Ιερά Μονή Οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου (11/03/2022 Παρασκευη 7.00 μ.μ. Α” Χαιρετισμοι Παναγιας / Αγρυπνια προς τιμην της Κοιμησεως του Οσιου Συμεων του Νεου Θεολογου 

https://www.youtube.com/channel/UCqjXXNxii_UHmSpILBSPUkA

 11/03/2022 Παρασκευη 7.00 μ.μ. Α” Χαιρετισμοι Παναγιας / Αγρυπνια προς τιμην της Κοιμησεως του Οσιου Συμεων του Νεου Θεολογου 

https://agsymeon.com/index.php/01-3/350-zontani-metadosi-mar-2022

====================================

Οσία Θεοδώρα η βασίλισσα Άρτας – Οι ενέργειες της Αγίας για την ειρήνη της περιοχής και την ειρηνική συνύπαρξη των Ελληνικών κρατών / Η Θεοδώρα «Εἰρηνοποιος Ἁγία».

Οσία Θεοδώρα η βασίλισσα Άρτας

Η Οσία Θεοδώρα γεννήθηκε περί το έτος 1210 μ.Χ. πιθανότατα στην Θεσσαλονίκη και υπήρξε γόνος της μεγάλης και αρχοντικής βυζαντινής οικογένειας Πετραλείφα (νορμανδικής καταγωγής), η οποία εγκατεστημένη αρχικά στο Διδυμότειχο προσέφερε πολλές και σημαντικές υπηρεσίες στην αυτοκρατορία και τιμήθηκε με υψηλά αξιώματα. Ο πατέρας της Ιωάννης είχε τον τίτλο του σεβαστοκράτορος και ήταν διοικητής Θεσσαλίας και Μακεδονίας.

Κοντά στους ευσεβείς και ενάρετους γονείς της ανατράφηκε «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσία Κυρίου» αντλώντας από την ζωή τους το πρώτο φωτεινό παράδειγμα ενάρετης ζωής, παράδειγμα που θα χαραχθεί ανεξίτηλα και στην δική τους ζωή.

Ο πατέρας της πέθανε γρήγορα αφήνοντας τη Θεοδώρα σε μικρή ακόμα ηλικία, ορφανή. Την προστασία της οικογένειας ανέλαβε ο Δούκας της Ηπείρου Θεόδωρος (θείος της), ο οποίος την εποχή αυτή είχε καταλάβει την Θεσσαλονίκη και επέκτεινε το κράτος του μέχρι την Αδριανούπολη.

Η Θεοδώρα έζησε και μεγάλωσε στα Σέρβια της Κοζάνης, μια σημαντική πόλη με στρατηγική θέση την εποχή αυτή. Ανατρέφεται μαζί με τα αδέλφια της από την ευσεβή μητέρα της Ελένη και μαθαίνει καλά για τον σκοπό της ζωής του ανθρώπου, που δεν είναι άλλος παρά η αγιότητα και η «κατὰ Θεὸν ὁμοίωσις».

Γνωρίζει και πιστεύει ότι το αληθινό νόημα της σύντομης ζωής μας κρύβεται στην επιτυχία της αιώνιας ζωής και Βασιλείας του Θεού. Διδάσκεται από την αγαθή μητέρα της ότι τα αληθινά κοσμήματα που πρέπει να στολίζουν την γυναίκα, είναι η αγάπη προς τον Θεό και τον άνθρωπο, η ταπεινοφροσύνη, η πραότητα, η ευσπλαχνία, η ελεημοσύνη, η προσευχή και η αληθινή πίστη, που με τον δικό της αγώνα και τη Χάρη του Θεού μπορούν να πραγματοποιηθούν και να φανερωθούν και στη δική τους ζωή.

Η πνευματική καλλιέργεια και ωριμότητα της νεαρής Θεοδώρας, καθώς επίσης και το κάλλος της εντυπωσιάζουν τον Μιχαήλ Β’, που στον δρόμο του για την Άρτα την συναντά στα Σέρβια, ενώ βρισκόταν υπό την προστασία του θείου της Θεοδώρου.

Την ζητά αμέσως σε γάμο, ο οποίος και τελείται με κάθε μεγαλοπρέπεια και επισημότητα στα Σέρβια το έτος 1230 μ.Χ. με λαμπρή και μεγάλη συνοδεία, φτάνουν στην Άρτα, την πρωτεύουσα του κράτους της Ηπείρου, στην οποία ο Μιχαήλ Β’ ανακηρύσσεται μετά από λίγο Δεσπότης.

Ο Μιχαήλ, ισχυρή προσωπικότητα, πνεύμα ανήσυχο και φιλόδοξο, αρχίζει να φροντίζει για την εδραίωση και εξάπλωση του κράτους του. Η νεαρά δούκισσα Θεοδώρα αναδεικνύεται πρώτη κυρία του Δεσποτάτου. Στην μεγάλη αυτή και ένδοξη θέση που ανέβηκε η Θεοδώρα, δεν παρασύρθηκε από την δόξα και το μεγαλείο του αξιώματός της, ούτε, παρά τη νεότητά της, τράπηκε σε υλιστικές απολαύσεις και τρυφηλή ζωή. Και όπως μας πληροφορεί ο βιογράφος της Ιώβ μοναχός, τώρα πιο πολύ κατάλαβε ότι πρέπει να φροντίζει να ζει με πιο πολλή αρετή και σωφροσύνη, με ταπεινοφροσύνη και αγάπη, με αοργησία και συμπάθεια, με ελεημοσύνη και πραότητα και γενικά, ολόψυχα να δίδεται και να υπηρετεί τον Θεό και τους ανθρώπους.

Με την ζωή αυτή η Θεοδώρα αναδείχθηκε αληθινά κατά τον λόγο του Κυρίου, λύχνος φωτεινός επάνω στην λυχνία που φωτίζει και καθοδηγεί και την ζωή των άλλων ανθρώπων στον Χριστό.

Λίγες ήταν οι ευτυχισμένες στιγμές του ζευγαριού. Ο μισόκαλος διάβολος φθονώντας την ευτυχία τους και την αρετή της Θεοδώρας και μην μπορώντας να υποτάξει την ίδια, ρίχνει τα φαρμακερά βέλη του εναντίων της με άλλον τρόπο: «θηλυμανίας τὸν ἄνδρα καταμαλάξας , πειρασμὸν τὴ μακαρία ἐγείρει δεινώτατον». Ο Μιχαήλ παρασύρεται σε πορνεία και ακολασία από μία Αρτινή αρχόντισσα, την Γαγγρινή. Αυτή με την βοήθεια του διαβόλου κατορθώνει να σκλαβώσει ψυχικά τον Μιχαήλ και να βάλει μίσος άσπονδο στην καρδιά του, εναντίων της καλής και Αγίας συζύγου του. Με την εντολή του προς όλους απαγορεύει κάθε βοήθεια και συμπαράσταση προς την Αγία και ορίζει αυστηρά να μην κάνουν λόγο γι’ αυτήν στα ανάκτορα, ούτε το όνομά της καν να προφέρουν στα χείλη τους.

Σε αυτές τις δύσκολες στιγμές της ζωής της, φάνηκαν οι καρποί της αληθινής πνευματικής καλλιέργειας της Θεοδώρας. Όπως μέσα στην δόξα και την καλοπέραση του παλατιού δεν παρασύρθηκε και δεν αλλοιώθηκε, έτσι και τώρα μέσα στην φουρτουνιασμένη συζυγική ζωή η Θεοδώρα δεν κάμφθηκε και δεν λιποψύχησε, αλλά φάνηκε πιο πολύ ο αδαμάντινος χαρακτήρας της και η ακεραιότητα της πίστεώς της.

Στην αυθαιρεσία του άνδρα της αντέταξε την υπομονή και το ταπεινό της φρόνημα. Παρά τις συκοφαντίες και τον διωγμό της από τα ανάκτορα, λαμπρύνθηκε με την σιωπή και την εκούσια μόνωσή της.

Χωρίς καμιά ανθρώπινη βοήθεια, οπλισμένη όμως με την ακαταίσχυντη ελπίδα στον Θεό, εγκαταλείπει – έγκυο ήδη – τα ανάκτορα. Πέντε χρόνια μαζί με τον πρωτότοκο υιό της, το Νικηφόρο, που γεννήθηκε στην εξορία, ταλαιπωρείται στο κρύο και στην ζέστη, στην πείνα και τη δίψα, στην εγκατάλειψη και την μοναξιά. Άγνωστη, πικραμένη και κακοντυμένη περνούσε λόφους και γκρεμούς αποφεύγοντας την μανία του άνδρα της.

Στην μεγάλη αυτή δοκιμασία βρίσκει λίγη παρηγοριά κοντά στον ιερέα της Πρένιστας. Μια μέρα που μάζευε λάχανα, για να φάει αυτή και το μικρό της παιδί, την συναντά ο ιερέας και μετά από επίμονη προσπάθεια να μάθει ποια είναι, η Θεοδώρα του φανερώνεται. Έτσι για λίγο διάστημα βρίσκει προστασία στο σπίτι του καλού αυτού ιερέως.

Η αλήθεια όμως και η αρετή όσο κι αν σπιλώνονται, όσο και αν παραθεωρούνται, δεν αργούν να φανούν. Οι ευγενείς άρχοντες της Άρτας αγανακτισμένοι από την έκλυτη ζωή του Δούκα Μιχαήλ και την αλαζονεία της πόρνης Γαγγρινής αντιδρούν δυναμικά: διώχνουν την Γαγγρινή από τα ανάκτορα και απαιτούν από τον βασιλέα να αλλάξει ζωή.

Ο Μιχαήλ συγκλονίζεται, «ἔρχεται εἰς ἐαυτόν» και αμέσως στέλνει έμπιστους ανθρώπους να βρουν και να φέρουν πίσω την Θεοδώρα.

Πράγματι με πολλή μετάνοια και αγάπη, με επισημότητα και λαμπρότητα υποδέχεται τη νόμιμη και μόνη κυρία και βασίλισσα στα ανάκτορα και στη ζωή του.

Ο Μιχαήλ, σε ανάμνηση του γεγονότος αυτού και σε ένδειξη της μετάνοιάς του, ανεγείρει την σεβάσμια και περικαλλή μονή της Κάτω Παναγιάς. Στη βόρεια καμάρα εξωτερικά υπάρχει χαραγμένη η επιγραφή της μετάνοιάς του, την οποίας το πανομοιότυπο και τη μεταγραφή έδωσε ο Αναστάσιος Ορλάνδος:

«Πύλας ἠμὶν ἄνοιξον, ὢ Θ(ε)οὗ μ(η)τέρ, τῆς μετανοίας, τοῦ φωτὸς οὖσα πύλη.
Δ(εσπότη) Μ(ιχαήλ) π(αράσχου) ἁμαρτημάτων»

Κατά την παράδοση και σε ανάμνηση του ίδιου γεγονότος κτίζει, επίσης, τη μονή Παντανάσσης, κοντά στην Φιλιππιάδα και τη μονή του Σωτήρος στο Γαλαξείδι, όπως αναφέρεται στο «Χρονικὸν τοῦ Γαλαξειδίου».

Με την ίδια διάθεση ο Μιχαήλ χαρίζει προνόμια και απαλλάσσει από φορολογία ναούς και μονές του κράτους του καθ’ όλη την διάρκεια της βασιλείας του. Έτσι π.χ. με χρυσόβουλλο του Ιανουαρίου του έτους 1246 μ.Χ. απαλλάσσει «πάσης ἀγγαρείας καὶ παραγγαρείας» τους 32 πρεσβυτέρους της πόλεως της Κερκύρας και με άλλο χρυσόβουλλο του Φεβρουαρίου του ίδιου έτους, δίνει προνόμια στους 33 πρεσβυτέρους των αγρών της νήσου. Με χρυσόβουλλο επίσης, αποκαθιστά τη νόμιμη δικαιοδοσία του Κωνσταντίνου Μαλιασηνού το μοναστήρι του κυρ-Ιλαρίωνος, που βρισκόταν στην χώρα του Αλμυρού κάτω από «τὸ Ρωμαιοβόρον φῦλον τῶν Λατίνων».

Αποστέλλει πλούσια δώρα σε πολλές μονές και εκτός του κράτους του, όπως π.χ. στις Αγιορείτικες μονές του Δοχειαρίου και του Αγίου Παύλου. Η πόλη και το κράτος λαμπρύνονται με έργα πίστεως και φιλανθρωπίας για χάρη του αγαπητού λαού της Θεοδώρας. Άλλα τέσσερα παιδιά έρχονται στην ζωή: ο Ιωάννης, ο Δημήτριος (Μιχαήλ), η Ελένη και η Άννα.

Δυναμωμένη από τη δοκιμασία και ενισχυμένη από την Χάρη του Θεού, η Θεοδώρα γίνεται οδηγός ψυχικής σωτηρίας του άνδρα της και μετέχει ενεργά πλέον στην διακυβέρνηση του κράτους, βοηθώντας τον στα πολλά και ποικίλα εσωτερικά και εξωτερικά κυρίως προβλήματα του Δεσποτάτου και βάζοντας την προσωπική της σφραγίδα στην πολιτική του. Συμπαραστέκεται στα έργα ειρήνης, αλλά και ακολουθεί τις πολεμικές περιπέτειες και αποτυχίες του συζύγου της.

Το έτος 1234 μ.Χ. ενισχύουν την παιδεία του Δεσποτάτου με την ίδρυση ανώτερης σχολής. Το 1259 – 60 μ.Χ., με την ήττα των στρατευμάτων του Μιχαήλ Β’ στην μάχη της Πελαγονίας, καταφεύγουν στην Βόνιτσα, Λευκάδα και Κεφαλονιά, διωγμένοι από τα στρατεύματα του αυτοκράτορα της Νίκαιας, Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου (1259 – 1282 μ.Χ.).

Πρώτο μέλημα της Αγίας ήταν η διαφύλαξη της εδαφικής, κυρίως όμως της πνευματικής ακεραιότητας και υποστάσεως του κράτους. Έτσι μεγάλη της φροντίδα στάθηκε η διαφύλαξη της Ορθοδόξου πίστεως, που την εποχή αυτή απειλείτο από τον παπισμό και την λατινική προπαγάνδα, η οποία είχε ως στόχο την «ένωση» των Εκκλησιών. Η Αγία αντιτάχθηκε σ’ αυτή την προοπτική. Το Δεσποτάτο, που από το 1204 μ.Χ. είχε δεχθεί ως πρόσφυγες σημαντικές προσωπικότητες από την Κωνσταντινούπολη και είχε κρατήσει αυστηρή ορθόδοξη πολιτική επί Θεοδώρου Δούκα και Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Άρτης Ιωάννου Απόκαυκου, έγινε τελικά καταφύγιο όλων των ζηλωτών Ορθοδόξων της πρώην ενιαίας Βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Σε αντίθεση με την φιλενωτική πολιτική της αυτοκρατορίας της Νίκαιας – και αργότερα της επανακτημένης Κωνσταντινουπόλεως – η πολιτική του Δεσποτάτου παρέμεινε καθαρά και αυστηρά Ορθόδοξη. Όταν δε το έτος 1275 μ.Χ. γίνεται Οικουμενικός Πατριάρχης ο ενωτικός Ιωάννης ΙΑ’ Βέκκος (1275 – 1282 μ.Χ.), πολλοί ορθόδοξοι κληρικοί και μοναχοί βρίσκουν προστασία στο Δεσποτάτο της Ηπείρου.

Σαν αντιστάθμισμα της Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως του έτους 1276 μ.Χ. και της καταδίκης όλων των ανθενωτικών, το έτος 1277 μ.Χ. γίνεται Σύνοδος στις Νέες Πάτρες (σημερινή Υπάτη), όπου καταδικάζονται και αφορίζονται όλοι οι ενωτικοί και ο Πατριάρχης Ιωάννης Βέκκος.

Για τον ίδιο σκοπό – την διαφύλαξη δηλαδή της Ορθοδοξίας – η Αγία προχωρεί με οξυδέρκεια, πέρα βέβαια και από τις ποικίλες πολιτικές σκοπιμότητες που υπεισέρχονται σε ανάλογες περιπτώσεις, στον γάμο των δύο θυγατέρων της. Έτσι την Άννα την νυμφεύει με τον πρίγκιπα της Αχαΐας Γουλιέλμο Βιλλεαρδουΐνο (1258 μ.Χ.) και την Ελένη με τον Μεμφρέδο, βασιλέα της Σικελίας και φανατικό εχθρό του Πάπα. Με τον τρόπο αυτό η Θεοδώρα προσπαθεί να θέσει φραγμό στα σχέδια των παπικών για υποταγή των Ορθοδόξων, αλλά και με τους συγγενικούς δεσμούς που έγιναν, να υποχωρήσουν οι κατακτητικές διαθέσεις των Δυτικών εναντίων του κράτους της Ηπείρου.

Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρουμε ότι η Ελένη μετά τον θάνατο του συζύγου της, το έτος 1266 μ.Χ., δέχθηκε όλο το μίσος του Πάπα Κλήμεντος Δ’ (1265 – 1268 μ.Χ.). Φυλακίζεται αυτή και τα παιδιά της για αρκετά χρόνια στο υγροσκότεινο και απομονωμένο φρούριο της Βουκερίας. Η Ελένη παραμορφωμένη από τις κακουχίες – διατηρώντας όμως την ευγένεια και την αγιότητα της Βυζαντινής αρχόντισσας, έτσι όπως ακριβώς τα διδάχθηκε και τα παρέλαβε από την Αγία της μητέρα – βγαίνει από την φυλακή και πεθαίνει σε ηλικία περίπου τριάντα ετών.

Οι προσπάθειες που έγιναν για την απελευθέρωσή της από τους γονείς της Μιχαήλ Β’ και Θεοδώρα, απέτυχαν. Μια τελευταία προσπάθεια που επιχειρήθηκε, να δοθεί δηλαδή ως σύζυγος στον υιό του Φερδινάνδου Γ’ της Ισπανίας, τον Ερρίκο, βρήκε την Ελένη αντίθετη, καθώς δεν επιθυμούσε ούτε να προδώσει την μνήμη του συζύγου της παίρνοντας σύζυγο κάποιον από τους αντιπάλους του, ούτε με την συγκατάθεσή της σε τέτοιον γάμο να ενισχύσει τα μεγαλεπήβολα σχέδια του ανίερου συνασπισμού Πάπα και Καρόλου του Ανδεγαυού εναντίων των Ελληνικών χωρών και της Ορθοδοξίας.

Δεύτερος σημαντικός στόχος της Αγίας ήταν η ειρήνη μεταξύ των Ελληνικών κρατών της εποχής (Φραγκοκρατία) και η συνεργασία τους – πέρα από τις ατομικές φιλοδοξίες των ηγεμόνων και την κοντόφθαλμη πολιτική τους – για την απελευθέρωση της Κωνσταντινουπόλεως και την ανασύσταση της αυτοκρατορίας των Ρωμαίων. Το επιχείρημα αυτό στάθηκε δύσκολο, αν λάβουμε υπ’ όψιν, ότι τα δύο σημαντικά κράτη, το Δεσποτάτο της Ηπείρου και η αυτοκρατορία της Νίκαιας, βρίσκονταν πάντοτε σε αντιζηλία, εχθρότητα, προστριβές και πόλεμο μεταξύ τους.

Έτσι, το έτος 1249 μ.Χ., ταξιδεύει στη Νίκαια με τον υιό της Νικηφόρο, τον οποίο μνηστεύει με την Μαρία, εγγονή του αυτοκράτορα της Νίκαιας Ιωάννου Γ’ Βατάτζη (1222 – 1254 μ.Χ.). Μετά από κάποιες περιπέτειες και υπαναχωρήσεις η Αγία Θεοδώρα ταξιδεύει πάλι μέχρι τον Έβρο και τελικά τον Οκτώβριο του 1256 μ.Χ. γίνονται με λαμπρότητα στη Θεσσαλονίκη οι γάμοι του Νικηφόρου και της Μαρίας από τον Πατριάρχη Αρσένιο Αυτωρειανό (1255 – 1260 μ.Χ.). Μια άλλη πληροφορία αναφέρει ότι η Θεοδώρα με τον υιό της Νικηφόρο έρχονται στο Βολερό, «εἰς τὴν χώραν τοῦ Λετζᾶ», (νότια της Αδριανουπόλεως), όπου συναντώνται με τον αυτοκράτορα της Νίκαιας Θεόδωρο Β’ Λάσκαρη (1254 – 1258 μ.Χ.) τον Σεπτέμβριο του 1256-7 μ.Χ.

Εκεί έμειναν τρεις μέρες και αφού εόρτασαν την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού – πιθανότατα στον περίλαμπρο ναό της Παναγίας Κοσμοσώτειρας Φερρών (Έβρου) – ξεκίνησαν για την Θεσσαλονίκη, όπου έγιναν οι γάμοι του Νικηφόρου και της Μαρίας από τον Πατριάρχη Αρσένιο, ο οποίος ήλθε για τον λόγο αυτό από τη Νίκαια.

Μέσα όμως σε σύντομο χρονικό διάστημα και μετά τον ερχομό τους στην Άρτα, η Μαρία πέθανε.

Μια νέα προσπάθεια ειρήνης και συμφιλιώσεως με την ανορθωμένη πλέον Βυζαντινή αυτοκρατορία γίνεται καρποφόρα, όταν ο Νικηφόρος νυμφεύεται την ανεψιά του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου (1259 – 1282 μ.Χ.), Άννα. Η Άννα Παλαιολογίνα είναι η Τρίτη θυγατέρα του Ιωάννου Καντακουζηνού και της Ειρήνης ή Ευλογίας, της αγαπημένης αδελφής του Μιχαήλ Η’. Στις αρχές του έτους 1265 μ.Χ. ο αυτοκράτορας στέλνει την ανεψιά του με λαμπρή συνοδεία στην Άρτα, όπου το ίδιο έτος γίνονται και οι γάμοι.

Πέρα όμως από αυτό, πολλές ήταν οι ενέργειες της Αγίας για την ειρήνη της περιοχής και την ειρηνική συνύπαρξη των Ελληνικών κρατών. Ανάλωσε την ζωή της στην προσπάθεια να ξεπεραστούν τα εμπόδια για την ανασύσταση της αυτοκρατορίας. Γι’ αυτό δίκαια ονομάσθηκε η Θεοδώρα «Εἰρηνοποιὸς Ἁγία».

Μετά από σαράντα περίπου χρόνια έγγαμου βίου, ο Δεσπότης Μιχαήλ Β’, «καλῶς καὶ θεοφιλῶς βιώσας», κοιμήθηκε εν Κυρίω.

Η Θεοδώρα αμέσως έτρεξε στο μοναστήρι. Δέκα περίπου χρόνια ζει ως μοναχή στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου (σημερινή μονή Αγίας Θεοδώρας). Η ζωή της ασκητική και το πολίτευμά της αγγελικό. Για το διάστημα αυτό του βίου της γράφει ο βιογράφος της, ότι ζούσε σηκώνοντας το βάρος των πόνων και της ασκήσεως, αυξάνοντας τους καρπούς των αρετών της, παραμένοντας νύχτα και ημέρα στην αδιάλειπτη νοερά προσευχή και συνομιλία με τον Θεό με ψαλμούς και ύμνους, εξαγνίζοντας το σώμα της με νηστεία και υπηρετώντας με προθυμία τις αδελφές μοναχές.

Ήταν ο προστάτης των αδικουμένων και το στήριγμα των χηρών και ορφανών, βοηθούσε τους πτωχούς, παρηγορούσε τους θλιβομένους. Φροντίζει για την ανέγερση νέων ναών και μοναστηριών και ενδιαφέρεται για την ζωή των μοναχών.

Έχει μεγάλη ευλάβεια στους Οσίους ασκητές της περιοχής προς τους οποίους τρέφει ιδιαίτερη τιμή, όπως φανερώνεται στον βίο του Αγίου Ανδρέου του Ερημίτου (τιμάται 15 Μαΐου). Ο Όσιος Ανδρέας ασκήτεψε την εποχή αυτή σε ένα σπήλαιο στην περιοχή των σημερινών Χαλκιόπουλων. Όταν ο Όσιος κοιμήθηκε με θαυμαστό τρόπο περί τα έτη 1281-2 μ.Χ., η βασίλισσα μοναχή με όλη την Σύγκλητο πήγε στο ασκητήριο του Αγίου, προσκύνησε το αγιασμένο του λείψανο και με εντολή της κτίσθηκε στο σπήλαιο του Αγίου, λαμπρός ναΐσκος και λάρνακα προς τιμήν του.

Ο ναός και ο τάφος του Αγίου σώζονται μέχρι σήμερα εντυπωσιάζοντας με τις θαυμασίας τέχνης αγιογραφίες του (τέλη 13ου αιώνος μ.Χ.) και τις λόγιες επιγραφές του, προερχόμενες πιθανότατα από λόγιους ανθρώπους του κύκλου της Αγίας Θεοδώρας και των ανακτόρων.

Έφθασε όμως και για την Αγία Θεοδώρα το τέλος της επίγειας ζωής και η αρχή της απολαύσεως της άνω ζωής. Στην Οσία αποκαλύπτεται η ημέρα του θανάτου της, όπως συμβαίνει σε πολλούς Αγίους. Θερμά παρακαλεί την Κυρία Θεοτόκο και τον μεγαλομάρτυρα Άγιο Γεώργιο να μεσιτεύουν προς τον Κύριο να της δοθεί παράταση ζωής έξι μηνών «πρὸς τὴν τοῦ ναοῦ τελείαν ἀπάρτισιν». Έτσι κι έγινε.

Και όταν έφθασε πλέον η ώρα να παραδώσει την Αγία της ψυχή στον Κύριο, συγκεντρώνει τις αδελφές μοναχές. Για τελευταία φορά τις συμβουλεύει με αγάπη και τις καθοδηγεί πώς να ζουν και να αγωνίζονται εν Αγίω Πνεύματι, αυτή που ήταν το ζωντανό παράδειγμα μιας άλλης βιοτής. Προσεύχεται για την σωτηρία τους και δίνοντας τις τελευταίες εντολές της «χαίρουσα, τὸ πνεῦμα εἰς χεῖρας Θεοῦ παρέθετο» σε ηλικία περίπου 70 ετών. Δεν γνωρίζουμε δυστυχώς τον χρόνο του θανάτου της Αγίας, τοποθετείται όμως στο χρονικό διάστημα από το 1281-1285 μ.Χ.

Το άγιο και χαριτόβρυτο σώμα της ενταφιάσθηκε στο νάρθηκα του καθολικού της μονής της, όπου μέχρι σήμερα βρίσκεται σε ευλογία όλων των πιστών ο σεπτός της τάφος.

======================================

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΩΝ – Cornelia de Vogel — «Εγώ ειμι ο Ων» (1)

Ο Eλληνικός πολιτισμός σήμερα μοιάζει ολοκληρωτικά κατακτημένος, από τον Δυτικό. Δεν υπάρχει ούτε ένας εκπρόσωπός του για να συνεχίση την μάχη εναντίον του ψεύδους, την οποία ξεκίνησε ο Σωκράτης και ο Πλάτων εναντίον των Σοφιστών, συνέχισε με πάθος στην διάρκεια του Βυζαντίου, βρήκε πολεμιστές ακόμη και στην διάρκεια της Τουρκοκρατίας, αλλά οι Νεοέλληνες ανέλαβαν άλλου είδους αγώναΤου Πλούτου δια της προδοσίας!

Οι Έλληνες διανοούμενοι έδειξαν πρώτοι τον δρόμο ( από το κεφάλι βρωμάει το ψάρι ) αφιερώνοντας τις πνευματικές τους δυνάμεις στην εισαγωγή έτοιμων ιδεών απο την Δύση ! Αιώνιος υλικός και πνευματικός εχθρός των Ελλήνων, οι Φράγγοι και οι Γερμανοί απογονοί τους. Η Εκκλησία περπάτησε στον βηματισμό τής εποχής δηλαδή με το πνεύμα των πιστών της.

Σήμερα στην Νεοελληνική πραγματικότητα δεν υπάρχει ούτε Έλληνας, ούτε Χριστιανός. Τελευταίοι αντιπρόσωποι του Δυτικού πολιτισμού, ντυμένοι Ελληνικό και Χριστιανικό ένδυμα , το μοναδικό Ιστορικό Ένδυμα Φωτός που υπάρχει και θα υπάρξει πλέον , Ζηζιούλας, Γιανναράς, Ράμφος

.ΔΙΚΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ

Τελευταίος μεγάλος πολεμιστής της Δύσεως εναντίον της Ελλάδος, υπήρξε ο Χάϊντεγκερ. Τελευταίος μάλλον πολεμιστής , κρυμμένος στην κοιλιά του Δούρειου Ίππου που θα αφανίση ολοκληρωτικά το Ελληνικό πνεύμα και λέγεται εξέλιξη της Φιλοσοφίας ή Ιστορία των Ιδεών.

Πρώτος κατασκευαστής του, ο πολυμήχανος Αυγουστίνος . Ο Αχιλλέας της εκστρατείας , ο ημίθεος Ακινάτης . Doctor Angelicus . Οι Νεοθωμιστές , δάσκαλοι των νεο-ορθοδόξων, στο πρόσωπο του Gilson , συνθέτουν τις Σούμες του Ακινάτη με τον υπαρξισμό του Χάϊντεγκερ και ανακοινώνουν την τελική νίκη .

Ο Ακινάτης ξεπέρασε Φιλοσοφικά τον Αριστοτέλη και γενικώς την Ελληνική φιλοσοφία , με την βοήθεια του Χριστιανικού Πνεύματος και συγκεκριμένα με τον Λόγο Κυρίου ! « ΕΓΩ ΕΙΜΙ Ο ΩΝ » . Ο Χάϊντεγκερ συνέχισε και ολοκλήρωσε το ψεύδος , όπως θα δούμε , με τον Φιλοσοφικό όρο που επινόησε : οντοθεολογία !

Ο όρος “οντοθεολογια” εδημιουργήθη από τον Χάϊντεγκερ για να χαρακτηρίσει την μεταφυσική του Αριστοτέλη και όλες όσες προήλθαν από αυτή , οι οποίες έπεσαν στο βαρύτατο σφάλμα να μειώσουν το Είναι στο Όν , ακόμη δε και αυτό το υπέρτατο Όν , που είναι ο θεός , ξεχνώντας μ’αυτόν τον τρόπο την « οντολογική διαφορά » ανάμεσα στο Είναι και στο Όν , η οποία είναι για τον Χάϊντεγκερ το πιο σημαντικό πράγμα που υπάρχει.

Για τον Χάϊντεγκερ ο όρος αυτός είναι καθαρά αρνητικός , δείχνει δηλαδή μια λανθασμένη φιλοσοφία , παρότι αναπόφευκτη , στην οποία αντιπροτάσσει την δική σου , σαν αυθεντική φανέρωση ή ακρόαση του Είναι .

Και όμως κατά γενική πλέον ομολογία των ερευνητών δεν είναι αυτό το νόημα τής θεωρίας , που αποδίδει ο Αριστοτέλης στον Πλάτωνα , η οποία είναι ένα είδος ολοκληρώματος της θεωρίας των Ιδεών , στην οποία όλα εξαρτώνται απο μία υπέρτατη Ιδέα , την Ιδέα του Είναι και του Ενός , η ουσία του οποίου όπως και όλων των Ιδεών , είναι ακριβώς να είναι πλήρως και ολοκληρωτικώς ο εαυτός της , δηλαδή να είναι ΕΝΑ .

Ο Χάιντεγκερ, επηρεασμένος απο τους νεοσχολαστικούς δασκάλους του (π.χ Μπρεντάνο), παρότι υπήρξε ο μοναδικός καθηγητής ο οποίος διάβαζε και μετέφραζε Αριστοτέλη στα μαθήματά του , στην Γερμανία , δεν κατενόησε πως στον Αριστοτέλη δεν υπάρχει ουτε θεολογία ( διότι έτσι ονομάζει τους Θεογονικούς μύθους ο Αριστοτέλης ) ούτε οντολογία (καθότι είναι ένας μοντέρνος όρος ο οποίος εδημιουργήθη από τους Καρτεσιανούς ), οπότε δεν είναι δυνατόν να υπάρχει και οντοθεολογία.

Το ωραίο στην υπόθεση ετούτη είναι πως την θεωρία που ονομάζουν οντοθεολογία οι σύγχρονοι , ο Αριστοτέλης την γνώριζε ( καθώς την απέδιδε λανθασμένα στον Πλάτωνα οπότε την γνώριζε ) και την υπέβαλλε μάλιστα και σε σκληρή κριτική . Αυτό το σημείο είναι το πλέον σημαντικό για την Ιστορία της Φιλοσοφίας , πως μια θεωρία, η οποία θεωρείται θρησκευτικής καταγωγής ( έξοδος 3 14 ), ήταν ήδη γνωστή και είχε ήδη δεχθεί κριτική από τους Έλληνες Φιλοσόφους.

Τήν ερμηνεία τών Χριστιανών φιλοσόφων τού αποσπάσματος τής Εξόδου , επανέφερε στό προσκήνιο ο Ετιέν Ζιλσόν , ο οποίος μάλιστα δημιούργησε και ειδικό όρο περί αυτού: «Μεταφυσική τής Εξόδου» γιά να δείξη τό δόγμα σύμφωνα με τό οποίο ο Θεός πρέπει να είναι τό Είναι καθεαυτό (esse ipsum) , Aυτός δηλ. ο οποίος απάντησε στήν ερώτηση τού Μωϋσή : «Εγώ ειμί ο ών».

Οι Χριστιανοί φιλόσοφοι, σύμφωνα με τόν Ζιλσόν, ιδίως οι σχολαστικοί, με πρώτο και καλύτερο τον Ακινάτη, εκμεταλλεύθηκαν αυτή την απάντηση γιά να κατασκευάσουν μιά εντελώς καινούρια μεταφυσική σε σχέση με την Ελληνική . Δέν επρόκειτο λοιπόν γιά απλούς «αριστοτελικούς», αλλά επρόκειτο γιά εντελώς πρωτότυπους φιλοσόφους, πού ξεπέρασαν τόν Αριστοτέλη , χάρη στήν πίστη τους στήν βιβλική αποκάλυψη.

Τό κυριότερο βιβλίο τού Ζιλσόν πάνω στό θέμα μεταφράστηκε ήδη στά Ελληνικά , από τόν Θάνο Σαμαρτζή , καί κυκλοφορεί από τίς πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης , μέ τόν τίτλο « ΤΟ ΟΝ ΚΑΙ Η ΟΥΣΙΑ » .

Ήδη λοιπόν (γιά να συνεχίσουμε τήν ιστορία μας ) απο το 1961 ( η πρώτη έκδοση τού βιβλίου τού Ζιλσόν είναι τού 1948 ) η Cornelia de Vogel , διάσημη Ολλανδή ερευνήτρια τού Πλάτωνος και τού Πλατωνισμού , αντικρούει τήν Ερμηνεία τού Ζιλσόν σέ ένα σημαντικό αλλά άγνωστο σχεδόν άρθρο της «Εrgo sum qui sum et sa signification pour une philosophie chretienne» δηλ. « Εγώ ειμί ο ών και η σημασία του γιά μιά χριστιανική φιλοσοφία » στό «Revue des sciences religieuses», XXXV, σελ. 337-355».

Η θέση του άρθρου είναι με συντομία η εξής :

ο Θεός των Χριστιανών φιλοσόφων δέν είναι το πρώτο κινούν του Αριστοτέλη , που κινεί τον πρώτο Ουρανό ( και μέχρις εδώ βρίσκεται σε συμφωνία με τον Ζιλσόν ) . Αλλά είναι αντιθέτως ο Θεός της πλατωνικής – Νεοπλατωνικής παραδόσεως , ΤΟ ΑΓΑΘΟ , προσωποποιημένος ( Ο Θεός ) . 

Από αυτή την προσωποποίηση κατάγεται και η φιλοσοφία του προσώπου . Όλες οι έννοιες που αφαιρέθηκαν απο την Ελληνική φιλοσοφία εκ μέρους των Χριστιανών, κυριαρχούνται απο το Χριστιανικό πνεύμα, δηλ. απο την πίστη. Ένα ξεκάθαρο παράδειγμα αυτής της συναντήσεως πίστεως και φιλοσοφίας προσφέρεται απο την ερμηνεία που έδωσαν οι Χριστιανοί φιλόσοφοι στην Έξοδο ΙΙΙ,14 : Ego sum qui sum, Εγώ ειμί ο Ών.


Σε αυτό το σημείο η de Vogel παραθέτει μια σειρά κειμένων Χριστιανών φιλοσόφων της πατερικής εποχής , του Μ.Αθανασίου , Εφραίμ του Σύρρου , Ιλαρίωνος , Γρηγορίου του Ναζιανζηνού και πάνω απο όλα του Αυγουστίνου , τα οποία αποδεικνύουν καθαρά πώς όλοι αυτοί , πολύ πρίν απο τον Σχολαστικισμό , είχαν ήδη ερμηνεύσει το συγκεκριμένο σημείο της Εξόδου σαν ένδειξη πώς η ουσία του Θεού είναι αυτό το ίδιο το Είναι .

Και συνεχίζει: κατα τον Ζιλσόν , οι Χριστιανοί ανακάλυψαν αυτή την ταυτότητα στην Έξοδο , ενώ οι Έλληνες την αγνοούσαν εντελώς . Αλλά το αντίθετο ακριβώς είναι η αλήθεια , δηλ. οι Έλληνες , Παρμενίδης και Πλάτων , ηταν αυτοί που σκέφτηκαν την ιδέα του απολύτου Είναι , ενώ οι Εβραίοι την αγνόησαν παντελώς .

Ο Πλάτων και οι Πλατωνιστές (ο Πλούταρχος και οι Νεοπλατωνικοί ) ταύτισαν τον Θεό με το αιώνιο και τέλειο Είναι . Για τους Εβραίους ο λόγος στην Έξοδο σήμαινε κάτι σαν « Εγώ είμαι αυτός που είμαι » . Δηλαδή « Αυτό δέν σας αφορά , να έχετε μόνο εμπιστοσύνη και θα δείτε ποιός είμαι ». Οι εβδομήκοντα, εμπνευσμένοι από την Ελληνική σκέψη μετέφρασαν εγώ ειμί ο Ών.

Δηλαδή εάν οι Χριστιανοί βρήκαν την ταύτιση του Θεού με το απόλυτο Είναι στην Έξοδο , το οφείλουν στο ότι γνώριζαν ήδη απο τους Έλληνες το απόλυτο Είναι . Ο Πλούταρχος ερμηνεύει το Ε των Δελφών σαν « Εσύ είσαι ». Δίνοντας του δηλ. το νόημα πώς είναι το καταλληλότερο όνομα του Θεού . Ο Φίλων ισχυρίζεται πως ο Θεός δέν υπήρξε, ούτε θα υπάρξει , αλλά Είναι , επειδή είναι αιώνιος . Στον Πλατωνισμό που προηγήθηκε του Πλωτίνου υπάρχει ήδη η ταύτιση του Θεού με το υπέρτατο Είναι.

Την θέση αυτή της Cornelia de Vogel , συνέχισε ο W.Beierwaltes ο οποίος όχι μόνον απέδειξε πως και ο Φίλων ερμηνεύει την Έξοδο με το νόημα των Χριστιανών φιλοσόφων , αλλά υπενθύμισε , ακολουθώντας τις μελέτες του Hadot , πώς η κατανόηση του Θεού σαν Είναι και η ταύτιση του Ενός ( το οποίο στον Πλωτίνο είναι ανώτερο του Είναι ) με το Είναι έγινε απο τον Πορφύριο , τον μαθητή του Πλωτίνου και διατηρήθηκε απο όλους τους νεοπλατωνικούς , είτε εθνικούς ( Ιάμβλιχο , Πρόκλο ) είτε Χριστιανούς ( Ψευδο-Διονύσιο ) , όπως επίσης και από τους Μουσουλμάνους και στη συνέχεια από τους σχολαστικούς φιλοσόφους . Το μόνο πρόβλημα της Vogel υπήρξε το ότι δέν έγραψε πού ακριβώς ο Πλάτων ισχυρίσθηκε την ανωτέρω θεωρία , δηλαδή  την ύπαρξη ενός απολύτου όντος το οποίο έχει για ουσία αυτό το ίδιο το Είναι.

Η έρευνα που ακολούθησε, εντόπισε την θεωρία αυτή, όχι όμως στον Πλάτωνα, αλλά στον Αριστοτέλη και συγκεκριμένα στο βιβλίο Β της Μεταφυσικής του, όπου ο Αριστοτέλης την αποδίδει στον Πλάτωνα και την ελέγχει.


Έτσι λοιπόν αυτή η θεωρία ήταν ήδη παρούσα στην εποχή του Πλάτωνος και του Αριστοτέλη , ανεξαρτήτως κάθε ερμηνείας της Εξόδου . Είναι πολύ σημαντική η γνώση αυτής της αλήθειας για όσους συνεχίζουν ακόμη και σήμερα να υποστηρίζουν την παραπάνω θέση , χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους την κριτική θέση του Αριστοτέλη εν προκειμένω. Για την θέση του Ακινάτη(σσ Αριστοτέλη ) στο θέμα αυτό, μπορούμε να πούμε πως είναι άλλο ένα πρόβλημα στα τόσα άλλα προβλήματα που παρουσιάζει.

Αυτό το σπάνιο άρθρο μετέφρασε από τα Γαλλικά η Αγγελική Κορωνάκη και με την επιμέλεια του Σταύρου Νικολαΐδη, αρχίζουμε την ανάρτησί του σε συνέχειες, λόγω μεγάλου μήκους, και για όσους το επιθυμούν.

                                    «Εγώ ειμι ο Ων» –
             Και η σημασία του για μια χριστιανική φιλοσοφία.

Η ιδέα μιας χριστιανικής φιλοσοφίας είναι δυνατή , δηλαδή μη-αντιφατική ;
Αυτό το ερώτημα δεν προκάλεσε σε καμμιά χωρα του κόσμου τόσες συζητήσεις όσο στη Γαλλία . Φαίνεται ότι , μετά τις ζωηρές διαμάχες των ετών 1930-31, το βασικότερο κέντρο ενδιαφέροντος σ’ αυτή την διαμάχη τοποθετείται, από το 1945 , στο Στρασβούργο . Ο M. Mehl αφιέρωσε μια μελέτη σε βάθος στην « περίπτωση του χριστιανού φιλοσόφου », ο M. Guerin εκδηλώθηκε κατά τις συζητήσεις του 1951, o M. Ricoeur και ο M. Gusdorf πρόσφεραν τη συνεισφορά τους αναφερόμενοι στον ρόλο του μύθου. Ο M Nedoncelle εξέδωσε, τέλος, ένα θαυμάσιο μικρό βιβλίο: Υπάρχει μια χριστιανική φιλοσοφία; Η μελέτη αυτή μού έδωσε να καταλάβω όχι μόνο πώς εμφανίστηκε και αναπτύχθηκε το πρόβλημα σε σας, αλλά μου διευκρίνισε και τις παρούσες θέσεις σας και τις αντίστοιχες συμπάθειές σας.

Επιτρέψτε μου να σας διηγηθώ μία μικρή ιστορία, κάπως προσωπική. Συνέβη τα Χριστούγεννα του 1925. Ήμουν φοιτήτρια. Διάβαζα τον Πλάτωνα και τον Καντ. Το πνεύμα μου ήταν γεμάτο προβλήματα – και στο βάθος της καρδιάς υπήρχε η έντονη επιθυμία να γνωρίσω τον Θεό . Δεν ήμουν καθολική – ούτε προτεστάντις. Προερχόμενη από μη «ενεργό» ( όπως το αποκαλείτε εσείς ) προτεσταντική οικογένεια , και ούτε καν θρησκευόμενη , είχα αρκετές επιφυλάξεις γι’ αυτούς που αποκαλούνται χριστιανοί και έτρεφα το πνεύμα μου κυρίως με τη σκέψη των φιλοσόφων, του Παρμενίδη και του Πλάτωνα, και ακολούθως είχα τις αμφιβολίες μου σχετικά με τον Καντ, ο οποίος μας παρουσιαζόταν στο πανεπιστήμιο όπου σπούδαζα ως « ο Φιλόσοφος ».

Κάποιο πρόσωπο που ενδιαφέρθηκε για την ψυχή μου με οδήγησε σ’ έναν δομηνικανό κληρικό που εθεωρείτο ειδήμων στη φιλοσοφία και στη θεολογία . Η συζήτησή μας του φανέρωσε σύντομα τις μελέτες και τα αναγνώσματά μου. Του αποκάλυψε ότι κατά τη γνώμη μου απαιτείτο μια σημαντική διανοητική προσπάθεια για την εξεύρεση μιας προσωπικής λύσης των φιλοσοφικών προβλημάτων που με απασχολούσαν. Ο σεβαστός πατήρ δήλωσε ότι αυτό δεν ήταν καθόλου απαραίτητο: δεν απαιτούνταν έρευνες ούτε προσωπική προσπάθεια , όλα είχαν γίνει. Δεν υπήρχαν πλέον προβλήματα: όλα είχαν λυθεί . Επειδή υπάρχει ένα μεγάλο φιλοσοφικό και θεολογικό σύστημα , στο οποίο όλα τα πιθανά ερωτήματα έχουν βρει την οριστική τους απάντηση ………

Μ’ αυτήν την πληροφορία, μπορούσε κανείς να αναχωρήσει. Δεν επιθυμούσα να γνωρίσω αυτό το είδος «φιλοσοφίας», που μου φαινόταν ελάχιστα αντάξιο αυτού του ονόματος. Περίπου είκοσι χρόνια αργότερα έγινα καθολική, κι αυτό μετά από μακρόχρονη έρευνα. Σας βεβαιώνω ότι , σε κάθε περίπτωση, αυτό δεν συνέβη εξ αιτίας των πληροφοριών αυτού του δομηνικανού πατρός.

Γιατί θέλησα να σας διηγηθώ αυτήν την ιστορία ; Πρώτον για να σας πω ότι αντιλαμβάνομαι πολύ καλά τη διαμαρτυρία του Γάλλου φιλοσόφου Maurice Blondel ενάντια σε ένα είδος φιλοσοφίας , που ισχυρίζεται ότι κατέχει την τελευταία λέξη επί της φυσικής και υπερφυσικής τάξεως , αφού ενέταξε όλα τα πράγματα –συμπεριλαμβανομένου και του Θεού – υπό την μορφή μη τελειοποιήσιμων εννοιών σ’ ένα μεγάλο κλειστό και κατάλληλο σύστημα. Δεν πρόκειται εξ άλλου για έναν ισχυρισμό που ανήκει μόνο σε ορισμένες χριστιανικές σχολές. Η ελληνική Αρχαιότητα γνώρισε μεταφυσικούς μιας σχετικά παρόμοιας νοοτροπίας: όπως οι Στωικοί του είδους του Χρυσίππου. Αυτοί συνάντησαν πεισματικό αντίπαλό τους στο πνεύμα του Καρνεάδη, ενός ανελέητου κριτή του ωραίου στωϊκού συστήματος, ενός συστήματος τόσο στέρεου κατά τα φαινόμενα.

Οι μεγαλύτεροι φιλόσοφοι, όπως ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, υπήρξαν ασφαλώς ερευνητές. Ο Πλωτίνος επίσης . Τί να πούμε όμως για τους μετέπειτα, τους Άραβες σχολιαστές ; Τί να πούμε, για παράδειγμα, για τον Αβερόη και τους Παρισινούς και Παντοβανούς συγχρόνους του; Αυτοί θεωρούσαν σίγουρα τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη – σύμφωνα προφανώς με την ερμηνεία τους – ως «την ενδελέχεια» της ανθρώπινης ευφυΐας. Εκεί υπήρχε η οριστική και επιστημονικά αποδεδειγμένη ερμηνεία του σύμπαντος κατά το σύνολό του και κατά τα μέρη του. Και επρόκειτο πραγματικά για την αντίληψη του «τί συμπεριλαμβάνεται στο Εσωτερικό του Κόσμου», διότι έτσι γνώριζε κανείς, με μιαν ακριβή και αυστηρή γνώση, τις έσχατες αιτίες του είναι. Κανένα μυστήριο για τον Αβεροηστή! Αυτός αντιλαμβάνεται το γιατί των πραγμάτων και γνωρίζει την ερμηνεία τους.

Δεν έλειψε όμως η κριτική αντίδραση ούτε απέναντι σ’ αυτούς τους εξαιρετικούς δογματικούς. Ως άλλος Καντ του 16ου αιώνα, ο Guillaume d’Ocean διέλυσε την όμορφη κατασκευή του αβεροηκού σύμπαντος θέτοντας την αρχή τού ότι μπορεί κάποιος να γνωρίσει μόνον κατόπιν εμπειρίας . Αλλά, τί εμπειρία έχουμε των καθαρά πνευματικών υπάρξεων ;

Οσο για τον Ιμμάνουελ Καντ, αυτός βρισκόταν απέναντι στο μεταφυσικό σύστημα των Leibniz-Wolff, σύστημα αρκετά κενόδοξο και απλοϊκά αισιόδοξο. Λέγεται ότι η «κριτική φιλοσοφία» του δεν θα είχε γεννηθεί αν είχε σχετισθεί με τη μεταφυσική του αγ. Θωμά. Δεν είμαι όμως καθόλου σίγουρη. Νομίζω ότι οι πολυάριθμες βεβαιότητες του αγ. Θωμά θα μπορούσαν να έχουν προκαλέσει τον κριτικισμό του Κάντ.

Οσο για τον κριτικισμό των Νεοκαντιανών, είμαστε όλοι κατά κάποιον τρόπο κληρονόμοι της: εφόσον επαναστατούμε ενάντια στον δογματισμό των κλειστών συστημάτων, κι εφόσον επιθυμούμε να απελευθερωθούμε, όπως λέει ο M Nedoncelle, από το «μακάριο γουργουρητό» μιας κάποιας κατηγορίας μεταφυσικών.

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

Αναρτήθηκε από amethystos

=============================