“Υπάρχουν Άνθρωποι, που στη προσευχή τους λένε το όνομά σου, πριν από το δικό τους. Προσπάθησε να μαζέψεις λίγο τα μούτρα σου και να πεις ένα ‘’δόξα τω Θεώ’’ για ό,τι έχεις…” |Ελευθεριάδης Γ. Ελευθέριος Ψυχολόγος M.Sc.

Υπάρχουν άνθρωποι…

Υπάρχουν άνθρωποι που καταλαβαίνουν τη σιωπή σου, πιο πολύ από τα λόγια σου.

Άνθρωποι, που στη προσευχή τους λένε το όνομά σου, πριν από το δικό τους.

Υπάρχουν άνθρωποι που προτιμάνε να αρρωστήσουν οι ίδιοι καταπίνοντας τα όσα είχαν να σου πουν, παρά να σε στεναχωρήσουν.

Υπάρχουν άνθρωποι, που στύβουνε το λίγο τους και βγάζουνε πολύ. 

Άνθρωποι, που πατάνε κάτω την κούρασή τους, για να μπορείς να δεις στο τέλος της ημέρας, ένα χαμόγελό τους.

Υπάρχουν άνθρωποι, που είναι πάντοτε εκεί. 

Μπορεί όχι με τυμπανοκρουσίες και φωνές. 

Αλλά είναι εκεί… 

Παρόντες.  Πάντοτε. 

Εκεί στο πόνο.  Εκεί και στη χαρά.

Υπάρχουν άνθρωποι, που παλεύουνε καθημερινά για να είσαι εσύ καλά…

Βαρέθηκα να σου λέω, ξανά και ξανά, ότι πρέπει να τους εκτιμάς.

Προσπάθησε τουλάχιστον να είσαι καλά για χάρη τους.

Αυτό θέλουν αυτοί οι άνθρωποι. 

Να είσαι καλά…

Προσπάθησε να μαζέψεις λίγο τα μούτρα σου και να πεις ένα ‘’δόξα τω Θεώ’’ για ό,τι έχεις…

Αυτά για απόψε. Καλό βράδυ.

Ελευθεριάδης Γ. Ελευθέριος Ψυχολόγος M.Sc.

πηγή

=====================

“Κόλαση λέει είναι την τελευταία ημέρα της ζωής σου στην γη αυτός που είσαι να γνωρίσει εκείνον που θα μπορούσες να είχες γίνει….”

Στο βιβλίο το “Δώρο 1” ο Στ. Ξενάκης αναφέρει έναν πολύ πρωτότυπο ορισμό της κόλασης, “Κόλαση λέει είναι την τελευταία ημέρα της ζωής σου στην γη αυτός που είσαι να γνωρίσει εκείνον που θα μπορούσες να είχες γίνει….”

Είναι φοβερό να  περάσουν τα χρόνια και να φτάσεις στο σημείο να ομολογείς με δάκρυα και οδύνη, ότι τελικά έζησες την ζωή ενός άλλου. Όχι εκείνου που θέλησε  ο Θεός, αλλά εκείνου που θέλησαν όλοι οι άλλοι. Ότι στις ημέρες και στιγμές σου, στις σχέσεις και επαφές σου, στην δουλειά και ενέργειες σου δεν ήσουν εσύ. Ήσουν απών από εσένα. Σε μόνιμη άδεια δίχως απολαβές, δηλαδή την χαρά που νιώθεις όταν βρεις αυτό το κέντρο της ύπαρξης σου.  

Ακόμη και στην σχέση σου με τον Θεό ποιος ήσουν ; Όταν έκανες προσευχή ποιο από όλα τα προσωπεία και τους ρόλους φορούσες;

Πότε για τελευταία φορά στάθηκες γυμνός ενώπιον του Θεού και του είπες “Χριστέ μου ντύσε με εσύ, εγώ βαρέθηκα να μασκαρεύομαι κάθε μέρα. Ήρθα γυμνός, κάνε με αυτό που διάλεξες για μένα να είμαι…” 

Είναι συγκλονιστική η μαρτυρία νοσοκόμας που έζησε χρόνια μαζί με ετοιμοθάνατους και κατέγραψε τις εμπειρίες της λέγοντας ότι οι άνθρωποι αυτοί που αντιμετώπιζαν το τέλος της ζωής συχνά ομολογούσαν:  “Μακάρι να είχα το θάρρος να ζήσω την δική μου ζωή και όχι αυτό που περίμεναν οι άλλοι από εμένα…”

Μήπως νομίζεις ότι ήρθε η ώρα να ζήσεις αυτό που ο Θεός θέλησε να είσαι και όχι αυτό που σου είπαν οι άλλοι ότι πρέπει να γίνεις;

Posted by PROSKINITIS

=====================

6 Ιουλίου η μνήμη του Οσίου Σισώη του Μεγάλου.

Εάν ο Θεός δεν δοξάσει άνθρωπο, η δόξα των ανθρώπων δεν είναι τίποτε.

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Ο Όσιος έλαμψε με την πνευματική του σύνεση, την ταπεινοφροσύνη, τη φιλαδελφία και το ενδιαφέρον του στο να επιστρέψει και ένα μόνο αμαρτωλό. Μεταξύ των ασκητών αναδείχτηκε ονομαστός και μέγας, αθλητής της πρώτης γραμμής, τύπος εγκράτειας, αλλά και ψυχή πού προσευχόταν για δικαίους και αδίκους, πλούσιους και φτωχούς, άρχοντες και ιδιώτες, κληρικούς και λαϊκούς και γενικά για όλο τον κόσμο. Στη γη ήταν, αλλά η ζωή του ήταν ουράνια. Υψωμένος πάνω από τη σάρκα, που χαλιναγωγούσε τέλεια με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και τη θεία κοινωνία του σώματος και του αίματος του Χριστού. Η μνήμη του μένει υπόδειγμα σ’ όσους θέλουν την ασκητική ζωή, για να είναι γνήσιοι και πραγματικοί ασκητές, όχι μόνο με την αντοχή του σώματος, αλλά και με την πνευματική αναγέννηση και τη λάμψη της αρετής.

Απο το Γεροντικό

 Είπε κάποτε ο αββάς Σισώης σε κάποιους μοναχούς που τον ρωτούσαν: “Να έχετε θάρρος και υπομονή. Να, τριάντα χρόνια έχω που δεν παρακαλώ πλέον το Θεό για αμαρτία. Αλλά η προσευχή μου αυτή είναι: Κύριε Ιησού, φύλαξέ με από τη γλώσσα μου. Και έως τώρα, κάθε ημέρα, εξαιτίας της πέφτω κι αμαρτάνω”.

ΗΡΘΕ κάποτε ο αββάς Αμμούν από τη Ραϊθού στο Κλύσμα να επισκεφθεί τον αββά Σισώη. Βλέποντάς τον λυπημένο, επειδή άφησε την έρημο, του λέει• «Γιατί λυπάσαι, αββά; Τι μπορούσες πια να κάνεις στην έρημο αφού γέρασες τόσο;». Ο γέροντας τον κοίταξε με αυστηρότητα και είπε• «Τι μου λές, Αμμούν; Δεν έφτανε και μόνο η ελευθερία του λογισμού μου στην έρημο;».

Επισκέφθηκε κάποιος από τους αδελφούς τον αββά Σισώη στο όρος του αββά Αντωνίου. Και ενώ συνομιλούσαν, είπε στον αββά Σισώη: – Δεν έφθασες ακόμα στα μέτρα του αββά Αντωνίου, πάτερ; Και του λέγει ο Γέρων:
Εάν είχα ένα από τους λογισμούς του αββά Αντωνίου, θα γινόμουν όλος φωτιά, αλλ᾿όμως γνωρίζω άνθρωπο που με δυσκολία μπορεί να βαστάξει τον λογισμό του.

ΕΝΑΣ αδελφός ρώτησε τον αββά Σισώη• «Πες μου ένα λόγο». Κι εκείνος είπε• «Γιατί με αναγκάζεις να πω περιττά λόγια; Ιδού, ο,τι βλέπεις, κάνε το».

Αδελφός παρακάλεσε τον αββά Σισώη το Θηβαίο:
– Είπε μου ένα λόγο. Και λέγει:
– Τί έχω να σου πω; Ότι την Καινή Διαθήκη αναγινώσκω και στην Παλαιά γυρίζω.

Ο ΑΒΒΑΣ Σισώης ύστερα από πολλές παρακλήσεις αδελφού για να μιλήσει είπε• «Μείνε στο κελί σου με νήψη και εμπιστεύσου τον εαυτό σου στον Θεό χύνοντας πολλά δάκρυα και θα βρεις ανάπαυση».

ΕΛΕΓΑΝ ότι εκεί που καθόταν ο αββάς Σισώης φώναξε με δυνατή φωνή• «Ω,  ταλαιπωρία!». Τον ρωτάει ο μαθητής του• «Τι έχεις, πάτερ;». Και ο γέροντας απαντά• «Έναν άνθρωπο ζητώ να μιλήσω και δεν βρίσκω».

Έλεγαν περί του αββά Σισώη, ότι, όταν επρόκειτο να πεθάνει, και ενώ ευρίσκονταν οι πατέρες της σκήτης γύρω του, έλαμψε το πρόσωπό του όπως ο ήλιος και είπε στους παρευρισκομένους ότι: «Ο Άγιος Αντώνιος ήλθε». Και μετά από λίγο είπε: «να ο χορός [=ομάδα] των Προφητών ήλθε». Και πάλιν το πρόσωπό του έλαμψε περισσότερο και είπε: «να ο χορός των Αποστόλων ήλθε». Και διπλασιάστηκε ο φωτισμός του προσώπου του και άρχισε να ομιλεί με κάποιους. Τότε τον ρώτησαν οι πατέρες: «με ποιόν ομιλείς πάτερ»; Και αυτός τους απάντησε: «με τους Αγγέλους που ήλθαν να παραλάβουν την ψυχή μου και τους παρακαλώ να με αφήσουν λίγο για να μετανοήσω».

Και λέγουν προς αυτόν οι πατέρες: «Δεν έχεις ανάγκη μετανοίας πάτερ». Και τους απάντησε ο αββάς Σισώης: «αλήθεια σας λέγω ότι δεν έχω βάλει ακόμη αρχή»! Και εγνώριζαν πάντες ότι ήταν τέλειος. Και πάλι ξαφνικά έγινε το πρόσωπό του ολόλαμπρο και εφοβήθηκαν όλοι, που ήσαν κοντά του, και είπε προς αυτούς: «Βλέπετε ο Κύριος ήλθε και λέγει, φέρετέ μου το σκεύος της ερήμου», και αμέσως παρέδωσε ο Γέρων το πνεύμα και γέμισε όλο το κελλί του από άρρητη ευωδία.

=======================