», η οποία κυκλοφόρησε προ της επαναστάσεως του 1821 στην περιοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και διαδόθηκε και έξω από την Ελλάδα «στα άλλα μέρη της Ρωμηοσύνης, Ήπειρο, Μακεδονία, Θεσσαλία, Θράκη, Πόντο, Καππαδοκία, Μικρά Ασία, στα νησιά, στην Κρήτη, σ’ όλη την Μέση Ανατολή, μέχρι τον Δούναβη, μέχρι την Βεσσαραβία της Ρωσίας ».

« Και μετά υπάρχει και ένα άλλο βιβλίο, το οποίο δημοσιεύθηκε στα Ελληνικά, του πατρός Σιλουανού. Και αυτό είναι πάρα πολύ σπουδαίο, διότι είναι γεμάτο από πατερική θεολογία, είναι όλο πατερικό, δηλαδή, έχει τα πιο βαθειά γνωσιολογικά προβλήματα εκεί μέσα, χωρίς ο ίδιος να το καταλάβει. Ο ίδιος, επειδή δεν ήξερε φιλοσοφία και ιστορία φιλοσοφίας και ψυχολογία, ψυχιατρική κ ο κ. δεν τα ξέρει αυτά τα πράγματα, γι’ αυτό και ο ίδιος δεν είναι σε θέση να αξιολογήσει αυτά που είπε. Αλλά αυτά που λέει και γράφει έχουν καταπληκτική σημασία για την ιστορία της φιλοσοφίας και της γνωσιολογίας κ ο κ. Καταπληκτική σημασία.

Και φοβάμαι πολύ ότι εδώ στην Ελλάδα, όσοι διαβάζουν τις «Περιπέτειες ενός προσκυνητού», τον π. Σιλουανό, τα διαβάζουν ευσεβιστικά και συναισθηματικά. Το μεγαλύτερο λάθος είναι αυτά τα βιβλία να διαβάζονται συναισθηματικά και ευσεβιστικά, διότι ούτε για συναισθήματα είναι αυτά τα βιβλία ούτε για ευσεβισμό. Ούτε το ένα ούτε το άλλο. Είναι πάρα πολύ σοβαρά βιβλία εξ επόψεως ψυχιατρικής, ψυχολογίας και φιλοσοφίας κ.ο.κ., που πρέπει με σοβαρότητα να διαβάζονται και όχι να διασκεδάζεται η φαντασία των ευσεβών.

Αυτό γίνεται εδώ στην Ελλάδα. Διαβάζουν ευσεβείς και μπορούν να διαβάσουν και κανένα Κίργκεγκαρ, ή κανένα Φραντσέζο, ύστερα διαβάζουν έναν Εγγλέζο, διαβάζουν έναν Γερμανό περί προσευχής, μπορεί να διαβάσουν την ζωή του Χριστού ενός Ιταλού και να διαβάζουν και τις «Περιπέτειες ενός προσκυνητού» και τον π. Σιλουανό και να μην καταλαβαίνουν ότι υπάρχει διαφορά και τα κάνουν όλα ένα.

Όλα τα ανακατεύουν. Όλα μαζί. Μπορεί να πάρουν και ένα βιβλίο που γράφτηκε περί ευσεβείας από τον ίδιο τον διάβολο και να μην το έχουν καταλάβει. Γι’ αυτό χρειάζεται πάρα πολλή προσοχή, προσοχή και πάρα πολλή προσευχή. Λοιπόν, η ακρίβεια της προσευχής έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία».

«Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας

κατά τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ι. Ρωμανίδη»

=============================================

Η οντολογία του προσώπου στη νεότερη θεολογική σκέψη: Ν. Νησιώτης, Χρ. Γιανναράς, Ι. Ζηζιούλας. Μια κριτική αποτίμηση (6) – 18ος αιώνας. Η θεολογία ως θετική επιστήμη στη σκέψη του Χάιντεγκερ και του Κίρκεγκωρ

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ – ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ 

ΤΜΗΜΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ Συστηματικής – Δογματικής Θεολογίας 

Διπλωματική εργασία Η οντολογία του προσώπου στη νεότερη θεολογική σκέψη: Ν. Νησιώτης, Χρ. Γιανναράς, Ι. Ζηζιούλας. Μια κριτική αποτίμηση.

Καθηγητής: Χρ. Σταμούλης 

Φοιτητής : Περικλής Αγγελόπουλος – Θεσσαλονίκη 2020

4.2 18ος αιώνας. Η θεολογία ως θετική επιστήμη στη σκέψη του Χάιντεγκερ και του Κίρκεγκωρ

Στη διάρκεια του 18ου αιώνα η θεολογία καθιερώθηκε ως θετική επιστήμη καθώς το αντικείμενο της θεωρήθηκε ότι είναι ο χριστιανισμός ως ιστορική πραγματικότητα. Η πορεία της Εκκλησίας στον κόσμο, η ηθική ζωή των μελών της, η καλλιέργεια της αυτοσυνειδησίας της Εκκλησίας, και η μελέτη του Χριστιανικού πνεύματος όπως εμφανίζεται στο πρόσωπο του σταυρωμένου Χριστού συνυφαίνονται με την θεολογική σκέψη94. 

Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να σημειώσουμε ότι σύμφωνα με τον Μ. Χάϊντεργκερ (2007), η θεολογία ως θετική επιστήμη του Χριστιανικού πνεύματος, διαφοροποιείται από τη φιλοσοφία, η οποία μελετά το Είναι. Έτσι, φιλοσοφία και θεολογία διαφοροποιούνται όχι λόγω της διαφορετικής μεθοδολογίας στην προσέγγιση των ζητημάτων για τον Θεό τον κόσμο και τον άνθρωπο, αλλά γιατί μελετούν διαφορετικές εκφάνσεις του επιστητού95. Σύμφωνα με τον Γερμανό στοχαστή, η χριστιανική Θεολογία μελετά την πίστη του ανθρώπινου εδωνά–Είναι, η οποία σημαίνει την αναγέννηση του πιστού, που εκλαμβάνεται ως μια μεταστροφή έναντι του Θεού, η οποία προκαλείται από την αποκάλυψη του γεγονότος της σταύρωσης του Χριστού και της μετοχής στο γεγονός αυτό.96

Η πίστη έτσι, όπως έδειξε και ο Δανός θεολόγος του 19ου Σορέν Κίργκεργκωρ (1813-1855), δεν είναι το αντίθετο της γνώσης ή της αμφιβολίας αλλά αφορά το γεγονός της ανυπακοής στο Θεό και την καταβύθισης στην απελπισία της απιστίας97.

Η θεολογία λοιπόν, ως θετική επιστήμη δεν είναι μια αμιγώς γνωστική προσέγγιση, αλλά μια επιστήμη στην οποία ο Χριστός αποκαλύπτεται απευθύνοντας το θυσιαστικό μήνυμα του Σταυρού στον άνθρωπο που αποφασίζει να ζήσει θυσιαστικά έναντι του Σταυρωμένου Θεού.

Η θυσιαστική αυτή στάση διανοίγει μια ρωγμή στο χρόνο, καθώς ο πιστός στρέφει το βλέμμα του στα έσχατα, την Ημέρα της Κρίσης98. Η θεολογία έτσι, δεν προσεγγίζει νοησιαρχικά την πραγματικότητα του Θεού, αλλά είναι μια αποκάλυψη της αλήθειας που αφορά ολόκληρο τον άνθρωπο και συνδέεται με την υπαρξιακή και οντολογική παρουσία του ανθρώπινου Είναι99.

Η θεολογία στην προοπτική αυτή δεν αντικειμενοποιεί το Θεό, μετατρέποντας τον σε εξωτερικό αντικείμενο έρευνας, αλλά θεματοποιεί το περιεχόμενο της πίστης αποκαλύπτοντας το διαχρονικό υπαρξιακό μήνυμα που απορρέει από τον Σταυρικό θάνατο του Χριστού100.

Αναρτήθηκε από amethystos

=========================================

21 Φεβρουαρίου 1913 – Ἡ ἀπελευθέρωσις τῶν Ἰωαννίνων

Η παράδοση της πόλης των Ιωαννίνων. Ο Κωνσταντίνος και ο Εσσάτ πασάς είναι έφιπποι και οι δύο. Ο Εσάτ πασάς με γερμένη τη κεφαλή και χαμηλωμένο ξίφος παραδίδεται ταπεινωμένος. Η Ελληνική σημαία κυματίζει περήφανα, ενώ η Τουρκική, ταπεινωμένη, σχεδόν, αγγίζει το χώμα.( ἐδῶ)

Ήταν φανερό πως, αν δεν έπεφτε το Μπιζάνι, δε θα κυριεύονταν τα Ιωάννινα και δυστυχώς, όλες οι επιθέσεις των Ελλήνων συντρίβονταν πάνω στα οχυρά του Μπιζανίου.

…Μετά την αποτυχημένη επίθεση του Νοεμβρίου του 1912 ο στρατός στην Ήπειρο δοκιμαζόταν από φοβερές κακουχίες. Υπέφερε από το φρικτό κρύο και την πείνα, καθώς δεν ήταν εύκολη η επιμελητεία του στρατού. Τα άλογα και τα μουλάρια πέθαιναν και αυτά από τις καιρικές συνθήκες και όλα ήταν απελπιστικά για τους Έλληνες.

Η κατάσταση των Ελλήνων μπροστά στο Μπιζάνι ήταν εφιαλτική. Στην Αθήνα ο Τύπος και η κοινή γνώμη που διαμορφωνόταν πίεζαν την Ελληνική ηγεσία να προχωρήσει σε επίθεση. Αυτό επιθυμούσε διακαώς ο Στρατηγός Σαπουντζάκης, ο οποίος ήλπιζε να κυριεύσει τα Ιωάννινα, πριν έλθει ο βασιλιάς Κωνσταντίνος με τις δυνάμεις του. Έτσι, οργάνωσε νέα επίθεση, χρησιμοποιώντας όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις του. Η κυβέρνηση προσπάθησε να τον εμποδίσει και ο Κωνσταντίνος του τηλεγράφησε να μην κινηθεί, αν ο ίδιος δεν έφτανε στην περιοχή. Τίποτε όμως δεν μπορούσε να συγκρατήσει τον Σαπουντζάκη που στις 7/20 Ιανουαρίου 1913 έκανε επίθεση, χωρίς να ειδοποιήσει ούτε τον Κωνσταντίνο ούτε την κυβέρνηση.

***

ἐδῶ)

Στο μεταξύ η εκεχειρία που είχε γίνει διακόπτεται, όχι γιατί δεν προχωρούν οι διαπραγματεύσεις για ειρήνευση που πραγματοποιούνταν στο Λονδίνο, αλλά γιατί ξεσπά το πραξικόπημα των Νεοτούρκων.

Η ήττα ως τώρα των Τουρκικών δυνάμεων υπέθαλψε τα πάθη και την οργή εθνικιστικών στοιχείων που αξίωναν να συνεχιστεί ο πόλεμος μέχρις εσχάτων και όχι να υπάρχουν διαπραγματεύσεις και συνθηκολογήσεις.

Έτσι, την 10η Ιανουαρίου 1913 ο Εμβέρ και ο Ταλαάτ, ηγέτες των Νεοτούρκων εισέβαλαν στην Υψηλή Πύλη στην Κωνσταντινούπολη, σκότωσαν τον Ναζίτ πασά, που ήταν και ο Υπουργός των στρατιωτικών και εγκατέστησαν νέα κυβέρνηση με τον Μαχμούτ Σεφκέτ πασά στη θέση του Μεγάλου Βεζύρη. Με αυτόν τον τρόπο η επαναστατική κυβέρνηση των Νεοτούρκων διέκοψε τις διαπραγματεύσεις στο Λονδίνο και ξανάρχισε τον πόλεμο.

****

Κι ενώ οι καιρικές συνθήκες επιδεινώνονταν, η ηγεσία του Ελληνικού στρατού αποφασίζει να μεταφέρει τέσσερεις Μεραρχίες από τη Μακεδονία στην Ήπειρο. Μεσούντος του χειμώνος (Ιανουάριος 1913) η Διοίκηση του στρατού της Ηπείρου ανατέθηκε στο Διάδοχο Κωνσταντίνο. Η οχυρή θέση του Μπιζανίου περικυκλώνεται και απομονώνεται (18 με 19 Ιανουαρίου του 1913) σε μια προσπάθεια των Ελληνικών δυνάμεων να επιτεθεί στη δεξιά πλευρά των δυνάμεων των Τούρκων.

( φωτό ἀριστερά :   Ζίγκμουντ Μινέϊκο,ὁ παππούς τοῦ Ἀνδρέα Παπανδρέου, κατά την παραμονή του στην Ήπειρο, εργάστηκε για λογαριασμό των τούρκων στις οχυρώσεις του Μπιζανίου  έργα που τόσο πολύ δυσκόλεψαν τον ελληνικό στρατό κατά τις επιχειρήσεις κατάληψης των Ιωαννίνωνἐδῶ)

Το Μπιζάνι είναι λόφος που προστατεύει από το Νότο τα Ιωάννινα. Γρανιτένιος σχεδόν δεσπόζει στο δρόμο Άρτας – Πρεβέζης – Ιωαννίνων. Για να κυριεύσει κανείς τα Ιωάννινα, πρέπει να ελέγχει το Μπιζάνι.

Σε αυτό οι Τούρκοι, εκμεταλλευόμενοι και το φυσικό οχυρό της θέσης, είχαν κάνει ένα απόρθητο σχεδόν φρούριο. Την κατασκευή και οχύρωσή του επέβλεψαν Γερμανοί αξιωματικοί και το κάλυψαν με χαρακώματα, πολυβολεία και πυροβολεία.

Επί τρεις μήνες επιχειρούσαν οι Έλληνες να το καταλάβουν με απανωτές επιθέσεις και δεν το κατόρθωναν. Εκτός αυτού ο χειμώνας του 1912/1913 ήταν ιδιαίτερα βαρύς, πράγμα που έκανε τη ζωή των Ελλήνων στρατιωτών ακόμα πιο δύσκολη.

Στην αρχή του Α΄ Βαλκανικού πολέμου οι Ελληνικές δυνάμεις ήταν χωρισμένες σε δύο «στρατιές». Η στρατιά της Θεσσαλίας περιελάμβανε επτά από τις οκτώ μεραρχίες. Η «στρατιά» της Ηπείρου στην πραγματικότητα ήταν ένα συγκρότημα από οκτώ τάγματα πεζικού και Εύζωνες καθώς και από μερικά σώματα εθελοντών (Κρήτες, Γαριβαλδινοί κλπ.).

Δεν ήταν «στρατιά» και ας την αποκαλούσαν έτσι, αφού διέθετε μόνο 7.800 άνδρες και 24 κανόνια. Είχε όμως επικεφαλής τον Στρατηγό Κ. Σαπουντζάκη, διάσημο για τη σοφία του και τη στρατηγική του. Ήταν ο άνθρωπος που είχε εκπαιδεύσει τον Κωνσταντίνο και θεωρείτο το πιο μορφωμένο στέλεχος του στρατού. Πολλοί τον θεωρούσαν άνθρωπο των γραφείων και δεν επιθυμούσαν να έχει την αρχηγία στην Ήπειρο.

Οι Τούρκοι στην Ήπειρο διέθεταν 30.000 άνδρες και 30 πυροβόλα. Αρχηγό τους είχαν τον Εσάτ πασά. Ως βάση τους χρησιμοποιούσαν τα Ιωάννινα και ήταν τετραπλάσιοι σε δύναμη από τους Έλληνες.

Σκοπός, αρχικά, της στρατιάς της Ηπείρου ήταν να μην απειληθεί από τα νώτα η στρατιά της Θεσσαλίας. Ο Σαπουντζάκης έπρεπε να κρατήσει τον Άραχθο ποταμό που αποτελούσε τότε τα σύνορα Ελλάδας και Τουρκίας στην Ήπειρο. Κανείς δε φανταζόταν τις εξαιρετικές επιθέσεις και τις κατακτήσεις των Ελλήνων.

Εδώ θα πρέπει να γίνει αναφορά στο «Στόλο του Ιονίου». (δες το ομώνυμο κεφάλαιο ἐδῶ) Τα παλαιότερα από τα σκάφη που διέθετε το Ελληνικό ναυτικό αποτελούσαν τον Στόλο του Ιονίου. Αναφέρονται ατμομυοδρόμωνες, ατμοβάριδες, ξύλινα μικρά σκάφη με κανόνια. Ανάμεσα σε αυτά υπήρχαν όμως και τρεις κανονιοφόροι που είχαν ναυπηγηθεί το 1880 σύμφωνα με τις προδιαγραφές (σε βύθισμα, τακτική κλπ.) που απαιτούνταν για τον Αμβρακικό κόλπο. (Για τον ανοργάνωτο Έλληνα αυτά τα πλοία ήταν ένα θαύμα προβλεπτικότητας.)

Τα παλαιά αυτά πλοία 52 τόνων, ταχύτητα 12 μιλίων και βύθισμα 1,5μ. ανέλαβαν να εισέλθουν στον Αμβρακικό την είσοδο του οποίου έφραζε το φρούριο της Πρέβεζας.

Οι κανονιοφόροι «Α» και «Β» με κυβερνήτες τους Υποπλοιάρχους, Ν. Ματικά και Κ. Μπούμπουλη τη νύχτα της 4ης προς 5ης Οκτωβρίου 1912 (17 / 18 Οκτωβρίου με το καινούριο ημερολόγιο) πέρασαν το στενό της Πρέβεζας, χωρίς να γίνουν αντιληπτά από τους Τούρκους και μπόρεσαν να πάρουν μέρος στις επιχειρήσεις που άρχισαν τη νύχτα εκείνη, βοηθώντας πολύ τον Ελληνικό στρατό.

Στις 20 Φεβρουαρίου 1913 ο ταγματάρχης Βελισσάριος με ένα τάγμα Ευζώνων καταφέρνει μέσα στη σύγχυση των δυνάμεων των Τούρκων να καταλάβει τις παρυφές της πόλης των Ιωαννίνων. Ο στρατηγός Εσάτ πασάς αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει.

Στις 21 Φεβρουαρίου 1913 ο Ελληνικός στρατός προελαύνει νικητής στα Ιωάννινα και μετά από λίγες ημέρες απελευθερώνεται και η πόλη του Αργυροκάστρου.

Η νέα κατάσταση υπαγόρευε στους Έλληνες την όσο το δυνατόν γρηγορότερη κατάκτηση της Ηπείρου, για να επανέλθουν οι δυνάμεις που βρίσκονταν στην Ήπειρο πίσω στη Μακεδονία, όπου αναμένονταν εξελίξεις. Έτσι, άρχισε μεγάλη προετοιμασία για επίθεση εναντίον των Ιωαννίνων.

Ο Βενιζέλος, γυρίζοντας από το Λονδίνο, επισκέφθηκε το μέτωπο της Ηπείρου στο Μπιζάνι και λίγο έλειψε εκεί να σκοτωθεί μαζί με τον Κωνσταντίνο. Παρόλες τις δυσκολίες έγινε η επίθεση 20 Φεβρουαρίου / 5 Μαρτίου 1913.

Με 80 κανόνια και 60.000 ενόπλους οι Έλληνες εξαπολύουν την τελική επίθεσή τους στο Μπιζάνι. Οι Τούρκοι καταρρέουν. Το Μπιζάνι απομονώνεται. Οι Εύζωνοι του Δ. Παπαδόπουλου φτάνουν στις παρυφές της πόλης των Ιωαννίνων.

Η ιστορική πόλη των Ιωαννίνων, η πρωτεύουσα της Ηπείρου στη βορειοδυτική Ελλάδα , σηματοδοτεί την 21η Φεβρουαρίου ως ημέρα απελευθέρωσης από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.


Την επόμενη ημέρα 21 Φεβρουαρίου /6 Μαρτίου 1913 οι Τουρκικές δυνάμεις παραδίδονται.

Ο Αρχιστράτηγος Εσάτ πασάς καταθέτει τα όπλα (ο Εσάτ πασάς ήταν εξισλαμισμένος χριστιανός).

Ο Παβίτ πασάς αρνείται να παραδοθεί και με μικρή δύναμη διαφεύγει στην Αλβανία.

Στις 21/2 τα μεσάνυχτα υπογράφτηκε το πρωτόκολλο της παράδοσης των Ιωαννίνων. Εν ονόματι της Α.Β.Υ. Του διαδόχου υπέγραψαν οι λοχαγοί του Γενικού Επιτελείου κ.κ. Στρατηγός και Μεταξάς και ο τέως διοικητής Ιωαννίνων Βαχήπ Μπέης

Ο Κωνσταντίνος με το ακόλουθο τηλεγράφημα ενημερώνει. Τον πατέρα του, Βασιλιά Γεώργιο Α΄ για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων:

 Ο Αρχιστράτηγος  Κωνσταντίνος εισέρχεται ελευθερωτής στα Ιωάννινα…το ημερολόγιο έγραφε 21η Φεβρουαρίου 1913.  ἀπό ἐδῶ

«ΕΜΙΝ ΑΓΑ σημ. 21 Φεβρουαρίου 1913

Α.Μ. Βασιλέα . Θεσσαλονίκη.

«Αλωθέντος υπό του ελληνικού στρατού ολοκλήρου του δυτικού μετώπου του φρουρίου των Ιωαννίνων και κυκλωθείσης της γραμμής των ερεισμάτων του Μπιζανίου και Καστρίτσης ο Εσάτ Πασσάς μοι εδήλωσε την στιγμήν ταύτην ότι ο στρατός του παραδίδεται αιχμάλωτος πολέμου. Λεπτομερείας μεγάλης νίκης του ανδρείου στρατού μας τηλεγραφήσω προσεχώς.

Κωνσταντίνος Διάδοχος»

Οι ιππείς του Πιερράνου του Σούτσου και του Μαυρομιχάλη ήταν οι πρώτοι που μπήκαν στην πόλη, ενώ το πρωί κυμάτιζε στα οχυρώματα του Μπιζανίου η ελληνική σημαία. Ακολούθησε για αρκετές ώρες η παράδοση των όπλων του Οθωμανικού στρατού. Περί τις 33.000 άνδρες αφοπλίστηκαν εκείνη την ημέρα. Ο Διάδοχος Κωνσταντίνος ανέβηκε στο Γενικό παρατηρητήριο του Πυροβολικού ακριβώς στο σημείο εκείνο που πριν λίγο έλειψε να τραυματιστούν ο ίδιος και Πρωθυπουργός Βενιζέλος που είχε επισκεφτεί την περιοχή.

Την επόμενη ημέρα 22/2/1913 ο Κωνσταντίνος μπαίνει θριαμβευτής στην πόλη των Ιωαννίνων. Με υπερηφάνεια αναγγέλλει τη νίκη των Ελλήνων στον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Οι κάτοικοι παραληρούσαν. Γελούσαν, έκλαιγαν και φώναζαν Ζήτω η Ελλάς! Ζήτω ο Στρατός! Ζήτω ο Κωνσταντίνος! Πολλοί χαιρετούσαν ο ένας τον άλλο, λέγοντας «Χριστός Ανέστη», γιατί γι’ αυτούς ήταν ημέρα Ανάστασης. Κυανόλευκες σημαίες κυμάτιζαν στα μπαλκόνια των Ελλήνων. Στους δρόμους καταγής σαν κουρέλια κείτονταν Τουρκικές σημαίες.

Ο Διάδοχος Κωνσταντίνος κατευθύνθηκε προς τον Μητροπολιτικό ναό της Πόλης όπου ετελέσθη Δοξολογία. Παρόντες ήσαν οι Πρίγκιπες Ανδρέας, Χριστόφορος, Γεώργιος, Αλέξανδρος, ο Στρατηγός Δαγκλής και άλλοι Επιτελικοί… ( ἀπό ἐδῶ)

Ἡ Πελασγική 

====================================================

Διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Ο Σημαδιακός -ΑΝΑΜΝΗΣΙΣ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ

Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Ο Σημαδιακός πρωτοδημοσιεύτηκε με τον υπότιτλο «Ανάμνησις της εορτής των Φώτων» στην εφημερίδα Εφημερίς της 6ης Ιανουαρίου 1889. Το διήγημα είναι βγαλμένο από τις παιδικές αναμνήσεις του συγγραφέα.

    Από της σμικροτάτης νήσου Δασκαλειού ή από λέμβου εν τω λιμένι θεώμενός τις, τὴν ἑσπέραν τῆς 5 Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 1867, θα έβλεπε ποικίλα φῶτα διασχίζοντα καθ᾿ όλας τας διευθύνσεις τας οδούς τῆς πολίχνης Σκιάθου.

    Δεν ήτο τίποτε έκτακτον. Ζεύγη παιδίων, μετά φανών καὶ δάδων, περιερχόμενα τας οἰκίας, την ἑσπέραν της παραμονής, έψαλλον τα Φώτα.

    Δυο μειράκια, πρωτεξάδελφοι εκ μητρός, ο Σωτήρος και ο Αλέκος, ανέβαινον το λιθόστρωτον της παραθαλάσσιας οδού, το υπερκείμενον αποτόμου κρημνώδους βράχου καὶ φέρον εις την άνω ενορίαν.

    Ο Σωτήρος ήτο δωδεκαετής, ὁ Αλέκος δεκαετής. Ο πρώτος έφερε το νησιώτικον ένδυμα, ο δεύτερος ήτο «φράγκος», δηλαδή εφόρει κακόζηλα στενὰ εξ εγχωρίου υφάσματος, καὶ κασκέτον. Ούτος εκράτει μόνον λεπτὴν ράβδον, ο δε Σωτήρος ήτο κάσσα, εκράτει δε και τον φανόν.

    Καθ᾿ όλον το έτος οι δυο εξάδελφοι ήσαν πάντοτε μαλωμένοι μεταξύ των. Τας παραμονάς των Χριστουγέννων όμως επήρχετο η συνδιαλλαγή, περιῆρχοντο κατὰ τας τρεις εορτάς «τας συγγενικὸς οικίας», ετραγώδουν τα συνήθη άσματα, εμάζευον ολίγα λεπτά, έκαμνον μερίδιον… και πάλιν μετά τα Φώτα ἐμάλωναν.

    Και την εσπέραν εκείνην είχον περιέλθει όλας τας «συγγενικάς οικίας», δηλ. τὸ ήμισυ της πολίχνης, ως τελευταίαν δε εκδρομήν επεφύλαττον πάντοτε την δια του ολισθηρού λιθοστρώτου άνοδον. Ήτο ήδη ογδόη ώρα της εσπέρας. Εκ της ανόδου εκείνης κατήρχοντο πάντοτε μὲ βαρύτερα τα θυλάκια. Διότι ο καπετάν-Θανασός, ο θείος των, ήτο μεν απαιτητικός, ιδιότροπος αλλὰ καὶ λίαν ελευθέριος.

    Ο καπετάν-Θανασός, εύπορος ναυτικός, πεντήκοντα καὶ πέντε ἐτῶν, απολαύων ήδη τα θέλγητρα της εστίας, παραχωρήσας την πλοιαρχίαν εις τους δυο πρεσβυτέρους υιούς του, κατώκει την μεγάλην σχετικώς οικίαν, μετ᾿ ευρυχώρου προαυλίου καὶ κήπου, εις ην έμελλον να εισέλθωσιν ήδη οι δυο νέοι.

    Μόλις απεῖχον δέκα βήματα της αυλείου θύρας, και σκιά τις προβαίνει εκ τίνος κόγχης της γείτονος οικίας, της συνεχομένης με το προαύλιον της οικίας του καπεταν-Θανασού.

    Μία χειρ ήρπασε τον Σωτήρον από του βραχίονος.

    – Τί θέλεις, μπάρμπα; έκραξεν έντρομος ο νέος. Τα λεπτά μας… πάρε τα…

    -Δὲν θέλω λεπτά, βρε ἄτιμε!… απήντησε βραχνὴ και λαρυγγώδης φωνή.

    Ο Αλέκος μετὰ της ράβδου του είχε τραπή, εννοεῖται, εις φυγήν.

    Αλλὰ μόλις απεμακρύνθη ολίγα βήματα, καὶ εστάθη ενδοιάζων αν έπρεπε να βάλη φωνὰς ή να λάβη μάλλον λίθους να ρίψη κατά του επιδρομέως.

    – Στοπ! μωρέ… τω εφώνει ο παράδοξος άνθρωπος, όταν είχε σταματήσει ήδη.

    – ΄Αφσε τον, μπάρμπα! τί σοῦ κάνει;… εφώνει μακρόθεν ο Αλέκος.

    Ο αλλόκοτος άνθρωπος εφόρει ιδιόρρυθμον όλως κόκκινον σαρίκιον περὶ την κεφαλήν, όπερ ετρόμαξε τους δυο νέους και δεν τον ανεγνώρισαν κατ᾿ αρχάς. Ούτω του κατέβη την εσπέραν εκείνην να φορέση το ζωνάρι του σαρίκι. Άλλοτε πάλιν είχεν άλλας ιδιοτροπίας. Εφόρει ταις κάλτσαις ως χειρόκτια.

    Εκ της φωνής όμως τον ανεγνώρισαν παρευθὺς και οι δυο. Ήτο « Ελόγου του».

    Τοιούτον έφερε σκωπτικὸν επίθετον ο εικοσαοκταετής νέος Μανουὴλ Προυσαλής, εθελόκομψος αντιπαθητικὸς εργολάβος, εις την μικράν εκείνην φιλοσκώμμονα κοινωνίαν, όπου πας άνθρωπος προς τω οικογενειακώ ονόματι, όπερ μόνον εις τους επισήμους καταλόγους της δημαρχίας απαντάται, προικίζεται τουλάχιστον με δυο ή τρία προσωνύμια.

    – Δεν θέλω τα λεπτά σου, βρε… επανέλαβεν Ελόγου του, στρίβων υπερηφάνως τον μικρὸν πυρρὸν μύστακά του… Μη φοβάσαι, άκουσε… να, τι θέλω.

    Και τω έτεινε μικρὸν επιστόλιον, εντός χρυσίζοντος διηνθισμένου φακέλλου.

    – Να το δώσης, επάνω που θα πας, είπε.

    – Τίνος να το δώσω;

    – Στο Μπραϊνάκι, βρε… δεν ξέρεις που μ᾿ αγαπάει;

    – Αλήθεια; είπε μετὰ προσποιητού θαυμασμού ο Αλέκος, όστις είχε πλησιάσει εν τω μεταξύ.

    – Σένα δεν σου μιλώ, είπεν αυστηρώς Ελόγου του.

    – Καλά, το δίνω, απήντησεν ο Σωτήρος ευχαριστημένος διότι θα εγλύτωνε.

    – Μα θέλω να μου φέρης καὶ σημάδι, προσέθηκεν Ελόγου του.

    – Τί σημάδι;

    – Αυτὴ ξέρει.

    Καὶ ἐπανέλαβε·

    -Το διαβάση δεν το διαβάση, θέλω να μου φέρης σημάδι απόψε.

    -Καλά.

    -Κρατώ αμανάτι το φέσι σου, και σε περιμένω εδώ τριγύρω. Ακοῦς;

    Και απέσπασεν αυθαιρέτως το φέσι από της κεφαλής του Σωτήρου.

    – Δός του το φέσι του! ανέκραξεν ὁ Ἀλέκος.

    – Σούτ, ἐσύ!…

    Ο Σωτήρος δεν παρεπονέθη τίποτε καὶ ένευσε προς τον σύντροφόν του να τον ακολουθήση έσω του προαυλίου.

    – Τώρα πως θα πάω απάνου χωρὶς φέσι; είπεν ο Σωτήρος εντὸς της αυλής.

    – Φορεί ὁ Σπύρος φέσι; παρετήρησεν ο Αλέκος.

    Ο Σπύρος ήτο συνηλικιώτης και αχώριστος φίλος του Σωτήρου, φιλομαθέστατος, ευφυής, πρωτόσχολος της εποχής του, όστις ηρέσκετο τότε να μη έχη άλλο κάλυμμα της κεφαλής ειμὴ την πλουσίαν λινόχρουν και φαιὰν κόμην του.

    Φευ! οι δυο εκεῖνοι συμμαθηταί, τους οποίους ουχὶ άνευ παιδικῆς κακεντρεχείας προσήγγιζεν ούτως ο Αλέκος, έμελλον μετά δεκαετίαν να κατέλθωσιν εκ Γερμανίας με υψηλούς πίλους και με ξένα έξοδα doctores philosophiae et omnium rerum… και ο πτωχός Αλέκος, όστις ούτε διδάσκαλος κατώρθωσε να γίνη, αν καὶ ενεγράφη ποτὲ εις την Φιλοσοφικὴν σχολήν, έμελλε να μείνη ξεσκούφωτος καὶ άσημος… συρράπτης ἐπιφυλλίδων!…

    – Ο Σπύρος, απήντησε ο Σωτήρος, δεν φορεί πάντοτε.

    – Και συ μη φορὴς μια φορά.

    Είτα ευθὺς τω ήλθεν άλλη ιδέα.

    – Στάσου, βάζω κι εγὼ το κασκέτο μου στην τσέπη, και παρουσιαζόμεθα και οι δυὸ ξεσκούφωτοι. 

    Και έκαμεν ως είπε.

    – Τώρα, θα το δώσης το ραβασάκι; ηρώτησε και πάλιν ο Αλέκος.

    – Αυτό δεν το κάνω εγὼ ποτέ, απήντησεν ο φρόνιμος Σωτήρος.

    – Αυτό ήθελα να σου πω κι ἐγὼ· για να διαβάσουμε τι γράφει μέσα.

    – Όχι δα… κι αυτὸ δεν πρέπει… είπεν ααστηρώς ο Σωτήρος.

    – Γιατί;

    – Και τί θα διαβάσης; Δὲν ξέρεις τί γράφει μέσα; Δὲν διάβασες ποτέ σου τὸν «Σκανδαλώδη Έρωτα» και την «Φιλομειδὴ Ἀφροδίτην»;

    -Ναι.

    – Εγὼ να σου πω τι θα γράψη. «Ψυχή μου, μάτια μου, καρδιά μου, συκώτι μου», και ύστερα θα έχη κάτι στίχους απὸ τα βιβλία που σου είπα: «Είσαι καρπός του Έρωτος, παιδὶ της Αφροδίτης», ή «Έχεις ανάστημα μικρόν, αλλὰ ψυχὴν μεγάλην, ως άρωμα πολύτιμον εις πάγχρυσον φιάλην», και ύστερα θα λέγη: «Απὸ τα μπεντένια πέφτω, πέφτω για να σκοτωθώ, κι η αγάπη μου φωνάζει, πιάστε τον, για το Θεό!». Αὐτὰ θὰ γράφη.

    Ο Σωτήρος εμνημόνευσεν ανωτέρω δυο συλλογάς του Γαλατᾶ, ἐξ ἐκείνων αίτινες τοιαύτα δίστιχα περιέχουν τω όντι, ων πολλά μεν κακόζηλα, πλείστα δε ανόητα καὶ όλα γελοῖα.

    Και όμως η περιέργεια του Αλέκου δεν ανεπαύετο.

    Παρά την εστίαν πατριαρχικώς καθήμενος ο μπαρμπα-Θανασός, έχων αντικρύ την πιστήν συμβίαν του, και περιστοιχούμενος υπό των τεσσάρων θυγατέρων του και των τεσσάρων νεωτέρων υιών του, διότι οι δυο πρεσβύτεροι έλειπον με το καράβι, ως ανωτέρω είπομεν, απήλαυε της μακάριας ηδονής του οίκου, ην μόνος ο επί μακρόν στερηθείς αυτης είναι δυνατόν να εκτιμήση.

    Ο καπεταν-Θανασὸς δεν είχε μετρίας απαιτήσεις. Ήθελε πλην του κοινού άσματος των Φώτων, εν δι? εαυτόν, εν δια την σύζυγόν του, εν δια το καράβι, ανά εν δια τους εξ υιούς του, ανά εν δια τας τρεις θυγατέρας του, και δυο δια την τρίτην κόρην του, τὸ Μπραϊνάκι, το όλον δεκαπέντε ᾄσματα.

    Ποῦ να τα ορμαθιάσουν τόσα οι δυο αυτοσχέδιοι μελωδοί;

    Εφέτος είχον αντλήσει εκ των ακένωτων πηγών της μνήμης της γηραιᾶς μάμμης, και κατώρθωσαν σχεδὸν να φθάσωσι τον αριθμόν.

    Είναι αληθές ότι ο καπετάν-Θανασὸς παρέτασσεν επί της εστίας τόσα εικοσιπενταράκια τούρκικα ή ἑλληνικὰ του Όθωνος, όσα ήταν και τα παρ᾿ αυτού απαιτούμενα άσματα, και έλεγεν: «Αυτὸ για μένα, αυτὸ για την καπετάνισσα, αυτὸ για το καράβι… αυτό για τον Κωνσταντή, για τον Γιάννη, για τον Παναγή, για το Βασίλη, για τον Ανδρέα, για τον Γιωργή… αυτὸ για την Φλωρού, για τη Σινιωρίτσα… αυτὰ τα δυο για το Μπραϊνάκι… κι αυτὸ για το Γηρακώ…»

    Η σύζυγος του καπεταν-Θανασού ερρέμβαζε παρά το πτερύγιον της εστίας. Οι λογισμοί της ίπταντο προς τους δυο υιούς της, οίτινες εταξίδευον εφέτος «χειμωνιάτικα». Όλα σχεδὸν τα πλοία ήσαν δεμένα, περιμένοντα τὴν αύριον «νὰ φωτισθοῦν τὰ νερά» και είτα ν?αποπλεύσωσι. Το ιδικόν των το πλοίον ήτο «πρωτοτάξιδο», είχε καθελκυσθῆ τον παρελθόντα Αύγουστον, τον Σεπτέμβριον είχεν εκπλεύσει, και φυσικώς δεν ηδύνατο να παραχειμάση εις τον λιμένα «πρώτη χρονιά».

    Αλλ᾿ εκεῖνο όπερ έφερεν εις τους οφθαλμούς της δάκρυα ήτο το εξής άσμα, οφειλόμενον εις την μνήμην της μάμμης, και όπερ ετραγούδησαν οι δυο νέοι:

        Κυρά μου, τα παιδάκια σου, κυρά μου, τ᾿ ακριβά σου,

        καράβι τριοκάταρτο στο πέλαγο αρμενίζουν 

        και με τ᾿ αφέντη την ευχή γρόσα πολλὰ θὰ φέρουν·

        κι ο κὺρ Βοριάς τα κύματα φυσάει και τα σπρώχνει.

        Σπρῶχνε, Βοριά, τα κύματα, να μόρθη το παιδί μου,

        τ? αγαπημένο μου πουλὶ καὶ τὸ ξεπεταρούδι,

        ανάθρεμμα της αγκαλιᾶς, της ξενητειᾶς λουλούδι!

    Ενθουσιών ο καπεταν-Θανασὸς ηγέρθη αυτομάτως και ελθών προσεκόλλησε σφάντζικον επὶ του μετώπου του Σωτήρου, μειδιώντος και ανεχομένου· το αυτὸ ηθέλησε να κάμη και εις τον Αλέκον, αλλ᾿ οὗτος φοβερῶς μορφάσας, απέστρεψε το πρόσωπον και είπε·

    – Δὲν είμ᾿ εγὼ βιολιτζής, μπάρμπα.

    Αφού εκαλονύκτισαν την οικογένειαν, το Μπραϊνάκι έλαβε λυχνίαν και ηθέλησε να προπέμψη μέχρι της αυλείου θύρας τους δυο εξαδέλφους της. Κατόπιν αυτῶν έτρεχεν καὶ η οκταέτις Γηρακώ.

    – Μη μας πας απ᾿ την έξω σκάλα, τη είπε τότε μυστηριωδώς ο Σωτήρος, μη μας πας απ᾿ τη μεγάλη πόρτα.

    –  Γιατί;

    – Άνοιξε την κλαβανὴ που σου λέγω.

    Είχον εξέλθει εις τον πρόδομον. Το Γηρακώ, εις εν νεύμα της αδελφής της, ήνοιξε την καταπακτήν και κατήλθον εις το ισόγειον.

    – Τί τρέχει; γιατί ἀλήθεια, είσαι χωρίς φέσι;…

    – Τ᾿ άφησα στὸ σπίτι.

    – Του επήραν το φέσι του! ανέκραξε μη κρατηθεὶς ο Αλέκος.

    Ο Σωτήρος συνωφρυώθη. 

    – Γηρακώ, είπε, ξέχασα να ρωτήσω τον πατέρα σου· σύρε μια στιγμή… να τον ρωτήσης τί ώρα συνεννοήθηκαν οι πίτροποι με τους παπᾶδες να σημάνουν τὸ πρωί.

    – Και τι ώρα θ᾿ απολύση η λειτουργία… και τι ώρα θα ψαλή ο αγιασμός… και τι ώρα θα ρίξουν το Σταυρὸ στη θάλασσα… είπεν ο Αλέκος.

    Όλα ταύτα τα «τί ὥρα» ήσαν τόσον δυσμήχανα δια την μικρὰν Γηρακώ, όσον καὶ τα δεκαπέντε άσματα δια τους δυο νέους.

    – Πώς να πω; πώς να πώ; ηρώτησε το Γηρακώ.

    – Τρέξε γλήγορα! επανέλαβε κτυπούσα δια του ποδὸς το έδαφος η αδελφή της.

    Η Γηρακὼ ανήλθε την κλίμακα.

    Το Μπραϊνάκι έμεινε μόνη με τους δυο νέους.

    Τὸ Μπραϊνάκι ήτο δεκατετραέτις κόρη, αρκετά ανεπτυγμένη ήδη το ανάστημα, ξανθή, ύπωχρος καὶ λεπτοφυής. Οἱ δυο μακροὶ πλόκαμοί της, κρεμάμενοι επὶ των νώτων, έφθανον κάτω της οσφύος. Εφόρει λευκοτάτην πάντοτε εσθήτα, μετά τοσαύτης ιδιορρύθμου χάριτος, ώστε δεν υπήρχε ναύτης επιστρέφων εκ μακρού ταξιδίου, όστις να μη της κάμη πατινάδα, και δεν υπήρχε μαθητής του ελληνικού σχολείου, όστις εν μέσω των τετραδίων και των βιβλίων του να μη αναπολή την εικόνα της.

    – Θα μου πης τί τρέχει; επανέλαβεν αύτη.

    – Να, μας ηύρεν Ελόγου του, είπεν ο Σωτήρος.

    – Ποιός; ο Διπλοκαημός;

    Διπλοκαημὸς ήτο το δεύτερον παρωνύμιον του Ελόγου του, όπερ τω είχον δώσει τα κοράσια, διότι αυτός πάντοτε ώρθριζε μέχρι του λυκαυγούς τραγουδών υπό τα παράθυρά των την γνωστήν επωδόν: «Ξύπνα, που δεν εχόρτασες  – διπλὸς καημός –  αχ! τον ύπνο να κοιμάσαι», καὶ είχε την καλωσύνην να τας εξυπνά αείποτε το πρωὶ δια της παραπλησίας με γκάϊδα φωνῆς του…

    – Και τι σας είπε; επανέλαβε το Μπραϊνάκι.

    Ο Σωτήρος διηγήθη εν ολίγοις την σκηνήν, εφυλάχθη μόνον να μη αναφέρῃ τι περὶ της ερωτικής επιστολῆς.

    – Μας είπεν ότι καίεται ο άνθρωπος για σένα.

    Εκάγχασαν και οι τρεις.

    – Και μας είπε να του στείλης και σημάδι, προσέθηκεν ο Σωτήρος.

    – Σημάδι; Γουού!

    Καὶ είτα ἐπανέλαβε:

    – Σημάδι έχει απ᾿ το θεό, καὶ σημαδιακὸς κι αταίριαστος είναι.

    Ηνίττετο τὴν βλάβην, ην είχεν εκ γενετής ο Ελόγου του εις τον αριστερὸν οφθαλμόν.

    Και πάλιν προσέθηκε με τόσην χάριν, ώστε δεν εφαίνετο καν το χυδαίον της εικόνος.

    – Δεν έχω δω το γάιδαρό μου να βγάλω καμπόσες τρίχες απ᾿ την ουρά του, να του στείλω σημάδι.

    – Εκείνος δεν χρειάζεται τρίχες, χρειάζεται τριχιές, είπεν ο Αλέκος, όστις θα είχεν ακούσει από πρεσβυτέρους το δημώδες τούτο λογοπαίγνιον.

    – Γι᾿ αυτό ήθελα να του στείλω τρίχες, για να κάμη τριχιές, απήντησε μεθ᾿ ετοιμότητος η παιδίσκη.

    – Μας είπεν πως τον αγαπάς, είπεν πάλιν ο Αλέκος.

    – Πα να χαθή! ο στερεμένος, ο λοχεμένος, ήρχισε να καταράται το Μπραϊνάκι εις το γυναικείον ιδίωμα. Κακὸ χρόν?νάχῃ, δυὸ ναν᾿ οι ώρες του!..

    Αποτεινομένη δε προς τον Σωτήρον ἠρώτησε·

    – Τώρα πώς θα πας, αρέ, στην εκκλησιά χωρὶς φέσι;

    – Στην εκκλησιά θα είναι χωρὶς φέσι, είπεν ο Αλέκος.

    – Να σου φέρω ένα παλιὸ του Παναγή, σου κάνει τάχα;

    Ο Σωτήρος απεποιήθη.

    Επέστρεψε τότε και το Γηρακώ. Κανεὶς δεν επρόσεξεν εις τας απαντήσεις, τας οποίας εκόμιζε.

    – Να σας βγάλω απ᾿τη μικρὴ πόρτα.

    Εξῆλθον δια του ισογείου αθορύβως, αφού το Μπραϊνάκι έσβεσε τον λύχνον, και ο Σωτήρος εκράτει τον φανὸν υπὸ το επανωφόρι του. Τούτο δια να είναι απαρατήρητος έξωθεν.

    Η νέα κόρη ήνοιξεν αψοφητὶ την μικράν θύραν της αυλῆς.

    – Ήσυχα κάμετε, να κοιτάξω, μην το πήρε πονηρὰ ο Διπλοκαημός και κάνει καρτέρι απὸ κάτω.

    Οι δυο δρομίσκοι έφερον τω όντι προς μικρὸν όχθον γης, κάτωθεν του οποίου εσχηματίζετο αποτόμως κατωφερής χείμαρρος. Περιπατών τις επί του μέρους εκείνου ηδύνατο να επιτηρή και τας δυο θύρας.

    – Να σας δώσω συνοδεία; είπε τὸ Μπραϊνάκι. Θέλετε ναρθούν μαζὺ και τ᾿ αδέρφια μου;

    – Δεν είν᾿ ανάγκη, είπεν ο Σωτήρος. Δεν πρέπει να γίνη λόγος στο σπίτι. Και ποιός τον φοβάται!

    Το Μπραϊνάκι προέβαλε την κεφαλήν δια της θύρας, μόλις διανοιγείσης.

    Πράγματι Ελόγου του το επῆρε πονηρά, καθὼς είπεν η νέα.

    Εσουλατσάριζεν Ελόγου του υπὸ τους τοίχους της παρακειμένης οἰκίας, επιβλέπων αμφοτέρας τας θύρας της αυλῆς.

    – Γηρακώ, είπε τότε το Μπραϊνάκι, πάρε το φανάρι, σήκωσε το ψηλά, να πας να χτυπήσης με βρόντο τη μεγάλη πόρτα, και να φωνάξης τρεις φορές: Καληνύχτα, καληνύχτα, καληνύχτα σας!

    Το Γηρακώ, χωρὶς να εννοή τίποτε, εξετέλεσε πιστώς την παντομίμαν και το λογύδριον.

    Ελόγου του εξαπατηθείς, έτρεξε προς την μεγάλην θύραν, βέβαιος περὶ του θηράματος.

    – Τώρα άμοιρος να γένης, αρέ! είπεν εις το γυναικείον ιδίωμα το Μπραϊνάκι.

    Οι δυο νέοι ετράπησαν δια της μικράς θύρας εις φυγήν, κερδίσαντες εκατὸν βήματα τουλάχιστον δια του στρατηγήματος τούτου, και έχοντες ασυγκρίτως ελαφρότερους τους πόδας από τον Ελόγου του.

    Την πρωίαν ο Αλέκος, όστις ήτο υπνοφάγος, αργά υπήγεν εις την εκκλησίαν, αλλ᾿ ο Σωτήρος, «της ευχής το παιδί», ως τον εκάλει η μήτηρ του, υπήγε, συγχρόνως μετά του νεωκόρου προ των ψαλτών και του καπεταν-Θανασοῦ, όστις ήτο ἐπίτροπος.

    Μετά την λειτουργίαν και τον αγιασμόν, η ιερὰ πομπὴ εξῆλθε προς την αποβάθραν, όπου έμελλε να τελεσθή η κατάδυσις του Τιμίου Σταυροῦ.

    Μέγα ενέπνεεν ενδιαφέρον η εορτὴ αύτη. Όχι τόσον δια το μεγαλείον της ιεράς πομπής, όχι τόσον δια το τις θ᾿ αναλάβη τον Σταυρὸν από του κύματος, όσον δια το… τις θ᾿ αρπάση τον Σταυρόν από των χειρών του πρώτου λαβόντος, διότι ούτος μεν απεκλείετο, εκείνος δε, ο ευτυχής, έμελλε ν᾿ αργυρολογήση και να μεθοκοπήση ἐπὶ δυὸ ἡμέρας.

    Δυο ήσαν οι ήρωες της ημέρας. Ο Φτίκας και ο Σοροκᾶς. Ούτοι διηγωνίζοντο κατ᾿ έτος περὶ του γέρατος.

    Και έφερον πασίδηλα τα ίχνη της μακροετούς ταύτης πάλης. Ο μεν Φτίκας είχεν επτά δακτύλους εις τας δυο χείρας του, ο δε Σοροκάς ένα οφθαλμόν ολιγώτερον των λοιπών ανθρώπων.

    Δωδεκάς λέμβων ίστατο πλησίον της αποβάθρας. Αύται περιείχον το πλήρωμα των δυο μπουλουκιών, διότι ο Φτίκας και ο Σοροκάς είχαν μπουλούκια, σχεδὸν πολεμάρχαι.

    Άλλαι πολυάριθμοι λέμβοι ίσταντο απωτέρω, φέρουσαι μόνον θεατάς. Και όλη η αποβάθρα, και όλη η παραθαλάσσιος αγορά, και όλοι οι εξώσται και τα παράθυρα πλήρη κόσμου. Ομιλούμεν σχετικώς, διότι η πολίχνη μας δεν έχει πλείονας ή τέσσαρας χιλιάδας κατοίκων.

    Ο Σωτήρος και ο Αλέκος ίσταντο πλησίον του εερέως κα εκοίταζον να ίδωσι που τον Ελόγου του.

    Ο Τίμιος Σταυρὸς έπεσε τέλος εις το κύμα και η μάχη ήρχισεν. Ευτυχώς υπήρξε σύντομος κατά το έτος τοῦτο.

    Ὁ μπουλουκτσής του Φτίκα, όστις ήρπασε πρώτος τον Σταυρόν, ευρίσκετο αρκετὰ πλησίον της λέμβου του, και είχεν αρκετὴν επιδεξιότητα, ώστε ουδεὶς των ανθρώπων του Σοροκά επρόφθανε να του κόψη τα δάκτυλα ή να του δοκιμάση τον γρόνθον, δια να του τον αποσπάση.

    Άμα πατήσας εις λέμβον, ευρίσκετο εις οὐδέτερον έδαφος ή μάλλον ευρίσκετο εις την οικίαν του και δεν επετρέπετο πλέον μάχη.

    Το μπουλούκι του Φτίκα ηλάλαξεν εν θριάμβω. Ήτο τέταρτον έτος τούτο, αφότου κατά σειράν ενίκα. Ο Φτίκας ήτο άνθρωπος ευτυχὴς την εμέραν εκείνην.

    Και όμως ήτο τις ευτυχέστερος του Φτίκα, επὶ δέκα λεπτά της ώρας τουλάχιστον. Ήτον Ελόγου του.

    Όταν επέστρεφεν εις τον ναόν η πομπή, ο Σωτήρος, όσον και αν εβάδιζε πλησίον του ιερέως, ευρέθη αντιμέτωπος του νυκτερινού επιδρομέως του.

    Ο Σωτήρος είχε σχεδιάσει να κλείση το επιστόλιον του Ελόγου του, το οποίον δεν κατεδέχθη ν᾿ ανοίξη, εις άλλον φάκελλον, να κάμη επιγραφὴν προς τον Διπλοκαημόν, διά λεπτής επιτηδευμένης γραφής, ήτις να φαίνεται ως γραφὴ κορασίου, να τον εξαπατήση δίδων αυτώ τον φάκελλον ως απάντησιν τάχα της νεαράς κόρης, και να λάβη οπίσω το φέσι του.

    Ταύτα εσκέπτετο να πράξη μετά το τέλος της ιεράς πομπής.

    Όταν όμως ευρέθησαν ήδη πλησίον αλλήλων, ο Αλέκος, όστις έβλεπε την τσέπην του μικρού μασσαλιωτικού επενδύτου του Ελόγου του κάπως φουσκωμένην, υπεψιθύρισε προς τον Σωτῆρον·

    – Στην τσέπη το έχει τὸ φέσι του.

    Ο Σωτήρος εσκέφθη ότι αυτὴ ήτο η καλλιτέρα ευκαιρία, καὶ ας έλειπεν ὁ δεύτερος φάκελλος, διότι εν μέσω τόσου κόσμου ο Διπλοκαημὸς δεν θα ήνοιγεν αμέσως τὸ γράμμα.

    Ελόγου του εκοίταζε προκλητικώς τον Σωτήρον. Εφαίνετο περιμένων ακόμη το σημάδι.

    Ο Σωτήρος εξήγαγε του κόλπου του το ερωτικόν επιστόλιον, το εδίπλωσε με τέχνην, με την επιγραφὴν έσωθεν, το εσκέπασε καλώς με την παλάμην καὶ είπε εις τον Ελόγου του·

    – Να, πάρε την απάντηση. Δόσ? μου τὸ φέσι μου.

    Ελόγου του ήρπασε το επιστόλιον, το ώθησεν αμέσως εις το θυλάκιον του περιστηθίου και τω έδωκε το φέσι.

    Καὶ ούτως έλαβεν εκάτερος το ίδιον εαυτού πράγμα. Ο Σωτήρος το φέσι του και ὁ Διπλοκαημὸς την επιστολήν του.

    Μετ᾿ ολίγας ημέρας, τώρα μετά την κατάδυσιν του Σταυρού, θ? απέπλεεν Ελόγου του και ο Σωτήρος δεν τον εφοβείτο πλέον.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ / ΑΠΑΝΤΑ

===================================================

Μ. Βρετανία: Να πάψουν οι μαθητές να αποκαλούν τους δασκάλους «κύριο και κυρία»

Σύμφωνα με πληροφορίες, οι Βρετανοί δάσκαλοι ενημερώθηκαν ότι οι μαθητές δεν πρέπει να τους αναφέρουν ως «Κύριο και Κυρία» σε μια εκπαιδευτική συνεδρία που διοργάνωσε η Εθνική Ένωση Εκπαίδευσης (National Education Union).

Προκειμένου να προωθηθεί ένα “gender-free” (ουδέτερο φύλου) μοντέλο εκπαίδευσης, η διευθύνουσα σύμβουλος της «φιλανθρωπικής» οργάνωσης “Educate & Celebrate”, Δρ Elly Barnes είπε στους εκπαιδευτικούς σε μια διάλεξη με τίτλο «Getting the Language Right for 2022» (κάτι σαν “πως να μιλάτε σωστά το 2022”) ότι οι μαθητές πρέπει να χρησιμοποιούν ουδέτερους ως προς το φύλο όρους, όπως “teacher” όταν βρίσκονται στην τάξη, αντί για τις παραδοσιακές τιμές ‘Mr’ και ‘Mrs’.

Το διαδικτυακό σεμινάριο διάρκειας 90 λεπτών από την Μπαρνς, αντίγραφο του οποίου έλαβε η The Telegraph, συνέχισε να υποστηρίζει ότι οι τάξεις πρέπει να εγκαταλείψουν άλλους όρους που σχετίζονται με το φύλο, όπως «αγόρια», «κορίτσια», «γιος» και «μητέρα» , υπέρ εναλλακτικών λύσεων όπως «μαθητές», «παιδί» και «γονέας».

Κατά τη διάρκεια της διάλεξης — η οποία οργανώθηκε και χρηματοδοτήθηκε από την Εθνική Εκπαιδευτική Ένωση (NEU) — η Μπαρνς (φώτο) εισήγαγε έναν «κώδικα συμπεριφοράς» που θα εισαχθεί στην αρχή του τριμήνου και είπε ότι όσοι διαφωνούν με την ακροαριστερή ατζέντα θα πρέπει να αποκλειστούν από το σχολείο.

Είπε επίσης ότι τα σχολεία πρέπει να εισαγάγουν στολές «χωρίς φύλο», λέγοντας: «Μην λέτε ότι υπάρχει στολή για αγόρι ή για κορίτσι».

Ο ιστότοπος της οργάνωσης υπερηφανεύεται ότι «χιλιάδες παιδικοί σταθμοί, δημοτικά σχολεία, σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, κολέγια και επιχειρήσεις» έχουν εγγραφεί στο «βραβείο υπερηφάνειας για την ισότητα, τη διαφορετικότητα και την ένταξη» (“pride in equity, diversity and inclusion award”).

Σύμφωνα με την Telegraph, η οργάνωση είχε προηγουμένως χρηματοδοτηθεί από το Υπουργείο Παιδείας και έχει εξασφαλίσει κρατικές συμβάσεις.

Μία από τους εκπαιδευτικούς που παρακολούθησε το διαδικτυακό σεμινάριο επέκρινε την Εθνική Εκπαιδευτική Ένωση (NEU) για τη χρηματοδότηση της διάλεξης από την ακροαριστερή ομάδα.

«Ήταν προπαγάνδα για τρανς ακτιβιστές και εντελώς ενάντια στις οδηγίες του Υπουργείου, αλλά το παρουσίαζαν ως γεγονός», αναφέρει η εκπαιδευτικός, που θέλει να μείνει ανώνυμη, υπό τον φόβο των επιπτώσεων που θα έχει στην δουλειά της.

«Προσπαθούν να μας διαγράψουν αφαιρώντας τη γλώσσα μας, λέγοντας ότι πρέπει να αποφεύγουμε λέξεις όπως η μητέρα, και μάλιστα τους πληρώνουμε γι’ αυτό», είπε.

Η NEU έχει δεχθεί στο παρελθόν επικρίσεις για την προώθηση της αριστερής ιδεολογίας γύρω από τη φυλή. Πέρυσι, για παράδειγμα, το συνδικάτο των 450.000 μελών κάλεσε τους δασκάλους να υποβληθούν σε «εκπαίδευση ακτιβιστών» για να καταπολεμήσουν τα υποτιθέμενα δεινά της «λευκότητας» και της «αποικιοκρατίας» στα βρετανικά σχολεία.

Η Ένωση έχει επίσης κατηγορηθεί για διάδοση σοβιετικού τύπου «κατήχησης» αφού αποκαλύφθηκε ότι η NEU είχε ζητήσει να διδαχθούν τα νήπια για το υποτιθέμενο «λευκό προνόμιο» τους (“white privilege”).

ΚΟ / πηγή

3 σχόλια

ikonsgr είπε…

«βραβείο υπερηφάνειας για την ισότητα, τη διαφορετικότητα και την ένταξη»
Μετάφραση από την “ανάποδη διάλεκτο” της πολιτικής ορθότητας:
«βραβείο υπερηφάνειας για την ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ,ΤΗΝ ΠΑΡΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ και την ένταξη στην ΧΟΥΝΤΑ ΤΟΥ ΣΑΤΑΝΑ»
Τελικά, απ’οτι φαίνεται, πρέπει όντως να ζούμε τα ΕΣΧΑΤΑ χρόνια….
Τέτοια διαστροφή, τέτοιος παραλογισμός, τέτοιος αντινομισμός της φύσης, της αλήθειας, του δικαίου, ΔΕΝ εχει ξανακαταγραφεί στην ιστορία!
Και ΕΜΕΙΣ,ΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ
; 17 Φεβρουαρίου 2022 – 11:27 π.μ.

Π.Π. είπε…

Στην Ελλαδα, οι μαθητες καλουνται να αποκαλουν τους δασκαλους:
– Ρε, συ
– Ψιτ, εσυ
– Συντροφε
– Ρε μαλ@@@κα.
Την τελευται προσφωνηση μπορουν να την εμπλουτιζουν και με το “αντε και @@@@@”.

ΥΓ. Για τους Εγγλεζους δασκαλους, δεν γνωριζω, αλλά για τους ημεδαπους, στην συντριπτικη πλειοψηφια τους ο γραφων πιστευει οτι, τους αξιζουν απολυτα αυτες οι προσφωνησεις.

(Ενας που πηγε στο σχολειο την εποχη που ηταν σχολειο και οι διδασκοντες ηταν πραγματικοι διδασκαλοι). 17 Φεβρουαρίου 2022 – 5:03 μ.μ.

Ανώνυμος είπε…

Ειτε τους αρεσει, ειτε οχι, τα φυλα ειναι ΔΥΟ. Αντρας και γυναικα. Καθε παιδι που γεννιεται ειναι ειτε αγορι, ειτε κοριτσι. Δεν υπαρχει τριτο, τεταρτο και πεμπτο φυλο. Απο κει και περα οτιδηποτε αλλο λεγεται ειναι ο απολυτος παραλογισμος. Τρελαινεται ανθρωπος, πραγματικα. Αν δεν καταλαβαινει κανεις το αυτονοητο, το φυσικο, το φυσιολογικο και το οφθαλμοφανες και ισοπεδωνει τα παντα στον βωμο αυτου του καινουργιου φρουτου που λεγεται πολιτικη ορθοτητα, τοτε ειναι για δεσιμο. Και λυπαμαι πολυ που φτασαμε στο σημειο ο καθε τρελος και το συναφι του να κυβερνουν ολη την ανθρωποτητα.
Συγχαρητηρια και στον ikonsgr για το ευστοχο και πληρεστατο σχολιο του.

Κόκκινος Οὐρανός / πηγή

====================================================================================================