Δεδομένη ἡ θλίψη, ἀλλά ἡ μνήμη δέν ἀπαλείφεται…

(Ἔνα σχόλιο γιά τήν ἐκδημία τοῦ μητροπολίτη Δράμας)

Νεκτάριος Δαπέργολας

Ἔφυγε λοιπόν «ξαφνικά», στά 59 του χρόνια, καί ὁ μητροπολίτης Δράμας, ἔνας κληρικός γιά τόν ὁποῖο ἀρκετές φορές ἔχω γράψει στό παρελθόν – καί δυστυχῶς ποτέ γιά θετικά πράγματα.

Καί γιά τίς πλᾶνες του καί γιά τήν παρουσία του σέ προξενικές τουρκοεκδηλώσεις στή Θράκη καί γιά τή συμπροσευχή του μέ ἰμάμη σέ τουρκικό νεκροταφεῖο καί κυρίως γιά τά ὅσα διέπραξε τήν τελευταία διετία ὡς φανατικός ἐμβολιοποιμένας: τό ἐμμονικό κήρυγμα ὑπέρ τῶν ἐμβολίων, τίς ἀστυνομεύσεις τῶν ναῶν, τίς διώξεις παραδοσιακῶν ἱερέων πού ἔκαναν πέρσι κανονικά Ἀνάσταση (ἀντί τῆς…διημέρου καταισχύνης), τήν πρότασή του νά κοπεῖ ὁ μισθός τῶν ἀνεμβολίαστων κληρικῶν (καί νά δοθεῖ ὡς bonus στούς ἐμβολιασμένους ὑγειονομικούς), τίς πολλαπλές προκλητικές δηλώσεις του σέ βάρος τῶν πιστῶν πού διαμαρτύρονταν, τήν προσφυγή του στά δικαστήρια μέ μηνύσεις (γιά τίς ὁποῖες μάλιστα ζητοῦσε ἐπίμονα καί φορτικά νά ἐκδικαστοῦν ἄμεσα) καί βέβαια τήν ἀπαγόρευση τοῦ μυστηρίου τῆς ἐξομολογήσεως στή μητρόπολή του ἐπί δύο καί πλέον μῆνες τό περασμένο καλοκαίρι (πράγμα μάλιστα πού ὅταν τοῦ τό ἐπισήμανα μεταξύ πολλῶν ἄλλων – κάποια μέρα πέρσι πού μέ εἶχε πάρει τηλέφωνο γιά νά με…πείσει πώς τόν ἀδικοῦσα μέ ὅσα τοῦ ἔγραφα – ἡ ἐξωφρενική ἀπάντησή του ἦταν ὅτι «δέν θά πάθουν καί τίποτε ἄν μείνουν χωρίς ἐξομολόγο γιά μερικές ἑβδομᾶδες, στό κάτω-κάτω ἄς πᾶνε καί σέ κανένα ψυχολόγο»)!

Εἰλικρινά δέν θά ἤθελα νά τά ξαναθυμίσω σήμερα πάλι ὅλα αὐτά. Καί τοῦτο, ὄχι φυσικά ἐπειδή «ὁ ἀποθανών δεδικαίωται», ὅπως θά βγοῦν νά ποῦν πάλι κάποιοι ἄσχετοι πού δέν ἔχουν προφανῶς ἰδέα γιά τό τί σημαίνει πραγματικά αὐτή ἡ φράση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου (πάντως σίγουρα ὄχι αὐτό πού νομίζουν), οὔτε ἐπειδή δέν πρέπει δῆθεν νά ἀσκοῦμε κριτική (καθότι ἀσφαλῶς καί πρέπει, ὅταν ἔχουμε νά κάνουμε ὄχι μέ ἰδιωτικά «περί βίου» θέματα, ἀλλά μέ πνευματικά «περί πίστεως», πόσο δέ μᾶλλον ὅταν αὐτά γίνονται δημοσίως ἀπό πρόσωπα πού ἀσκοῦν ποιμαντορία καί παίρνουν στόν λαιμό τους μέ τίς πλάνες τους ἀνθρώπινες ψυχές). Ἀλλά ἀπλῶς ἐπειδή εἶναι πράγματα πού ἔχω ἤδη ξαναγράψει. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὡστόσο ὅτι πρέπει νά τά θυμόμαστε. Ὅπως καί τό ὅτι ἔφυγε «ξαφνικά» – ὅχι πλήρης ἡμερῶν, ἀλλά πλήρης ἐμβολίων.

Ἐννοεῖται φυσικά ὅτι ἀπό πνευματικῆς ἀπόψεως οὐδείς ἔχει τό δικαίωμα νά ἐπιχαίρει, πόσο δέ μᾶλλον νά θριαμβολογεῖ ἤ νά προβαίνει σέ ἀπαράδεκτα ὑβριστικά σχόλια. Οὐδείς. Ἀντιθέτως, θλίψη μόνο πρέπει νά μᾶς ἐμφορεῖ καί νά εὐχόμαστε εἰλικρινά νά μετανόησε ἔστω καί τήν ὑστάτη ὤρα καί νά τόν πῆρε ὁ Κύριος στήν καλύτερη στιγμή γιά τήν ψυχή του. Αὐτό ὅμως δέν σημαίνει πώς θά ξεχάσουμε καί ὅσα προηγήθηκαν, οὔτε πώς ἦταν ἀπό τούς πιό μανιώδεις καί προκλητικούς διῶκτες τῆς τελευταίας ζοφερῆς διετίας (ἐπιλέγοντας ξεκάθαρα τήν ὁδό τοῦ «πρός κέντρα λακτίζειν») καί ἀπό τούς πλέον ἐπιφανεῖς ἐκπροσώπους τοῦ «ἀνάποδου κόσμου», σέ πλήρη σύνταξη μέ τό ἀντίχριστο καθεστώς. Στόν φρικτό πόλεμο πού ζοῦμε ἐδῶ καί τόσους μῆνες, μέ τά θύματα τῆς ἐμβολιαστικῆς ὑστερίας νά πληθύνονται δραματικά (ἀπό τίς «ξαφνικίτιδες» καί τίς χιλιάδες ἀκόμη παρενέργειες), μέ τόσους ἀπηνῶς κυνηγημένους καί ἀδίκως ἀπολυμένους συνανθρώπους μας, μέ τόσα ἐξευτελιστικά φασιστικά μέτρα πού ἔχουμε ὑποστεῖ, ἀλλά καί μέ ἀντικείμενο τοῦ διωγμοῦ πάνω ἀπό ὅλα τήν πίστη μας, δέν ἔχουμε τό δικαίωμα νά ξεχνᾶμε πόσοι (εἴτε πολιτικοί, εἴτε γιατροί, εἴτε νομικοί, εἴτε κονδυλοφόροι, εἴτε κληρικοί) ὄχι μόνο δέν πολέμησαν ὅλη αὐτή τήν ἀποτρόπαιη δαιμονική κτηνωδία, ἀλλά καί ἔβαλαν πλάτη γιά τήν ἐπικράτησή της.

Πόσο δέ μᾶλλον κι ἀπό τή στιγμή πού διαβάζουμε ἀπό χτές τό πρωί πρωτοφανοῦς ἀστειότητας ἐξυμνητικά κείμενα σέ κάποια ἱστολόγια καί καθεστωτικές φυλλάδες γιά τή δῆθεν λαμπρή πολιτεία τοῦ ἐν λόγω ὡς ποιμενάρχη (μέχρι καί τόν παλαμικό τίτλο «Σέ κλαίει ὁ λαός» εἴδαμε σέ κάποιο δημοσίευμα, στό ὁποῖο ὁ εὐφάνταστος καθ’ ἕξιν ὑμνωδός του συνεχίζει μέ τά ἐξῆς ἀνεκδιήγητα: «Σε κλαίει ο λαός της Δράμας, πεφιλημένε Ιεράρχα, που έχασε τον φιλόστοργο πατέρα του, τον καλό του ποιμένα, τον ακοίμητο φρουρό του και προστάτη. Σε κλαίει ο λαός της Μακεδονίας, ως άλλο Παύλο Μελά, που δεν θα έχει πια κοντά του τον υποστηρικτή των δικαίων του, τον μπροστάρη των αγώνων του…Σε κλαίει όλος ο κόσμος που σε γνώρισε και ένιωσε τον ευεργετικό χαρακτήρα σου και την μεγάλη σου καρδιά που δεν άντεξε να βλέπει την υποκρισία της ζωής») !

Πράγματα ἀπίστευτα καί ἐντελῶς παραμορφωτικά τῆς πραγματικότητας. Ἀρκετά ὅμως μέ τή διαστρέβλωση τῆς ἀλήθειας, πού συνεχίζει νά ρίχνει λάσπη στόν ἀγώνα τῶν λίγων πού μάχονται ὑπέρ αὐτῆς, πού ρίχνει στάχτες στά μάτια ὅσων ὁμοφρόνων τοῦ ἐκλιπόντος (κληρικῶν τε καί λαϊκῶν) ἔχουν ἀκόμη κάποιες ἐλπίδες νά ἀνανήψουν (ἤ ἔστω νά προβληματιστοῦν) τρομάζοντας ἀπό γεγονότα σάν αὐτό, καί πού φυσικά ἀποπροσανατολίζει καί ἀπό τήν προφανή ἀνάγκη νά ἔχει ἐφεξῆς ἡ Δράμα ἕνα νέο ποιμένα, πολύ καλύτερο τοῦ τωρινοῦ, πού τουλάχιστον δέν θά ἀκολουθήσει τά βήματα του κατά τά τελευταῖα σκοτεινά ἔτη.

Ἄς εἴμαστε ξεκάθαροι λοιπόν: θλιβόμαστε γιά τήν ἐκδημία του, εὐχόμαστε νά ἔχει καλή ἀπολογία μπροστά στό τρομερό Βῆμα τοῦ Κυρίου, ἀλλά τά γεγονότα δέν μποροῦν νά κρυφτοῦν κάτω ἀπό κανένα χαλί (ἐξωραϊσμοῦ ἤ ἀποσιώπησης). Ὅσο γιά κάτι σαλιάρικα ἐξόδια ἐφύμνια τῆς κακιᾶς ὥρας, τό λέμε ξεκάθαρα ὅτι μόνο καλό δέν κάνουν στήν ψυχή του. Ἄς τά ἀφήσουνε λοιπόν στήν ἄκρη οἱ ἀσύστολοι ἐγκωμιαστές καί, ἄν θέλουν νά τοῦ παράσχουν πραγματική ὑπηρεσία, ἄς ἀρχίσουν νά προσεύχονται γιά τήν ψυχή του, κλαίοντες πικρῶς. Ὅπως καί ὅλοι μας βέβαια…

======================

Άγιοι Τιμόθεος και Μαύρα, Οσία Ματρώνα .

Οι Άγιοι Τιμόθεος και Μαύρα, γεννήθηκαν στη κωμόπολη Παναπέα στην Θηβαΐδα της Αιγύπτου.

Ο Τιμόθεος ήταν αναγνώστης και κήρυκας του Ευαγγελίου στην Εκκλησία των Παναπέων και εκτελούσε τα ιερατικά του καθήκοντα με θερμότατο ζήλο και θαυμαστά αποτελέσματα. Το γεγονός αυτό προξενούσε ζηλοφθονία στους ειδωλολάτρες, οι οποίοι τελικώς τον κατήγγειλαν στον αδίστακτο ειδωλολάτρη έπαρχο Αρριανό, είκοσι μόλις μέρες μετά τον γάμο του με την Αγία Μαύρα. Ο Αρριανός κάλεσε τον Τιμόθεο να παραδώσει τα ιερά βιβλία του στην πυρά. Ο Τιμόθεος αρνήθηκε με παρρησία να καταστρέψει τα βιβλία του, λέγοντας στον έπαρχο ότι τα θεωρεί ως ιερά πνευματικά του όπλα και εφόδια. Οργισμένος ο Αρριανός υπέβαλε τον άγιο σε διάφορα βασανιστήρια, τα οποία ο Τιμόθεος υπέμεινε με παροιμιώδη υπομονή.

Πρώτα πρώτα έβαλαν μέσα στα αυτιά του Μάρτυρα πυρακτωμένα σίδερα, με αποτέλεσμα να λιώσουν οι κόρες των ματιών του και να πέσουν στο έδαφος. Στη συνέχεια έδεσαν τους αστραγάλους πάνω σε τροχό βασανιστηρίων και σφράγισαν το στόμα του με φίμωτρο. Έπειτα έδεσαν μια βαριά πέτρα στόν τράχηλό του και τον κρέμασαν σε ένα δέντρο.

Για να κάμψει το σθένος του ο έπαρχος στράφηκε προς τη σύζυγό του Μαύρα, την οποία στην αρχή κολάκευε για να θυσιάσει στο είδωλα και μην ακολουθήσει τη θανατηφόρα πορεία του συζύγου της. Με παραίνεση όμως του Τιμόθεου, η Μαύρα ομολόγησε κι εκείνη την πίστη της στον Θεό. Τότε ο Αρριανός διέταξε τον άγριο βασανισμό της Αγίας, η οποία καθ’ όλη τη διάρκεια των μαρτυρίων έψαλε.

Πρώτα πρώτα, λοιπόν, της ξερρίζωσαν τις τρίχες του κεφαλιού της και στη συνέχεια της έκοψαν τα δάχτυλα. Έπειτα την βύθισαν ολόκληρη μέσα σε ένα καζάνι γεμάτο νερό που κόχλαζε. Επειδή όμως η Αγία, αν καί ήταν μέσα στο βραστό νερό, δεν έπαθε το παραμικρό έγκαυμα, ο Αρριανός σχημάτισε τη γνώμη ότι το νερό δεν ήταν θερμό, αλλά ψυχρό. Έτσι, για να το διαπιστώσει, πρόσταξε να του ραντίσουν το χέρι. Τότε η Αγία πήρε με τη χούφτα της νερό και το έριξε πάνω στο χέρι του. Το νερό αυτό ήταν τόσο καυτό, ώστε να διαλυθεί το δέρμα του ηγεμόνα.

Παρ’ όλα αυτά, ο Αρριανός δεν σταμάτησε και διέταξε να σταυρώσουν και τους δυο Αγίους.

Ακόμη και στο σταυρό του μαρτυρίου, ο βδελυρός έπαρχος, πλησίασε την αγία σε μία απέλπιδα προσπάθεια έστω και την τελευταία στιγμή να την αποσπάσει από το μαρτύριο και την πίστη της. Φωτισμένη όμως από τη θεία χάρη η αγία τον απέπεμψε.

Ενώ η αγία Μαύρα ήταν κρεμασμένη στο σταυρό, την πλησίασε – σαν σε έκσταση – ο διάβολος, προσφέροντάς της ένα ποτήρι γεμάτο με μέλι και γάλα. Της συνιστούσε μάλιστα να το πιεί για να μην φλογίζεται από τη δίψα. Η Άγία όμως, φωτισμένη από τον Θεό, κατάλαβε την πανουργία του διαβόλου και με την προσευχή της τον έδιωξε. Ο παγκάκιστος χρησιμοποίησε όμως και άλλο τέχνασμα. Φάνηκε στην Αγία ότι την μετέφερε σε ένα ποτάμι απ’ όπου έτρεχε μέλι και γάλα και της πρότεινε να πιεί. Εκείνη όμως, μετά από θείο φωτισμό, είπε: «Δεν πρόκειται να πιώ απ’ αυτά. Θα πιώ από το ουράνιο ποτήρι που μου πρόσφερε ο Χριστός». Έτσι, ο διάβολος έφυγε απ’ αυτήν νικημένος και καταντροπιασμένος.

Τότε παρουσιάστηκε στην Αγία άγγελος Θεού, ο οποίος την πήρε από το χέρι, την οδήγησε στον ουρανό και, αφού της έδειξε έναν θρόνο με μια στολή λευκή πάνω σ’ αυτόν και ένα στεφάνι, της είπε: «Αυτά ετοιμάστηκαν για σένα». Στη συνέχεια, αφού την οδήγησε ακόμη ψηλότερα της έδειξε άλλον θρόνο και στολή και στεφάνι, της είπε πάλι: «Αὐτά προορίζονται για τον άντρα σου. Η διαφορά του τόπου δηλώνει το γεγονός ότι ο άντρας σου υπήρξε η αιτία της σωτηρίας σου».

Μετά από εννιά μέρες παρέδωσαν και οι δύο την ψυχή τους στον Κύριο και έτσι το Άγιο ζεύγος συγκαταλέχθηκε στην ιερώνυμη φάλαγγα των μαρτύρων της Εκκλησίας μας.

Η Αγία Μεγαλομάρτυς Μαύρα από το 1331 μ.Χ. θεωρείται και τιμάται ως πολιούχος της πόλης της Λευκάδας, η οποία παλιότερα ονομαζόταν «Αγία Μαύρα». Μέσα στο Φράγκικο Κάστρο, στα Βόρεια του νησιού, υπήρχε μεγαλοπρεπής ναός της Αγίας, που καταστράφηκε το 1810 μ.Χ., καθώς οι Άγγλοι προσπαθούσαν να καταλάβουν το Φρούριο. Σήμερα, ένα μικρό εκκλησάκι προς τιμήν της Αγίας Μαύρας και του συζύγου της, Αγίου Τιμοθέου, υπάρχει στην θέση παλιού προμαχώνα του Φρουρίου, ο οποίος διαμορφώθηκε το 1886 μ.Χ. σε ναό. Ο ναός αποτελεί εξωκκλήσιο της ενορίας Ευαγγελιστρίας (Μητροπόλεως) της πόλης της Λευκάδας και κάθε χρόνο, στο πανηγύρι της Αγίας, συρρέουν πλήθη προσκυνητών. Στο ναό της Ευαγγελιστρίας φυλάσσεται μάλιστα και παλαιά εικόνα της Αγίας, τοποθετημένη σε ειδικό προσκυνητάριο.

Η ιστορία για το πως έφτασε η τιμή της Αγίας Μαύρας στην Λευκάδα έχει ως εξής:

Το 1331 μ.Χ. το νησί της Λευκάδας περνάει στην κυριαρχία του Ανδηγαυού (Φράγκου) ηγεμόνα Βάλτερου Βρυέννιου. Οι Ανδηγαυοί κατάγονταν από την κωμόπολη Sainte Maure (Αγία Μαύρα), που βρισκόταν στο νομό Intre et Loir της σημερινής Γαλλίας. Φτάνοντας στο νησί, του έδωσαν το όνομα της μακρινής πατρίδας τους και έχτισαν μικρό ναό, ρωμαιοκαθολικού δόγματος, αφιερωμένο στο όνομα της Αγίας Μαύρας.

Στα μέσα του 15ου μ.Χ. αιώνα – 130 χρόνια αργότερα – έφτασε στο νησί η Ελένη Παλαιολογίνα, κόρη του Θωμά Παλαιολόγου και σύζυγος του δεσπότη της Σερβίας Λαζάρου Βούκοβιτς. Σκοπός του ταξιδιού της ήταν ο γάμος της κόρης της, Μελίσσας, με τον Δούκα της Λευκάδας, Λεονάρδο Γ’ τον Τόκκο. Στην πορεία τους προς το νησί κινδύνεψαν από σφοδρή θαλασσοταραχή. Η ευσεβής Ελένη τάχθηκε στην Αγία Μαύρα, προς το νησί της οποίας κατευθυνόταν, να σωθεί και να της φτιάξει ναό.

Πράγματι, σώθηκε και έχτισε τον περικαλλή ορθόδοξο ναό της Αγίας Μαύρας. Επίσης, έχτισε ή ανακαίνισε και το μοναστήρι της Οδηγήτριας – στην περιοχή της Απόλπαινας.

=======

Η Οσία Ματρώνα γεννήθηκε το 1881 μ.Χ. στο χωριό Σέμπινο Επιφανίσκαγια του νομού της Τούλα, που σήμερα ονομάζεται Κομίφσκι, από ευσεβείς και ενάρετους γονείς, τον Δημήτριο και τη Ναταλία. Η Οσία είχε ακόμη τρία αδέλφια, τον Ιβάν, τον Μιχαήλ και την Μαρία. Οι γονείς της, επειδή ήταν φτωχοί, σκέφθηκαν να δώσουν το παιδί που περίμεναν στο ορφανοτροφείο του Γκολίτσιν. Όμως η μητέρα της Ματρώνας είδε, πριν την γέννησή της στο όνειρό της ότι ήλθε και κάθισε πάνω στο δεξί της χέρι ένα πουλί με ανθρώπινη μορφή αλλά χωρίς μάτια. Τότε θεώρησε το όνειρό της ως σημείο προς τον Θεό, ότι το παιδί που θα φέρει στον κόσμο θα είναι σκεύος εκλογής και έτσι αποφάσισαν να μην το δώσουν στο ορφανοτροφείο.

Η Οσία γεννήθηκε τυφλή. Στη βάπτισή της, που έγινε από τον ιερέα Βασίλειο, ευλαβή και προορατικό, σχηματίσθηκε πάνω από την κολυμβήθρα ένα ανάλαφρο σύννεφο που ανέδιδε ευωδία. Ήταν και αυτό σημείο που φανέρωνε την πνευματική πρόοδο που θα είχε η Αγία.

Το μόνο μέρος που πήγαινε συνέχεια, επειδή ήταν τυφλή, ήταν η εκκλησία. Όταν η μητέρα της δεν την εύρισκε στο σπίτι, ήξερε ότι η Ματρώνα ήταν στην εκκλησία. Από την παιδική της ηλικία ακόμη, της είχε δοθεί το προορατικό και διορατικό χάρισμα. Γνώριζε τις ασθένειες των ανθρώπων, τα προβλήματά τους, τις αστοχίες τους και έτσι τους προειδοποιούσε και τους συμβούλευε.

Η Οσία επισκέφθηκε πολλά προσκυνήματα της Ρωσίας. Σε ένα από τα προσκυνήματά της βρέθηκε μπροστά στον Άγιο Ιωάννη της Κροστάνδης, που τότε ζούσε ακόμα. Χωρίς να δει την Οσία, είπε να ανοίξουν χώρο και φώναζε: «Ματρώνα, έλα εδώ», χωρίς να την γνωρίζει. Και συνέχισε ο Άγιος Ιωάννης: «Αυτή θα είναι η διάδοχός μου. Αυτή είναι ο όγδοος στύλος της Ρωσίας». Η Αγία ήταν τότε δεκατεσσάρων ετών.

Σε ηλικία δεκαεπτά ετών η Ματρώνα όχι μόνο δεν έβλεπε, αλλά σταμάτησε και να περπατάει. Έζησε έτσι παράλυτη πενήντα χρόνια. Παρόλα αυτά, ποτέ δεν παραπονέθηκε και έλεγε ότι είναι πνευματική η αιτία για όλα αυτά που της συνέβαιναν και μόνο ο Θεός γνωρίζει τις αιτίες. Έλεγε σε εκείνους που την επισκέπτονταν: «Θα έλθει ο καιρός που θα σας βάλουν μπροστά σας ψωμί και σταυρό, για να διαλέξετε. Θα περάσουμε δύσκολους καιρούς και εμείς οι Χριστιανοί πρέπει να διαλέξουμε τον σταυρό».

Τον κόσμο που την επισκεπτόταν τον ευλογούσε, έβαζε τα χέρια της πάνω στην κεφαλή τους και τους διάβαζε προσευχές. Στο μέτωπό της, από τους πολλούς σταυρούς που έκανε, σχηματίσθηκε λακουβίτσα. Ο Θεός την αξίωσε και με το χάρισμα της θαυματουργίας και έτσι πολλούς θεράπευσε και ωφέλησε πνευματικά.

Ο Άγιος Θεός της αποκάλυψε πως πλησίαζε η ημέρα της εξόδου της από τον μάταιο τούτο κόσμο. Τρεις ημέρες πριν την κοίμησή της, έδωσε οδηγίες για την εξόδιο ακολουθία της και τον ενταφιασμό της. Η Οσία Ματρώνα κοιμήθηκε με ειρήνη το 1952 μ.Χ. και ενταφιάσθηκε στο κοιμητήριο της μονής του Δανιήλ.

=======

Ο λαός είναι σάν υπνωτισμένος καί μιά φοβερή δαιμονική δύναμη έχει μπεί σέ δράση(Οσία Ματρώνα)

Ρώτησαν την Αγία Ματρώνα,  το 1925:

Γιατί επέτρεψε ό Θεός νά κλείσουν καί νά γκρεμίσουν τόσες Εκκλησίες στη Ρωσία; καί απάντησε μέ τά παρακάτω λόγια:

Αυτό ήταν τό θέλημα τού Θεού. Ο λαός είναι σάν υπνωτισμένος καί μιά φοβερή δαιμονική δύναμη έχει μπεί σέ δράση. Βρίσκεται στόν αέρα, καί διεισδύει παντού. Παλιά, ή δαιμονική αυτή δύναμη κατοικούσε στά έλη καί στά πυκνά δάση, επειδή οί άνθρωποι πήγαιναν τακτικά στήν εκκλησία, φορούσαν καί τιμούσαν τόν σταυρό. Τά σπίτια τους ήταν προστατευμένα από τίς εικόνες, τά κανδήλια πού έκαιγαν, τόν αγιασμό πού έκαναν…Τά δαιμόνια πετούσαν μακριά καί φοβόντουσαν νά πλησιάσουν…Σήμερα όμως, τά σπίτια αυτά αλλά καί οί ίδιοι οί άνθρωποι έχουνε γίνει κατοικητήριο δαιμόνων γιά τήν απιστία τους καί τήν απομάκρυνσή τους από τόν Χριστό.

Προσκυνητής: Ο λαός είναι σάν υπνωτισμένος καί μιά φοβερή δαιμονική δύναμη έχει μπεί σέ δράση(Οσία Ματρώνα) (proskynitis.blogspot.com)

=========================