Η Πνευματική και Εκκλησιαστική Κρίση: Συνέντευξη του Καθηγητή Δημήτρη Τσελεγγίδη (Μέρος Α’)

Μέρος Α’: Η Πνευματική και Εκκλησιαστική Κρίση. Συνέντευξη από τον Ομότιμο Καθηγητή Δογματικής Θεολογίας ΑΠΘ, κ. Δημήτρη Τσελεγγίδη

The Orthodox Ethos

=========================

22 Μαΐου 1825: Δολοφονεῖται ἡ Μπουμπουλίνα…

Ἡ Μπουμπουλίνα μαζί μέ τήν Μαντῶ Μαυρογένους, οἱ δύο κορυφαῖες γυναικεῖες μορφές τῆς Ἐπανάστασης τοῦ ’21.

Κόρη τοῦ ὑδραίου πλοιάρχου Σταυριανοῦ Πινότση καί τῆς ἐπίσης ὑδραίας Σκεύως Κοκκίνη, πού καταγόταν ἀπό ἐφοπλιστική οἰκογένεια, γεννήθηκε στίς 11 Μαΐου 1771 στίς φυλακές τῆς Κωνσταντινούπολης, ὅπου ὁ πατέρας της ἐκρατεῖτο γιά… συμμετοχή στά Ὀρλοφικά. 

Στά 17 τῆς παντρεύτηκε τόν σπετσιώτη πλοίαρχο Δημήτριο Γιάννουζα, ἀπό τόν ὁποῖο ὀνομάζετο καί Δημητράκαινα. Τό 1797ο σύζυγός της σκοτώθηκε σέ συμπλοκή μέ ἀλγερινούς πειρατές καί ἡ Λασκαρίνα σέ ἡλικία 26 ἐτῶν μένει χήρα μέ τρία παιδιά, τόν Ἰωάννη, τόν Γεώργιο καί τήν Μαρία. 

Τό 1801 παντρεύτηκε σέ δεύτερο γάμο τόν σπετσιώτη πάμπλουτο ἐφοπλιστή Δημήτριο Μπούμπουλη, ἀπό τόν ὁποῖο ἔλαβε τό ὄνομα Μπουμπουλίνα, μέ τό ὁποῖο ἔγινε γνωστή.

Καί ὁ δεύτερος σύζυγός της σκοτώθηκε σέ σύγκρουση μέ ἀλγερινούς πειρατές τό 1811, μεταξύ Μάλτας καί Ἱσπανίας. Μαζί του ἀπέκτησε τρία παιδιά, τήν Ἑλένη, τήν Σκεύω καί τόν Νικόλαο. 

Μέ τήν περιουσία τοῦ συζύγου της, πού ξεπερνοῦσε τά 300.000 τάλληρα, ἡ Μπουμπουλίνα ἀσχολήθηκε μέ τά ναυτιλιακά κι ἔγινε μέτοχος σέ διάφορα σπετσιώτικα πλοῖα. Ὅμως, τό 1816 οἱ Ὀθωμανοί ἐπεχείρησαν νά κατάσχουν τήν περιουσία της, ἐπειδή τά πλοῖα τοῦ συζύγου τῆς μετεῖχαν ὑπό ρωσική σημαία στόν Ρωσοτουρκικό Πόλεμο τοῦ 1806. Μέ τή μεσολάβηση τοῦ ρώσου πρεσβευτῆ στήν Κωνσταντινούπολη Στρογκάνωφ καί τῆς μητέρας τοῦ Σουλτάνου Βαλιντέ κατόρθωσε νά διασώσει τήν περιουσία της. 

Στήν Κωνσταντινούπολη φαίνεται ὅτι μυήθηκε στή Φιλική Ἑταιρεία τό 1819, ἀλλά τό γεγονός ἀμφισβητεῖται, καθώς εἶναι γνωστό ὅτι ἡ ὀργάνωση δέν ἔκανε ποτέ μέλη της, γυναῖκες. Μόλις ἡ Μπουμπουλίνα ἐπέστρεψε στίς Σπέτσες διέταξε τή ναυπήγηση τοῦ πλοίου «Ἀγαμέμνων», γιά τό ὁποῖο δαπάνησε 25.000 δίστηλα. Μέ μῆκος 48 πήχεις (περίπου 34 μέτρα) καί ἐξοπλισμένο μέ 18 κανόνια, ὁ «Ἀγαμέμνων» καθελκύστηκε τό 1820 καί ἦταν τό μεγαλύτερο πλοῖο πού ἔλαβε μέρος στήν Ἐπανάσταση. 

Ὁ Ἐθνικός Ξεσηκωμός βρῆκε τήν Μπουμπουλίνα «πεντη- κοντούτιδα, ὡραίαν, ἀρειμάνιον ὡς ἀμαζόνα, ἐπιβλητικήν καπετάνισσαν, πρό τῆς ὁποίας ὁ ἄνανδρος ἠσχύνετο καί ὁ ἀνδρεῖος ὑπεχώρει», ὅπως τή σκιαγράφησε ὁ δημοσιογράφος καί ἱστορικός Ἰωάννης Φιλήμων. Ξόδευε τήν περιουσία της, ὄχι μόνο γιά τή διατήρηση τῶν πλοίων της, ἀλλά καί γιά τά στρατεύματα στήν ξηρά. Συμμετεῖχε μέ τό πλοῖο τῆς «Ἀγαμέμνων» στόν ἀποκλεισμό τοῦ Ναυπλίου καί ἀνεφοδίασε μέ δικές της δαπάνες τούς ὑπερασπιστές τοῦ Ἄργους. Σέ μία ἕφοδο τῶν Τούρκων ὑπό τόν Κεχαγιάμπεη σκοτώθηκε ὁ γιός τῆς Ἰωάννης Γιάννουζας. Στή συνέχεια ἔλαβε μέρος στόν ἀποκλεισμό τῆς Μονεμβασίας, στήν πολιορκία καί τήν ἅλωση τοῦ Ναυπλίου καί τῆς Τριπόλεως, στήν ὁποία εἰσῆλθε πάνω σέ λευκό ἵππο καί ἔσωσε τά χαρέμια τοῦ Χουρσίτ Πασᾶ ἀπό τή μήνη τῶν πολιορκητῶν. 

Μετά τήν ἅλωση τοῦ Ναυπλίου, τό Νοέμβριο τοῦ 1822, ἡ Μπουμπουλίνα ἐγκαταστάθηκε στήν πόλη (ἕδρα τῆς προσωρινῆς κυβέρνησης), ὅπου ἔζησε ἕως τά μέσα τοῦ 1824. Ἐκδιώχθηκε ἀπό τό Ναύπλιο κατά τή διάρκεια τοῦ ἐμφυλίου πολέμου, ὅταν πῆρε τό μέρος τοῦ φυλακισμένου Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, μέ τόν ὁποῖο εἶχε συγγενέψει, ἀπό τό γάμο τῆς κόρης τῆς Ἑλένης μέ τόν γιό τοῦ Πάνο. Οἱ κυβερνητικοί σκότωσαν τόν γαμπρό της καί ἀπό τήν ἴδια ἀφαίρεσαν τό κομμάτι γής πού τῆς εἶχαν δώσει γιά τίς ὑπηρεσίες της στόν Ἀγώνα. 

Ἔτσι, ἡ Μπουμπουλίνα ἐπέστρεψε πικραμένη στίς Σπέτσες καί ἐγκαταστάθηκε στό σπίτι τοῦ δεύτερου συζύγου της, μόνη μέ τά ὑπολείμματα τῆς περιουσίας της, μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς της, πού δέν ἄργησε νά ἔλθει. 

Τόν Μάιο τοῦ 1825 ὁ γιός τῆς Γεώργιος Γιάννουζας κλέφτηκε μέ τήν Εὐγενία Κούτση, κουνιάδα τοῦ ἑτεροθαλοῦς ἀδελφοῦ της Μπουμπουλίνας, Λάζαρου Ὀρλώφ. Ὁ Ὀρλώφ, συνοδευόμενος ἀπό μέλη τῆς οἰκογένειας Κούτση, πῆγε στό σπίτι τῆς Μπουμπουλίνας σέ ἀναζήτηση τῆς Εὐγενίας. Στή λογομαχία πού ἀκολούθησε, κάποιος πυροβόλησε καί χτύπησε στό μέτωπο τήν Μπουμπουλίνα, πού ἔπεσε νεκρή (22 Μαΐου). Δέν ἔχει διαλευκανθεῖ ἄν ἦταν τυχαῖο περιστατικό ἤ δολοφονία. Τά ὀστᾶ τῆς ἐναποτέθηκαν στόν ἰδιόκτητο ναΐσκο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου. 

Μεταθανάτια ἔλαβε τόν τίτλο τοῦ ναυάρχου ἀπό τή Ρωσία, πρωτοφανής τιμή γιά γυναίκα

Τό 2018, ἦταν ἡ σειρά τῆς πατρίδας της νά τήν τιμήσει. Μέ ἀπόφαση τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Ἄμυνας (ΦΕΚ 373, Τεῦχος Γ, τῆς 11 Ἀπριλίου), τῆς ἀπονεμήθηκε ὁ βαθμός τοῦ ὑποναυάρχου ἐπί τιμή, ὁ Πολεμικός Σταυρός Ἅ ‘ Τάξεως καί τό Μετάλλιο Ἐξαίρετων Πράξεων, γιά « τόν ἀπαράμιλλο ἡρωισμό της, τήν αὐτοθυσία καί τήν ἀφοσίωση πού ἐπέδειξε πρός τό Ἑλληνικό Ἔθνος, τά ὁποία τήν κατέστησαν στή μνήμη ὅλων τῶν Ἑλλήνων καί Ἑλληνίδων ὡς Ἐθνικό ἰδεῶδες», σύμφωνα μέ τό αἰτιολογικό της ἀπόφασης. 

Οἱ ἀπόγονοί της Μπουμπουλίνας δώρισαν τό πλοῖο «Ἀγαμέμνων» στό νεοσύστατο κράτος, τό ὁποῖο ἔγινε ἡ ναυαρχίδα τοῦ Ἑλληνικοῦ Στόλου μέ τό ὄνομα «Σπέτσαι». Ἀνατινάχθηκε ἀπό τόν Ἀνδρέα Μιαούλη στόν Πόρο κατά τή διάρκεια τῶν πολιτικῶν ταραχῶν τῆς 29ης Ἰουλίου 1831. Τό ἀρχοντικό της Μπουμπουλίνας στίς Σπέτσες εἶναι σήμερα Μουσεῖο. Περιλαμβάνει συλλογή ὅπλων, ἐπιστολές καί ἄλλα ἀρχεῖα, παλιά βιβλία, πορτραίτα τῆς Μπουμπουλίνας, προσωπικά τῆς ἀντικείμενα, ἔπιπλα καί διακρίσεις πού τίς εἶχαν ἀπονείμει κυρίως ξένες κυβερνήσεις. 

infognomonpolitics

==================

Ἀναρτήθηκε ἀπὸ Γεροντικό

Ομιλία εις την τέταρτη Κυριακή μετά το Πάσχα – Κυριακή της Σαμαρείτιδος (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

(Ευαγγέλιο: Ιωάν. δ’ 5-42)

Ανθρωπε ! Αν εξακολουθείς να πιστεύεις πως η σω­ματική τροφή και το ποτό είναι ικανά να θρέψουν και να ξεδιψάσουν την ψυχή σου, θα βρεθείς στο επίπεδο όπου βρίσκονται τα οικόσιτα ζώα και τα άγρια κτήνη. Αν κατόρθωσες να ξεπεράσεις το επίπεδο αυτό κι ελπί­ζεις πως η ψυχή σου μπορεί να τραφεί και ν’ αναζωο­γονηθεί από την ανθρώπινη σοφία και το εγκόσμιο κάλ­λος, τότε θα βρεθείς στο επίπεδο εκείνων που έχουν απο­κτήσει ημι-εμπειρία, ημι-ανάπτυξη.

Η πρώτη σκέψη είναι ανόητη, η δεύτερη (η ελπίδα) είναι στείρα. Στο δεύτερο αυτό επίπεδο ακούς τα βογγητά και τις κραυ­γές του διψασμένου κόσμου και νομίζεις πως είναι τρα­γούδια κι ευωχίες, μια προσπάθεια να ξεδιψάσει κανείς με τη δίψα των άλλων.

Αν ξεπέρασες το επίπεδο αυτό κι ένιωσες μια ανέκφραστη δίψα, που καμιά πηγή στον κόσμο δε θα μπορούσε να τη σβήσει – που δε θα μπο­ρούσε ούτε κι ολόκληρος ωκεανός να τη σβήσει – τότε έχεις αποκτήσει πραγματική εμπειρία, είσαι άνθρωπος αληθινός. Μόνο όταν βρεθείς στο επίπεδο αυτό της ακό­ρεστης πνευματικής δίψας, της δίψας εκείνης που ένιω­σε κι ο Δαβίδ, θα κατανοήσεις με πληρότητα το σημε­ρινό ευαγγέλιο.

«Έρχεται ουν εις πόλιν της Σαμαρείας την λεγομένην Συχάρ, πλησίον του χωρίου ο έδωκεν Ια­κώβ Ιωσήφ τω υιώ αυτού» (Ιωάν. δ’, 5). Η πε­ριοχή ολόκληρη από την Ιουδαία μέχρι τη Γαλιλαία ονομάζεται Σαμάρεια. Το όνομά της το έλαβε από το βουνό Σαμάρεια. Ο δρόμος από την Ιερουσαλήμ προς τη Γαλιλαία εξακολουθεί να περνάει από τη Συχάρ (τη σημερινή Ασκάρ). Εκεί είναι ένα κομμάτι γης που το είχε αγοράσει ο Ιακώβ από τους γιους του Εμώρ κι έχτισε εκεί ένα θυσιαστήριο, που το ονόμασε «Θεός του Ισραήλ» (Γεν. λγ’, 19-20). Αργότερα ο Ιακώβ δώρησε τη γη αυτή στο γιο του Ιωσήφ.

«Ην δε εκεί πηγή του Ιακώβ, ο ουν Ιησούς κεκοπιακώς εκ της οδοιπορίας εκαθέζετο ούτως επί τη πηγή· ώρα ην ωσεί έκτη» (Ιωάν. δ’, 6). Η πηγή αυτή είχε το όνομα του Ιακώβ είτε επειδή ο προπάτοράς μας Ια­κώβ είχε κατοικήσει κοντά στο πηγάδι αυτό μαζί με τα κοπάδια του είτε επειδή το πηγάδι αυτό το έφτιαξε ο ίδιος. Κουρασμένος από τον απόκρημνο και ανηφορικό δρόμο από την Ιερουσαλήμ ως εκεί, ο Κύριος κάθησε δίπλα στο πηγάδι για να ξεκουραστεί. Η έκτη ώρα, όπως τη μετρούσαν στην Ανατολή, ήταν η μεσημβρία. Ο Κύριος έφτασε εκεί την ώρα που ο ήλιος μεσουρανούσε κι η ζέστη ήταν μεγάλη.

Ήταν κεκοπιακώς εκ της οδοιπορίας που έκανε για τη σωτηρία μας, όπως κεκοπιακώς ήταν κι αργότερα, όταν ανέβαινε στο σταυρό αιμό­φυρτος και πονεμένος. Γιατί δεν ταξίδεψε νύχτα, που είχε και δροσιά; Οι νύχτες για τον Κύριο ήταν αφιερω­μένες στην προσευχή. Κι αν υποθέσουμε στη συγκεκρι­μένη περίπτωση πως θα ταξίδευε νύχτα, το ευαγγέλιο θα ήταν φτωχότερο κατά ένα μοναδικό γεγονός κι από μια πολύ διδακτική και σωστική αποκάλυψη. Ταξίδευε μέρα, με τα πόδια, στους ανηφορικούς κι απότομους δρόμους και με μεγάλη ζέστη, κουρασμένος και διψασμένος, γιατί βιαζόταν να εκμεταλλευτεί κάθε στιγμή του επίγειου βίου Του, μέρα και νύχτα, για τη σωτηρία μας.

«Έρχεται γυνή εκ της Σαμαρείας αντλήσαι ύδωρ. Λέγει αυτή ο Ιησούς· δός μοι πιείν» (Ιωάν. δ’, 7). Ο ευαγγελιστής τονίζει πως η γυναίκα ήταν Σαμαρείτιδα, επειδή οι Ιουδαίοι χαρακτήριζαν τους Σαμαρείτες ως ειδωλολάτρες. Δός μοι πιείν, της είπε ο Κύριος. Ήταν κουρασμένος και διψασμένος, σημάδι πως το σώμα Του ήταν αληθινά ανθρώπινο σώμα κι όχι ομοίωμα, όπως ισχυρίστηκαν κάποιοι αιρετικοί. Όπως το σώμα Του δάκρυζε για τους ανθρώπους, όπως υπόφερε από τους πό­νους Του στο σταυρό, έτσι είχε και την αίσθηση της πεί­νας και της δίψας. Αν το ήθελε, θα μπορούσε βέβαια να ξεπεράσει την ανάγκη αυτή, ν’ απαλλαγεί απ’ αυτήν. Θα μπορούσε με τη θεϊκή Του δύναμη να την αναστεί­λει για κάποιο διάστημα ή και να την καταργήσει εντελώς. Πώς όμως έτσι θά ‘δειχνε ότι ήταν αληθινός άνθρωπος; Πώς θα μπορούσε «κατά πάντα τοις αδελφοίς ομοιωθήναι» (Εβρ. Β’, 17), πώς θα τους ονόμαζε αδελφούς Του; Πώς θα μπορούσε να μας διδάξει την υπομονή και την καρτερία στις θλίψεις, αν ο ίδιος δεν είχε υποφέρει και δεν είχε υπομείνει τις θλίψεις και τους πειρασμούς;

Και τελευταίο, θα μπορούσε η τελική νίκη Του νά ‘χει τη λαμπρότητα που μας δυναμώνει και μας φωτίζει στις δυσκολίες της ζωής μας, αν ο ίδιος δεν τα είχε υπομείνει πρώτος όλα και μάλιστα στον ύψιστο βαθμό; Θα ρωτήσει κανείς : « Πώς γίνεται Εκείνος πο υ μπορούσε να πολλαπλασιάσει τους άρτους και να περ­πατάει στο νερό, όπως σε στέρεο έδαφος, να μην μπο­ρεί μετά από ένα τόσο κοπιαστικό και μακρύ ταξίδι, μ’ ένα Του λόγο (ή και με μια Του σκέψη) ν’ ανοίξει ξαφ­νικά μια πηγή με νερό στο βράχο ή στην άμμο και να σβή­σει τη δίψα του ; »

Σίγουρα αυτό ανήκει στη δύναμή Του . Το έκανε ο Μωυσής αυτό στην έρημο. Το έκαναν και πολλοί άγι­οι στό όνομά Του, από τότε που υπάρχει η Εκκλησία μας . Πώς λοιπόν δεν μπορούσε να το κάνει ο ίδιος ; Μπο­ρούσε , μα δεν ήθελε . Ποτέ Του δεν έκανε ούτε ένα μο­ναδικό θαύμα μόνο για το δικό Του καλό, για να ταΐσει, να ποτίσει ή να ντύσει τον εαυτό Του. Όλα τα θαύμα­τα τα έκανε για τους άλλους. Δέν υπάρχει σκιά ιδιοτέ­λειας στη ζωή Του.

Ακόμα κι όταν μικρό παιδί έφυγε για ν’ αποφύγει το ξίφος του Ηρώδη, δεν το έκανε για τον εαυτό Του, αλλά για χάρη των ανθρώπων. Η ώρα Του δεν είχε φτάσει ακόμα. Όταν όμως ολοκλήρωσε το έργο Του ανάμεσα στους ανθρώπους, δεν προσπάθη­σε ν’ αποφύγει το θάνατο, δεν έφυγε. Αντίθετα , πήγε να τον συναντήσει . Όλα τα λόγια του Χριστού , κάθε συ­μπεριφορά Του και κάθε έργο που έκανε σ’ όλη τη διάρ­κεια της επίγειας ζωής Του, τα πάντα καθοδηγούνταν από την απεριόριστη αγάπη Του για τους ανθρώπους, καθώς κι από την απεριόριστη σοφία Του .

Δός μοι πιείν. Ο Δημιουργός το ζητάει αυτό από το πλάσμα Του. Τα λόγια αυτά αντηχούν εδώ και δυό χι­λιάδες χρόνια. Τα λόγια αυτά δεν τα είπε μόνο στη Σαμαρείτιδα. Απευθύνονται σ’ όλες τις γενιές των ανθρώ­πων, ως τη συντέλεια του κόσμου.
Δός μοι πιείν, λέει σήμερα ο Χριστός στον καθένα μας. Ο Δημιουργός του νερού , Εκείνος που παρέχει τις θάλασσες και τους ωκεανούς, τα ποτάμια και τις πη­γές, δεν το λέει αυτό επειδή διψάει για νερό . Διψάει για την αγαθή μας θέληση , για την αγάπη μας. Όταν του δίνουμε κάτι, δεν είναι από το δικό μας, αλλ’ από το δι­κό Του. Κάθε ποτήρι νερό που έχουμε στη γη δικό Του είναι , Εκείνος το δημιούργησε. Για κάθε ποτήρι ψυχρού ύδατος που δίνουμε στους αδελφούς Του τους ελα­χίστους, έχει πληρώσει με το τίμιο αίμα Του .

Με την ανεξάντλητη κι αμίμητη ταπείνωσή Του όμως δε ζητά­ει από τη Σαμαρείτιδα ως Δημιουργός από το πλάσμα Του, αλλ’ ώς άνθρωπος από άνθρωπο. Μας δείχνει έτσι την ταπείνωσή Του και φανερώνει την περιορισμένη και ενδεή ανθρώπινη φύση Του. Ο άνθρωπος έχει το δικαί­ωμα να ζητήσει κάτι από κάποιον άλλον, όπως έχει και το καθήκον να εξυπηρετήσει και να ελεήσει τον άλλον .

« Οι γαρ μαθηταί αυτού απεληλύθεισαν εις την πό­λιν ίνα τροφάς αγοράσωσι » (Ιωάν. δ’, 8). Ο Κύριος δεν ήταν μόνο κουρασμένος και διψασμένος, αλλά πει­νούσε κιόλας , όπως κι οι μαθητές Του. Είναι κι αυτή μια ακόμα απόδειξη πως ήταν αληθινός άνθρωπος και πως δεν έκανε θαύματα στις περιπτώσεις που η θαυματουργία δε λειτουργούσε για το γενικότερο καλό , για τη σωτηρία των ανθρώπων. Ο ευαγγελιστής αναφέρει την απουσία των μαθητών , ώστε να εξηγήσει για ποιο λόγο ο Κύριος ζήτησε νερό από τη γυναίκα . Αν οι μα­θητές ήταν εκεί θα είχαν βγάλει εκείνοι νερό , οπότε η γυναίκα δε χρειαζόταν ν’ αναφερθεί .

Σε κάθε περίπτω­ση η θεία πρόνοια ήθελε να δημιουργήσει την ευκαιρία για τη δική μας διδαχή , ώστε όταν κι εμείς συναντάμε τον εχθρό μας στην ανάγκη του , να τον βοηθάμε . Κι όταν το έθνος μας βρίσκεται σε έχθρα με τους γειτονι­κούς λαούς , εμείς σαν άνθρωποι να μην τολμάμε να επε­κτείνουμε την έχθρα σε κάθε άνθρωπο του έθνους αυτού . Όταν μας δοθεί η ευκαιρία , είναι καθήκον μας να βοηθάμε κάθε άνθρωπο που έχει ανάγκη , χωρίς να προ­σέχουμε αν ανήκει στο δικό μας έθνος ή όχι.

« Λέγει ουν αυτώ η γυνή η Σαμαρείτις· πώς συ Ιου­δαίος ων παρ’ εμού πιείν αιτείς, ούσης γυναικός Σαμαρείτιδος; ου γαρ συγχρώνται Ιουδαίοι Σαμαρείταις » (Ιωάν. δ’, 9) . Η γυναίκα είχε την άποψη που είχαν όλοι στην εποχή της , πως ο άνθρωπος δεν πρέπει να μι­σεί μόνο ένα εχθρικό έθνος , αλλά και κάθε άνθρωπο που ανήκει στο έθνος αυτό . Στην παραβολή του Καλού Σα­μαρείτη ο Κύριος επισήμανε την έχθρα και το μίσος που ένιωθαν οι Ιουδαίοι για τους Σαμαρείτες. Και το γε­γονός αυτό εξηγεί γιατί κι οι Σαμαρείτες ένιωθαν το ίδιο μίσος για τους Ιουδαίους. Για να σπάσει το φράγ­μα του μίσους ανάμεσα στα έθνη, πρέπει πρώτα να σπά­σει κανείς το φράγμα που δημιουργεί το μίσος ανάμε­σα στους ανθρώπους. Αυτός είναι ο μοναδικός λογικός τρόπος για να θεραπεύσει κανείς το ανθρώπινο γένος από τη μεγάλη αρρώστια του αμοιβαίου μίσους.

« Απεκρίθη Iησούς και είπεν αυτή· ει ήδεις την δω­ρεάν του Θεού, και τις εστιν ο λέγων σοι, δός μοι πιείν, συ αν ήτησας αυτόν και έδωκεν αν σοι ύδωρ ζων » (Ιω­άν. δ’, 10). Η δωρεά του Θεού πρέπει να κατανοηθεί τό­σο με την υλική όσο και με την πνευματική έννοια. Από την υλική άποψη η δωρεά του Θεού πρέπει να κατανοή­σουμε πως αναφέρεται σ’ όλα όσα ο Θεός με την αγα­θότητά Του δημιούργησε και έδωσε για χρήση και βοή­θεια στον άνθρωπο . Αν εσύ , γυναίκα , γνώριζες πως το νερό αυτό δεν ανήκει ούτε στους Σαμαρείτες ούτε στους Ιουδαίους , αλλ’ είναι του Θεού · αν γνώριζες πως όταν ο Θεός δημιούργησε το νερό αυτό δεν έβαλε πινακίδες που να λένε πως « αυτό είναι για τους Σαμαρείτες » ή « για τους Ιουδαίους », αλλά « για τους ανθρώπους », τό­τε θα έβγαζες το νερό αυτό με δέος , αφού είναι δώρο Θεού , και θα το έδινες στο διψασμένο άνθρωπο να πιει με ακόμα μεγαλύτερο δέος , αφού το προσφέρεις στο πλάσμα του Θεού. Ο κόσμος ολόκληρος είναι ένα δώρο του Θεού στον άνθρωπο · κι ο άνθρωπος είναι δώρο Θε­ού στον κόσμο.

Από πνευματική άποψη τώρα, η δωρεά του Θεού είναι ο ίδιος ο Κύριος. Παραδίνοντας ολόκληρο τον ορα­τό κόσμο στον άνθρωπο από την αγάπη Του, ο Θεός του δίνει τον ίδιο Του τον εαυτό. Αν εσύ, γυναίκα, γνώ­ριζες τι πολύτιμο δώρο έστειλε ο Θεός στους Ιουδαίους και στους Σαμαρείτες, καθώς και σ’ όλους τους άλλους λαούς χωρίς εξαίρεση, η ψυχή σου θα έτρεμε. Θα έκλαι­γες από χαρά, θα έμενες άφωνη από θαυμασμό, δε θα τολμούσες να σκέφτεσαι καν για αμοιβαία έχθρα και για μίσος ανάμεσα στους Ιουδαίους και τους Σαμα­ρείτες.

Να ξέρεις πως αν επρόκειτο να σου αποκαλυφτούν όλα τα μυστήρια Εκείνου που τώρα μιλάει μαζί σου , Αυτού που κρίνοντας από την εξωτερική Του εμφάνιση τον λογαριάζεις για κάποιον συνηθισμένο άνθρωπο , που από τα ρούχα που φοράει κι από τον τρόπο που μιλάει τον θεωρείς Ιουδαίο , συ αν ήτησας αυτόν και έδωκεν αν σοι ύδωρ ζων . Με το ύδωρ ζων εννοεί ο Κύριος την φω­τιστική και ζείδωρη δύναμη του Αγίου Πνεύματος που υποσχέθηκε στους πιστούς. « Ο πιστεύων εις εμέ… πο­ταμοί εκ της κοιλίας αυτού ρεύσουσιν ύδατος ζώντος . Τούτο δε είπε περί του Πνεύματος ου έμελλον λαμβά­νειν οι πιστεύοντες εις αυτόν » (Ιωάν. ζ’, 38-39). Η γυ­ναίκα όμως δεν ήξερε και δεν καταλάβαινε τίποτα απ’ όλ’ αυτά και γι’ αυτό συνέχισε να ρωτάει:

« Λέγει αυτώ η γυνή· Κύριε, ούτε άντλημα έχεις , και το φρέαρ εστί βαθύ· πόθεν ουν έχεις το ύδωρ το ζων ; μη συ μείζων ει του πατρός ημών Ιακώβ , ος έδωκεν ημίν το φρέαρ , και αυτός εξ αυτού έπιε και οι υιοί αυτού και τα θρέμματα αυτού;» (Ιωάν. δ’, 13, 14). Δούλους δεν έχεις , δοχείο δεν έχεις , το πηγάδι είναι βαθύ. Πώς λοι­πόν θ’ αντλήσεις το δροσερό και ζωογόνο νερό ; Η γυ­ναίκα έβλεπε τον Κύριο κάτω από το κάλυμμα της ανθρώπινης σάρκας , τον λογάριαζε κάποιον συνηθισμέ­νο θνητό , έναν αβοήθητο άνθρωπο . Ύδωρ ζων , και τό­τε και τώρα , ονομάζεται το νερό που βγαίνει από πηγή , σε αντίθεση με το νερό που αντλούμε από πηγάδια και στέρνες .

Υπάρχει όμως και πηγαδίσιο νερό που ονομάζεται δροσερό, ζων ύδωρ , όταν το πηγάδι αυτό τροφοδοτείται από πηγή . Η πηγή βρίσκεται στον πυθμένα του πηγαδιού , απ’ όπου ρέει το νερό και το γεμίζει . Σε κάποια στιγμή όμως της έρχεται μια δεύτερη σκέψη και βιάζε­ται να την εξωτερικεύσει : μη συ μείζων ει του πατρός ημών Ιακώβ ; Σα νά ‘θελε να πει : Μήπως μπορείς εσύ να δημιουργήσεις μια άλλη πηγή νερού, δίπλα στην πρώτη; Ο πατέρας μας Ιακώβ δε δημιούργησε την πηγή, αλλ’ απλά την έχτισε και την περιόρισε . Αν εσύ μπορείς να δημιουργήσεις μια άλλη πηγή , να φτιάξεις τρεχούμενο νερό , αυτό θα ήταν ύδωρ ζων , και τότε βέβαια θα ήσουν μείζων του πατέρα μας Ιακώβ. Είσαι ανώτερος από εκείνον ; Το πηγάδι αυτό του Ιακώβ έχει τόσο άφθονο νερό, ώστε απ’ αυτό ήπιε ο ίδιος , ήπιαν τα παιδιά του , τα ζωντανά του κι όλοι εμείς που ζούμε εδώ κοντά , καθώς κι οι ταξιδιώτες που περνούν απ’ εδώ , κι οι επισκέπτες . Κι αυτό γίνεται αιώνες τώρα και το νε­ρό στο πηγάδι δε στερεύει . Μήπως εσύ μπορείς να κά­νεις κάτι καλλίτερο κι ανώτερο απ’ αυτό ;

Τα λόγια αυτά της Σαμαρείτιδας από τη μια φανε­ρώνουν την υπερηφάνεια της για τον πατέρα τους Ια­κώβ. Από την άλλη διατυπώνουν κάτι περισσότερο από αμφιβολία, κάτι σαν ειρωνεία στον Κύριο Ιησού. Δεν ήταν τόσο αγενής και δημόσια η ειρωνεία όσο εκείνη που έγινε κατά την ανάσταση της κόρης του Ιαείρου, όταν οι άνθρωποι που άκουσαν τον Κύριο να τους λέει πως κοιμάται το κορίτσι τον περιγελούσαν (κατεγέλων αυτού), ήταν όμως μια έμμεση και κρυφή ειρωνεία. Ο Κύριος όμως που σκοπό Του είχε να τραβήξει τους ανθρώπους από τη λάσπη της αμαρτίας, ήταν προετοι­μασμένος να δεχτεί εμπαιγμούς και ειρωνείες τόσο από ανθρώπους όσο κι από δαίμονες. Γι’ αυτό και δε μέμ­φεται τη γυναίκα γι’ αυτήν την αιχμηρή ειρωνεία, αλλά προχωρεί με στόχο τη σωτηρία της ψυχής της :
« Απεκρίθη Ιησούς και είπεν αυτή· πας ο πίνων εκ του ύδατος τούτου διψήση πάλιν· ος δ’ άν πίη εκ του ύδατος ου εγώ δώσω αυτώ , ου μη διψήση εις τον αιώνα, αλλά το ύδωρ ο δώσω αυτώ γενήσεται εν αυτώ πηγή ύδα­τος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον » (Ιωάν. δ’ 13, 14).

Ο Κύριος δεν απαντά στη γυναίκα με τον τρόπο που θά ‘θελε εκείνη. Δε θα της πει πόσο ανώτερος είναι από τον Ιακώβ. Εκείνος βλέπει την αιτία της παρανόησης ανά­μεσα στον ίδιο και στη γυναίκα, η γυναίκα όμως δεν τη βλέπει.

Η παρανόηση προέρχεται από το γεγονός ότι Αυτός της μιλάει για το πνευματικό νερό, το ζωογόνο. Η γυναίκα όμως είναι μαθημένη να σκέφτεται με τη γήινη αντίληψη, εκείνη που νιώθουν κι οι αισθήσεις. Εκείνη κατανοεί το νερό που μπορεί να δει, που δημι­ούργησε ο Θεός για να ξεδιψάει πρόσκαιρα τη φυσική δί­ψα. Το ζων ύδωρ για το οποίο μιλάει ο Κύριος είναι η ζωοποιός θεία χάρη που αναζωογονεί και ξεδιψάει την ψυχή, που την οδηγεί στην αιώνια ζωή, ενώ ακόμα βρί­σκεται στην παρούσα. Όταν η ζωοποιός αυτή χάρη εισέρχεται στον άνθρωπο, ανοίγει μέσα του μια ανεξάντλη­τη πηγή ζωής, χαράς και δύναμης.

« Λέγει προς αυτόν η γυνή · Κύριε, δός μοι τούτο το ύδωρ , ίνα μη διψήσω μηδέ έρχωμαι ενθάδε αντλείν » (Ιωάν. δ’, 15). Η γυναίκα βρίσκεται ακόμα εγκλωβι­σμένη στη δική της αντίληψη, σκέφτεται ακόμα το επί­γειο νερό. Στην καλλίτερη περίπτωση θά ‘παιρνε τον Κύριο για κάποιον μάγο, ικανό να κάνει ένα θαύμα με απάτη. Για να εξουδετερώσει λοιπόν την ανθρώπινη αυτή αντίληψη της γυναίκας ο Κύριος, γυρίζει ξαφνικά τη συζήτηση σε άλλο θέμα.

« Λέγει αυτή ο Ιησούς · ύπαγε φώνησον τον άνδρα σου και ελθέ ενθάδε . απεκρίθη η γυνή και είπεν · ουκ έχω άνδρα. Λέγει αυτή ο Ιησούς · καλώς είπας ότι άνδρα ουκ έχω · πέντε γαρ άνδρας έσχες , και νυν ον έχεις ουκ έστι σου ανήρ· τούτο αληθώς είρηκας » (Ιω­άν. δ’ 16-18). Της το είπε αυτό για να την μάθει να σκέφτεται πνευματικά , όχι σαρκικά . Ο Κύριος δεν το λογαριάζει συνετό να κάνει κάποιο θαύμα μπρο­στά της , μα να δείξει πως ο ίδιος είναι προφήτης . Ξέ­ρει πως αυτό θα έχει το ίδιο δυνατό αποτέλεσμα με τη θαυματουργία . Ύπαγε φώνησον τον άνδρα σου . Ο Κύριος γνωρίζει πως δεν έχει άντρα , μα θέλει ν’ ακούσει τη δική της απάντηση .Την ταρακουνά ,φα­νερώνοντας την παντογνωσία Του.
Πέντε γαρ άνδρας έσχες . Αυτή ήταν μια δυνατή έκπληξη για τη γυναίκα . Τώρα όμως ακούει κι ένα ένοχο μυστικό της, που πολύ θά ‘θελε να κρύψει , όπως: και νυν ον έχεις ουκ έστι σου ανήρ . Αυτό λειτούργησε σαν κεραυνός που άστραψε στον γαλανό ουρανό.
Αλλά μην κατακρίνεις τη Σαμαρείτιδα, ανθρώπινη ψυχή . Μη την καταδικάζεις . Ρώτησε καλύτερα τον εαυ­τό σου : «Ποιός είναι ο σύζυγός μου ; ». Δεν είχες ήδη πέ­ντε άντρες ίσαμε τώρα ; Κι ο σύντροφος που έχεις τώρα δεν είναι κάποιος άλλος κι όχι ο νόμιμος σύζυγός σου ; Η ψυχή είναι εκκλησία . Κεφαλή της εκκλησίας είναι ο Χριστός . Με λίγα λόγια, σύζυγος (νυμφίος) της χρι­στιανικής ψυχής είναι ο ίδιος ο Κύριος. Αν όμως παραμένεις δεμένη σ’ αυτόν τον κόσμο, αν είσαι « συζευγμέ­νη » μ’ αυτόν κι αν οι πέντε αισθήσεις σου είναι ταιρια­σμένες μαζί του , τότε θα βρίσκεσαι στην ίδια αμαρτω­λή και δύστυχη κατάσταση όπου βρέθηκε κι η Σαμαρείτιδα .

Αν είσαι δυσαρεστημένη κι απογοητευμένη από τις αισθήσεις σου, τότε τις έχεις πραγματικά απορ­ρίψει, έχεις πάρει διαζύγιο απ’ αυτές. Τότε θα είναι σαν πέντε νεκροί σύζυγοι, οπότε εσύ αποφασίζεις να ζήσεις με τον έκτο σύντροφο, που βέβαια δεν είναι νόμιμος σύ­ζυγός σου, αλλά διάδοχος των άλλων πέντε , που όλοι μαζί ολοκληρώνουν την αισθητική σου αντίληψη . Αυτό είναι το ψέμμα κι η λάσπη που έχουν μαζέψει οι αισθή­σεις μέσα σου κι έχουν σχηματίσει ένα σωρό από σκου­πίδια.
Η συνομιλία του Κυρίου με τη Σαμαρείτιδα είναι συζήτηση του Θεού με την άπιστη ψυχή. Η συνομιλία αυτή περιέχει ένα μήνυμα για σένα. Είναι συνομιλία ανάμεσα στον Ουράνιο Νυμφίο και τη νύμφη Του, την ψυχή του ανθρώπου. Αυτός είναι ο λόγος που ο Κύριος επικέντρωσε τη συζήτησή Του στον άντρα της Σαμαρείτιδας.

Θα μπορούσε να εκτυλιχτεί διαφορετικά η συ­ζήτηση μαζί της, να της φανέρωνε με άλλον τρόπο πως ήταν προφήτης. Θά μπορούσε να της αποκαλύψει κάποιο άλλο μυστικό δικό της ή των γονιών της ή των γειτό­νων της στο Συχάρ. Κι η γνώση αυτή να είχε καταπλή­ξει εξίσου τη γυναίκα. Σκόπιμα όμως έφερε τη συζήτη­ση στο σύζυγο της γυναίκας, επειδή αυτό έχει να προ­σφέρει κάτι και σε σένα. Σε σένα καθώς και σ’ όλες τις ψυχές που δημιούργησε από την αρχή και θα συνεχίσει να δημιουργεί ως τη συντέλεια του κόσμου.

Η ερώτη­ση για το σύζυγό σου, ψυχή, είναι η σπουδαιότερη κι η πιο αποφασιστική. Όποιος κι αν είναι ο σύντροφός σου, είσαι σύζυγος του προσώπου αυτού. Αν σύντροφός σου είναι ο κόσμος, θα καταστραφείς μαζί του. Αν σύντρο­φός σου είναι η αμαρτία, θα πεθάνεις μαζί της. Αν σύ­ντροφός σου είναι ο διάβολος, θα είσαι μαζί του αιώνια. Σε οποιαδήποτε από τις παραπάνω περιπτώσεις, θα πί­νεις νερό που θα σου προκαλεί όλο και περισσότερη δίψα. Μόνο αν ομολογήσεις τον Κύριο Ιησού Χριστό ως νόμιμο Σύζυγό σου και τον συζευχθείς με πίστη κι αγά­πη, θα πίνεις το ζων ύδωρ, το δροσερό και ζωογόνο νε­ρό που θα σε ξεδιψάσει για πάντα και θα σε οδηγήσει στη βασιλεία των ουρανών και την αιώνια ζωή.

« Λέγει αυτώ η γυνή· Κύριε , θεωρώ ότι προφήτης ει συ. οι πατέρες ημών εν τω όρει τούτω προσεκύνησαν · και υμείς λέγετε ότι εν Ιεροσολύμοις εστίν ο τόπος όπου δει προσκυνείν. λέγει αυτή ο Ιησούς· γύναι , πίστευσόν μοι ότι έρχεται ώρα ότε ούτε εν τω όρει τούτω ούτε εν Ιεροσολύμοις προσκυνήσετε τω πατρί . υμείς προσκυ­νείτε ο ουκ οίδατε , ημείς προσκυνούμεν ο οίδαμεν · ότι η σωτηρία εκ των Ιουδαίων εστίν (Ιωάν. δ’, 19-22) . Ο Κύριος στοχεύει σκόπιμα ν’ αγγίξει μια πνευματική χορδή της Σαμαρείτιδας. Και το κατορθώνει αυτό ανα­φέροντας το παρελθόν της. Η γυναίκα, που ως τότε ένιωθε μόνο τις αισθήσεις και την κοσμική αντίληψη να κυριαρχούν μέσα της, άρχισε ξαφνικά να αισθάνεται πως ξυπνάει η πνευματική αντίληψη, που ως τότε ήταν ναρ­κωμένη . Και το πρώτο που κάνει , είναι ν’ αναγνωρίσει και να ομολογήσει το Χριστό ως προφήτη. Αυτό ήταν αρκετό σαν αρχή .

Κι αμέσως μετά άρχισε ν’ αναπτύσ­σεται ραγδαία το ενδιαφέρον της για τα πνευματικά πράγματα. Έτσι θέτει στον Κύριο ένα ερώτημα που ήταν πολύ επίκαιρο στις μέρες της. Ποιό ήταν αυτό ; Οι ατέλειωτες φιλονικίες που είχαν αυτήν την εποχή Ιου­δαίοι και Σαμαρείτες για τον τόπο όπου έπρεπε να λα­τρεύεται ο Θεός . Ποιός ήταν πιο θεάρεστος τόπος ; Η Ιε­ρουσαλήμ ή το βουνό της Σαμάρειας ; Ποιός λατρεύει καλύτερα και προσεύχεται σωστότερα στο Θεό , αυτός που κάνει μετάνοιες και προσεύχεται εδώ ή ο άλλος που κάνει μετάνοιες και προσεύχεται εκεί ; Οι πατέρες ημών εν τω όρει τούτω προσεκύνησαν . Η γυναίκα δε λέει «εμείς » , αλλά « οι πατέρες ημών » . Ήθελε μ’ αυτόν τον τρόπο να δώσει μεγαλύτερη σπουδαιότητα στο όρος αυτό και να δικαιώσει έτσι περισσότερο τους Σαμαρείτες της εποχής της . Ήταν σα νά ‘θελε να πει : Δε διαλέξα­με εμείς το ορός τούτο για τόπο λατρείας του Θεού , αλλά οι πατέρες μας · κι εκείνοι ήταν ανώτεροι από μας και πιο κοντά στο Θεό.

Πάλι ο Κύριος δεν απαντά στη γυναίκα μ’ ένα «ναι» ή ένα «όχι». Προχωρεί προσπαθώντας ν’ αφυπνίσει και να στηρίξει την ψυχή της . Γύναι, πίστευσόν μοι… Πίστε­ψε Εμένα, γυναίκα, όχι εκείνους που σου λένε πως πρέ­πει να λατρεύεις το Θεό στο όρος αυτό ή στην Ιερουσα­λήμ. Θα έρθει καιρός που προσκυνήσετε τω πατρί ούτε στο όρος αυτό ούτε στην Ιερουσαλήμ . Ο Κύριος σκό­πιμα χρησιμοποιεί τον όρο « πατήρ » αντί γιά « θεού ς» ( οι Σαμαρείτες προσκυνούσαν και «Θεό» και «θεούς» ) . Μ’ αυτόν τον τρόπο η γυναίκα θα κατανοήσει πως με την καινούργια αντίληψη για το Θεό θα μάθει και τη νέα λατρεία . Η λατρεία του Πατέρα δε θα εξαρτάται από συγκεκριμένο τόπο . Κι έτσι η αποκλειστικότητα που διεκδικούσαν οι Σαμαρείτες κι οι Ιουδαίοι καταργείται . Μ’ αυτόν τον τρόπο ο Κύριος προφητεύει κάτι που θά γίνει σύντομα και που έχει σχέση με την έλευσή Του στον κόσμο .

Μ’ όλο που ο Κύριος δίνει και στις δυο αυτές μορφές αποκλειστικότητας το ίδιο βάρος και προφητεύει το τέ­λος και των δύο , στα θέματα της γνώσης του Θεού δί­νει κάποια υπεροχή στους Ιουδαίους . υμείς προσκυνείτε ο ουκ οίδατε , ημείς προσκυνούμεν ο οίδαμεν . Ο Κύριος γνωρίζει πως η γυναίκα τον βλέπει σαν Ιουδαίο , γι’ αυτό και μιλάει σαν Ιουδαίος. Εσείς οι Σαμαρείτες , είπε , δε γνωρίζετε ποιον προσκυνάτε , γιατί προσκυνάτε πολλούς θεούς και είδωλα . Ομολογείτε τη θεότητα του Θεού του Αβραάμ και του Ιακώβ, ταυτόχρονα όμως προσφέρετε θυσία στα πολυάριθμα είδωλα των Ασσυρίων και των Βαβυλωνίων.

Οι Ιουδαίοι γνωρίζουν τουλάχιστον πως υπάρχει ένας Θεός, μ’ όλο που τον προ­σκυνούν και κείνοι, όπως και σεις, με πετρωμένες καρ­διές, με σκοτισμένο νου και νεκρές συνήθειες. Παρά ταύτα, η σωτηρία εκ των Ιουδαίων εστίν. Δηλαδή, λέ­ει ο Κύριος, ο Μεσσίας θα γεννηθεί από Ιουδαίους. Από Εκείνον θα έρθει η σωτηρία του κόσμου. Αυτό υποσχέ­θηκε ο Θεός στους προπάτορές μας και το ίδιο προφή­τεψαν οι προφήτες. Έτσι φρόντισε η πρόνοια του Θεού κι έτσι έγιναν τα πράγματα.

«Αλλ’ έρχεται ώρα, και νυν εστιν, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί προσκυνήσουσι τω πατρί εν πνεύματι και αληθεία· και γαρ ο πατήρ τοιούτους ζητεί τους προσκυνούντας αυτόν. πνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν» (Ιωάν. δ’, 23-24). Η λατρεία των Σαμαρειτών δεν είναι αλη­θινή, γιατί δεν ξέρουν ποιο θεό προσκυνούν. Η λατρεία στην Ιερουσαλήμ δεν είναι παρά σκιά της αληθινής λα­τρείας του Θεού, «σκιά των μελλούμενων αγαθών» (Εβρ. ι’, 1). Τόσο το ψεύτικο, το μη αληθινό, όπως και η σκιά, σύντομα θα εξαφανιστούν και στη θέση τους θα βασιλέψει η αληθινή λατρεία του Θεού.

Ο Ήλιος της καινούργιας μέρας ανέτειλε. Η αυγή της καινούργιας μέρας χαράζει καθαρά και διαλύει το σκοτάδι και τις σκιές. Περνάει πολύς καιρός κι εξα­κολουθεί να είναι χαραυγή. Όταν το φως της και­νούργιας μέρας λάμψει παντού, τότε οι άνθρωποι θα γνωρίσουν το Θεό ως Πατέρα και θα τον προσκυνή­σουν σαν γιοι Του, όχι σαν δούλοι Του. Δε θα τον λατρεύουν με λέξεις και θυσίες νεκρές, αλλ’ εν πνεύ­ματι και αληθεία, με ψυχή και σώμα, με πίστη και έργα, με σοφία κι αγάπη. Ο άνθρωπος στην πληρό­τητά του θα λατρεύσει το Θεό στη δική Του πληρό­τητα. Ο άνθρωπος που συνίσταται από ψυχή και σώμα, θα τα καθαγιάσει και τα δύο στο Θεό, και θα τον προσκυνήσει με τα δύο.

Οι προσκυνητές θα υποκλιθούν όχι σε κάποιο πλάσμα, μα στον ίδιο το Δη­μιουργό, όχι σε κακούς δαίμονες που εμφανίζονται σαν θεοί, αλλά στον Ένα Πολυεύσπλαχνο Πατέρα του φωτός και της αλήθειας. Τέτοιοι είναι οι προσκυνητές που αναζητούν τον Ουράνιο Πατέρα. Πνεύμα ο Θεός. Ο Θεός είναι Πνεύμα, δεν είναι ούτε σάρκα ούτε άγαλμα ούτε νεκρός λόγος ή ένας τόπος. Γι’ αυτό και όσοι τον προσκυνούν, πρέπει να το κάνουν εν πνεύματι και αληθεία. Ο άνθρωπος επικοινωνεί με το θνητό κόσμο γύρω του, γι’ αυτό και με τους θνητούς συμπεριφέρεται κι αυτός ως θνητός. Όταν όμως επικοινωνεί με τον αθάνατο Θεό, πρέπει να τον προσεγγίσει με ό,τι είναι αθάνατο. Όπως λέει ο από­στολος, «ου γαρ ζητώ τα υμών, αλλά υμάς» (Β’ Κορ. ιβ’, 14).

Ο παλιός κόσμος υπηρετούσε το Θεό με νομικές φόρ­μες. Πρόσφερε θυσία στο Θεό τράγους και κριάρια, σε­βόταν το Σάββατο κι εκτελούσε τους απαραίτητους κα­θαρισμούς, είχε λησμονήσει όμως το έλεος και την αγά­πη. Διάβαζε τα λόγια, «θυσία τω Θεώ πνεύμα συντετριμμένον καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει» (Ψαλμ. ν’, 17), μα δεν τα καταλάβαινε και γι’ αυτό δεν τα τηρούσε. Από τώρα και στο εξής όμως θα λατρεύει το Θεό εν πνεύματι και αληθεία. Γι’ αυτό το λόγο ήρθε ο Κύριος στη γη, για να δώσει το παράδειγμα τέτοιας λατρείας και προσκύνη­σης. Η δυσωδία των τράγων και των κριαριών που προ­σφέρονταν θυσία από ανθρώπους με πέτρινες καρδιές και σκοτισμένες ψυχές, ήταν προσβλητική για το Θεό. Παλιότερα ίσως να μην ήταν δυσωδία αλλά ευωδία. Τότε όμως οι θυσίες προσφέρονταν από τον Αβραάμ, τον Ισαάκ, τον Ιακώβ και το Μωυσή.

Η ευωδία αυτή δεν προερχόταν από το αίμα και τις σάρκες των ζώων, αλλ’ από τις ευλαβικές ψυχές και τις φιλόθεες καρδιές των πιστών δούλων Του. Αργότερα που οι ψυχές εκείνων που έκαναν θυσίες ζώων μαράθηκαν κι οι καρδιές τους πέτρωσαν, καμιά θυ­σία δεν μπορούσε να προσφέρει ευωδία στο Θεό. Ο Θε­ός δε ζητά τη μυρουδιά που βγαίνει από τις σάρκες και το αίμα, αλλ’ εκείνο που βγαίνει από τις καρδιές και τις ψυχές των ανθρώπων. Έτσι όλες οι μυρουδιές που έβγαι­ναν από τα θυσιαστήρια, για τον Κύριο ήταν δυσωδία. Κι αυτό ίσχυε για όλα τα θυσιαστήρια, είτε της Ιερου­σαλήμ είτε της Σαμάρειας. Πάνω σ’ όλη την κόπρο του κόσμου, απ’ όπου αναδυόταν η μυρουδιά κι ο θάνατος, ήρθε ο Κύριος να σπείρει τα άνθη του πνεύματος και της αλήθειας, που θα κατέστρεφαν το θάνατο και θ’ αφάνιζαν τη δυσωδία. Έτσι ο νέος κόσμος παρουσιάζεται στο Θεό ως νύμφη, αγνή και καταστόλιστη.

« Λέγει αυτώ η γυνή· οίδα ότι Μεσσίας έρχεται ο λε­γόμενος Χριστός · όταν έλθη εκείνος , αναγγελεί ημίν πάντα . λέγει αυτή ο Ιησούς · εγώ ειμι ο λαλών σοι . Και επί τούτω ήλθον οι μαθηταί αυτού, και εθαύμασαν ότι μετά γυναικός ελάλει· ουδείς μεν τοι είπε , τί ζητείς ή τί λαλείς μετ’ αυτής ; αφήκεν ουν την υδρίαν αυτής η γυ­νή και απήλθεν εις την πόλιν » (Ιωάν. δ’, 25-28).

Τί πα­ράξενο σκηνικό ! Τί περίεργη αλληλουχία σκηνών και γεγονότων! Ο Κύριος στέκεται στο κέντρο μόνος Του, ακίνητος, όπως η αιωνιότητα. Η γυναίκα προκλήθηκε από τα πνευματικά λόγια του Κυρίου Ιησού και ξαφνικά θυμήθηκε τον αναμενόμενο Μεσσία, που τον περί­μεναν κι οι Σαμαρείτες όπως ακριβώς οι Ιουδαίοι. Όταν έλθη εκείνος, αναγγελεί ημίν πάντα, είπε η γυ­ναίκα. Για εκείνην, όπως και για όλους τους άλλους, η ιδέα του Μεσσία ήταν κάτι μακρινό, κάτι που βρισκό­ταν πιο μακριά κι από τη γραμμή του ορίζοντα. Κι ένιω­σε μεγάλη έκπληξη όταν ο Κύριος της αποκάλυψε πως Εκείνος ήταν ο αναμενόμενος Μεσσίας. Εγώ ειμί ο λαλών σοι. Η γυναίκα έμεινε άφωνη από θαυμασμό, δεν του απάντησε. Κι εκείνη την ώρα έφτασαν οι από­στολοι από την πόλη και θαύμασαν που είδαν τον Κύ­ριο να μιλάει με μια γυναίκα και μάλιστα άπιστη , Σαμαρείτιδα . Κι έμειναν άφωνοι κι εκείνοι .
Η γυναίκα δεν ήξερε τι άλλο να ρωτήσει ή να πει. Πα­ράτησε τη στάμνα της εκεί κι έτρεξε στην πόλη. Ήθε­λε το συντομότερο ν’ αναγγείλει αυτό που ανακάλυψε. Αυτή ήταν μια πολύ εκφραστική σκηνή, πιο εύγλωττη απ’ όλα τα λόγια του κόσμου. Η γυναίκα έτρεξε, έφτα­σε στην πόλη και μίλησε σε όλους για τον παράξενο άνθρωπο που γνώρισε στο πηγάδι . «Μήτι ούτος εστίν ο Χριστός;». Δεν τολμάει να πει πως «Αυτός είναι ο Χρι­στός», μ’ όλο που είχε αποκτήσει εμπειρία της σπάνιας πνευματικής σοφίας Του. Έτσι, σα να διστάζει γι’ αυτό που θέλει να πει, ρωτάει: Μήτι ούτος εστίν ο Χριστός; Είναι σα να ήθελε να πει: Είμαι μια ξένη γυναίκα και δεν μπορώ να είμαι σίγουρη γι’ αυτό· εσείς είστε άντρες κι οπωσδήποτε πιο προσεχτικοί και πιο λογικοί από μέ­να. Γι’ αυτό «έρχου και ίδε». Έτσι η γυναίκα, τόσο με την επιτηδειότητά της όσο και με τη μετριοφροσύνη της, κατόρθωσε να τραβήξει την προσοχή όλων των κατοί­κων της Συχάρ, που «εξήλθον ουν εκ της πόλεως και ήρχοντο προς αυτόν».
Μόλις έφυγε η γυναίκα ξεκίνησε μια συζήτηση ανά­μεσα στο Διδάσκαλο και τους μαθητές Του. «Ηρώτων αυτόν οι μαθηταί λέγοντες· ραββί, φάγε». Είχαν αγο­ράσει τρόφιμα στην πόλη και του έφεραν να φάει. Κι ο δάσκαλός τους σίγουρα πεινούσε. Αντί να φάει όμως, συ­νέχισε τη θεϊκή αποστολή Του, για την όποια ήρθε στον κόσμο. Δεν έδωσε προσοχή στη σωματική πείνα. Ήταν πολύ σπουδαία στιγμή και δεν ήθελε να περάσει ανεκμετάλλευτη. Δε θ’ αντάλλαζε με τίποτα την ανάγκη της ψυχής για λίγο φαγητό. Έτσι απάντησε στους μαθητές Του:

«Εγώ βρώσιν έχω φαγείν, ην υμείς ουκ οίδατε. έλεγον ουν οι μαθηταί προς αλλήλους· μή τις ήνεγκεν αυτώ φαγείν;» (Ιωάν. δ’, 32-33). Ο Κύριος τους μιλούσε για πνευματική τροφή κι οι μαθητές Του για σωματι­κή. Η ίδια περίπου σκηνή είχε γίνει και νωρίτερα, όταν ο Κύριος μιλούσε στη γυναίκα για πνευματικό νερό και κείνη έλεγε για το νερό του πηγαδιού. Τώρα Εκείνος μιλούσε για πνευματική τροφή κι οι μαθητές Του σκέ­φτονταν τη σωματική.« Λέγει αυτοίς ο Ιησούς · εμόν βρώμά εστίν ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με και τελειώσω αυτού το έργον » (Ιωάν. δ’, 34).

Το θέλημα του Πατέρα είναι και του Υιού θέλημα , αφού ο Πατέρας κι ο Υιός μοιράζονται την ίδια ύπαρξη. Πώς λοιπόν τώρα ο Κύριος τους έλεγε για το θέλημα του Πατέρα κι όχι για το δικό Του; Γιατί μιλούσε για το έργο του Πατέρα κι όχι για το δι­κό Του; Δεν είναι το ίδιο πράγμα το θέλημα του Πατέ­ρα και το δικό Του; Δεν έχουν το ίδιο θέλημα; Δεν έχουν το ίδιο έργο; Ναι, το ίδιο έχουν. Κατονομάζει όμως το θέλημα από το οποίο καθοδηγείται : του Πατέρα Του· το έργο που έχει να εκτελέσει : του Πατέρα Του. Κι αυτά για χάρη μας. Για να διδάξει σ’ έμας τους ανυπάκουους και υπερήφανους την υπακοή και την ταπείνωση.

Προσέξτε όμως πόσο ευχάριστο είναι στον Κύριο το θέλημα του Πατέρα Του ! Δεν το βλέπει σαν καθήκον , αλλά σαν τροφή ! Εμόν βρώμά εστιν ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με, του Πατέρα μου . Τι θεϊκό παρά­δειγμα , τι ευγενικός έλεγχος σε όλους εμάς , που όλη μέρα μιλάμε για το καθήκον μας , λες και πρόκειται για βάρος.

Αν πράγματι κοιτάξουμε τον Κύριο και την τή­ρηση του θελήματός Του από τη μια μεριά και το βαρύ καθήκον Του προς τους ανθρώπους από την άλλη, πρέ­πει να παραδεχτούμε λογικά πως κανένας στον κόσμο δεν μπορεί να κάνει το θέλημα του Θεού, αν δεν το δέ­χεται τόσο ευχάριστα, όπως την καθημερινή τροφή Του. Αυτό είναι που λέει ο Κύριος: πως κάνει το θέλημα του Πατέρα Του, όχι το δικό Του, όπως λέει και σ’ ένα άλλο σημείο: « καταβέβηκα εκ του ουρανού ουχ ίνα ποιώ το θέλημα το εμόν, αλλά το θέλημα του πέμψαντός με » (Ιωάν. στ’, 38). Αυτό δε σημαίνει πως ο Υιός είναι κα­τώτερος από τον Πατέρα. Δείχνει απλά τη μεγάλη αγά­πη που τρέφει ο Υιός προς τον Πατέρα Του.

Ο ίδιος ευαγγελιστής αναφέρει επίσης πως ο Πατέ­ρας ακούει πάντα τον Υιό. « Εγώ δε ήδειν ότι πάντοτέ μου ακούεις » (Ιωάν. ια’, 42). Η τέλεια υπακοή του Πα­τέρα ανταποκρίνεται έτσι στην τέλεια υπακοή του Υιού, και η τέλεια υπακοή του Αγίου Πνεύματος ανταποκρί­νεται στην τέλεια υπακοή του Πατέρα και του Υιού. Κι η τέλεια υπακοή κυριαρχεί σε ενότητα με την τέλεια αγάπη. Γι’ αυτό και η αληθινή τροφή του Υιού είναι να κάνει το θέλημα του Πατέρα. Αληθινή τροφή του Πα­τέρα είναι να κάνει το θέλημα του Υιού. Κι αληθινή τρο­φή του Αγίου Πνεύματος είναι να κάνει το θέλημα του Πατέρα και του Υιού.

«Ουχ υμείς λέγετε ότι έτι τετράμηνός εστι και ο θε­ρισμός έρχεται ; ιδού λέγω υμίν , επάρατε τους οφθαλ­μούς υμών και θεάσασθε τας χώρας, ότι λευκαί εισι προς θερισμόν ήδη » (Ιωάν. δ’, 35). Λίγο νωρίτερα ο Κύριος μιλούσε στους μαθητές Του για πνευματική τροφή, τώ­ρα τους λέει για πνευματικό θερισμό . Ο πνευματικός θερισμός είναι κοντά , φαίνεται , όπως φαίνεται και ο επί­γειος θερισμός. Όταν τα στάχυα γίνονται κίτρινα ή λευκά, όλοι ξέρουν πως ο θερισμός πλησιάζει. Όταν πλή­θη ανθρώπων έρχονται κοντά στο Χριστό, είναι φανε­ρό πως ο πνευματικός καρπός έχει ωριμάσει.

Όταν οι Σαμαρείτες άκουσαν για το Χριστό από τη Σαμαρείτιδα, δεν είπαν πως η γυναίκα αυτή τρελλάθηκε, αλλά παράτησαν τη δουλειά τους κι έτρεξαν όλοι μαζί να τον δουν. Επάρατε τους οφθαλμούς υμών και θεάσασθε, δείτε τα πλήθη των ανθρώπων που τρέχουν κοντά μας ! Αυτός είναι ο αγρός του Θεού. Αυτή είναι η ώριμη σοδειά που περιμένει τους θεριστές. Έτσι είναι. « Ο μεν θερισμός πολύς, οι δε εργάται ολίγοι » (Λουκ. ι’, 2). Εσείς είστε οι θεριστές του αγρού του Θεού. Για­τί μου προσφέρετε υλική, πρόσκαιρη τροφή, όταν υπάρ­χει μπροστά μας τόσο πλούσιος κι υπέροχος θερισμός; Όταν ο νοικοκύρης βλέπει μπροστά του τέτοιο θερισμό, δεν ξεχνάει να φάει από τη χαρά του; Κι όταν βρε­θεί μπροστά σε τέτοια θαυμάσια θέα, δεν τρέχει αμέ­σως να θερίσει τη σοδειά του και να την μαζέψει στις αποθήκες όσο γίνεται πιο γρήγορα, προτού την καταστρέψει η καταιγίδα; Γι’ αυτό μη φροντίζετε υπερβολικά για την τροφή σας ή για τον εαυτό σας ή για Μένα. Τρέξτε γρήγορα στο θερισμό για να μη χάσετε το μισθό σας.

«Και ο θερίζων μισθόν λαμβάνει και συνάγει καρπόν εις ζωήν αιώνιον, ίνα και ο σπείρων ομού χαίρη και ο θερίζων. εν γαρ τούτω ο λόγος εστίν ο αληθινός, ότι άλλος εστίν ο σπείρων και άλλος ο θερίζων. εγώ απέ­στειλα υμάς θερίζειν ο ουχ υμείς κεκοπιάκατε· άλλοι κεκοπιάκασι, και υμείς εις τον κόπον αυτού εισεληλύθατε» (Ιωάν. δ’, 36-38).

Στον απέραντο αγρό του Θεού, πολλές φορές δεν προλαβαίνουν οι ίδιοι εργάτες και να σπείρουν και να θερίσουν, επειδή οι μέρες του ανθρώπου είναι μετρημέ­νες. Μερικοί άνθρωποι σπέρνουν και πεθαίνουν προτού προλάβουν να δουν τον καρπό του κόπου τους. Μετά γεννιούνται άλλοι, όταν ο καρπός που έσπειραν μεγά­λωσε, ωρίμασε κι έγινε κίτρινος για θερισμό. Κι έτσι αυτοί γίνονται θεριστές και μαζεύουν τον ώριμο καρπό που δεν έσπειραν.

Ο αγρός του Θεού στη γη έχει σπαρεί από την αρχή με ζωή. Σποριάδες ήταν οι προπάτορές μας, οι άνθρω­ποι του Θεού, προφήτες και δίκαιοι, κυρίως οι προφήτες. Εκείνοι έσπειραν, μα δεν είδαν τον καρπό ν’ αυξάνει και να ωριμάζει. Έζησαν όλοι με πίστη και πέθαναν με πίστη, χωρίς να δουν τους καρπούς της επαγγελίας. Τους είδαν μόνο από μακριά, με την πνευματική τους όραση (βλ. Εβρ. ια’,13).

Ο Κύριος Ιησούς είπε κάποτε στους μαθητές Του: «Πολλοί προφήται και δίκαιοι επεθύμησαν ιδείν α βλέ­πετε, και ουκ είδον» (Ματθ. ιγ’, 17). Οι σποριάδες δε βλέπουν εκείνα που βλέπουν οι θεριστές: τον καρπό και το θερισμό. Κι οι δυό τους όμως θα λάβουν μισθό για τον κόπο τους, γιατί κι οι δυό τους είναι εργάτες στον αγρό του Θεού, ίνα και ο σπείρων ομού χαίρη και ο θερίζων.

Ο Κύριος επαινεί τους κόπους και τους αγώνες των προφητών και των δικαίων της Παλαιάς Διαθήκης, ταυ­τόχρονα όμως ενθαρρύνει τους αποστόλους στον αγώνα του θερισμού τους. Είναι σα νά ‘θελε να πει: Αυτοί έκα­ναν μεγαλύτερους αγώνες από σας, γιατί είναι πιο δύ­σκολο και πιο κουραστικό να σπέρνεις, χωρίς να βλέπεις τον καρπό στον αγρό σου, παρά να θερίζεις τον ώριμο καρπό. Εσείς μπήκατε στο δικό τους κόπο. Εκείνοι αγω­νίστηκαν και πέθαναν σαν μισθωτοί και δούλοι, χωρίς να δουν στο μεταξύ τον Κύριο του αγρού. Εσείς έχετε τον Κύριο ανάμεσά σας, εργάζεστε σαν γιοί, όχι σαν μισθω­τοί ή δούλοι. Στην ουσία ο ίδιος ο Κύριος εργάζεται, εσείς είστε οι συν-εργάτες Του. Γι’ αυτό ευφρανθείτε και σπεύσετε με χαρά να θερίσετε τον ώριμο καρπό.

«Εκ δε της πόλεως εκείνης πολλοί επίστευσαν εις αυτόν των Σαμαρειτών δια τον λόγον της γυναικός, μαρτυρούσης ότι είπέ μοι πάντα όσα εποίησα» (Ιωάν. δ’, 39). Δέστε πόσο ώριμος είναι ο καρπός! Δέστε πόσο πλούσιος είναι ο θερισμός! Η διψασμένη γη ρούφηξε γρήγορα το νερό. Πολλοί Σαμαρείτες πίστεψαν στο Χριστό ακόμα και προτού τον δουν, μόνο με τα λόγια που άκουσαν από τη γυναίκα. Η Σαμαρείτιδα δεν ήταν απόστολος, ούτε κι έκανε κάποιο θαύμα. Αντίθετα μά­λιστα, ήταν μια γυναίκα αμαρτωλή. Κι έτσι όμως τα λόγια της είχαν πλούσιο θερισμό ανάμεσα σ’ αυτούς τους ειδωλολάτρες. Τί ντροπή, τί αμηχανία για τους Ιουδαί­ους, τον Εκλεκτό Λαό! Εκείνοι άκουσαν από το στό­μα Του όλα τα δυνατά λόγια, μα παράμειναν κουφοί και τυφλοί, αμετανόητοι και σκληρόκαρδοι!

Η Σαμαρείτιδα δεν κράτησε για τον εαυτό της τα καλά λόγια που άκουσε από τον Κύριο. Έτρεξε αμέσως να τα μεταδώ­σει και στους άλλους, γι’ αυτό και της αξίζει κάθε έπαι­νος. Είναι σαν τη γυναίκα που βρήκε τη χαμένη δραχμή κι αμέσως φώναξε τις γειτόνισσές της λέγοντας: «Συγχάρητέ μοι, ότι εύρον την δραχμήν ην απώλεσα» (Λουκ. ιε’, 9).

«Ως ουν ήλθον προς αυτόν οι Σαμαρείται, ηρώτων αυτόν μείναι παρ’ αυτοίς· και έμεινεν εκεί δύο ημέρας. και πολλώ πλείους επίστευσαν δια τον λόγον αυτού» (Ιωάν. δ’, 40-41). Οι Ναζαρηνοί ζητούσαν να τον γκρεμίσουν από το χείλος του όρους (βλ. Λουκ. δ’, 29), δια τον λόγον αυτού. Οι Γαδαρηνοί του ζήτησαν να τους αφήσει και να φύγει μακριά (Λουκ. η’, 37). Αυτοί εδώ οι Σαμαρείτες όμως του ζήτησαν να μείνει μαζί τους, ηρώτων αυτόν μείναι παρ αυτοίς. Ο Κύριος ανταποκρί­θηκε στο αίτημά τους κι έμεινε μαζί τους δυο μέρες. Κι ο θερισμός ήταν πραγματικά μεγάλος, πλούσιος, τόσο για εκείνους που τον πίστεψαν από τα λόγια που άκου­σαν από τη γυναίκα, όσο και για εκείνους που πίστεψαν άμεσα στα δικά Του λόγια.

Στη συνέχεια έλεγαν στη γυναίκα: «ουκέτι δια την σην λαλιάν πιστεύομεν· αυτοί γαρ ακηκόαμεν, και οίδαμεν ότι ούτός εστιν αληθώς ο σωτήρ του κόσμου ο Χριστός» (Ιωάν. δ’, 42). Δε μας είναι γνωστά όσα είπε ο Κύριος τις δυο αυτές μέρες στους πνευματικά πεινασμένους και διψασμένους ανθρώπους. Δε γράφτηκε τίποτα γι’ αυτά. Δεν υπάρχει αμφιβολία όμως πως τα λόγια Του είναι ύδωρ ζων, που όταν το πίνει ο άνθρωπος δεν ξαναδιψάει ποτέ πια. Αυτό φαίνεται πρώτο από το μεγάλο πλήθος εκείνων που πίστεψαν στον Κύριο και δεύτερο από την ορθή ομολογία της πίστης τους: ούτός εστιν αληθώς ο σωτήρ του κόσμου, ο Χριστός.

Ανάμεσα στους πολλούς θεούς που πίστευαν οι Σα­μαρείτες, μέσα τους διατηρούσαν και κάποια πίστη στο Θεό του Ισραήλ. Και κρατούσαν την πίστη αυτή όχι επειδή γνώριζαν το Θεό αυτό, αλλ’ από σεβασμό στον Ισραήλ (Ιακώβ), που κάποτε είχε ζήσει ανάμεσά τους. Γι’ αυτό κι η Σαμαρείτιδα μίλησε για τον «πατέρα μας Ιακώβ» (Ιωάν, δ’, 13). Οι Σαμαρείτες σίγουρα θα είχαν ακούσει την προφητεία για το άστρο που θ’ ανατείλει από τον Ιακώβ («ανατελεί άστρον εξ Ιακώβ», Αριθ­μοί, κδ’, 17). Όταν ο βασιλιάς των Μωαβιτών Μπαλάκ ξεκίνησε πόλεμο εναντίον των Ισραηλιτών, κάλε­σε τον προφήτη Βαλαάμ ν’ ανακοινώσει νίκη εναντίον του Ισραήλ, για να ενθαρρύνει το στρατό του. Ο Μπαλάκ υποσχέθηκε στο Βαλαάμ να του δώσει μεγάλα δώρα για τις υπηρεσίες του κι ο Βαλαάμ πήγε στο στρατόπε­δο του βασιλιά.

Όταν όμως προσπάθησε να κάνει τα μαγικά του και να προφητεύσει αυτά που ήθελε ο Μπαλάκ, ξαφνικά τον επισκέφτηκε το Πνεύμα του Θεού κι άρχισε να προφητεύει όχι αυτά που ήθελε ο Μπαλάκ, αλλ’ εκείνα που ήθελε ο Θεός. «Ως καλοί οι οίκοί σου Ιακώβ, αι σκηναί σου Ισραήλ». Όταν ο Μπαλάκ άκου­σε τα λόγια αυτά επιτίμησε τον Βαλαάμ, εκείνος όμως δεν πτοήθηκε και συνέχισε: «Φησί Βαλαάμ, υιός Βεώρ, φησίν ο άνθρωπος ο αληθινώς ορών, φησίν ακούων λό­για ισχυρού, όστις όρασιν Θεού είδεν εν ύπνω, αποκεκαλυμμένοι οι οφθαλμοί αυτού… ανατελεί άστρον εξ Ιακώβ, αναστήσεται άνθρωπος εξ Ισραήλ» (Αριθ. κδ’). Και να που εμφανίστηκε Εκείνος που προείδε ο Βαλαάμ από παλιά. Το άστρο έλαμψε από τη φυλή του Ιακώβ κι ήταν λαμπρότερο από τον ήλιο, πιο όμορφο από το καλλίτερο όνειρο. Κι οι Σαμαρείτες το είδαν και χάρηκαν. Το είδαν και πίστεψαν. Ήπιαν μέχρι κορεσμού το ύδωρ το ζων κι έζησαν στον αιώνα.

Ο Σωτήρας μας Χριστός δεν έδωσε το ζων ύδωρ μό­νο στους Σαμαρείτες και τους Ιουδαίους. Το έδωσε κι εξακολουθεί να το δίνει μέχρι σήμερα σε κάθε άνθρωπο που έχει επίγνωση της πνευματικής του δίψας στην έρη­μο αυτής της ζωής. Κάποτε ο Κύριος στάθηκε στην Ιε­ρουσαλήμ «και έκραξε λέγων· εάν τις διψά, ερχέσθω πρός με και πινέτω» (Ιωάν. ζ’, 37). Πρόσεξε πως το αναφέρει ο ευαγγελιστής: έκραξε. Ο Καλός Ποιμήν δεν ψιθυρίζει. Φωνάζει, κράζει το ποίμνιό Του, το καλεί στο νερό. Από την αγάπη Του για το ανθρώπινο γένος ο Χριστός στέκεται στη μέση της ερήμου αυτού του κόσμου και κράζει σ’ όλους τους ταξιδιώτες που είναι εξα­ντλημένοι από τη δίψα. Ευλογημένοι είναι όσοι ακούνε τη φωνή Του και τον πλησιάζουν με πίστη. Ο Χριστός δε θα τους ρωτήσει ούτε ποια γλώσσα μιλάνε ούτε σε ποιο έθνος ανήκουν. Ούτε την ηλικία τους θέλει να μά­θει ούτε αν είναι πλούσιοι ή φτωχοί. Θα δώσει σε όλους ύδωρ ζων για να τους ενισχύσει και να τους αναζωογο­νήσει, να τους ανανεώσει και να τους αναγεννήσει, να τους υιοθετήσει, να τους βγάλει από το πύρινο καμίνι αυτού του κόσμου και να τους οδηγήσει στη γη της επαγ­γελίας.

Πόσο υπέροχο είσαι, ύδωρ ζων! Γλυκύτατε Σωτήρα μας, δροσερή, κρυστάλλινη κι ανανεωτική πηγή, πόσο πλούσιος και ζωοποιός είσαι! Πνεύμα Αγιο, Παράκλητε, προσάγαγε στον Κύριο Ιησού όλους εκείνους που οι ψυχές τους διψούν για την αιώνια ζωή και κραυγάζουν: «Η ψυχή μου διψά για το Θεό, για το Ζώντα Θεό!»

Δόξα και ύμνος σε Σένα, Κύριε Ιησού, μαζί με τον Πατέρα και το Αγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαί­ρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν!

(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΟΜΙΛΙΕΣ Γ’: ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΗΜΕΡΑ – Από την Κυριακή του Πάσχα ως την Πεντηκοστή» Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Μετάφραση – Επιμέλεια ΠΕΤΡΟΥ ΜΠΟΤΣΗ – 2011)

Συνιστούμε ανεπιφύλακτα στους επισκέπτες της ιστοσελίδος μας το εξαιρετικό βιβλίο με τις ομιλίες του Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς:

Ομιλία εις την τέταρτη Κυριακή μετά το Πάσχα – Κυριακή της Σαμαρείτιδος (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς) | Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ (alopsis.gr)

========================

«Ανάγκη κατηχήσεως του λαού του Θεού» ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ – Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ [:Πράξεις 11, 19-30]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 12-5-1996]

Μας περιγράφει, αγαπητοί μου, ο ευαγγελιστής Λουκάς, τις πρώτες ημέρες της ζωής της Εκκλησίας, μετά την Πεντηκοστή. Και γράφει, όπως ακούσαμε εις το σημερινόν αποστολικόν ανάγνωσμα που είναι από τις Πράξεις: «Οἱ μὲν οὖν διασπαρέντες ἀπὸ τῆς θλίψεως τῆς γενομένης ἐπὶ Στεφάνῳ διῆλθον ἕως Φοινίκης καὶ Κύπρου καὶἈντιοχείας». Δηλαδή μετά από τον λιθοβολισμόν του Στεφάνου, έπεσε ένας φόβος εις την πόλιν της Ιερουσαλήμ. Έφυγαν πολλοί. Όχι οι Απόστολοι. Έφυγαν πολλοί, διεσπάρησαν, λέγει. Και άρχισαν να κηρύσσουν Χριστόν εις την ύπαιθρον. Κι εδώ βλέπομε ότι ήδη το κήρυγμα του Ευαγγελίου έφθασε εις την Φοινίκην, έφθασε εις την Κύπρον και εις την Αντιόχειαν. Και τότε αντελήφθησαν ότι ήδη το κήρυγμα του Ευαγγελίου είχε φθάσει εις την Κύπρο και την Αντιόχεια, αντελήφθησαν οι Απόστολοι, που είχαν μείνει μέσα εις την πόλιν και βέβαια εν συνέχεια ενήργησαν σχετικά.

     Ωστόσο, πώς ακριβώς διεδόθη το Ευαγγέλιον…, ανώνυμοι το διέδωσαν. Γράφει πάλι ο Λουκάς: «Τινές ἐξ αὐτῶν ἄνδρες Κύπριοι καὶ Κυρηναῖοι, οἵτινες εἰσελθόντες εἰς Ἀντιόχειαν ἐλάλουν πρὸς τοὺς Ἑλληνιστάς, εὐαγγελιζόμενοι τὸν Κύριον Ἰησοῦν».  Ένα είναι γεγονός ότι εξεδηλώθη μία προκοπή πέρα ως πέρα από κάθε προσδοκία τους διά την διάδοσιν του Ευαγγελίου. Είχαν μείνει έκπληκτοι εκείνοι που διέδιδαν το Ευαγγέλιο. Σας είπα: ανώνυμοι. Σημειώνει ο Λουκάς μια πολύ χαρακτηριστική φρασούλα: «Καὶἦν χεὶρ Κυρίου μετ᾿ αὐτῶν». «Ήταν», λέει, «χέρι Κυρίου μαζί τους». Είναι μία εβραϊκή έκφρασις που σημαίνει βοήθεια. Βοήθεια του ουρανού.

     Αν έχετε προσέξει στην Αγιογραφία μας, πολλές φορές από μία εικόνα ενός αγίου ή κάποιων αγίων, να βγαίνει από τη γωνία του όλου πλαισίου της εικόνος, από τη γωνία την αριστερή συνήθως, μπορεί όμως και από τη δεξιά, να βγαίνει ένα χέρι και να ευλογεί. Αυτή είναι η χειρ Κυρίου, που δίνει ευλογία. Εικονογραφικώς έτσι παριστάνεται.

     Ένα κήρυγμα λοιπόν, μία ιεραποστολική προσπάθεια, είχε εδώ όλη την ευλογία του Θεού. Ξεκίνησε δηλαδή όπως βλέπουμε σαφώς και ο Ευαγγελισμός του κόσμου, του εθνικού κόσμου. Γι΄αυτό επέτρεψε ο Θεός, ένας λόγος, δεν είναι ο μόνος, τον διασκορπισμόν των χριστιανών από την Ιερουσαλήμ, με τον λιθοβολισμόν του Στεφάνου, ακριβώς διότι, ενώ τους είπε ο Κύριος να ξεχυθούν μετά την Πεντηκοστή, έμεναν ακόμα εις τα Ιεροσόλυμα. Βλέπετε ότι όταν κάποτε ο Θεός θέλει κάτι, ενώ μας το παρήγγειλε, μετά δημιουργεί έναν βίαιο τρόπο. Μην τρομάζομε. Είναι μέσα στο σχέδιο του Θεού αυτός ο βίαιος τρόπος, να μας ταρακουνήσει, όπως λέμε στη γλώσσα μας, να μας ξυπνήσει, να αντιληφθούμε μερικά πράγματα.

Και τούτο διότι ο Κύριος είπε εις τους μαθητάς Του την ημέρα της Αναλήψεώς Του: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ῾Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν». « Και να τους διδάσκετε όλα να τα φυλάττουν, εκείνα που σας παρήγγειλα Εγώ », λέει ο Κύριος. Έτσι λοιπόν ξεκινά το κήρυγμα του Χριστού, με πολλή καρποφορία και με πολλή ευλογία. Σας υπενθυμίζω: «Καὶἦν χεὶρ Κυρίου μετ᾿ αὐτῶν».

   Τίθεται όμως το ερώτημα : Αυτά γράφτηκαν, αυτά διαβάστηκαν, αυτά ακούστηκαν σήμερα στην Εκκλησία. Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: Αυτή η ευλογία της διαδόσεως του Ευαγγελίου, διετήρησε την ίδια θερμότητα μέσα εις τους είκοσι διαρρεύσαντας αιώνας; Δυστυχώς όχι.

Είναι γνωστό ότι κανείς κάποτε στους τρεις, τέσσερις πρώτους αιώνες δεν εγίνετο δεκτός εις την Εκκλησίαν  – και δεκτός με την έννοιαν να παρίσταται εις την Θείαν Λειτουργίαν, και με την έννοια ότι ηδύνατο να κοινωνήσει, ένα απομεινάρι της εποχής είναι το «Τάς θύρας, τάς θύρας…». Ήταν παράγγελμα αυτό. Τεχνικό παράγγελμα. «Κλείστε τις πόρτες, θυρωροί, κλείστε τις πόρτες! Ουδείς αμύητος, ουδείς κατηχούμενος». Έπρεπε μόνον να είναι οι πιστοί μέσα εις την Εκκλησίαν. Έτσι βλέπομε ότι υπήρχε μία αυστηρότητα εις το θέμα αυτό.

     Κανείς λοιπόν δεν εγίνετο δεκτός μη βαπτισθείς εις την Εκκλησίαν. Αλλά για να βαπτιστεί έπρεπε να δεχθεί την Κατήχησιν. Το βάπτισμα συνήθως ακολουθούσε την Κατήχησιν. Και όπου εκρίνετο βέβαια επαρκής η Κατήχησις, γιατί μπορούσε -ας χρησιμοποιήσω μία σύγχρονη έκφραση-  να μείνει κανείς μεταξεταστέος· διότι ύστερα από μία μακρά κατήχηση, μηνών, έτους, ετών, ήρχετο επίσκοπος και έκανε εξετάσεις, ούτως ειπείν «Πες μου εσύ αυτό, πες μου εσύ εκείνο», κι αν κάποιος δεν εγνώριζε την Κατήχησιν, τότε ανεβάλλετο η βάπτισή του για την προσεχή φορά. Και η βάπτισις, όπως είναι γνωστό, εγίνετο χοντρικά, μία φορά τον χρόνο, δύο φορές τον χρόνο. Χριστούγεννα έως Θεοφάνια, γι΄αυτό λέμε αντί του Τρισαγίου ύμνου «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε» προς τιμήν των το λέμε αυτό, και το Πάσχα. «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε. Αἰνεῖτε τὸν Θεὸν, ἀλληλούια».

     Έτσι, υπήρχε μία αυστηρότης. Γι΄αυτό είχαμε και σπουδαίους Χριστιανούς. Και όπως είπε κάποιος: Από την πόρτα, λέγει, έμπαιναν οι Κατηχούμενοι, δηλαδή προκειμένου να βαπτιστούν εις την Εκκλησίαν, αφού εδέχθησαν δαψιλή, λιπαρά Κατήχηση, αν θέλετε να δείτε ένα δείγμα της Κατηχήσεως των Κατηχουμένων, πάρτε παρακαλώ τον τόμον εκείνον που αναφέρεται στις «Κατηχήσεις» του αγίου Κυρίλλου, είναι γραμμένες το 350 μ. Χ. να δείτε τι ζητούσε ο άγιος Κύριλλος και τι έπρεπε να μάθουν οι Κατηχούμενοι.

Ένα μικρό απόσπασμα του περιεχομένου βρίσκεται και εις τις Αποστολικές Διαταγές. Ας είναι. Θέματα και δόγματος, θέματα δε και ήθους. Δεν μπορείς να είσαι ανήθικος. Πρέπει να μάθεις γιατί δεν πρέπει να είσαι ανήθικος. Αλλά και θέματα δόγματος. Ότι ο Θεός είναι Τριαδικός, τούτο, εκείνο, εκείνο, εκείνο.

   Αυτή ήταν η αρχή της Εκκλησίας μας, που έλαμψε. Γιατί όπως σας είπα, από τη μία πόρτα έμπαιναν οι βαπτισμένοι αφού είχαν λιπαράν κατήχησιν, για να βγουν, λέει από την άλλην πόρταν της Εκκλησίας ως μάρτυρες. Αυτή όμως η αρχή της Εκκλησίας, εχαλάρωσε. Μετά από την ανάδειξη του Χριστιανισμού ως επισήμου θρησκείας του κράτους. Έτσι έφθασε να προηγείται το Βάπτισμα και να ακολουθεί η κατήχησις. Αλλά τότε η κατήχησις άρχισε να αμελείται. «Ε καλά… ε, καλά, θα…». Δεν υπήρχε εκείνο που θα κινούσε να προωθήσει η απουσία του Βαπτίσματος. Αυτή δε η κατάστασις έφθασε να δημιουργήσει μία χαλαρότητα και ήθους και πίστεως εις τα μέλη της Εκκλησίας μας. Και η κατήχησις απέβλεπε βεβαίως στη γνώση του δόγματος, αλλά και εις την διόρθωσιν του βίου.

     Τι κόσμο βρήκε ο Χριστιανισμός; Τον γνωστό μας εθνικόν κόσμον. Ειδωλολατρικόν, με πλήθος ελαττώματα, κακίας και πάθη. Αυτά έπρεπε να διορθωθούν. Με την παραμέληση όμως της Κατηχήσεως, άρχισαν και οι ανάλογοι καρποί. Άγνοια του δόγματος της πίστεως και ημελημένος βίος. Κι όπως έγραψε κάποτε κάποιος, συγκεκριμένα ο μακαριστός Τρεμπέλας στην Κατηχητική του ότι μέσα σε ένα μεγάλο καζάνι που έβραζε το νερό, ξαφνικά, λέγει, απότομα, χύθηκε μία πολύ μεγάλη ποσότητα κρύου νερού. Και κόπηκε η βράση. Αυτό συνέβη.

Έτσι βλέπομε στη Ρωσία, επί παραδείγματι, που εκατηχήθη ορθοδόξως, αλλά κατηχήθηκε πολύ χοντρικά, έσπευδαν να βαπτιστούν στα ποτάμια όλος ο λαός, ομαδικά ομαδικά. Δεν έμεναν περιθώρια κατηχήσεως. Αλλά και στον δικό μας εδώ χώρο τον Ελληνικό, τα ίδια. Έτσι λοιπόν οι άνθρωποι αυτοί, ούτε βίο διόρθωσαν, ούτε γνώση πίστεως απέκτησαν. Και κόπηκε η βράση. Δηλαδή ο ζήλος, εκείνος ο ενθουσιασμός, εκείνο το «Είμαι Χριστιανός». Γιατί μου κόστισε να είμαι Χριστιανός.

      Και η κατήχησις μετά το Βάπτισμα, κατοπινά, είτε γίνεται με την μορφήν εφεξής, τουλάχιστον εις τον χώρον τον δικό μας, με την μορφή των κατηχητικών μαθημάτων, είτε δεν γίνεται καθόλου. Λέμε « έχομε κατηχητικά σχολεία. Πρέπει να πάει το παιδί στο Κατηχητικό σχολείο ». Αλλά πόσα παιδιά πάνε στο σχολείο; Δημοτικό, Γυμνάσιο, Λύκειο ; Όσα παιδιά πηγαίνουν τώρα στο σχολείο, πηγαίνουν άλλα τόσα παιδιά στο κατηχητικό σχολείο; Αυτά λοιπόν όλα τα παιδιά, δεν πήραν κατήχηση και δεν θα την πάρουν ποτέ.

Και εκεί που γίνεται η κατήχησις, είτε σαν συχνότητα, τι είναι; Μία ώρα την εβδομάδα είναι…· είτε σαν περιεχόμενο, το έχομε ζήσει το περιεχόμενο της κατηχήσεως, μάλιστα έφθασε εις τα ανώτερα κατηχητικά σχολεία να έχει περισσότερον πολιτιστικόν χαρακτήρα η κατήχησις και ολιγότερον πνευματικό χαρακτήρα ή και καθόλου. Γιατί, λέει, οι ανάγκες σήμερα είναι πολιτιστικές… κλπ κλπ. Μα τότε δεν μπορούμε να μιλάμε για χριστιανική κατήχηση. Όλα αυτά λοιπόν δείχνουν ότι το περιεχόμενο της Κατηχήσεως είναι ανεπαρκέστατο.

     Και οι επιπτώσεις; Βαρύτατες. Ο λαός μας, ο ορθόδοξος λαός μας, ζει δυστυχώς σε μία παχυλή άγνοια. Και το ήθος του; Ω, το ήθος…! Είναι θέμα πολλών δακρύων. Είναι βαθύτατα κοσμικό. Έτσι έχομε, αποκτήσαμε τους Χριστιανούς μας με εκκοσμικευμένην νοοτροπίαν. Είναι γνωστό δε ότι ο εκκοσμικευμένος τρόπος ζωής δεν σώζει. Προσέξατέ το. Δεν σώζει. Δεν μπορούμε να έχομε σωτηρία.

Έτσι, απ’ αυτούς τους εκκοσμικευμένους Χριστιανούς μας, ένας αριθμός, επειδή ακριβώς δεν υπάρχει θεμελίωσις, δεν υπάρχει γνώσις, ένας αριθμός λοιπόν παρασύρεται στις αιρέσεις, αλλά και σε ενδοκοσμικά θρησκεύματα. Βλέπετε σήμερα τους Έλληνες Ορθοδόξους να στρέφονται στον Ινδουισμό και όπου αλλού. Είπαμε ότι είναι ενδοκοσμικές θρησκείες . Γιατί ; Γιατί τον Θεό , τον τοποθετούν όλες αυτές οι θρησκείες, εντός του κόσμου . Και είναι, σε τελευταία ανάλυση, ένας πανθεϊσμός.

    Αλλά, αλλά αυτό το κακέκτυπον ιουδαϊκής θρησκείας, που δεν υπάρχει η ιουδαϊκή θρησκεία, απλώς είναι το προοίμιο του Χριστιανισμού, εν τοιαύτη περιπτώσει, έτσι το συνηθίζουν να το λένε, ξαναλέγω, ένας είναι ο Θεός, και αφού είναι ένας ο Θεός, είναι μία η θρησκεία. Ο Θεός του Ισραήλ, ο Άγιος του Ισραήλ είναι ο Θεός της Καινής Διαθήκης. Αναμφισβήτητα. Αλλά θέλησαν να τα χωρίσουν. Έτσι θέλησαν πιο πολύ οι Εβραίοι. Γιατί δεν απεδέχθησαν την Καινή Διαθήκη. Όμως είναι μία η θρησκεία, ένας ο Θεός. Έτσι έχομε ένα κακέκτυπον, κατασκευασμένο κάπου τον 8ον αιώνα μ.Χ. από τον Ιουδαϊσμό, από τον Χριστιανισμό και από ντόπιες παραδόσεις Αραβικές και έχομε τον διαβόητον Ισλαμισμόν. Στην Ευρώπη, οὐχ ἧττον και στην Ελλάδα, ξεκινούν οι άνθρωποι να προσέλθουν εις τον Ισλαμισμόν. Σας κάνει εντύπωση; Προ ολίγων ετών, όχι πολλών, έγινε παρουσίαση της ελληνικής μεταφράσεως του Κορανίου, στον «Παρνασσό» των Αθηνών -ο « Παρνασσός » είναι ένα φιλολογικόν ίδρυμα – σε μία μεγάλη αίθουσα , δηλαδή παρόντος και του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, και εχρηματοδοτήθη αυτή η μετάφρασις από κάποιον εφοπλιστή. Ακούσατε;

    Ένας αριθμός ακόμη , ζει μια…, ο μεγαλύτερος , μια ανέμελη ζωή. Δεν βαριέσαι ! Κάνει τον σταυρό του, τον κάνει δε κακεκτύπως τον σταυρόν του, χωρίς βεβαίως καμίαν, μα καμίαν υποψίαν αλλαγής. Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν καν υποψία του Χριστιανισμού, τι είναι ο Χριστιανισμός…Και τελευταία, ένας αριθμός, επόμενον είναι, να ασχολείται με τον σατανισμόν και την σατανολατρίαν και μάλιστα η νεότερη γενεά μας, με κοινωνικές επιπτώσεις. Να πω πολύ δυσάρεστες; Ο Θεός να βάλει το χέρι Του . Είμεθα μάρτυρες και γνώσται όλοι .

    Τι πρέπει να γίνει ; Καλλιέργεια της κατηχήσεως και του κηρύγματος . Το κήρυγμα πρέπει να είναι κατήχησις . Πρέπει να είναι μάθημα . Από το μανθάνω, μαθαίνω. Το κήρυγμα δεν είναι διακοσμητικόν στοιχείον, που θα το λέμε στα πανηγύρια και στις γιορτές. Και να είναι λίγα λεπτά, ίσα και μόνα να καλύψουμε το επίπεδο της εορτής, με τη λειτουργία την πανηγυρική, με την αρτοκλασία – δεν λείπουν να το σημειώνουν αυτό, ότι έχει και αρτοκλασία στη γιορτή – και με ένα κήρυγμα ολίγων λεπτών . Συνήθως ως διακοσμητικόν. Τίποτε άλλο .

Αχ, άνθρωποί μου, έχετε μικρόφωνο στα χέρια σας και μιλάτε τον λόγο του Θεού από κάπου, ένας τόπος που πανηγυρίζει, η Αθήνα, δεν ξέρω πού, και μάλιστα από το πρώτο πρόγραμμα, το λεγόμενον «Κρατικό πρόγραμμα», και δεν λέτε τίποτα; Τι λόγο θα δώσετε ; Το κήρυγμα είναι μάθημα. Δεν έγινε η κατήχησις . Αλλά και αν έγινε η κατήχησις, όπως στην αρχαιότητα , θα πρέπει να ανανεώνεται αυτή η κατήχησις , γιατί ποτέ δεν μπορούμε να πούμε ότι έχουμε φθάσει σε μίαν επάρκεια ν. Πάντως πρέπει να ξεκινήσει το κήρυγμα ως μάθημα. Η κατήχησις σωστά . Αν θέλουμε να δούμε καλύτερες εκκλησιαστικές ημέρες.

    Και το θέμα είναι πρώτιστα θέμα αγάπης εις τον Ιησούν Χριστόν. Αν αγαπάς τον Χριστό, σίγουρα μεταδίδεις στον πλαϊνό σου τον Χριστόν. Ο Κύριος, δε, αποτεινόμενος μετά την Ανάστασή Του στον Απόστολο Πέτρο , του λέγει : «Σίμων Ἰωνᾶ , ἀγαπᾷς με πλεῖον τούτων ;». Και παίρνει την απάντηση: « Ναί, Κύριε , σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε ». Συ γνωρίζεις ότι σε αγαπώ . Επειδή είχε τριπλήν άρνησιν. Τι του είπε ο Κύριος ; « Βόσκε τά ἀρνία μου ». Δηλαδή «να κάνεις ποιμαντική». «Βόσκε τά ἀρνία μου», τους χριστιανούς. Επανελήφθη δεύτερη και τρίτη φορά αυτή η ερώτησις. Και στην καταφατική απάντηση του Πέτρου, ο Κύριος απαντούσε: « Ποίμαινε τά πρόβατά μου » στη δεύτερη απάντησή του. Και στην τρίτη : «Βόσκε τά ἀρνία μου ». «Μ΄αγαπάς; Να ασκήσεις ποιμαντική».

    Πώς ασκείται η ποιμαντική; Με το κήρυγμα, με την κατήχηση, με τα Μυστήρια της Εκκλησίας. Παρατηρούμε λοιπόν ότι η Ποιμαντική, δηλαδή η ιεραποστολή, συνδέεται με την αγάπη του Χριστού. Αγαπάς τον Χριστό; Θα ασκήσεις ιεραποστολή. Αν αγαπάς τον πλησίον σου, θα ευαγγελιστείς εις αυτόν τον Χριστόν.

    Σήμερα όμως τίθεται το ερώτημα : Αυτή η αγάπη υπάρχει ; Μήπως απεψύγη ; Μήπως πάγωσε ; Που λέει ο Χριστός : «Στις εσχάτες μέρες η αγάπη των πολλών θα ψυγεί », δηλαδή θα κρυώσει , θα παγώσει. Ο Απόστολος Παύλος, αγαπητοί μου, έγραφε: «Ἐὰν γὰρ εὐαγγελίζωμαι, οὐκ ἔστι μοι καύχημα· ἀνάγκη γάρ μοι ἐπίκειται (μου είναι ανάγκη)· οὐαὶ δὲ μοί ἐστιν ἐὰν μὴ εὐαγγελίζωμαι». «Αλίμονό μου», λέει, «εάν δεν ευαγγελίζομαι, εάν δεν κηρύσσω το Ευαγγέλιο».

     Ο δε 58ος κανόνας των Αγίων Αποστόλων, εντέλλεται τα εξής: «Ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἀμελῶν τοῦ κλήρου ἢ τοῦ λαοῦ, καὶ μὴ παιδεύων αὐτοὺς τὴν εὐσέβειαν,(δεν παιδαγωγεί τον λαό εις την ευσέβεια, δηλαδή εις τον Χριστιανισμόν, δηλαδή δεν κάνει κατήχηση), ἀφοριζέσθω (δηλαδή να μην κοινωνείἐπιμένων δὲ τῇ ἀμελείᾳ καὶ ῥᾳθυμίᾳ καθαιρείσθω (Εάν όμως επιμένει σε αυτήν την αμέλεια, τότε, ή ο Επίσκοπος ή ο πρεσβύτερος πρέπει να καθαιρείται)». Τι θα λέγαμε; Εάν υπάρχουν πρεσβύτεροι ή επίσκοποι που εμποδίζουν στον χώρο τους να ακουστεί ο λόγος του Θεού; Εμποδίζουν !

Είναι εκείνος ο άλλος λόγος που είπε ο Χριστός: «Ούτε αυτοί μπαίνουν στη Βασιλεία, αλλά κι εκείνοι που θέλουν να μπουν, τους εμποδίζουν». Στην ερμηνεία του δε ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης σε αυτόν τον κανόνα, βάζει μια φρασούλα, δηλαδή «να διδάσκει καθ’ εκάστην», λέει. Κάθε μέρα. Με ποικίλες μορφές. Είτε κήρυγμα από άμβωνος, είτε στην Εξομολόγηση, είτε στην Κατήχηση, είτε κατ’ ιδίαν. Δεν έχει σημασία. Και ο Απόστολος Παύλος στην Έφεσο που έμεινε τρία χρόνια, έκανε και κατ’ ιδίαν κατήχησιν.

     Αλλά εάν υποχρεούται ο κληρικός να διδάσκει, αγαπητοί μου, τον λαό και ο λαός πρέπει να προσέρχεται στη διδασκαλία, είναι δίκαιο. Φροντίζουμε για σας. Εσείς πώς ακούτε; Έρχεστε να ακούσετε; Και μόνο τότε έρχεται η ευλογία του Κυρίου. Γι΄αυτό ο λαός ποτέ δεν πρέπει να απουσιάζει από τον λόγο του Θεού. Γράφει ο Απόστολος Παύλος στους Εβραίους: «Μὴ ἐγκαταλείποντες τὴν ἐπισυναγωγὴν ἑαυτῶν (τη συγκέντρωσή σας), καθὼς ἔθος τισίν» κλπ. «Όπως είναι συνήθεια», λέει, σε μερικούς να εγκαταλείπουν την επισυναγωγή, τη συγκέντρωση, να ακούσουν τον λόγο του Θεού».

Και για την αμέλεια του λαού, γράφει ο Παύλος πάλι εις τους Εβραίους: «Καὶ γὰρ ὀφείλοντες εἶναι διδάσκαλοι διὰ τὸν χρόνον (τόσον καιρό ακούτε· οφείλατε να είσαστε διδάσκαλοι), πάλιν χρείαν ἔχετε τοῦ διδάσκειν ὑμᾶς τινα τὰ στοιχεῖα τῆς ἀρχῆς τῶν λογίων τοῦ Θεοῦ (τα στοιχειώδη, λέει, από τη Θεολογία, τα στοιχειώδη), καὶ γεγόνατε χρείαν ἔχοντες γάλακτος καὶ οὐ στερεᾶς τροφῆς». «Και είσαστε πάλι στην ανάγκη να πίνετε γαλατάκι και όχι στερεά τροφή».

    Και κάτι που πρέπει να σχολιάσουμε. Όταν ακούστηκε ότι η Αντιόχεια δέχτηκε το κήρυγμα του Ευαγγελίου, τότε οι Απόστολοι, όπως σας είπα, είχαν μείνει στα Ιεροσόλυμα, έστειλαν τον Βαρνάβαν να δει τι γίνεται. Ο άνθρωπος ήταν και Κύπριος. Όταν είδε την κίνηση στην Αντιόχεια, χάρηκε. Ακούστε πώς το γράφει ο Λουκάς: «Καὶἰδὼν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦἐχάρη, καὶ παρεκάλει πάντας τῇ προθέσει τῆς καρδίας προσμένειν τῷ Κυρίῳ». Χάρηκε. Και είπε: «Μπράβο, με την καρδιά σας, έτσι προσμένειν τῷ Κυρίῳ». Είδατε; Χάρηκε. Γιατί; Για την προκοπή του Ευαγγελίου. Δεν φθόνησε. Γιατί ο φθόνος υπάρχει σε κάθε εποχή. Και μπορεί να προσβάλει τον εργάτη του Ευαγγελίου. Συνήθως έτσι γίνεται. Και ο Κύριος έγινε αντικείμενον φθόνου των διδασκάλων του Ισραήλ. Και το λέμε αυτό γιατί έντονα ζούμε αυτόν τον φθόνον. Συνήθως ο εργάτης του Ευαγγελίου, που φθονεί, δεν καθάρισε την καρδιά του, δεν είναι αγιασμένος άνθρωπος.

     Και δικαιολογεί για τη συμπεριφορά αυτή του Βαρνάβα ο Λουκάς: «Ὃτι ἦν ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ πλήρης Πνεύματος Ἁγίου καὶ πίστεως». Αυτός ήτο ο Βαρνάβας. Αγαθός άνθρωπος. Γεμάτος από Πνεύμα Θεού. Πώς μπορούσε να φθονήσει; Ο δε Παύλος παραπονείται: «Τινές μὲν καὶ διὰ φθόνον καὶἔριν (γκρίνια, μάλωμα, τσακωμοί…), τινὲς δὲ καὶ δι’ εὐδοκίαν τὸν Χριστὸν κηρύσσουσιν· Τί γάρ; (Ε, και;). Πλὴν παντὶ τρόπῳ, εἴτε προφάσει εἴτε ἀληθείᾳ, Χριστὸς καταγγέλλεται. (Τι με νοιάζει;, λέει, στο τέλος- τέλος. Αυτοί είναι υπεύθυνοι για τον εαυτό τους. Εμένα ένα με ενδιαφέρει. Ότι ο Χριστός καταγγέλλεται, κηρύσσεται). Καὶἐν τούτῳ χαίρω, ἀλλὰ καὶ χαρήσομαι». «Σ΄αυτό το πράγμα χαίρομαι και θα χαρώ».

    Αγαπητοί, σήμερα ο λαός μας βρίσκεται στο χάος της άγνοιας του Ευαγγελίου. Γι΄αυτό και η αποδοχή πολλών αιρέσεων και ο διεφθαρμένος βίος. «Ἡ ἄγνοια  τῶν Γραφῶν (λέει ο Ιερός Χρυσόστομος) τά ἄνω κάτω πεποίηκεν (Όλα τα αναποδογύρισε)». Και γράφει ο Παύλος στον επίσκοπο -επίσκοπον πλέον- Τιμόθεο στην Έφεσο: «Σύ οὖν τέκνον μου, ἃ ἤκουσας (εκείνα που άκουσες) παρ’ ἐμοῦ διὰ πολλῶν μαρτύρων, ταῦτα παράθου πιστοῖς ἀνθρώποις (Να τα παραθέσεις, λέει, σε πιστούς ανθρώπους), οἵτινες ἱκανοὶ ἔσονται καὶ ἑτέρους διδάξαι (που θα σταθούν ικανοί να διδάξουν και άλλους παρακάτω). Βγάλε δηλαδή ιεροκήρυκες. Βγάλε ομιλητές του λόγου του Θεού, λέει στον Τιμόθεο ο Παύλος.

    Και για να του σημειώσει πιο κάτω: «Κήρυξον τὸν λόγον, ἐπίστηθι εὐκαίρως ἀκαίρως ἐν πάσῃ διδαχῇ». Εὐκαίρως ἀκαίρως. Βρες κι εσύ την ευκαιρία. Και θα αιτιολογήσει προφητικά: «Ἒσται γὰρ καιρὸς (γιατί θα υπάρξει καιρός), ὅτε τῆς ὑγιαινούσης διδασκαλίας οὐκ ἀνέξονται (δεν θα ανέχονται οι άνθρωποι την υγιά διδασκαλίαν), ἀλλὰ κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τὰς ἰδίας ἑαυτοῖς ἐπισωρρεύσουσι διδασκάλους κνηθόμενοι (που γαργαλούν, λέει) τὴν ἀκοήν -Ωραία πραγματάκια. Ο Ισλαμισμός τι κάνει; Γαργαλάει την ακοήν- καὶ ἀπὸ μὲν τῆς ἀληθείας τὴν ἀκοὴν ἀποστρέψουσιν, ἐπὶ δὲ τοὺς μύθους ἐκτραπήσονται». Και αυτός ο καιρός είναι κατεξοχήν η εποχή μας, αγαπητοί μου.

    Όποιος λοιπόν αγαπά τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, ας αρχίσει να καταρτίζεται, για να μεταδώσει και πιο πέρα τον λόγο του Θεού. Και να συντελέσει στη γνώση του Θεού στον λαό μας. Δεν είναι μόνον ο άμβων που κηρύσσει. Είναι και το κατηχητικό σχολείο, είναι και κάθε τόπος και κάθε χρόνος, είναι οι λεγόμενοι «φιλικοί κύκλοι μελέτης της Αγίας Γραφής», όλα αυτά που σημειώνει ο Παύλος, εκαίρως καίρως. Κάθε τόπος, κάθε χρόνος. Και γρήγορα θα γίνει αντιληπτό ότι «χείρ Κυρίου ελογε τό ργον το κηρύγματος». Όποιος αγαπά τον Κύριον, ας το σκεφτεί.

               ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

     και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή ακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,

    μεταφορά της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας σε ηλεκτρονικό κείμενο και επιμέλεια:

                                   Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ: