Το Συναξάρι του ερημίτη παπα-Τύχωνα(+10 Σεπτεμβρίου 1968)

του μακαριστού  πρωτοπρ. Νικολάου Μανώλη

Ὁ πα­πα-Τύ­χων κα­τά κό­σμον Τι­μό­θε­ος Γκολεγ­κώφ τοῦ Πα­ύ­λου καί τῆς Ἑ­λέ­νης, γεν­νή­θη­κε τό ἔ­τος 1884 στή Νόβα Μι­χα­λό­σκα τῆς Ρωσί­ας. Ἀ­πό μι­κρός αἰ­σθάν­θη­κε τή μο­να­χι­κή κλή­ση. Μέχρι νά ἐ­νη­λι­κι­ω­θεῖ γύ­ρι­σε ὡς προ­σκυ­νη­τής πολ­λά ρωσ­ι­κά Μο­να­στή­ρια. Κα­τό­πιν πῆ­γε καί προ­σκύ­νη­σε στο­ύς Ἁ­γί­ους Τόπους καί ἐν συ­νε­χε­ί­ᾳ ἦρ­θε στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος ὅ­που ἐ­κά­ρη μο­να­χός στό Κελ­λί Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου Μπου­ρα­ζέ­ρη μέ τό ὄ­νο­μα Τύχων.

Με­τά ἀ­πό πέν­τε χρό­νια, ἐ­πε­θύ­μη­σε ἀ­νώ­τε­ρη πνευ­μα­τι­κή ζωή καί πῆ­γε γιά 15 χρό­νια στά Κα­ρο­ύ­λια. Ἔ­με­νε σέ μία σπη­λιά, ἔ­τρω­γε κά­θε τρεῖς μέ­ρες μία φο­ρά καί δα­πα­νοῦ­σε ὅ­λον τόν χρό­νο του στήν προ­σευ­χή, στή με­λέ­τη καί στίς με­τά­νοι­ες. Τόν κα­θοδη­γοῦ­σε ἕ­νας σο­φός καί πρα­κτι­κός Γέροντας. Ὅ­ταν ἀ­σκή­τευ­ε στά Κα­ρού­λια, γνώ­ρι­σε δύ­ο μο­να­χούς πού νή­στευ­αν πο­λύ, ἔ­κα­ναν ἀ­πό χί­λι­ες με­τά­νοι­ες, ἀλλά πέ­θα­ναν νέοι.

  Ὕ­στε­ρα ἦρ­θε καί ἔ­με­ινε σ᾿ ἕ­να Σταυ­ρο­νι­κη­τια­νό Κελ­λί τῆς Κα­ψά­λας καί βρίσκονταν στήν ὑ­πα­κοή Γέροντος, τόν ὁ­ποῖ­ο γη­ρο­κό­μη­σε. Με­τά ἀ­πό πα­ρο­τρύν­σεις, ἔ­γι­νε Ἱε­ρέ­ας καί Πνευ­μα­τι­κός· ἔ­κτι­σε Ἐκ­κλη­σά­κι τό ὁ­ποῖ­ο ἀ­φι­έ­ρω­σε στήν Ὕ­ψω­ση τοῦ Τι­μί­ου Σταυ­ροῦ. 

Κρά­τη­σε κά­πο­τε δύ­ο νέ­ους μο­να­χούς ὡς ὑ­πο­τα­κτι­κούς γιά ἕ­να ὀ­κτά­μη­νο. Προ­σπα­θοῦ­σαν νά τόν ἀ­κο­λου­θοῦν στό τυ­πι­κό του. Τούς τό­νι­ζε ὅ­τι ἐ­δῶ στήν ἔ­ρη­μο πού ἤρ­θα­με, πρέ­πει νά δο­ξο­λο­γοῦ­με τόν Θε­ό καί ὄ­χι νά κοιμόμαστε καί νά τρῶ­με σάν ζῶ­α. Ὅ­λη τήν ἑ­βδο­μά­δα ἔ­τρω­γαν μί­α φο­ρά τήν ἡ­μέ­ρα ἀ­λά­δω­το, ἐ­νῶ τό Σάβ­βα­το καί τήν Κυ­ρια­κή ἔ­βα­ζαν μό­νο τρεῖς κου­τα­λι­ές τῆς σού­πας λά­δι στήν κα­τσα­ρό­λα. Ἔ­παιρ­νε ὁ κα­θέ­νας τό φα­γη­τό καί τό ἔ­τρω­γε στό Κελ­λί του.

  Ἔ­λε­γε: « Ἔ­χει εὐ­λο­γί­α νά πά­ρε­τε καί ἄλ­λο φα­γη­τό ». 

Εἶ­χε δι­ά­κρι­ση καί οἰ­κο­νο­μοῦ­σε τά κα­λο­γέ­ρια του. Με­τά τήν ἀ­λά­δω­τη καί ἀ­σκη­τι­κή τρά­πε­ζα ὁ πα­πα-Τύ­χων περ­πα­τοῦ­σε ἤ­ρε­μα γύ­ρω στήν πε­ρι­ο­χή τῆς κα­λύ­βης του καί ἔ­λε­γε ἐκ­φώ­νως τήν εὐ­χή μέ ἀ­νεί­κα­στο πό­θο. Ἔ­βγαι­νε ἀ­πό τά βά­θη τῆς καρ­διᾶς του ρυθ­μι­κά.

 Ὅ­ταν τόν ρω­τοῦ­σαν, « Τί κά­νεις, Γέ­ρον­τα ; », ἀ­παν­τοῦ­σε:

 « Ἀρ­χί­ζει ἡ καρ­διά νά ζε­σταί­νε­ται ». 

Καί στόν ὕ­πνο του ἀ­κό­μη δέ διακόπτονταν ἡ εὐ­χή. Με­γά­λη κα­τά­στα­ση. 

« Ἐ­γώ κα­θεύ­δω, διά τήν χρεί­αν τῆς φύ­σε­ως , ἡ δέ καρ­δί­α μου ἀ­γρυ­πνεῖ, διά­ τό πλῆ­θος τοῦ ἔ­ρω­τος » (1).

Μι­λοῦ­σαν πο­λύ λί­γο με­τα­ξύ τους. Κά­πο­τε ἔ­κα­ναν 17 ἡ­μέ­ρες νά ἀν­ταλ­λά­ξουν κου­βέν­τα. Μό­νο ὅ­ταν ἔρ­χον­ταν ἐ­πι­σκέ­πτες τούς φώ­να­ζε νά ἀ­κοῦ­νε καί αὐ­τοί τήν πνευ­μα­τι­κή συ­ζή­τη­ση καί νά ὠ­φε­λοῦν­ται. 

Ὅ­ταν πρω­το­πῆ­γε νά τόν ἐ­πι­σκε­φθεῖ ὁ Γέρων-Νε­κτά­ριος ὁ «Κα­ρα­μαν­λῆς», τόν ὑ­πο­δέ­χθη­κε μέ ἀ­γά­πη καί τοῦ πα­ρέ­θε­σε «ἐ­πί­ση­μη τρά­πε­ζα». Πῆ­γε ἐ­κεί­νη τή στιγ­μή καί μά­ζε­ψε μί­α χο­ύ­φτα ἐ­λι­ές ἀ­πό τό δέν­δρο , τοῦ ἔ­φε­ρε χον­τρό ἁ­λά­τι καί σκου­λη­κι­α­σμέ­νο πα­ξι­μά­δι ἀπ᾿τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­τρω­γε καί ὁ ἴ­διος.Ὕ­στε­ρα τόν ἄ­φη­σε λέ­γον­τάς του: 

« Ἐγ­κώ τώ­ρα φέ­λει κά­νει προ­σευ­χή », καί μπῆ­κε στό Κελ­λί του. Ὁ ἐ­πι­σκέ­πτης τά ἔ­φα­γε, για­τί ὁ ἀ­κτή­μων ἀ­σκη­τής τά πρό­σφε­ρε μέ ἀ­γά­πη καί ἁ­πλό­τη­τα…

Ὁ Γέροντας τή λέξη « εὐλόγησον » τή χρησιμοποιοῦσε πάντα καί μέ τίς πολλές   καλογερικές ἔ­ννοιες, ὅ­πως τό «εὐλογείτε » ἤτό « εὐλόγησον », ὅ­ταν ζητοῦσε ταπεινά τήν εὐλογία τοῦ ἄ­λλου , καί μετά θά ἔ­δινε καί αὐτός τήν εὐλογία του μέ τήν εὐχή : 

«Ὁ Κύριος νά σέ εὐλογήσει». 

 Μετά ἀ­πό τόν συνηθισμένο χαιρετισμό ὁδηγοῦσε τούς ἐπισκέπτες στόν Ἱερό Ναό καί ἔ­ψαλλαν μαζί τό « Σῶσον, Κύριε, τόν λαόν σου , καί εὐλόγησον τήν κληρονομίαν σου , νίκας τοῖς βασιλεῦσι , κατά βαρβάρων δωρούμενος , καί τό σόν φυλάττων , διά τοῦ Σταυροῦ σου πολίτευμα» καί τό « Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν σε τήν Θεοτόκον, τήν ἀειμακάριστον καί παναμώμητον, καί Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τήν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ, καί ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τήν ἀδιαφθόρως, Θεόν Λόγον τεκοῦσαν, τήν ὄντως Θεοτόκον σέ μεγαλύνομεν ». 

 Ἐάν ἦ­ταν καλός καιρός, ἔ­βγαιναν ἔ­ξω, κάτω ἀ­πό τήν ἑλιά, καί καθόταν μαζί τους πέντε λεπτά, μετά σηκωνόταν μέ χαρά καί ἔλεγε: 

« Ἐγώ τώρα κεράσματα ». 

Ἔ­βγαζε νερό ἀ­πό τή στέρνα καί γέμιζε ἕ­να κύπελλο γιά τόν ἐπισκέπτη , ἔ­βαζε καί στό δικό του τενεκεδάκι , τό κονσερβοκούτι , πού τό χρησιμοποιούσε καί γιά μπρίκι καί ἔ­ψαχνε μετά νά βρεῖ­ κανένα λουκούμι , ἄ­λλοτε κατάξηρο καί ἄ­λλοτε μυρμηγκοφαγωμένο, τό ὁποίο , ἐπειδή ἦ­ταν εὐλογία τοῦ παπα-Τύχωνα , τό ἔτρωγαν οἱ ἐπισκέπτες. Ἀφοῦ τά ἐτοίμαζε, ἔ­κανε τόν Σταυρό του ὁ Γέροντας, ἔ­παιρνε τό νερό καί ἔ­λεγε : 

« Πρῶτα ἐγώ εὐλογείτε !» καί περίμενε νά τοῦ πεῖ­ ὁ ἐπισκέπτης τήν εὐχή «Ὁ Κύριος νά σέ εὐλογήσει», ἀ­λλιῶς δέν ἔ­πινε νερό.  «Μετά θά ἔδινε καί αὐτός τήν εὐχή του». 

Τήν εὐχή ἀ­πό τούς ἄ­­λλους τήν αἰσθανόταν ὡς ἀνάγκη, ὄχι μόνο ἀ­πό τούς Ἱερωμένους ἤ Μοναχούς ἀλλά ἀ­κόμη καί ἀ­πό τούς λαϊκούς, μικρούς καί μεγάλους στήν ἡλικία.

Ὁ παπα-Τύχων ἦ­ταν Ρώσος καί μιλοῦσε μόνο σπαστά Ἑλληνικά . Ὅ­σοι Ἁ­γιορεῖτες μοναχοί τόν εἶ­χαν πνευματικό καί ἐξομολογοῦνταν σέ ἐκείνον ἔ­λεγαν πώς μόλις ὁ παπα-Τύχων , ἄ­ρχιζε νά μᾶς συμβουλεύει μετά τήν ἐ­ξομολόγηση , ἐμεῖ­ς ὅ­μως ἀκούγαμε τά λόγια του στήν καθαρεύουσα , σέ γλῶσσα ὅ­μοια μέ αὐτή πού μιλοῦσε ὁ Ἅγιος Ἰ­ωάννης ὁ Χρυσόστομος !!!

 Ἔ­κα­νε γιά ἐρ­γό­χει­ρο ξυλόγλυπτες εἰ­κό­νες (Ἐ­πι­τα­φί­ους). Μία εἰ­κό­να μπο­ρεῖ νά ἔ­κα­νε καί δύ­ο χρό­νια νά τήν τε­λει­ώ­σει. Ἐρ­γό­χει­ρο στήν ἀρ­χή ἔ­κα­νε μία ὥ­ρα, ὕ­στε­ρα μι­σή, με­τά τό κα­τήρ­γη­σε τε­λεί­ως. Ἀ­πέ­φευ­γε ἐ­πι­με­λῶς τήν κα­τά­κρι­ση. Ὅ­ταν ἔ­στελ­νε τούς πα­ρα­γυι­ούς του στίς Κα­ρυ­ές, πή­γαι­νε μα­ζί τους πε­ρί­που ἕ­να χι­λι­ό­με­τρο καί περ­νοῦ­σαν ἀ­πό ἕ­να Κα­λύ­βι Ρώσ­ου γεί­το­νά τους. Ἐ­πει­δή ἦ­ταν λί­γο εὐ­τρα­φής πα­πᾶς, γιά νά μήν τόν κα­τα­κρί­νουν, τούς συμ­βού­λευ­ε πα­τρι­κά:

 « Ὅ­ταν δῆ­τε τόν πα­πα–Ε…, νά πῆ­τε: “ Αὐ­τός εἶ­ναι ἅ­γιος ἄν­θρω­πος, τήν εὐ­χή του νά ἔ­χου­με ” καί νά τοῦ φι­λή­σε­τε τό χέ­ρι».

 Τούς ἔ­λε­γε κατά τήν ἐ­πιστροφή τους ἀ­πό τίς Κα­ρυ­ές, νά μήν τόν ἐ­νο­χλοῦν , ἀλ­λά μό­νον νά χτυ­ποῦν τήν πόρ­τα τοῦ Κελ­λιοῦ του , γιά νά κα­τα­λα­βα­ί­νει ὅ­τι ἐ­πέ­στρε­ψαν , καί ὕ­στε­ρα νά πᾶ­νε στό Κελ­λί τους. 

 Κά­πο­τε ὁ ἕ­νας ἀ­πό κα­λή πε­ρι­έρ­γεια κοί­τα­ξε ἀ­πό τή χα­ρα­μά­δα τῆς πόρ­τας , γιά νά δεῖ τί κά­νει ὁ Γέ­ρον­τας . Τόν εἶ­δε νά κλαί­ει, νά σκου­πί­ζει τά δά­κρυ­ά του μέ μαν­δή­λι καί νά θρη­νεῖ ρα­πί­ζον­τας ἐ­λα­φρά τήν κε­φα­λή του. Ἀ­γα­ποῦ­σε ὑ­περ­βο­λι­κά τή με­τά­νοι­α , ἄν καί ἡ ζω­ή του ἦ­ταν ἁ­γί­α , δο­σμέ­νη ἀ­πό νε­ό­τη­τος στόν Θε­ό . Τά δά­κρυ­ά του ἦ­ταν κα­θη­με­ρι­νή τρο­φή του. Εἶ­χε πολ­λά δά­κρυ­α καί πολ­λή κα­τά­νυ­ξη. Μέ τά δά­κρυά του μού­σκευ­ε τά πό­δια τοῦ Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νου. Τά σκού­πι­ζε μέ τά μαλ­λιά του σάν τή γυ­ναῖ­κα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου. Στό Κελ­λί του ἔ­κα­νε ἐρ­γα­σί­α πνευ­μα­τι­κή καλ­λι­ερ­γών­τας τή με­τά­νοι­α καί τό χα­ρο­ποι­όν πέν­θος. Καί ὅ­ταν ἐ­ξο­μο­λο­γοῦ­σε κα­τανυσ­σό­ταν, ἔ­κλαι­γε συμ­πά­σχον­τας μέ τόν ἐ­ξο­μο­λο­γο­ύ­με­νο. 

Ἕ­νας μα­θη­τής τῆς Ἀ­θω­νιά­δος ἐ­ξομολογοῦνταν στόν πα­πα-Τύ­χω­να . Ὕ­στε­ρα ἔ­γι­νε πα­πᾶς καί ἔ­λε­γε : « Αὐ­τή ἡ φα­λά­κρα μου εἶ­ναι βρεγ­μέ­νη μέ τά δά­κρυ­α τοῦ πα­πα-Τύ­χω­να ». Λει­τουρ­γοῦ­σε συ­νή­θως κά­θε Κυ­ρια­κή , ἀλ­λά εἶ­χε φυ­λαγ­μέ­νο Ἅ­γιον Ἄρ­το καί κοι­νω­νοῦ­σε κά­θε μέ­ρα.

 Στή Θεί­α Λει­τουρ­γί­α ἔ­βλε­παν νά ἀλ­λοι­ώ­νε­ται τό πρό­σω­πό του. Τά μά­τια του μέ­σα στό σκο­τά­δι ἦ­ταν πο­λύ φω­τει­νά. Πάν­τα λει­τουρ­γοῦ­σε μέ κα­τά­νυ­ξη καί δά­κρυ­α. Τήν ὥ­ρα τῆς Θε­ί­ας Λει­τουρ­γί­ας, τό Εὐ­αγ­γέ­λιο τό δι­ά­βα­ζε μέ δά­κρυ­α. Μέ δά­κρυ­α σή­κω­νε τά Ἅ­για καί ἔ­κα­νε τήν Εἴ­σο­δο, ἐ­κτός βέ­βαι­α ἀ­πό τίς ἁρ­πα­γές καί τίς θεῖ­ες ὀ­πτα­σί­ες πού εἶ­χε. Τόν πα­πα-Τύ­χω­να, τόν ξε­λει­τουρ­γοῦ­σε καί ὁ Γέρων-Γε­ρόν­τιος, τόν ὁποῖο πλή­ρω­νε δέ­κα δραχ­μές γιά κά­θε Θεί­α Λει­τουρ­γί­α, τήν ἐ­πο­χή ἐ­κεί­νη πού δί­ναν πέν­τε δραχ­μές στόν πα­πᾶ.

 Μία φο­ρά ὁ Γέρων-­Γε­ρόν­τιος τόν εἶ­δε ὑ­πε­ρυ­ψω­μέ­νο πά­νω ἀ­πό τή γῆ. « Πιό με­γά­λο ἅ­γιο σ᾿ ὅ­λο τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος δέν ἔ­χω δεῖ », ἔ­λε­γε.

 Σέ αὐ­τό τόν Γέροντα ἐ­ξομολογoῦνταν ὁ Ἅ­γιος Γέροντας Παΐσιος. Δι­η­γή­θη­κε κατόπιν ὁ Ἅ­γιος Γέ­ρον­τας Πα­ΐ­σιος: 

« Ὁ παπά-Τύ­χων στήν Θεία Λει­τουρ­γί­α , γιά νά μήν ἀ­πο­σπᾶ­ται , κλε­ί­δω­νε τήν πόρ­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, καί ἐ­γώ ἔ­λε­γα τό “Κύριε ἐ­λέ­η­σον ” ἀπ᾿ ἔ­ξω ἀ­πό τόν δι­ά­δρο­μο .

 Μία φο­ρά, σέ μία Θεία Λει­τουρ­γί­α κα­τά τήν ὥ­ρα τοῦ κα­θα­για­σμοῦ τῶν Τι­μί­ων Δώρων , χά­θη­κε ἡ φω­νή του. Πε­ρί­με­να πέν­τε ὧ­ρες πε­ρί­που καί δέν τόν δι­έ­κο­ψα για­τί δέν εἶ­χα εὐ­λο­γί­α . Με­τά ἀ­πό πέν­τε ὧ­ρες συ­νέ­χι­σε μέ τό “ Ἐξαιρέτως , τῆς Παναγίας, ἀχράντου…”. Ποῦ βρι­σκό­ταν τό­σες ὧ­ρες ; Μᾶλ­λον ἡρ­πά­ζε­το σέ θε­ω­ρί­α .

Τήν ἡ­μέ­ρα ἐ­κε­ί­νη ἡ Θεί­α Λει­τουρ­γί­α τε­λε­ί­ω­σε τό ἀ­πό­γευ­μα . Λειτουργοῦσε κάποια ἄ­­λλη μέρα πάλι ὁ παπα-Τύχων καί στή Μεγάλη Εἴσοδο , μετά τήν Εἴσοδο τῶν Τιμίων Δώρων , εἰσήλθε ὁ παπα-Τύχων στό Ἅ­γιο Βῆμα καί βλέπει τούς Ἀρχαγγέλους Μιχαήλ καί Γαβριήλ καί τούς λέει μέ τά σπαστά Ἑλληνικά του :

 « Ὁ Μιχαήλο ντεξιά καί Γαβριήλο ἀριστερά . Τούς ὑπέδειξε μέ τό χέρι , ποῦ ἀκριβῶς νά πάρουν θέση γιά νά κυκλώσουν τήν Ἁγία Τράπεζα . Καί ἄ­­γγελε φύλακά μου , ντίπλα μου καί ἐννοοῦσε τόν ἄ­­γγελο φύλακά του ».

Τά ἄκουσε ὅ­λα αὐτά , ὁ Ἅ­γιος Γέροντας Παΐσιος τόν ὁποῖο διακονοῦσε μέ ταπείνωση καί βρύσες δακρύων ἔ­τρεχαν ἀ­πό τά μάτια του. Τί μυσταγωγία ἦ­ταν ἐ­κείνη ! Τί Θεία Λειτουργία ἦ­τανε ἐ­κείνη πού ἕ­­νωσε τά οὐράνια μέ τά ἐπίγεια ! Ὁ παπα-Τύχων ἐ­πίσης διάβαζε πολλές φορές τήν ἡμέρα τούς Χαιρετισμούς τῆς Παναγίας μέ δάκρυα ! ».

 Ἦ­ταν τε­λεί­ως ἀ­μέ­ρι­μνος καί δέν ἐν­δι­α­φε­ρό­ταν κα­θό­λου γιά τά ἐ­ξω­τε­ρι­κά . Τό Κελ­λί του πο­τέ δέν τό σκού­πι­ζε . Στό πά­τω­μα τοῦ Κελ­λιοῦ του τά χώ­μα­τα καί οἱ τρί­χες εἶ­χαν κά­νει βου­να­λά­κια πού ἔ­μοια­ζαν σάν καύ­κα­λα χε­λώ­νας . Ἔ­κα­νε γύ­ρω στίς τρεῖς χι­λιά­δες με­τά­νοι­ες καί συμ­βού­λευ­ε κά­ποι­ον μο­να­χό :  « Νά κά­νης πολ­λές με­τά­νοι­ες, μέ­χρι νά μου­σκέ­ψη ἡ φα­νέλ­λα σου ἀπ᾿ τόν ἱ­δρῶ­τα ». Ἀ­πό τήν πο­λύ­ω­ρη ὀρ­θο­στα­σί­α , τά πό­δια του ἦ­ταν πάν­τα πρη­σμέ­να . Νή­στευ­ε πο­λύ .

Ἕ­να ψω­μί μπο­ρεῖ νά τό ἔ­τρω­γε καί σέ ἕ­να μῆ­να . Εἶ­πε κά­ποι­α μέ­ρα στούς δύ­ο μο­να­χούς νά μα­ζέ­ψουν κού­μα­ρα καί νά τά βρά­σουν στήν κα­τσα­ρό­λα. Ὅ­ταν εἶ­δε τό κόκ­κι­νο ζου­μί , τούς εἶ­πε ἄλ­λη φο­ρά νά μήν ξα­να­κά­νουν κού­μα­ρα , για­τί ἔ­χουν πο­λύ αἷ­μα . Ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λύ τή με­λέ­τη . Δι­ά­βα­ζε δύ­ο , τρεῖς ὧ­ρες καί γλυ­και­νό­ταν . Ἔ­λε­γε : « Τί γλυ­κός πού εἶ­ναι ὁ ἀβ­βᾶς Ἰ­σα­άκ ! ». Εἶ­χε δι­α­βά­σει δύ­ο, τρεῖς φο­ρές καί τά Ἅ­παν­τα τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­ωάννου Χρυ­σο­στό­μου !

 Ὅ­λη τή νύ­χτα δέν κοιμόταν σχε­δόν κα­θό­λου. Μό­λις νύ­χτω­νε κα­λοῦ­σε τούς Πα­τέ­ρες στήν Ἐκ­κλη­σί­α χτυ­πών­τας τόν τοῖ­χο. Μέ­χρι πρό τοῦ με­σο­νυκτί­ου ἔ­κα­ναν προ­σευ­χή στό Ἐκ­κλη­σά­κι καί ἔ­ψαλλε ὁ ἴ­διος. Τούς ἔ­λε­γε νά κάθονται σέ κά­ποι­ες στιγ­μές, ὕστε­ρα πά­λι ὄρ­θιοι. Στό τέλος εὔ­χον­ταν γιά ὅ­σους τούς βο­η­θοῦ­σαν, καί ὕ­στε­ρα πή­γαι­ναν στά Κελ­λιά τους.

 Ἔ­λε­γε στά κα­λο­γέ­ρια του : «Ἔ­χει εὐ­λο­γί­α νά κά­νε­τε ὅ­σες με­τά­νοι­ες θέ­λε­τε, καί ἄν μπο­ρῆ­τε νά ἀ­γρυ­πνή­σε­τε ὅ­λη τή νύ­χτα». 

Ἔ­λε­γε ὁ πα­πα-Τύ­χων : « Μέ­σα στά Μο­να­στή­ρια ὑ­πάρ­χουν ἀ­γω­νι­στές καί προ­χω­ρη­μέ­νοι Πα­τέ­ρες. Ἕ­νας ἀ­πό αὐ­το­ύς εἶ­ναι στοῦ Κα­ρα­κάλ­λου ὁ πα­πα-Ματ­θαῖ­ος, ἕ­νας στῶν Ἰ­βή­ρων ὁ πα­πα-Θα­νά­σης, ὁ ὁ­ποῖ­ος καί ἐ­ξω­μο­λο­γεῖ­το στόν πα­πα-Τύ­χω­να, καί ἕ­νας στοῦ Ἐ­σφιγ­μέ­νου ὁ πα­πα-Θα­νά­σης… Με­τά ἀ­πό τρί­α χρό­νια πα­ρα­μο­νή στό Κοι­νό­βιο, ὁ μο­να­χός εἶ­ναι γιά πνευ­μα­τι­κό πό­λε­μο… Οἱ κα­λές συ­νή­θει­ες εἶ­ναι ἀ­ρε­τές καί οἱ κα­κές συ­νή­θει­ες εἶ­ναι πά­θη… Ὁ κα­λό­γε­ρος νά μήν ἔ­χη σχέ­ση μέ τά ζῶ­α, για­τί αὐ­τά τοῦ παίρ­νουν τό νοῦ καί τήν καρ­διά. Δι­ό­τι , ἀν­τί νά δώ­ση τήν ἀ­γά­πη του στόν Θε­ό , μοι­ρά­ζε­ται στά ζῶ­α . Ὁ ἅ­γιος Βα­σί­λει­ος ἀ­πα­γο­ρεύ­ει στόν μο­να­χό πού θά χα­ϊ­δέ­ψει γά­τα ἤ σκύ­λο, νά κοι­νω­νή­σει ».

  “ Τόν κάθε ἐπισκέπτη του τόν θεωροῦσε φίλο καί ἀ­πεσταλμένο ἀ­πό τόν Θεό. Ὅ­,τι τοῦ πρόσφεραν τά κρατοῦσε κι’ ἄ­­ν δέν τά εἶχε ἀ­νάγκη τά ἔδινε ἀ­μέσως σέ ἄ­­λλον. Ἐνῶ δέν εἶχε τίποτε , θεωροῦσε πλούσιο τόν ἑαυτό του . «Ἐγώ πλούσιος, δόξα τῷ Θεῷ » , ἔλεγε. Τό « Δόξα τῷ Θεῷ » τό εἶχε συνέχεια στό στόμα του.

  Ἄ­ντεχε πολύ στή νηστεία καί κάποτε, πού εἶχα νά πάω πολλές ἡμέρες, ἀ­ντίκρυσα τό ἐξῆς θαυμαστό . Σέἐποχή πού δέν ὑπήρχαν δαμάσκηνα καί ἄνθρωπος εἶ­χε ἡμέρες νά τόν ἐπισκεφθεῖ, βλέπω στό Κελλί του πολλά ἀ­πό αὐτά , φρέσκα καί ὡραία . Τόν ρώτησα , ποῦ τά βρήκε . 

« Παιδί μου, ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ », μοῦ ἀ­πάντησε. Πίστεψα πώ­ς ἄ­­γγελος τοῦ τά πήγε. 

Τότε μοῦ διηγήθηκε κι’ ἕ­­να ἄλλο θαῦμα, πού τοῦ εἶ­χε συμβεῖ στή Ρωσία. Ἦταν ἀ­πό τή Σιβηρία καί ἐκεῖ­ εἶ­χαν πολύ σιτάρι καί τό ψωμί τους ἦ­ταν ἄσπρο. Ὅ­ταν περιόδευε τά Ρωσικά Μοναστήρια , ἔφτασε στή Μόσχα . Λίγο πιό ἔξω , ἐκεῖ­, ἔτρωγαν μαύρο ψωμί , πού δέν μποροῦσε νά τό φάει καί γιά μέρες ἦ­ταν νηστικός . Περνώντας ἔξω ἀ­πό ἕ­­να φοῦρνο βλέπει μιά γυναίκα νά τοῦ δίνει ἕ­­να κάτασπρο ψωμί , ζεστό . Χρήματα δέν εἶ­χε καί μπῆκε μέσα στόν φοῦρνο νά τήν εὐχαριστήσει. Ρώτησε τόν φούρναρη, ποῦ πήγε ἡ γυναίκα πού τοῦ ἔδωσε τό ψωμί. Τοῦ ἀ­παντᾶ πώ­ς καμία γυναίκα δέν βγῆκε ἀ­πό τό μαγαζί του. Ὅ­ταν μάλιστα εἶ­δε τό ψωμί στά χέρια του νά ἀ­χνίζει καί σ’ ὅλη τήν ἐπαρχία τους νά μήν ὑπάρχει τέτοιο , ἔκθαμβος ἔνιωσε πώ­ς ἦ­ταν ἡ Παναγία . Ξέσπασε σέ δάκρυα συγκινήσεως καί ὁ φούρναρης μέ εὐλάβεια ἔλαβε λίγο ἀ­π’ τό ψωμί γιά εὐλογία . Εὐχαρίστησαν καί οἱ δύο τή Θεοτόκο . Μέ τό ψωμί αὐτό πέρασε ὅλο τόν ὑπόλοιπο καιρό πού ἔλειπε ἀ­π’ τό σπίτι του . Τό θαῦμα αὐτό τόν ἔκανε νά ἀ­ποφασίση τή μοναχική του ἀ­φιέρωση ” (2).

« Ἡ εὐ­χή , τό “ Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ , ἐλέησόν με ”, εἶ­ναι σι­τά­ρι κα­θα­ρό . Ὁ κα­λός ὑ­πο­τα­κτι­κός μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­κτή­ση τήν εὐ­χή ».

« Μέ τήν με­λέ­τη τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς, ἄν δέν προ­σέ­ξη κα­νείς, μπο­ρεῖ νά πλα­νη­θῆ, ὅ­πως ὁ Ὠ­ρι­γέ­νης ».

« Κα­λύ­τε­ρα τρεῖς με­τά­νοι­ες μέ τα­πε­ί­νω­ση , πα­ρά χί­λι­ες μέ ὑ­ψη­λο­φρο­σύ­νη ».

« Μό­νο ἡ τα­πεί­νω­ση θά μᾶς σώ­σει . Τα­πει­νό­φρο­νες πραγ­μα­τι­κο­ύς πο­λύ λί­γους θά βρεῖς . Πρέ­πει νά το­ύς ψά­ξης μέ τό κε­ρί »

Ὁ παπα-Τύχωνας , ἔ­λεγε ὅ­τι: « Κάθε πρωί ὁ Θεός εὐλογεῖ τούς ἀνθρώπους μέ τό ἕνα χέρι. Ὅταν βλέπει ταπεινό ἄνθρωπο τόν εὐλογεῖ μέ τά δύο χέρια »! Τό­σο ἀ­γά­πη­σε τήν τα­πεί­νω­ση πού γύ­ρι­σε ὁ­λό­κλη­ρο τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος ψά­χνον­τας νά βρεῖ τα­πει­νό ἄν­θρω­πο. Ἐ­πί τέ­λους βρῆ­κε στοῦ Ἐ­σφιγ­μέ­νου ἕ­να γε­ρον­τά­κι πού εἶ­χε ἐν­δυ­θεῖ σάν δι­πλο­ΐ­δα τήν ἀ­λη­θι­νή καί τε­λεί­α τα­πεί­νω­ση. Ὑ­πῆρ­χαν βέ­βαι­α καί πολ­λοί ἄλ­λοι , ἀλ­λά ἦ­ταν κρυμ­μέ­νοι στά μά­τια τῶν πολ­λῶν . Ὑπήρχε τότε στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος καί ἡ συνοδεία τοῦ Ἁγίου Γέροντα Ἰωσήφ τοῦ Ἡσυχαστή καί Σπηλαιώτη , ὁ ὁποίος κοιμήθηκε στίς 15 Αὐγούστου τοῦ 1959, στή Νέα Σκήτη τοῦ Ἄθω , στήν Ἱερά Καλύβη Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου . Τόν Ἅγιο Γέροντα Ἰωσήφ τόν Ἡσυχαστή ὅ­σο ζοῦσε δέν ἐ­πιδίωξε νά τόν συναντήσει ὁ παπα-Τύχωνας , οὔτε καί ὁ ὑποτακτικός του ὁ Ἅγιος Παΐσιο ς.

Κα­λοῦ­σαν τόν πα­πα-Τύ­χω­να στοῦ Ἐ­σφιγ­μέ­νου γιά νά ἐ­ξο­μο­λο­γεῖ τά κα­λο­γέ­ρια. Τό­τε ἦ­ταν πά­νω ἀ­πό ἑ­ξῆν­τα Πα­τέ­ρες. Εἶ­χε εὐ­λά­βεια στόν ἅ­γιο Ἀν­τώ­νιο τόν Ρῶσ­σο καί λει­τουρ­γοῦ­σε στό σπή­λαι­ο πού ἔ­ζη­σε ὁ ὅ­σιος Ἀν­τώ­νιος Πε­τσέ­ρσκα­για. Ἔ­πει­τα ἐ­πέ­στρε­φε στό Κελ­λί του μέ τά πό­δια, καί μά­λι­στα βά­δι­ζε πο­λύ γρή­γο­ρα. Εἶ­χε φι­λί­α καί πολ­λέ ς σχέ­σεις μέ τόν ἅ­γιο Σι­λουα­νό τοῦ Ρωσ­ι­κοῦ , ὁ ὁ­ποῖ­ος με­τά τήν κο­ί­μη­σή του πα­ρου­σι­ά­σθη­κε στόν πα­πα-Τύχωνα καί συ­νο­μί­λη­σαν.

Κα­ρυ­ώ­της Γέρων μαρ­τυ­ρεῖ :

 « Ὁ πα­πα-Τύχων ἦ­ταν πο­λύ ἁ­πλός καί ζοῦ­σε σ᾿ ἕ­να δι­κό του ἅ­γιο Παράδεισο . Ἦ­ταν βια­στής πο­λύ καί πα­ρό­λο πού νή­στευ­ε ἦ­ταν σω­μα­τώ­δης . Ὅ­ταν ἐρ­χό­ταν στό Κελ­λί μας καί τόν βά­ζα­με νά φά­η , ἔ­τρω­γε μό­νο δυό κου­τα­λι­ές γιά εὐ­λο­γί­α. Τώρα δέν ἔ­χει κα­νέ­να σάν αὐ­τόν, μήν ψά­χνε­τε »

Κά­ποι­α μέ­ρα εἶ­πε στά κα­λο­γέ­ρια του, ὅ­ταν πεθάνει, νά μήν τόν ξε­θά­ψουν . Ὁ ἕ­νας σκέ­φθη­κε : « Θά τόν βγά­λω καί θά πῶ εὐ­λό­γη­σον ». Ὁ πα­πα -Τύχων δι­ά­βα­σε τόν λο­γι­σμό του καί τοῦ εἶ­πε : « Δέν ἔ­χει εὐ­λο­γία­ ». Καί μέχρι σήμερα τό τί­μιο λε­ί­ψα­νό του πα­ρα­μέ­νει θαμ­μέ­νο ἀ­να­μέ­νον­τας τήν κοι­νή Ἀ­νά­στα­ση”.

Ἀπό τόν παπα-Τύχωνα ἔ­χουμε νά ὠφεληθοῦμε πολλά μέσα ἀ­πό τήν ταπεινή ἀ­σκητική ζωή του . Ὁ παπα-Τύχωνας, γιά νά δείξει τήν ἀ­ξία τῆς ταπείνωσης ἔ­λεγε ὅ­τι: « Κάθε πρωί ὁ Θεός εὐλογεῖ τόν ταπεινό ἄνθρωπο μέ τά δύο χέρια »! Ἔχει διασωθεῖ σέ ἕνα χειρόγραφό του μία προσευχή του, πού μᾶς παρουσιάζει τή γνήσια καί ἀ­ληθινή ἀ­γάπη πρός τόν Κύριο. Ἡ προσευχή του εἶναι ἡ ἐξῆς :

“ Ἅγιε Γολγοθᾶ, θεῖε Γολγοθᾶ, παρακαλῶ πές μου πόσες χιλιάδες, ἑκατομμύρια ἁμαρτωλούς ἀνθρώπους καθάρισες καί ἔστειλες καί γιόμισες τόν γλυκό Παράδεισο. Θεμέλιο γιά τόν γλυκό Παράδεισο εἶναι ὁ ἅγιος Γολγοθᾶς.
Ἁμαρτωλοί ἐλᾶτε ἐδῶ, νά μήν ἀργήσετε. Ὁ ἅγιος Γολγοθᾶς ἀνοικτός. Ἡ Σταύρωσις. Ὁ Χριστός Ἐλεήμων. Μᾶς περιμένει νά τοῦ λούσουμε τά πόδια . Μακάριοι ἐμεῖς , ἄν μᾶς ἀξιώσει ὁ Χριστός, μέ ταπείνωση , μέ φόβο Θεοῦ , μέ ζεστή καρδιά, μέ ζεστά δάκρυα νά πλύνουμε τά ἅγια πόδια τοῦ Χριστοῦ καί, ἄν θελήσουμε πολλές φορές . Ὕστερα ὁ Χριστός θά πλύνη τίς ἁμαρτίες μας καί θά γίνη καθαρή ἡ ψυχή μας καί θά ἀνοίξει τόν γλυκό Παράδεισο ”.

Κοντά του ἦ­ταν ὁ ὑ­πο­τα­κτι­κός του Γέ­ρον­τας Πα­ΐ­σιος πού τόν γη­ρο­κό­μη­σε τίς τε­λευ­ταῖ­ες ἡ­μέ­ρες , τόν ἔ­θα­ψε καί τόν δι­α­δέ­χθη­κε στό Κα­λύ­βι . Ἐ­κοι­μή­θη στίς 10 Σε­πτεμ­βρί­ου τοῦ 1968, ἀ­φοῦ προηγουμένως εἶ­δε σέ ὅ­ρα­μα τήν Πα­να­γί­α μα­ζί μέ τόν ἅ­γιο Σέργιο τοῦ Ραντονέζ καί τόν ἅ­γιο Σε­ρα­φε­ίμ τοῦ Σάρωφ , πού τοῦ προ­εῖ­παν ὅ­τι θά πε­ρά­σει ἡ ἑ­ορτή τοῦ Γε­νε­θλί­ου τῆς Θε­ο­τό­κου καί θά τόν πά­ρουν .

Διηγεῖται γιά τή θαυμαστή κοίμησή του ὁ Ἅ­γιος Γέροντας Παΐσιος : « Μιά μέρα ἀ­πό ἐ­κείνες τίς τελευταῖες του , εἶ­χα βγεῖ ἔ­ξω , γιά νά τοῦ φέρω λίγο νερό . Ὅταν ἄνοιξα μετά καί μπήκα στό Κελλί του , μέ κοιτοῦσε παράξενα καί μοῦ λέγει : « Ἐσύ, ὁ Ἅ­γιος Σέργιος εἶ­σαι ; ».

« Ὄχι, Γέροντα, εἶ­μαι ὁ Παΐσιος ».

« Τώρα, παιδί μου , ἦ­ταν ἐ­δῶ ἡ Παναγία , ὁ Ἅ­γιος Σέργιος καί ὁ Ἅ­γιος Σεραφείμ . Ποῦ πῆγαν ; ».

Κατάλαβα ὅ­τι κάτι γίνεται καί τόν ρώτησα :

« Τί σοῦ είπε ἡ Παναγία ; ».

« Θά περάσει ἡ Πανήγυρη καί μετά θά μέ πάρει ».

Ἦταν ἀ­πόγευμα , παραμονή τοῦ Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου, 7 Σεπτεμβρίου 1968 καί μετά ἀ­πό τρεῖς ἡμέρες, στίς 10 Σεπτεμβρίου, ἀ­ναπαύθηκε ἔ­ν Κυρίω.

Τήν προτελευταῖα ἡμέρα μοῦ εἶ­χε πεῖ ὁ Γέροντας : «Αὔριο θά πεθάνω καί θέλω νά μήν κοιμηθής, γιά νά σέ εὐλογήσω».

Ἐγώ τόν λυπόμουνα ἐ­κεῖνο τό βράδυ , πού κουραζόταν , γιατί συνέχεια τρεῖς ώρες εἶ­χε τά χέρια του ἐ­πάνω στό κεφάλι μου , μέ εὐλογοῦσε καί μέ ἀ­σπαζόταν γιά τελευταῖα φορά . Γιά νά ἐ­κφράση καί τήν εὐγνωμοσύνη του γιά τό λίγο νερό πού τοῦ εἶ­χα δώσει στά τελευταία του , μοῦ ἔ­λεγε : « Γλυκό μου Παΐσιο , ἐ­μεῖς , παιδί μου , θά ἔ­χουμε ἀ­γάπη εἰς αἰῶνας αἰώνων ἡ ἀ­γάπη εἶ­ναι ἀ­κριβή ἡ δική μας . Ἐσύ θά κάνης εὐχή ἀ­πό ἐδῶ , καί ἐ­γώ θά κάνω ἀ­πό τόν οὐρανό. Πιστεύω ὅ­τι θά μέ ἐ­λεήση ὁ Θεός , γιατί ἑ­ξῆν­τα χρόνια , παιδί μου , καλόγηρος , συνέχεια ἔ­λεγα Κύριε Ἰησού Χριστέ, ἐ­λέησόν με ».

« Ἐγώ θά λειτουργῶ πιά στόν Παράδεισο. Ἐσύ νά κάνης εὐχή ἀ­πό ἐδῶ, καί ἐ­γώ θά ἔ­ρχομαι κάθε χρόνο νά σέ βλέπω ». Εἶ­ναι ἀ­λήθεια ὅτι ἐ­κείνες οἱ δέκα τελευταῖες ἡμέρες, πού παρέμεινα κοντά του, ἦ­ταν ἡ μεγαλύτερη εὐλογία τοῦ Θεοῦ γιά μένα , γιατί βοηθήθηκα περισσότερο ἀ­πό κάθε ἄ­­λλη φορά, ἀ­φοῦ μοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία νά τόν ζήσω λίγο ἀ­πό κοντά καί νά τόν γνωρίσω καλύτερα . Ἡ πρώτη του λοιπόν φορά πού μοῦ ἔ­κανε τήν πρώτη του ἐ­πίσκεψη ἦ­ταν στίς 10 Σεπτεμβρίου 1971, τό βράδυ, μετά τό μεσονύκτιο . Ἐνῶ ἔ­λεγα τήν εὐχή , βλέπω ξαφνικά τόν Γέροντα παπα-Τύχωνα νά μπαίνει στό Κελλί ! Πετάχθηκα καί τοῦ ἔ­πιασα τά πόδια καί τά φιλοῦσα μέ εὐλάβεια . Δέν κατάλαβα ὅμως πῶς μοῦ ξεγαντζώθηκε ἀ­πό τά χέρια μου καί , καθώς ἔ­φευγε , τόν εἶδα νά μπαίνει στόν Ἱερό Ναό καί ἐξαφανίσθηκε . Με­τά τήν κοίμησή του ὁ ἴ­διος ὁ Ἅγιος Γέροντας Παΐσιος ἔ­γρα­ψε τόν βί­ο τοῦ πα­πα-Τύχωνα, ἔπειτα ἀ­πό τή θαυ­μα­στή ἐμ­φά­νι­σή του μέσα στό Κελλί του. Τό βιβλίο ὀνομάζεται : « Ἁ­γι­ο­ρεῖ­ται Πα­τέ­ρες »!” (3).

Τήν ἁ­γία εὐ­χή τους νά ἔ­χου­με. Ἀ­μήν.

Ἀπό τό Συναξάρι τῶν Ἁγίων Πατέρων τῶν παλαιῶν καί τῶν σύγχρονων θησαυρίζει ἡ καρδιά μας μέσα ἀπό τόν Ἅγιο βίο τους καί ἐπιθυμοῦμε σέ πολλά νά τούς μιμηθοῦμε στή σύγχρονη ζωή μας. Πόσα μαθαίνουμε κοντά στόν Ἅ­γιο Γέροντα ! Μαθαίνουμε τήν Ὀρθοδοξία στήν πράξη. 

Ὁ Ἅ­γιος Γέροντας εἶναι ὁλόκληρος ἡ ζῶσα Ὀρθοδοξία μας. Μαθητεύουμε κοντά στόν ἴ­διο τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό πού βρίσκεται μέσα στήν καρδιά του. Μᾶς προσελκύει ἡ γλυκιά μορφή του, ἡ ἀ­πέραντη ἀ­γάπη καί ὁ θεῖ­ος ἔ­ρωτας πρός τό Ἅ­γιο πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ἡ καρδιά του γεννάει πνευματικά τέκνα μέσα ἀ­πό τή χάρη τοῦ Θεοῦ. Μᾶς δείχνει τό δρόμο τῆς σωτηρίας διά τῆς νοερᾶς εὐχῆς καί τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς. Κοντά στόν Γέροντα νιώθεις ὅ­τι εἶσαι πλασμένος γιά αυτή τή μεγάλη ἀ­γάπη τοῦ Θεοῦ πού σέ ἔ­φερε στή ζωή καί Σέ θέλει στήν αἰωνιότητα μαζί Του.

Διαβάστε τά Συναξάρια τῶν Ἁγίων Πατέρων μας – εἰδικά τῶν σύγχρονών μας – καί προτρέψτε καί τά παιδιά σας νά τά διαβάζουν . Εἶναι ἐ­πίσης μεγάλη εὐλογία νά διαβάζουμε μέ τά παιδιά μας τό Συναξάρι τοῦ Ἁγίου τῆς ἡμέρας . Μᾶς ἁγιάζει τήν ψυχή μας καί ὁλόκληρη τήν ἡμέρα μας ὁ Ἅ­γιος πού γιορτάζει τήν κάθε ἡμέρα πού μᾶς χαρίζει ὁ Κύριος.

Ἀ­μήν. Γένοιτο

katanixi.

  1. Κλῖ­μαξ Λ’, ζ’.
  2. Απόσπασμα από το βιβλίο του Ιερομονάχου Αγαθαγγέλου, «Οι αναμνήσεις μου από τον παπα-Τύχωνα», των εκδόσεων το Περιβόλι της Παναγίας, Θεσσαλονίκη 1982. https://www.hristospanagia.gr
  3. Από την ασκητική και ησυχαστική Αγιορείτικη παράδοση. Εκδόσεις Ιερόν Ησυχαστήριον “Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος” σελ. 110-118. https://enromiosini.gr/arthrografia

 Διαβαστε επισης :Ο ερημίτης παπά-Τύχων
παπα ΤΥΧΩΝ, ο ερημίτης της Καψάλας

==================

Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού (Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος)

Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού (Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος)

Ὑπόμνημα εἰς τὸν Ἅγιον Εὐαγγελιστὴν Ἰωάννην, ὁμιλία κζ΄ (Ἰωάν. γ΄, 13-17)

Ὅ,τι εἶπα πολλὲς φορές, αὐτὸ θὰ ἐπαναλάβω καὶ τώρα, καὶ δὲ θὰ παύσω νὰ τὸ λέγω. Ποιὸ εἶναι τοῦτο ; 

Ὅταν εἶναι ὁ Χριστὸς ν’ ἀνακοινώση ὑψηλὲς ἀλήθειες συγκρατεῖ πολλὲς φορὲς τὸν ἑαυτό του ἐξ αἰτίας τῆς ἀδυναμίας τῶν ἀκροατῶν του. Δὲν εἶναι πάντα ὁ λόγος του ἀντάξιος τῆς μεγαλωσύνης του, πιὸ συνηθισμένο εἶναι νὰ συγκατεβαίνη. Γιατὶ τὸ ὑψηλὸ καὶ μεγάλο καὶ μιὰ φορὰ νὰ εἰπωθῆ φτάνει νὰ παραστήση τὴν ἀξία του, ὅσο εἶναι δυνατὸ σ’ ἐμᾶς νὰ συλλάβωμε μὲ τὴν ἀκοή. Τὰ ἁπλούστερα ὅμως, ποὺ πλησιάζουν στὸ διανοητικὸ ἐπίπεδο τῶν ἀκροατῶν, ἄν δὲν ἐλέγονταν ἀδιάκοπα, δὲ θὰ κατακτοῦσαν γρήγορα τὸν ἀκροατὴ ποὺ ρέπει στὴ γῆ.

Γι’ αὐτὸ λοιπὸν εἶναι καὶ περισσότερα ἀπὸ τὰ ὑψηλὰ, ποὺ ἔχουν ἀπ’ αὐτὸν λεχθῆ. Γιὰ νὰ μὴν ἔχη ὅμως τοῦτο καμμιὰν ἄλλη κακὴν ἐπίδραση κρατῶντας τὸ μαθητὴ πρὸς τὰ κάτω, δὲν παραθέτει ἁπλά τὰ κατώτερα, ἄν δὲν ἀναφέρη καὶ τὴν αἰτία, γιὰ τὴν ὁποία τὰ λέγει. Αὐτὸ κάμει κι ἐδῶ.

Ἀφοῦ μίλησε γιὰ τὸ βάπτισμα καὶ γιὰ τὴν κατὰ χάρη γέννηση, ποὺ γίνεται στὴ γῆ , θέλοντας νὰ ἔρθη καὶ στὴν δική του γέννηση, τὴν ἀπερίγραπτη καὶ ἀνέκφραστη, σταματάει καὶ δὲν προχωρεῖ. Κι ἀναφέρει τὸ λόγο, γιὰ τὸ ὁποῖο σταμάτησε. Ποιός εἶναι ; Ἡ σαρκικότητα καὶ ἡ ἀσθένεια τῶν ἀκροατῶν. Αὐτὴν ὑπονοῶντας πρόσθεσε· Ἄν σᾶς εἶπα τὰ γήινα καὶ δὲ μὲ πιστεύετε , πῶς θὰ μὲ πιστέψετε ἄν σᾶς ἐκθέσω τὰ οὐράνια ;

Ὥστε ὅπου τυχὸν διατυπώνει κάτι μετρημένο καὶ περιωρισμένο, πρέπει νὰ ἀποδοθῆ στὴν ἀδυναμία τῶν ἀκροατῶν. Τὰ γήινα ἐδῶ μερικοὶ νομίζουν ὅτι φανερώνονται ἀπὸ τὸν ἄνεμο. Εἶναι δηλαδὴ σὰ νὰ τοὺς λέη. Ἅν σᾶς ἔδωκα ὑπόδειγμα ἀπὸ τὰ γήινα καὶ μήτε ἔτσι δὲν πεισθήκατε, πῶς θὰ μπορέσετε νὰ μάθετε τὰ πιὸ ὑψηλά ; Μὴ θαυμάσης, ἄν ἐδῶ λέγεται ἐπίγειο τὸ βάπτισμα . Τὸ χαρακτηρίζει ἔτσι εἴτε ἐπειδὴ τελεῖται στὴ γῆ , εἴτε γιὰ νὰ τὸ συγκρίνη μὲ τὴ φρικτὴ δικὴ του γέννηση. Μόλο ποὺ ἡ γέννηση μὲ τὸ βάπτισμα εἶναι ἐπουράνια , σὲ σύγκριση μ’ ἐκείνη τὴν ἀληθινὴ ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὴν οὐσία τοῦ Πατέρα θεωρεῖται γήϊνη .

Καὶ ὀρθὰ εἶπε δὲν πιστεύετε καὶ ὄχι, δὲν ἀντιλαμβάνεσθε . Γιατὶ ὅταν κανένας ἀντιστέκεται σ’ ἐκεῖνα ποὺ ἔχει τὴ δύναμη νὰ τὰ συλλάβη μὲ τὸ νοῦ του καὶ δὲν τὰ δέχεται εὔκολα , εἶναι φυσικὸ νὰ κατηγορηθῆ γιὰ ἀνοησία. Ὅταν ὅμως δὲν ἀποδέχεται αὐτά , ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ συλλάβη μὲ τὴ σκέψη παρὰ μὲ τὴν πίστη μονάχα , τὸ λάθος δὲν εἶναι τῆς ἀνοησίας ἀλλὰ τῆς ἀπιστίας. Ἐνῶ τὸν ἐμποδίζει νὰ ἑρευνήση τὸ λόγο του μὲ συλλογισμούς , τοῦ ἐπιτίθεται σφοδρότερα , κατηγορῶντας τον γιὰ ἀπιστία . Κι ἄν πρέπη νὰ δεχώμαστε μὲ πίστη τὴ δική μας γέννηση , ποιά κατηγορία ἀξίζει σ’ ἐκείνους ποὺ ἐξετάζουν μὲ συλλογισμοὺς τὴ γέννηση τοῦ Μονογενοῦς ;

Ἴσως θὰ παρατηρήση κάποιος · Καὶ γιὰ ποιὰ αἰτία ἐλέγονταν αὐτά , ἄν δὲν ἦταν νὰ πιστέψουν οἱ ἀκροαταί ; Γιὰ τὸ ὅτι κι ἄν ἀκόμα δὲν ἐπίστευσαν ἐκεῖνοι , θὰ τὰ ἐδέχονταν ὅμως καὶ θὰ ὠφελοῦνταν οἱ ἔπειτα ἀπ’ αὐτούς . Μὲ τὴ σφοδρὴ λοιπὸν ἐπίθεση ἐναντίον του , δείχνει ὅτι δὲ γνωρίζει αὐτὰ μονάχα παρὰ κι ἄλλα πολὺ περισσότερα καὶ μεγαλύτερα ἀπὸ αὐτά . Αὐτὸ ἐδήλωσε καὶ μ’ ὅσα πρόσθεσε · Κανένας δὲν ἀνέβηκε στὸν οὐρανὸ παρὰ αὐτὸς ποὺ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ κατέβηκε , ὁ Γιὸς τοῦ ἀνθρώπου , ποὺ ἦταν στὸν οὐρανό . Καὶ ποιὰ ἡ σημασία τῆς ἀκολουθίας αὐτῆς ; Πολὺ μεγάλη καὶ σύμφωνη μὲ τὰ προηγούμενα .

Ἐπειδὴ ἐκεῖνος τοῦ εἶπε · Γνωρίζομε ὅτι ἦρθες δάσκαλός μας ἀπὸ τὸ Θεό , τὸν διορθώνει ἀμέσως σχεδὸν λέγοντάς του · Μὴ νομίσης πὼς εἶμαι δάσκαλος ἔτσι ὅπως εἶναι πολλοὶ προφῆτες τῆς γῆς . Ἔρχομαι τώρα ἀπὸ τὸν οὐρανό . Κανένας ἀπὸ τοὺς προφῆτες δὲν ἀνέβηκε ἐκεῖ , ὅμως ἐγὼ ἐκεῖ παραμένω . Βλέπεις πὼς εἶναι ἐντελῶς ἀνάξιο τῆς μεγαλωσύνης του , ὅ,τι νομίζομε πὼς εἶναι ὑπερβολικὰ ὑψηλό ;

 Δὲν εἶναι μόνο στὸν οὐρανό , ἀλλὰ παντοῦ γεμίζει τὰ πάντα. Ἀλλὰ ἀκόμα ἔχει ὑπ’ ὅψη τὴν ἀδυναμία τοῦ ἀκροατῆ καὶ θέλει νὰ τὸν ἀνεβάση λίγο λίγο . Καὶ Γιὸ τοῦ ἀνθρώπου δὲ χαρακτηρίζει ἐδῶ τὴ σάρκα ἀλλὰ ὀνομάζει ὁλόκληρο τὸν ἑαυτό του , ἀπὸ τὴν κατώτερη οὐσία . Ἦταν συνήθειά του νὰ ὀνομάζει τὸ σύνολό του πολλὲς φορὲς ἀπὸ τὴ θεία καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ὑπόστασή του . Κι ὅπως ὁ Μωυσῆς ὕψωσε τὸ φίδι στὴν ἔρημο , ἔτσι πρέπει νὰ ὑψωθῆ κι ὁ Γιὸς τοῦ ἀνθρώπου . Καὶ τοῦτο πάλι φαίνεται ὅτι ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ προηγούμενα , γιατὶ ἔχει μεγάλο σύνδεσμο μ’ αὐτά . Ἀφοῦ ἀνέφερε τὴν πελώρια εὐεργεσία πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ποὺ πραγματοποιήθηκε μὲ τὸ βάπτισμα , προσθέτει καὶ τὴν αἰτία της ποὺ ἀποτελεῖ ὁ σταυρὸς , ὄχι μικρότερη ἀπὸ τὴν εὐεργεσία.

Ἔτσι κι ὁ Παῦλος, ὅταν ἀπευθύνεται στοὺς Κορινθίους , συμπαραθέτει αὐτὲς τὶς δύο εὐεργεσίες μ’ αὐτὰ τὰ λόγια · Μήπως ὁ Παῦλος σταυρώθηκε γιὰ σᾶς ἤ στὸ ὄνομα τοῦ Παῦλου βαπτισθήκατε ; Γιατὶ περισσότερο ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα, αὐτὰ τὰ δύο μαρτυροῦν τὴν ἀπέραντη ἀγάπη του , ὅτι ἔπαθε γιὰ χάρη ἀνθρώπων , ποὺ τὸν μισοῦσαν κι ὅτι πεθαίνοντας γι’ αὐτοὺς , τοὺς ἔδωσε μὲ τὸ βάπτισμα ἀμείωτη τὴ συγχώρηση τῶν ἁμαρτημάτων τους .

β΄. Καὶ γιὰ ποιὸ λόγο δὲν εἶπε καθαρά , ὅτι σὲ λίγο θὰ σταυρωθῶ ἀλλὰ παρέπεμψε τοὺς ἀκροατὰς του στὸ παλαιό σύμβολο ; Γιὰ νὰ ἐννοήσουν πρῶτα ὅτι τὰ παλαιὰ εἶναι συγγενικὰ μὲ τὰ νέα καὶ δὲν εἶναι τοῦτα ξένα πρὸς ἐκεῖνα . Γιὰ νὰ κατανοήσωμε , δεύτερο, ὅτι δὲν ἐρχόταν ἀθέλητα στὸ πάθος . Καὶ τοῦτο ἀκόμα ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὰ· ὅτι  καμμιὰ ζημία δὲν παθαίνει ἐκεῖνος ἀπὸ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα , ἀντίθετα προξενεῖται σωτηρία σὲ πολλούς. Γιὰ νὰ μὴ λέη δηλαδὴ κανένας· πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ πιστεύσωμε στὸ σταυρωμένο καὶ νὰ σωθοῦμε, ὅταν κι ὁ ἴδιος συλλαμβάνεται ἀπὸ τὸ θάνατο; γι’ αὐτὸ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν παλαιά ἱστορία.

Θέλει νὰ μᾶς βεβαιώση ὅτι ἄν ξέφυγαν οἱ Ἰουδαῖοι τὸ θάνατο ἀτενίζοντας τὸ χάλκινο ὁμοίωμα τοῦ φιδιοῦ , πολὺ περισσότερο εὔλογα ὅσοι πιστεύουν στὸν ἐσταυρωμένο καὶ πολὺ ἀφθονώτερη θὰ ἀπολαύσουν τὴν εὐεργεσία . Δὲ γίνεται τοῦτο ἀπὸ τὴν ἀδυναμία ἐκείνου ποὺ σταυρώνεται, οὔτε ἐπειδὴ ἐνίκησαν οἱ Ἰουδαῖοι ἀλλὰ ἐπειδὴ Ἀγάπησε ὁ Θεὸς τὸν κόσμο γι’ αὐτὸ σταυρώνεται ὁ ἔμψυχος ναός του , τὸ σῶμα του. Ὥστε καθένας ποὺ πιστεύει σ’ αὐτὸν νὰ μὴ χαθῆ ἀλλὰ νὰ ἔχῃ αἰώνια ζωή . Αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία τοῦ σταυροῦ καὶ ἡ σωτηρία ποὺ αὐτὸς γέννησε· αὐτὴ εἶναι ἡ συγγένεια τοῦ συμβόλου πρὸς τὴν ἀλήθεια .

Ἐκεῖ, οἱ Ἰουδαῖοι ξέφυγαν τὸ θάνατο , ἀλλὰ τὸν προσωρινό · ἐδῶ ὅσοι πιστεύουν , τὸν αἰώνιο . Ἐκεῖ τὸ ὑψωμένο χάλκινο φίδι ἐθεράπευσε τὰ δαγκώματα τῶν φιδιῶν , ἐδῶ ὁ σταυρωμένος Ἰησοῦς ἐθεράπευσε τὰ τραύματα ἀπὸ τὸ νοητὸ δράκοντα . Ἐκεῖ θεραπευόταν ὅποιος ἔβλεπε μὲ τὰ σωματικὰ μάτια , ἐδῶ ἀποθέτει τὶς ἁμαρτίες του αὐτὸς ποὺ βλέπει μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς . Ἐκεῖ εἶχε ὑψωθῆ χαλκός , σὲ σχῆμα φιδιοῦ , ἐδῶ εἶναι τὸ δεσποτικὸ σῶμα τεχνουργημένο ἀπὸ τὸ Πνεῦμα . Ἐκεῖ τὸ φίδι ἐδάγκωνε καὶ τὸ φίδι ἐθεράπευε · ἔτσι κι ἐδῶ θάνατος καταστρέφει καὶ θάνατος σώζει .

Τὸ φίδι ὅμως ποὺ προξένησε τὴν καταστροφή , εἶχε δηλητήριο · αὐτὸ ποὺ ἔσωζε δὲν εἶχε . Τὸ ἴδιο πάλι κι ἐδῶ · ὁ θάνατος ποὺ καταστρέφει περιέχει ἁμαρτία , καθὼς τὸ φίδι εἶχε δηλητήριο · ὁ θάνατος ὅμως τοῦ Κυρίου ἦταν καθαρὸς ἀπὸ ἁμαρτία , καθὼς ἀπὸ δηλητήριο τὸ χάλκινο φίδι . Ἁμαρτία , λέει ὁ προφήτης , δὲν ἔπραξε οὔτε βρέθηκε δόλος στὸ στόμα του . Εἶναι αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Παῦλος . Ἀφοῦ ἀπογύμνωσε τὰ τάγματα τῶν ἀρχῶν κι ἐξουσιῶν τοῦ Σατανᾶ , τὰ κατευξετέλισε μπροστὰ στὰ μάτια ὅλων καὶ τὰ ἔσυρε στὸ θρίαμβό του .

Ὅπως ὁ ρωμαλέος ἀθλητὴς παρουσιάζει λαμπρότερη τὴ νίκη του , ὅταν σηκώση πρῶτα ψηλὰ τὸν ἀνταγωνιστή του καὶ τὸν πετάξη ἔπειτα κάτω , ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς μπροστὰ στὰ βλέμματα ὁλόκληρης τῆς οἰκουμένης ἐνίκησε τὶς ἀντίπαλες δυνάμεις κι ἀφοῦ ἐθεράπευσε ὅλους ποὺ δέχονται ἀβοήθητοι πληγές , τοὺς ἐξασφάλισε ἀπὸ τὴν ἐπιβουλὴ ὅλων τῶν θηρίων , κρεμασμένος ἐπάνω στὸ σταυρό . Δὲν εἶπε ὅμως ὅτι πρέπει νὰ κρεμαστῆ , ἀλλὰ νὰ Ὑψωθῆ . Αὐτὸ ἦταν ἕνας εὐφημισμὸς γιὰ τὸν ἀκροατὴ καὶ ποὺ ἀνταποκρινόταν τὸ σύμβολο .

Τόσο πολὺ ἀγαπητὲ ὁ Θεὸς τὸν κόσμο, ὥστε ἔδωσε τὸ μονογενῆ γιό του, γιὰ νὰ μὴ χαθῆ ὅποιος πιστεύει σ’ αὐτὸν ἀλλὰ νὰ ἔχει ζωὴ αἰώνια . Σὰ νὰ λέη . Μὴ θαυμάσης ποὺ σὲ λίγο θὰ ὑψωθῶ , γιὰ νὰ σωθῆτε σεῖς. Γιατὶ αὐτὸ εἶναι  τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα . Κι ἐκεῖνος τόσο πολὺ σἀς ἀγάπησε , ὥστε γιὰ χάρη τῶν δούλων νὰ δώση τὸ Γιό του , καὶ μάλιστα δούλων ἀχαρίστων .

Τοῦτο δὲν τὸ κάμει κανένας οὔτε γιὰ ἀγαπητό του, οὔτε ἀμέσως καὶ γιὰ κάποιον δίκαιο ἀκόμα , κατὰ τὸ λόγο τοῦ Παύλου · Μὲ δυσκολία ἀποφασίζει κανεὶς νὰ πεθάνη γιὰ κάποιο δίκαιο. Κι ἐκεῖνος ἀπευθυνόταν σὲ πιστοὺς καὶ μίλησε πιὸ πλατιὰ, ὁ Χριστὸς ὅμως συντομώτερα , ἐπειδὴ ἀπευθυνόταν στὸ Νικόδημο , ἀλλὰ πιὸ ἐκφραστικά . Κάθε λέξη ἔχει πολλὴν ἐκφραστικότητα . Μὲ τὸ λόγο « τόσο πολὺ ἀγάπησε » καὶ τὸν ἄλλο « ὁ Θεὸς τὸν κόσμο », φανερώνει μεγάλο τὸ βαθμὸ τῆς ἀγάπης . Ἀπέραντη ἦταν ἀπόσταση. Ὁ ἀθάνατος , ὁ ἄναρχος , ἡ ἄπειρη μεγαλωσύνη ἀγάπησε τούτους . Ποιούς ; τοὺς φτιαγμένους ἀπὸ χῶμα καὶ στάχτη , τοὺς γεμάτους ἀπὸ ἀμέτρητες ἁμαρτίες , αὐτοὺς ποὺ τοῦ ἀντιστέκονταν πάντοτε , τοὺς ἀχάριστους.

Ὅμοια ἐκφραστικὰ εἶναι καὶ ὅσα πρόσθσεσε· ὅτι ἔδωσε τὸ μονογενῆ Γιό του . Δὲ λέει οὔτε δοῦλο , οὔτε ἄγγελο , οὔτε ἀρχάγγελο . Καὶ σίγουρα οὔτε στὸ παιδί του δὲ θὰ ἔδειχνε κανένας τόσο ἐνδιαφέρον, ὅσο ὁ Θεὸς γιὰ τοὺς ἀχάριστους ὑπηρέτας του . Τὸ πάθος του λοιπὸν δὲν τὸ ἐκθέτει ὑπερβολικὰ γυμνὰ, ἀλλὰ σκεπασμένα , καθαρά κι ὁλοφάνερα ὅμως ἐκθέτει τὸ κέρδος ἀπὸ τὸ πάθος μὲ τούτους τούς λόγους . Ὥστε καθένας ποὺ πιστεύει, νὰ μὴ χαθῆ ἀλλὰ νὰ ἔχη ζωὴ αἰώνια . Ἐπειδὴ εἶπε · Πρέπει νὰ ὑψωθῆ, κι ἔκαμε ὑπαινιγμὸ γιὰ τὸ θάνατο , γιὰ νὰ μὴ λυπηθῆ ὁ ἀκροατὴς ἀπὸ τοὺς λόγους αὐτούς, καθὼς μποροῦσε νὰ ὑποψιαστῆ πὼς ἦταν ὁ Χριστὸς ἄνθρωπος καὶ νὰ θεωρήση ἀνυπαρξία τὸ θάνατό του , πρόσεξε πῶς ἐξασφαλίζει τὸ πρᾶγμα .

Τονίζει ὅτι αὐτὸς ποὺ προσφέρεται εἶναι ὁ Γιὸς τοῦ Θεοῦ καὶ πρόξενος ζωῆς καὶ μάλιστα ζωῆς αἰώνιας .

Καὶ δὲ θὰ ἦταν δυνατὸ νὰ εἶναι ἀτελεύτητα ἐκεῖνος , ποὺ μὲ τὸ θάνατό του παρέχει στοὺς ἄλλους ζωή . Κι ἄν δὲ χάνωνται ὅσοι πιστεύουν στὸν ἐσταυρωμένο , πολὺ περισσότερο δὲ θὰ χαθῆ ὁ ἴδιος . Αὐτὸς , ποὺ καταργεῖ τὴν ἀπώλεια τῶν ἄλλων , πολὺ περισσότερα ἔχει ὁ ἴδιος ἐλευθερωθῆ ἀπὸ αὐτή. Αὐτὸς ποὺ παρέχει στοὺς ἄλλους ζωή , πολὺ περισσότερο πηγάζει ζωή, πολὺ περισσότερο πηγάζει ζωὴ γιὰ τὸν ἑαυτό του. Παντοῦ χρειάζεται πίστη. Βεβαιώνει ὅτι ὁ σταυρὸς εἶναι πηγὴ ζωῆς, πρᾶγμα ποὺ ἡ σκέψη μας δὲ θὰ τὸ δεχόταν εὔκολα . Ἀκόμα καὶ τώρα τὸ μαρτυροῦν οἱ Ἕλληνες ποὺ κοροϊδεύουν . Ἡ πίστη ὅμως ποὺ ὑπερακοντίζει τὴν ἀδυναμία τῶν λογισμῶν μας , εὔκολα θὰ μποροῦσε νὰ τὸ δεχτῆ καὶ νὰ τὸ κρατήση καὶ τοῦτο . Καὶ  τὶ ἔκαμε τὸ Θεό ν’ ἀγαπήση τὸν κόσμο ; Τίποτα ἄλλο παρὰ μόνον ἡ ἀγαθότητά του.

γ΄. Ἄς προσέξωμε λοιπὸν τὴν ἀγάπη του· ἄς ντραποῦμε τὴν ὑπερβολὴ τῆς φιλανθρωπίας του . Ἐκεῖνος μήτε τὸ Γιό του δὲν ὑπολόγισε γιὰ χάρη μας, ἐνῶ ἐμεῖς λυπούμαστε ἀκόμα καὶ τὰ χρήματά μας γιὰ τὸν ἑαυτό μας . Αὐτὸς ἔδωσε γιὰ χάρη μας τὸ Γιό του · κι ἐμεῖς μήτε τὰ χρήματα δὲν περιφρονοῦμε γι’ αὐτόν , οὔτε καὶ γιὰ μᾶς. Εἶναι συμπεριφορὰ ἄξια γιὰ συγνώμη ; Κ ι ἄν εὕρωμε κάποιον ἄνθρωπο νὰ ὑποφέρη γιὰ χάρη μας θανάσιμο κίνδυνο , τὸν θέτομε πρῶτα ἀπ’ ὅλους , τὸν συγκαταλέγομε ἀνάμεσά στοὺς πρώτους φίλους μας , ἀφήνομε στὴ διάθεσή του ὅλα τὰ δικά μας καὶ λέμε πὼς εἶναι περισσότερο δικά του ἀπὸ δικά μας . Καὶ πάλιν δὲ νομίζομε πὼς εἶναι ἱκανοποιητικὴ ἡ ἀντιπροσφορά μας . Στὸ Χριστὸ ὅμως οὔτε αὐτὸ τὸ μέτρο τῆς εὐγνωμοσύνης δὲν τηροῦμε. Ἐκεῖνος ἔδωσε τὴν ψυχή του κι ἔχυσε τὸ ἅγιο αἷμα του γιὰ μᾶς, ποὺ δὲν εἴμαστε οὔτε φίλοι του οὔτε ἐνάρετοι, ἐνῶ ἐμεῖς οὔτε χρήματα δὲ διαθέτομε γιὰ τὸν ἑαυτό μας ἀλλὰ ἀδιαφοροῦμε γι’ αὐτὸν ποὺ πέθανε γιὰ μᾶς γυμνὸς καὶ ξένος .

Ποιός θὰ μᾶς ἐξαιρέση ἀπὸ τὴ μελλοντικὴ τιμωρία ; Ἄν δὲ μᾶς ἔκρινε ὁ Θεός , ἀλλὰ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἐκρίναμε τὸν ἑαυτό μας ἄραγε δὲ θ’ αὐτοδικαζόμασταν , δὲ θὰ καταδικάζαμε τὸν ἑαυτό μας στὴ φωτιὰ τῆς γέενας , ποὺ παρακολουθοῦμε μ’ αδιαφορία νὰ λιμοκτονῆ αὐτός , ποὺ ἐθυσίασε γιὰ μᾶς τὴ ζωή του ; Καὶ γιατὶ νὰ περιοριστῶ στὰ χρήματα ; Ἄν εἴχαμε μύριες ζωὲς , δὲν ἔπρεπε νὰ τὶς δώσωμε ὅλες γιὰ κεῖνον ; Παρ’ ὅλο ποὺ κι ἔτσι ἀκόμα δὲν κάνομε κάτι ἄξιο στὴν εὐεργεσία του. Γιατὶ αὐτὸς ποὺ πρῶτος εὐεργετεῖ δείχνει ὁλοφάνερα τὴν καλωσύνη του. Ὁ εὐεργετημένος ὅμως ὅ,τι κι ἄν ἀντιπροσφέρη, ἀποδίδει ὀφειλή , δὲν κάμει κάποια χάρη· πιὸ πολὺ, ὅταν αὐτὸς ποὺ κάμει ἀρχὴ εὐεργετῆ ἐχθρούς , ἐνῶ αὐτὸς ποὺ ἀντιπροσφέρει καὶ στὸν εὐεργέτη του καταθέτει τὴν προσφορά του κι ὁ ἴδιος πάλι τὴν ἀπολαμβάνει .

Ἐμᾶς ὅμως μήτε αὐτὰ δὲ μᾶς συγκινοῦν . Ἀλλὰ εἴμαστε τόσο ἀχάριστοι , ὥστε στοὺς ὑπηρέτες μας καὶ στὰ ὑποζύγια καὶ στ’ ἄλογά μας νὰ βάζωμε χρυσᾶ περιδέραια, ἀδιαφοροῦμε ὅμως γιὰ τὸν Κύριό μας ποὺ γυρίζει γυμνός, πηγαίνει ἀπὸ πόρτα σὲ πόρτα , στέκεται στὶς γωνιὲς μ’ ἁπλωμένο τὸ χέρι. Πολλὲς φορὲς μάλιστα τὸν βλέπομε καὶ μὲ σκληρὸ βλέμμα , ποὺ ὡστόσο κι αὐτὸ γιὰ χάρη μας τὸ ὑπομένει . Μὲ χαρὰ του πεινᾶ , γιὰ νὰ τραφῆς σύ. Γυρίζει γυμνός, γιὰ νὰ δώση σ’ ἐσένα τὸ ἔνδυμα τῆς ἀφθαρσίας . Κι ἔτσι ὅμως δὲ διαθέτει τίποτα ἀπὸ τὰ δικά σας. Ἀλλὰ ἀπὸ τὰ ροῦχα σας ἄλλα εἶναι σκοροφαγωμένα κι ἄλλα βάρος τῆς ντουλάπας καὶ ἔγνοια περιττὴ γιὰ τοὺς κατόχους τους , ἐνῶ ἐκεῖνος ποὺ ἔδωσε καὶ τούτο καὶ ἐκεῖνα ὅλα γυρίζει γυμνός .

Δὲν τὰ ἔχετε κρεμάσει στὴν ντουλάπα , ἀλλὰ τὰ φορᾶτε καὶ στολίζεστε ; Ποιό τὸ ὄφελός σας; Γιὰ νὰ σᾶς δῆ τὸ πλῆθος τῆς ἀγορᾶς ; Κι ἔπειτα; Δὲ θὰ θαυμάσουν βέβαια ἐσένα ποὺ τὰ φορεῖς, ἀλλὰ ὅταν τὰ δίνης σ’ αὐτοὺς ποὺ τὰ ἔχουν ἀνάγκη. Ὥστε σὺ ποὺ θέλεις νὰ σὲ θαυμάζουν, θ’ ἀκούσης ἀμέτρητα χειροκροτήματα, ἄν ντύνης τοὺς ἄλλους. Τότε θὰ ἔχης συνάμα καὶ τὸν ἔπαινο τοῦ Θεοῦ . Τώρα ὅμως δὲ θὰ σ’ ἐπαινέση κανένας , ἐνῶ θὰ σὲ φθονήσουν ὅλοι , βλέποντας στολισμένο τὸ σῶμα καὶ ἀπεριποίητη τὴν ψυχή . Τέτοιο στολισμὸ διαθέτουν κι οἱ πόρνες καὶ πολλὲς φορὲς εἶναι ἀκριβώτερα κι ὡραιότερα τὰ ροῦχα τους . 

Ὁ στολισμὸς ὅμως τῆς ψυχῆς ἀνήκει ἀποκλειστικὰ σὲ ὅσους ζοῦνε μὲ ἀρετή . Αὐτὰ λέγω πάντα καὶ δὲ θὰ σταματήσω νὰ τὰ λέγω . Δὲ λυπᾶμαι τόσο τοὺς φτωχούς , ὅσο τὶς ψυχὲς τὶς δικές σας . Ἐκεῖνοι , κι ἄν δὲν τοὺς τὴν προσφέρετε σεῖς , θὰ βροῦν ὡστόσο ἀπὸ κάπου κάποια ἀνακούφιση . Μὰ κι ἄν δὲν εὕρουν ἀνακούφιση ἀλλὰ πεθάνουν ἀπὸ τὴν πεῖνα , δὲν εἶναι μεγάλη ἡ ζημία τους . Τί τὸν ἔβλαψε τὸ Λάζαρο ἡ φτώχεια καὶ ἡ ἀδιάκοπη πεῖνα του ;

Ἐσᾶς ὅμως κανένας δὲ θὰ σᾶς βγάλη ἀπὸ τὴ γέενα , ἄν δὲ σᾶς βοηθήσουν οἱ φτωχοί . Θὰ προβάλωμε μήπως τὰ ἴδια μὲ τὸν πλούσιο , ποὺ βασανίζεται ἀδιάκοπα καὶ καμμιὰ παρηγοριὰ δὲ βρίσκει ; Μακάρι κανένας νὰ μὴν ἀκουση ποτὲ τοὺς λόγους τούτους ἀλλὰ νὰ εὕρη θέση μέσα στοὺς κόλπους τοῦς Ἀβραάμ, μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ . Αὐτὸς ἄς δοξάση τὸν ἑαυτό του, μαζί μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.

(Μητροπολίτου Τρίκκης καὶ Σταγῶν Διονυσίου, “Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον”, Τόμος Δεύτερος, Ἀθῆναι 1969, σελ. 217-224)

(Πηγή ηλ. κειμένου: kirigmata.blogspot.com) https://alopsis.gr

=================

«Τρία πράγματα μᾶς θυμίζουν τὸν χαμένο παράδεισο: τὸ ἄρωμα τῶν λουλουδιῶν, τὸ κελάιδισμα τῶν πουλιῶν καὶ τὸ γέλιο τῶν παιδιῶν» (Δημήτρης Νατσιός, δάσκαλος)

«Διεγέλα τὰ πάντα, γέλωτος ὁρῶν ἄξια, τὰ τοῖς πολλοῖς σπουδαζόμενα» (ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος)

Νομίζω, εἶναι τοῦ Ντοστογιέφσκι ἡ παρακάτω μυρίπνοος φράση: «Τρία πράγματα μᾶς θυμίζουν τὸν χαμένο παράδεισο: τὸ ἄρωμα τῶν λουλουδιῶν, τὸ κελάιδισμα τῶν πουλιῶν καὶ τὸ γέλιο τῶν παιδιῶν».

Καὶ τὸ γέλιο δὲν εὐφραίνει μόνον τὴν ἀκοή, ἀλλὰ καὶ τὴν ὅραση, τὸ βλέπεις, ζωγραφίζεται στὸ πρόσωπο, ποὺ λάμπει ἀπὸ χαρά. Κατ᾽ ἐξοχὴν χῶρος γέλιου, παιδιᾶς καὶ χαρᾶς εἶναι ἡ σχολικὴ αἴθουσα. Εἶναι φῶς ἡ αἴθουσα, ἔτσι ἑρμηνεύεται ἐτυμολογικῶς ἡ λέξη. Ὅποιος τὴν ἐπινόησε γιὰ τὰ σχολεῖα, ἦταν ποιητὴς ὁ ἄνθρωπος. Ἡ λέξη πρωτοφανερώθηκε στὶς «ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου». Παράγεται ἀπὸ τὸ ρῆμα «αἴθω» ποὺ σημαίνει καίω καὶ φωτίζω καὶ λάμπω. Ὁ αἴθριος καιρός, ὁ αἰθέριος, ἡ αἰθάλη (=καπνιά), ὁ Αἰθίοπας (ὁ ἔχων καμένη ὄψη, ὁ μαῦρος), ὅλες ἀπὸ τὸ «αἴθω».

Καὶ τὰ σχολεῖα παλιά, ποὺ οἱ ἄνθρωποι εἶχαν μεράκι καὶ φιλοκαλία, τὰἔχτιζαν ἔτσι ὥστε «ἀπ᾽ τὰπορτοπαράθυρα νὰ ἔρχεται ὁ κὺρ Ἥλιος διαφεντευτής ». Καὶ « ἀπ’ τῆς χώρας, ἀκάθαρτης, πολύβουης, ἀρρωστιάρας, μακριά, χτίστε τὰ σκολειά », ὅπως ὄμορφα ἔγραφε ὁ Κωστὴς Παλαμᾶς.

Τὴν Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου, ἑορτὴ τῆς «Παγκοσμίου Ὑψώσεως τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ Σταυροῦ», τὰ σχολεῖα ἀνοίγουν. Τὴν ἡμέρα ποὺ ἡ Ἐκκλησία μας ψάλλει καὶ ὑμνεῖ « τὸν φύλακα πάσης τῆς οἰκουμένης…τὸ ἀήττητον τρόπαιον ..τὸν ἰατρὸ τῶν ἀσθενούντων », θὰ ἐμφανιστοῦμε στὰ σχολεῖα , ἀφύλακτοι καὶ ἡττημένοι . Θὰ ἁγιαστοῦν, ὄχι πρόσωπα, ἀλλὰ μασκοφόροι . Γέλωτος ὁρῶν ἄξια… Μόνο ποὺ τὸ γέλιο τῶν παιδιῶν δὲν θὰ τὸ βλέπουμε οὔτε θὰ τὸ ἀκοῦμε.

Τὸ θέμα ἔχει διχάσει πολὺ κόσμο. Σεβόμαστε σίγουρα τὶς ἀπόψεις καὶ τὴν ἐπιστημοσύνη τῶν εἰδικῶν ἰατρῶν. Ὅσα σημειώνω , τὰ γράφω ὡς δάσκαλος , μὲ τριαντάχρονη ἐμπειρία σχολικῆς αἴθουσας καὶ διδασκαλίας. Εἶναι, νομίζω, δημοκρατικὸ καὶ λογικὸ νὰ καταθέτουμε τὴν γνώμη μας ὡς εἰδικοί τῆς σχολικῆς ἀγωγῆς καὶ ζωῆς. Οἱ γιατροὶ ἐπισημαίνουν τοὺς κινδύνους μετάδοσης καὶ διασπορᾶς τῆς νόσου καὶ προτείνουν ὡς « φάρμακο » τὴν μάσκα καὶ τὴν ὥρα τῆς διδασκαλίας. Σεβαστό.

Ἂς μετρήσουμε ὅμως καὶ ἂς σκεφτοῦμε κάποια πράγματα, ποὺ ἀφοροῦν τὴν σχολικὴ ζωή. Ἕνας μαθητὴς ἀπὸ τὶς ὀκτὼ καὶ τέταρτο τὸ πρωί, ποὺ χτυπάει τὸ κουδούνι « γιὰ μέσα» – προσευχὴ στὸ προαύλιο πιὰ δὲν ἐπιτρέπεται καὶ δύσκολα θὰ ξαναδοῦμε – μέχρι τὴν μία καὶ τέταρτο τὸ μεσημέρι, ποὺ χτυπᾶ τὸ κουδούνι γιὰ σχόλασμα, θὰ φοράει στὸ πρόσωπό του, θὰ μιλάει, θὰ διαβάζει, θὰ γράφει στὸν πίνακα , « θὰ κινεῖται » μὲς στὴν αἴθουσα μὲ μάσκα. Τὰ τρία διαλείμματα κρατοῦν περίπου σαράντα πέντε λεπτά. Τότε θὰ βγάζει τὴν μάσκα.  Ἄρα γιὰ τέσσερις ὧρες καὶ δεκαπέντε λεπτὰ τὰ παιδιὰ θὰ φοροῦν μάσκα. Τὸ ἴδιο βεβαίως ἰσχύει καὶ γιὰ τοὺς ἐκπαιδευτικούς.

Θέλω νὰ ρωτήσω : Μπορεῖ ἕνα 5χρονο, ἕνα 6χρονο παιδάκι νὰ ἀντέξει τόσες ὧρες ;

Ἔχω παρατηρήσει ἀνθρώπους ποὺ βγαίνουν ἀπὸ πολυκαταστήματα καὶ ἀγορές, νὰ πετοῦν μὲ ἀνακούφιση καὶ ἀγανάκτηση πολλὲς φορές, τὴν μάσκα. Μοῦ θυμίζει κάποιους « λουόμενους » τοῦ καλοκαιριοῦ , ποὺ κάνουν βουτιὲς στὴν θάλασσα, μακροβούτια , καὶ μόλις βγαίνουν στὴν ἐπιφάνεια ξεφυσοῦν ὡσὰν τὶς φάλαινες. Τὰ παιδιά, ὡς γνωστόν, δὲν περπατοῦν . Κινοῦνται περίπου μὲ χαμηλὴ πτήση , τρέχουν, φωνάζουν, χοροπηδοῦν, τσιρίζουν, ἱδρώνουν, λαχανιάζουν. Ὅταν θὰ ἐπιστρέφουν στὴν αἴθουσα, μούσκεμα στὸν ἱδρώτα , ἡ μάσκα δὲν θὰ τὰ δυσκολεύει στὴν ἀναπνοή ; Καὶ ἂν μᾶς λένε ὅτι δὲν μποροῦν καὶ δὲν ἀντέχουν τί θὰ κάνουμε ; Θὰ ἀπαγορεύουμε διὰ ροπάλου τὴν… ἀποκάλυψη , θὰ κόβουμε πρόστιμα ἢ θὰ καταδίδουμε τοὺς παραβάτες στὸν κύριο διευθυντή ; (Τοῦ σχολείου, ὄχι τῆς ἀστυνομίας).

Ζοῦμε σὲ χώρα μὲ ὑψηλὲς θερμοκρασίες . Ἂν μᾶς πιάσουν « σαραντάρια », ποὺ σκάει ὁ τζίτζικας, κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενο, τί θὰ γίνει ; Μποροῦν νὰ κρατηθοῦν οἱ μάσκες στὸ πρόσωπο τῶν παιδιῶν ; Οἱ γιατροὶ τί λένε γι᾽ αὐτό ; Τί εἶναι ὑγιεινότερο , ἡ μάσκα στὸ πρόσωπο ἢ ἡ καθαρὴ ἀναπνοή , ἡ εἰσπνοὴ ὀξυγόνου , ἰδίως σὲ μεγάλες πόλεις ποὺ εἶναι ἐπιβεβαρυμένες καὶ μὲ τὴν ρύπανση τοῦ ἀτμοσφαιρικοῦ ἀέρα ; (Δίπλα σὲ σχολεῖα ὑπάρχουν «πολύβουοι» αὐτοκινητόδρομοι).

Νομίζω ὅτι ἴσως χειρότερα τὰ πράγματα νὰ εἶναι γιὰ τοὺς ἐκπαιδευτικούς . Δυστυχῶς ὁ ἐκπαιδευτικὸς κλάδος εἶναι σχετικὰ γερασμένος. Ἂν θυμᾶμαι καλά, ὁ μέσος ὅρος ἡλικίας τους εἶναι κοντὰ στὰ πενήντα . Κερδίζουμε στὸ θέμα τῆς ἐμπειρίας , ὅμως ὑστεροῦμε σὲ θέματα ὑγείας καὶ ἀντοχῆς…

Ἡ λέξη ποὺ εἰσῆλθε ἐν εἴδει κατακλυσμοῦ στὸ λεξιλόγιό μας εἶναι ὁ συγχρωτισμός . Πάσῃ θυσίᾳ νὰ ἀποφευχθεῖ ὁ συγχρωτισμός !! Στὰ μικρὰ παιδιά, στὸ διάλειμμα, αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον. Χρειάζεται νὰ γίνουν διορισμοὶ δασκάλων ἴσοι μὲ τὸν ἀριθμὸ τῶν μαθητῶν. Ἕνας γιὰ κάθε παιδί .

Μὲ θλίψη ἔβλεπα τοὺς μαθητές, ὅταν ἀνοίξαμε λίγο μετὰ τὸ Πάσχα , νὰ περιφέρονται στὴν αὐλή , μὲ τὴν ἀπορία στὰ πρόσωπά τους . Δὲν μποροῦσαν νὰ καταλάβουν τί συμβαίνει . Νὰ σφύζουν ἀπὸ ὑγεία καὶ νὰ τὰ περιορίζουμε καὶ νὰ τὰ παρατηροῦμε νὰ ἀποφεύγουν τοὺς φίλους τους καὶ τὸ παιχνίδι… γιὰ νὰ μὴν κολλήσουν. Καὶ ἂς ἔχουμε ὑπ᾽ ὄψιν ὅτι τὰ παιδιά μας σήμερα , τὰ περισσότερα , ζώντας μὲς στὰ ὑπέροχα παιδικά τους δωμάτια , διψοῦν γιὰ χῶρο, γιὰ ἀνοιχτωσιὰ καὶ παιχνίδι μὲ συμμαθητές.

Προσθέστε καὶ τὴν καθήλωση ἐπὶ ὧρες μπροστὰ στὰ ἠλεκτρονικὰ καλούδια, τὰ ὁποῖα κυριολεκτικὰ τὰ αἰχμαλώτισαν καὶ ροκανίζουν ὧρες πολύτιμες γιὰ τὴν ὑγιῆ ἀνάπτυξή τους. Ἡ καραντίνα ἐπιδείνωσε τὴν κατάσταση , τὸ βιβλίο καὶ ἡ εὐλογημένη μελέτη εἶναι πιὰ σὲ « κωματώδη κατάσταση ». Μπορεῖ νὰ ἐπαίρεται τὸ ὑπουργεῖο, γιατί « δὲν ἄφησε κανένα παιδὶ πίσω στὴν μάθηση », ὅμως ἔμεινε πολὺ πίσω ἡ μελέτη καὶ οἱ ἐξαρτήσεις ἀπὸ τὶς νέες τεχνολογίες ἐλλοχεύουν . Χωρὶς παιχνίδι καὶ διάβασμα τί παιδεία προσφέρουμε ; («Τέρπειν καὶ διδάσκειν», συμβουλεύει ὁ Πλάτωνας). Καὶ τὸ παιχνίδι , ὁμόρριζη λέξη μὲ τὸ παιδί , τὸ ἐξασφαλίζει ἐν πολλοῖς , μόνο ἡ σχολικὴ αὐλή . Τὰ παιδιὰ τοῦ δημοτικοῦ περιμένουν μὲ λαχτάρα νὰ ἀνοίξουν τὰ σχολεῖα , γιὰ νὰ ἀνταμώσουν καὶ νὰ παίξουν μὲ τοὺς συμμαθητές τους .

Δὲν ξέρω, ὅμως κάποια ζημία γίνεται στὴν εὔπλαστη καὶ ἀθώα ψυχή τους .

Τὸ περιρρέον πνεῦμα καχυποψίας καὶ φόβου τίποτε τὸ καλὸ δὲν προοιωνίζεται γιὰ τὴν ἐξέλιξή τους. Ὡς ἀντίλογος προβάλλεται ἡ καλλιέργεια τῆς ὑπευθυνότητας, τοῦ σεβασμοῦ στὸν πλησίον καὶ τῆς ἀλληλεγγύης πρὸς τὸν συνάνθρωπο. Συμφωνοῦμε. Ἂς γνωρίζουμε ὅμως ὅτι ὁ νοῦς τῶν μικρῶν νηπίων καὶ μαθητῶν δὲν χωράει τὸ κακό , ὁπότε εἶναι σίγουρο , ἂς μὴν κρυβόμαστε ὑποκριτικά , ὅτι διαταράσσεται ἡ πνευματική τους ἰσορροπία.

Τέλος πάντων. Ἂς ἀνοίξουν τὰ σχολεῖα, ἂς δοκιμαστεῖ ἡ ὁδηγία στὴν πράξη καὶ βλέπουμε.

Κιλκὶς

(Πηγή: christianvivliografia.wordpress.com)

Σχολιο Οδοιπ : Δημοσιεύθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου, 2020 …… Παντα ” επικαιρο ” – η μνημη για να θυμομαστε .

=================

Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού († Αρχ. Γεώργιος Καψάνης, Προηγούμενος Ι. Μ. Γρηγορίου Αγίου Όρους)

Στο αποστολικό ανάγνωσμα να λέει ο απόστολος Παύλος : « Εμοί δε μη γένοιτο καυχάσθαι ει μη εν τω Σταυρώ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού , δι’ ου εμοί κόσμος εσταύρωται , καγώ τω κόσμω » (Γαλ. 6:14).

Υπήρχαν τότε ορισμένοι Χριστιανοί, οι οποίοι εκαυχώντο για διάφορα κοσμικά πράγματα. Άλλοι για την καταγωγή, άλλοι για τον πλούτο κλπ. Και πίστευαν ακόμα ότι έπρεπε να τηρούν και τα έθιμα του Μωσαϊκού Νόμου για να σωθούν. Έλεγαν ότι δεν αρκεί να είναι κανείς Χριστιανός και να πιστεύει στον Χριστό, και ότι σωτηρία χωρίς την τήρηση των τυπικών διατάξεων του Μωσαϊκού Νόμου, όπως είναι η περιτομή, δεν υπάρχει. Αυτοί ήσαν οι Ιουδαΐζοντες Χριστιανοί. Εναντίον αυτών των Ιουδαϊζόντων Χριστιανών γράφει στην προς Γαλάτας επιστολή ο απόστολος Παύλος, καθώς διαβάσαμε σήμερα.

Τις δοξασίες των Ιουδαϊζόντων Χριστιανών κατεδίκασαν και οι άλλοι Απόστολοι, καθώς και η Αποστολική Σύνοδος που έγινε το 48 μ.Χ. Ο απόστολος Παύλος γράφει, ότι για μένα τίποτα δεν υπάρχει σ’ αυτόν τον κόσμο που να καυχηθώ, παρά μόνο ο Σταυρός του Χριστού· « εμοί δε μη γένοιτο καυχάσθαι ει μη εν τω Σταυρώ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού », και προσθέτει «δι’ ου εμοί κόσμος εσταύρωται, καγώ τω κόσμω». Δηλαδή, δια του Σταυρού του Χριστού ο κόσμος για μένα περιφρονήθηκε και πέθανε και εγώ πάλι πέθανα ως προς κάθε γήινο πράγμα.

Πράγματι, αδελφοί μου, για ποιο άλλο πράγμα μπορεί να καυχηθεί ο Χριστιανός, παρά μόνο για τον Σταυρό του Χριστού, στον οποίο φανερώνεται όλη η αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο ; Ένας Θεός σταυρώνεται , καρφώνεται , πεθαίνει, ατιμάζεται επάνω στον Σταυρό από αγάπη για τον άνθρωπο. Ο Χριστός σταυρώνεται για τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά επάνω στον Σταυρό. Τι μυστήριο αγάπης ! Χάνει τον νου του ο άνθρωπος μπροστά σ’ αυτήν την αγάπη του Θεού και ούτε μπορεί να την καταλάβει , λόγω της αμαρτωλότητός του . Γι’ αυτό η μόνη καύχησή μας είναι ο Σταυρός του Χριστού . Ο Σταυρός είναι για τον κάθε Χριστιανό η μόνη χαρά, η μόνη ελπίδα, η μόνη παρηγοριά, η μόνη καύχηση.

Αλλ’ όμως να μη ξεχνάμε, ότι για χάρη του Σταυρού του Κυρίου μας πρέπει και εμείς να συσταυρωθούμε μαζί με τον Χριστό και να πεθάνουμε ως προς τις αμαρτίες μας και τον κόσμο, καθώς μας λέει σήμερα ο απόστολος Παύλος, ότι δια του Σταυρού του Χριστού « εμοί κόσμος εσταύρωται καγώ τω κόσμω ».

Ας παρακαλέσουμε τον Κύριο να μας βοηθήσει να αισθανθούμε το μυστήριο του Σταυρού Του, όπως και την Παναγία μας, που εορτάζουμε τα προοίμια της παγκοσμίου χαρά ς, το Γενέθλιο της Υπεραγίας Θεοτόκου . Η Παναγία μας πρώτη μετά τον Κύριο έζησε το μυστήριο του Σταυρού του Χριστού . Άλλωστε εικονίζεται ισταμένη παρά τον Σταυρό του Χριστού. Αυτή στα δεξιά του σταυρωθέντος Κυρίου και ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος στα αριστερά.

(1981)

(Από το βιβλίο: Αρχιμανδρίτου Γεωργίου, Ομιλίες σε ακίνητες Δεσποτικές και Θεομητορικές Εορτές. Έκδ. Ι.Μ. Οσίου Γρηγορίου, Άγιον Όρος 2015, σελ. 19)

(Πηγή ψηφ. κειμένου: koinoniaorthodoxias.org)

===============

Καποτε ενας φωτισμενος Μοναχος ελεγε :

Κάποτε ένας φωτισμένος Μοναχός έλεγε:

Προσέξτε μη γκρινιάζετε. 

Η γκρίνια κουράζει αυτούς που ζουν κοντά σας και δυσαρεστεί τον Θεό. 

Αρχίζετε την ημέρα σας με προσευχή και με χαμόγελο! Θυμηθείτε ότι αυτό έκαναν οι παλαιότεροι. 

Στους καθρέπτες και στα προσόψιά τους γράφανε το «Καλήμερα» και το «Δόξα Σοι ο Θεός»! 

Ξέρανε να ζήσουνε! 

Μήπως δεν είχανε και τότε βάσανα, αρρώστιες και φτώχεια; 

Κι όμως τα περνούσαν όλα με ψυχική λεβεντιά !

Ήταν φτωχοί, αλλά αξιοπρεπείς, άρχοντες.

Είχαν συνεχώς στο στόμα τους και στην καρδιά τους το 

«Έχει ο Θεός»…!

Γνώριζαν να προσεύχονται, να καρτερούν και να νικούν!

Ελέγαν!

«Και να θέλω δεν μπορώ να στενοχωρηθώ.

 Όταν στενοχωριόμαστε είναι σαν να λέμε στον Θεό

«Δεν συμφωνώ.  Δεν τα κάνεις καλά».

…..Ύστερα είναι κι αχαριστία…

=======

ΑΝΑΖΉΤΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΎ.

” Αυτός που αγοράζει ξηρούς καρπούς δεν ψάχνει το τσόφλι, αλλά το κουκούτσι . Ομοίως, αυτός που αγοράζει αυγά. Και περιτριγυρισμένοι από αμέτρητα πράγματα στον κόσμο , οι άνθρωποι αναζητούν το αόρατο και όχι το ορατό. Και  σε σας Ο Θεός αναζητά την καρδιά σας » .

 – Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Posted by PROSKINITIS

===================

Μνήμη της Γ’ Αγίας Οικουμενικής Συνόδου

Γ' Οικουμενική Σύνοδος - Άγιον Όρος, Μεγίστη Λαύρα

Γ’ Οικουμενική Σύνοδος – Άγιον Όρος, Μεγίστη Λαύρα

Άνθρωπον απλούν ου Θεάνθρωπον Λόγον,
O Nεστόριος Xριστόν ερρέτω λέγων.

Τον 5ο αιώνα μ.Χ., διαφάνηκε η αίρεση του Νεστορίου , Πατριάρχη Κωνταντινουπόλεως. Η διαπίστωση της κακοδοξίας του Νεστορίου σημειώθηκε όταν ο νομικός Ευσέβιος, εντόπισε στα λεγόμενα του Αναστασίου (συγκέλου του Νεστορίου) , αιρετικές δοξασίες, οι οποίες αφορούσαν στο πρόσωπο της Θεοτόκου . Ο Αναστάσιος δεν αποδεχόταν τον όρο « Θεοτόκος » και αντ’ αυτού, παρόντος του Νεστορίου, εισηγείτο τον όρο « ανθρωποτόκο ς».

Ο Νεστόριος, ωστόσο, για να μην προκληθεί θύελλα αντιδράσεων, εισηγήθηκε να χρησιμοποιείται ο ηπιότερος όρος « Χριστοτόκος », μη δεχόμενος έτσι την υποστατική ένωση των δύο φύσεων στο πρόσωπο του Χριστού, όπως τη διερμήνευε ο Άγιος Κύριλλος (βλέπε 9 Ιουνίου και 18 Ιανουαρίου), ο οποίος υπογράμμιζε ότι ο Κύριος προσέλαβε ολόκληρη την ανθρώπινη φύση και πως έγινε αντίδωση ιδιωμάτων, αλλά οι δύο φύσεις παρέμειναν ασύγχυτες και άτρεπτες.

Ο νομικός Ευσέβιος, λαϊκός τότε, μετέπειτα Επίσκοπος Δορυλαίου, κατάγγειλε τον Νεστόριο τόσο στον Αλεξανδρείας Κύριλλο, όσο και στον Ρώμης Κελεστίνο (βλέπε 8 Απριλίου). Τότε, ο Άγιος Κύριλλος απέστειλε δύο επιστολές στον Νεστόριο, στις οποίες αποφαινόταν για τον όρο Θεοτόκος τον Ιούλιο ή Αύγουστο του 429 μ.Χ. την πρώτη και Ιανουάριο ή Φεβρουάριο του 430 μ.Χ. τη δεύτερη. O Νεστόριος, εν τω μεταξύ, ήδη είχε γράψει δύο επιστολές στον Πάπα Ρώμης, στην προσπάθειά του να συγκαλυφθεί. Επειδή, όμως, το προκείμενο θεολογικό ζήτημα ήταν δύσβατο για τον Κελεστίνο δεν ανταποκρίθηκε, καταρχάς, στον Νεστόριο. Θεώρησε φρονιμότερο να στείλει σχετική επιστολή στον Αλεξανδρείας με διάφορα ερωτήματα, υπογραμμίζοντας ότι « πάνυ ἐσκανδαλίσθησαν », από τις θέσεις του Νεστορίου .

Ο Κύριλλος απάντησε στην επιστολή του Πάπα Ρώμης, επίσης, με επιστολή, με την οποία κοινοποιούσε προς τον «συλλειτουργό» Κελεστίνο ( και σε άλλους ) τη χριστολογία, όπως ο ίδιος ( Κύριλλος ) τη διερμήνευε , εξηγούσε την πλάνη του Νεστορίου και ανακοίνωνε τις προθέσεις του για επιβολή ακοινωνησίας στον αιρεσιάρχη . Ακόμη, ο Κύριλλος προτρέπει τον Κελεστίνο να φροντίσει ώστε « δώσομεν ἀφορμᾶς τοῦ πάντας μία ψυχῄ καί μία γνώμῃ στῆναι καί ἐπαγωνίσασθαι τῇ ὀρθῄ πίστει πολεμουμένῃ ». Ο Κελεστίνος απάντησε στον Κύριλλο ότι συμφωνεί μαζί του και αναγνωρίζει πως η θεωρία του Νεστορίου είναι αιρετική .

Ωστόσο, δεν μπορούσε να υπεισέλθει στα βαθύτερα νερά του εν λόγω θεολογικού ζητήματος, γι’ αυτό και περιορίστηκε να τονίσει ότι πρόκειται για πρόβλημα που αφορά στη γέννηση του Χριστού. Εξάλλου και στην απαντητική του επιστολή προς τον Νεστόριο, επιπλήττει τον αιρεσιάρχη, αλλά δεν τού ορίζει ακριβώς και τι πρέπει να πιστεύει. Επιπλέον, ο Κελεστίνος έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης στον Αλεξανδρείας Κύριλλο, καθιστώντας τον στο θέμα αυτό αντιπρόσωπο της Ρώμης. Με το γεγονός αυτό, κρίνουμε, ότι ο Άγιος Κελεστίνος αναγνώρισε έμμεσα πρωτείο αλήθειας στον Άγιο Κύριλλο.

Τον Οκτώβριο του ιδίου έτους ο Κύριλλος συγκάλεσε άλλη τοπική Σύνοδο, στο οικείο Πατριαρχείο, η οποία προσυπόγραψε τους « 12 αναθεματισμούς » του, παρεκκλίνοντας, έτσι, από τη συμφωνία που είχε συνάψει με τον Ρώμης, για επιβολή μόνο ακοινωνησίας στον Νεστόριο . Κατόπιν, απέστειλε εκτενή συνοδική , δογματικού τύπου , επιστολή στον αιρεσιάρχη, καλώντας τον να αποδεχθεί τους αναθεματισμούς , ουσιαστικά την καθ’ υπόσταση ένωση των δύο φύσεων εν Χριστώ . Όμως, ο Νεστόριος δεν αποδέχτηκε το περιεχόμενο , παρά μόνο τον όρο Θεοτόκος , υπό τις θεολογικές του προϋποθέσεις.

Από το σημείο αυτό, λοιπόν, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για τη σύγκληση της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου, αφού το ζήτημα απέβη, πλέον, « σκάνδαλο οικουμενικό ».

Αν και ο Ρώμης Κελεστίνος δεν θεωρούσε απαραίτητη την σύγκληση Οικουμενικής Συνόδου , εντούτοις ο Αυτοκράτορας Θεοδόσιος ο Β΄, με τη σύμφωνη γνώμη του Αυτοκράτορα της δύσης Βαλεντινιανού Γ΄, αλλά και του Νεστορίου , ανακοίνωσε τη σύγκλησή της. Με την επιστολή του όριζε την έναρξη των εργασιών της κατά την ημέρα της Πεντηκοστής (7 Ιουνίου του 431 μ.Χ.) στην Έφεσο , ώστε να διαπιστωθεί ποιοι κατείχαν και εξέφραζαν την ορθή πίστη , σε σχέση με την ένωση των δύο φύσεων στο πρόσωπο του Χριστού, αλλά και για να θεραπευτούν και άλλα ζητήματα .

Στην Έφεσο κατέφθασαν εγκαίρως οι Αλεξανδρείας Κύριλλος, Ιεροσολύμων Ιουβενάλιος (βλέπε 2 Ιουλίου) και Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριος, όπως και οι πιο πολλοί απ’ αυτούς που είχαν προσκληθεί. Αντιθέτως, είχαν καθυστερήσει οι εκπρόσωποι του Ρώμης Κελεστίνου, λόγω του χειμώνα, καθώς και ο Αντιοχείας Ιωάννης και οι Επίσκοποι της διοικήσεως της ανατολής. Η καθυστέρησή τους οδήγησε στην ακύρωση της πρώτης ημερομηνίας.

Οι εργασίες της Συνόδου άρχισαν, τελικά, στις 22 Ιουνίου του αυτού έτους, προεδρεύοντος του Κυρίλλου Αλεξανδρείας μέσα στην « ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ ἐκκλησίᾳ τῇ καλουμένῃ Μαρίᾳ, προκειμένου τοῦ ἁγίου εὐαγγελίου ἐν τῷ μεσαιτάτῳ θρόνῳ ». Συνολικά έλαβαν μέρος 210 Πατέρες.

Ως αυτοκρατορικός εκπρόσωπος παρέστη ο συνεργάτης του Θεοδοσίου Κανδιδιανός, ο οποίος με την έναρξη της 1ης συνεδρίας αποχώρησε , διαμαρτυρόμενος , αφού ο Αντιοχείας Ιωάννης και οι Επίσκοποι της ανατολής, δεν είχαν προλάβει να αφιχθούν . Η Σύνοδος , όμως , συνέχισε κανονικά τις εργασίες της. Μάλιστα, ολοκλήρωσε το ουσιαστικότερο έργο της από την 1η Συνεδρία. Ο Νεστόριος δεν προσήλθε στη Σύνοδο, αν και προσκλήθηκε τρεις φορές.

Όταν έφθασαν οι αντιπρόσωποι του Ρώμης εντάχθηκαν και μετείχαν κανονικά στις εργασίες της Συνόδου από την 2η συνεδρία και εξής. Μάλιστα, ο Κύριλλος παρίστατο και ως ο « διέπων καί τόν τόπον τοῦ ἁγιωτάτου καί ὀσιοτάτου ἀρχιεπισκόπου τῆς ρωμαίων ἐκκλησίας Κελεστίνου ».

Η αντίδραση του Αντιοχείας Ιωάννη , εν τω μεταξύ, δεν ήταν ανάλογη . Όταν αφίχθηκε συγκάλεσε στις 27 Ιουνίου παράλληλη σύνοδο, στην οποίαν έλαβαν μέρος οι Επίσκοποι της ανατολικής διοίκησης , προκειμένου να καθαιρέσει τον Αλεξανδρείας Κύριλλο και τον Εφέσου Μέμνονα . Η κανονική Σύνοδος απάντησε κατά την 5η συνεδρία της, επιβάλλοντας στον Αντιοχείας, και τους λοιπούς 38 της παρασυνόδου, ακοινωνησία και αργία μέχρι να μετανοήσουν.

Η οξύτητα των γεγονότων προκάλεσε την επέμβαση του Αυτοκράτορα, ο οποίος έστειλε τον κόμη Ιωάννη, για να μεσολαβήσει προς εκτόνωση της κρίσης. Ο κόμης έφερε μαζί του αυτοκρατορικό γράμμα , που διακήρυσσε ως καθαιρεμένους τον Νεστόριο , τον Αλεξανδρείας Κύριλλο και τον Εφέσου Μέμνονα , τους οποίους και έθεσε υπό περιορισμό , μέχρι να επέλθει συνεννόηση μεταξύ των δύο παρατάξεων στη Χαλκηδόνα . Η επιχείρηση ναυάγησε , γι’ αυτό και ο Αυτοκράτορας επιβεβαίωσε την καθαίρεση του Νεστορίου, τον οποίο και εξόρισε. Ακολούθως, διέκοψε τις εργασίες της Συνόδου και έδωσε εντολή όπως 7 μέλη της κανονικής Συνόδου, μαζί με τους ενδημούντες Επισκόπους της Πόλης, να εκλέξουν και χειροτονήσουν νέο Πατριάρχη. Πράγμα που έγινε την 25ην Οκτωβρίου, οπότε εκλέχθηκε νέος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ο Μαξιμιανός (βλέπε 21 Απριλίου).

Ύστερα από διαβουλεύσεις και μεσολαβήσεις η διαφορά μεταξύ του Κυρίλλου Αλεξανδρείας και Ιωάννη Αντιοχείας, γεφυρώθηκε το 433 μ.Χ., με τη λεγόμενη «Ἔκθεση τῶν Διαλλαγῶν », που θεωρείται έργο του Θεοδώρητου Κύρου. Η εν λόγω έκθεση στάλθηκε από τον Ιωάννη Αντιοχείας στον Κύριλλο και αφορούσε στην ενανθρώπηση του Κυρίου, ενώ το περιεχόμενό της έγινε, τελικά , δεκτό από τον Κύριλλο Αλεξανδρείας.

Εν τέλει, η Γ’ Οικουμενική Σύνοδος αποφάσισε: την οριστική καταδίκη του Νεστορίου και της θεωρίας του, επικύρωσε το Σύμβολο της Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως και καταδίκασε τις αιρέσεις του πελαγιανισμού και των μεσσαλιανών.

Η Σύνοδος ασχολήθηκε και με θέματα Κανονικού Δικαίου. Κατά την 7η συνεδρία της (πιθανόν κατά την 31η Ιουλίου 431 μ.Χ.), η οποία ως φαίνεται, εκ των διασωθέντων Πρακτικών, ήταν η τελευταία, έγινε ανάγνωση «λιβέλλου» που υποβλήθηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντίας Ρηγίνο. Ο Αρχιεπίσκοπος Ρηγίνος, που συνοδευόταν από τους Επισκόπους Κουρίου Ζήνωνα και Σόλων Ευάγριο , επικαλέστηκε ανάμιξη του Αντιοχείας στις χειροτονίες των Επισκόπων της Κύπρου (ACO 1, 1, 7, σελ. 118-122). Η Σύνοδος αποφάσισε να κατοχυρώσει – επικυρώσει, την ήδη ισχύουσα και αναγνωρισμένη, από την ίδρυσή της, αυτοτέλεια και ανεξαρτησία της Εκκλησίας της Κύπρου [Ο όρος «αυτοκέφαλος» δεν υπάρχει στα πρακτικά της Συνόδου. Τον όρο διαχειρίζεται ο Θεόδωρος ο Αναγνώστης, προκειμένου να ορίσει μονολεκτικά την απόφαση της Συνόδου (P.G. 86, 184)]. Έτσι τερμάτισε τις βλέψεις του Πατριάρχη Αντιοχείας, ο οποίος αξίωνε εναρμόνιση των εκκλησιαστικών ορίων με τα πολιτικά και διοικητικά όρια. ………………

………………….. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Σύνοδος της Εφέσου δεν διατύπωσε κανόνες. Από τα πρακτικά και δύο επιστολές της, όμως, σχηματίστηκαν συνολικά εννέα κανόνες, οι οποίοι περιελήφθηκαν στις κανονικές συλλογές της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο 8ος κανόνας, που αφορά ιδιατέρως στην Εκκλησία της Κύπρου, σχηματίστηκε από τα πρακτικά της 7ης Συνεδρίας.

Στη συνέχεια, το έτος 478 μ.Χ., ο Αρχιεπίσκοπος Κυπρου Ανθέμιος μετά από όραμα εντόπισε τον τάφο και το τίμιο λείψανο του Αποστόλο υ Βαρνάβα· « Βαρνάβα τοῦ Ἀποστόλου τὸ λείψανον εὑρέθη ἐν Κύπρῳ ὑπὸ δένδρον κερατέα, ἔχον ἐπὶ τοῦ στήθους τὸ κατὰ Ματθαῖον εὐαγγέλιον, ἰδιόγραφόν του Βαρνάβα. Ἐξ ἢς προφάσεως καὶ περιγεγόνασι Κύπριοι, τὸ αὐτοκέφαλον εἶναι τὴν κατὰ αὐτοὺς μητρόπολιν καὶ μὴ τελεῖν ὑπὸ Ἀντιόχειαν » (P.G. 86, 184), σημειώνει ο Θεόδωρος Αναγνώστης.

Ο Ανθέμιος πρόσφερε το εν λόγω Ευαγγέλιο στον Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ζήνωνα. Ο Αυτοκράτορας, και εις ένδειξη εκτίμησης, παραχώρησε τρία αυτοκρατορικά προνόμια στον (εκάστοτε) Αρχιεπίσκοπο Κυπρου: 1. να υπογράφει με κιννάβαρι (κόκκινο μελάνι), 2. να φέρει πορφυρούν μανδύα κατά τις ιεροτελεστίες και 3. να κρατεί αντί επισκοπικής πατερίτσας το αυτοκρατορικό σκήπτρο. Με την ενέργειά του επικύρωσε ξανά το Αυτοκέφαλο της Εκκλησίας Κύπρου, υπογραμμίζοντας ότι η Εκκλησία της Κύπρου είναι Αποστολική, γι’ αυτό δικαιούται να είναι και Αυτοκέφαλη.
Την αυτοκεφαλία της Εκκλησίας της Κύπρου επικύρωσε αργότερα και τοπική Σύνοδος το 488 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη, αφού ο Πατριάρχης Αντιοχείας εξακολουθούσε να αμφισβητεί την απόφαση της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου.

Τέλος, τα αυτοκρατορικά προνόμια και το Αυτοκέφαλο επικύρωσε και η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος το 692 μ.Χ., επίσης, στην Κωνσταντινούπολη. Επιπρόσθετα, μαλίστα, παραχωρήθηκε στον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου το δικαίωμα να συγκαλεί Μείζονα Σύνοδο.

Σε ό,τι αφορά την Εκκλησία της Κύπρου η κατάταξη στα Δίπτυχα, μετά την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο, είχε διαμορφωθεί ως εξής: Ρώμης , « μετ’ εκείνον υπάρχοντα » και « των ίσων απολαύειν πρεσβείων » (με τον Ρώμης) ο Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων και ακολούθως της Κύπρου.

=================