Ο Σταυρός του Χριστού και ο Σταυρός του κάθε ανθρώπου. Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσιανίνωφ

Ὁ Κύριος εἶπε στούς μαθητές Του: «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι» (Ματθ. ιστ’ 24). Τί σημαίνει « ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου »; Καί γιατί αὐτός «ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου», δηλαδή ὁ ἰδιαίτερος σταυρός τοῦ καθενός μας, ὀνομάζεται συνάμα καί «Σταυρός τοῦ Χριστοῦ»;

«Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου» εἶναι οἱ θλίψεις καί τά βάσανα τῆς γήινης ζωῆς, πού γιά τόν καθένα μας εἶναι δικά του. « Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου » εἶναι ἡ νηστεία , ἡ ἀγρυπνία καί ἄλλα εὐλαβῆ κατορθώματα , μέ τά ὁποῖα ταπεινώνεται ἡ σάρκα καί ὑποτάσσεται στό πνεῦμα . Τά κατορθώματα αὐτά πρέπει νά εἶναι ἀνάλογα μέ τίς δυνάμεις τοῦ καθενός καί στόν κάθε ἄνθρωπο εἶναι δικά του .

« Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου » εἶναι τά ἁμαρτωλά ἀσθενήματα , ἤ πάθη , πού – στόν κάθε ἄνθρωπο – εἶναι δικά του ! Μέ ἄλλα ἀπ᾽ αὐτά τά πάθη γεννιόμαστε καί μ᾽ ἄλλα μολυνόμαστε στήν πορεία τοῦ γήινου βίου μας.

« Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ » εἶναι ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ . Μάταιος καί ἄκαρπος εἶναι « ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου » – ὅσο βαρύς καί ἄν εἶναι – ἐάν δέν μεταμορφωθεῖ σέ «Σταυρό τοῦ Χριστοῦ» μέ τό ν᾽ ἀκολουθοῦμε τόν Χριστό.

« Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου », γιά τόν μαθητή τοῦ Χριστοῦ γίνεται « Σταυρός τοῦ Χριστοῦ », γιατί ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ εἶναι στερρά πεπεισμένος , ὅτι πάνω ἀπ᾽ αὐτόν ( τόν μαθητή ) ἀγρυπνάει ἀκοίμητος ὁ Χριστός . Πιστεύει ὅτι ὁ Χριστός ἐπιτρέπει νά τοῦ ἔρθουν θλίψεις σάν μιά ἀναγκαία καί ἀναπόφευκτη προϋπόθεση τῆς Χριστιανικῆς πίστεως. Καμιά θλίψη δέν θά τόν πλησίαζε, ἄν δέν τό εἶχε ἐπιτρέψει ὁ Χριστός, καί ὅτι μέ τίς θλίψεις πού τοῦ συμβαίνουν, ὁ Χριστιανός γίνεται οἰκεῖος τοῦ Χριστοῦ καί καθίσταται κοινωνός τῆς μοίρας Του στή γῆ καί – γιά τόν λόγο αὐτό – καί στόν οὐρανό.

«Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου» γίνεται γιά τόν μαθητή τοῦ Χριστοῦ «Σταυρός τοῦ Χριστοῦ», γιατί ὁ ἀληθινός μαθητής Του σέβεται καί θεωρεῖ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ σάν τόν μόνο σκοπό τῆς ζωῆς του. Αὐτές οἱ πανίερες ἐντολές γίνονται γι᾽ αὐτόν σταυρός, πάνω στόν ὁποῖο συνεχῶς σταυρώνει τόν παλαιό του ἄνθρωπο «σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις» του (Γαλ. ε’ 24).

Ἀπ᾽ αὐτά εἶναι φανερό γιατί, γιά νά λάβουμε τόν σταυρό μας, εἶναι ἀνάγκη ν᾽ ἀπαρνηθοῦμε προηγουμένως τόν ἑαυτό μας μέχρι καί ν᾽ ἀπολέσουμε ἀκόμα καί τή ζωή μας. Τόσο βαθιά καί τόσο πολύ ἔχει συνηθίσει στήν ἁμαρτία καί οἰκειώθηκε σ᾽ αὐτήν ἡ πεσμένη στήν ἁμαρτία φύση μας, πού ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ δέν παύει νά ἀποκαλεῖ αὐτή τή φύση ψυχή τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου.

Γιά νά δεχτοῦμε τόν σταυρό στούς ὤμους μας, πρέπει πρῶτα νά πάψουμε νά ἱκανοποιοῦμε τό σῶμα στίς ἰδιότροπές του ἐπιθυμίες παρέχοντάς του μονάχα ὅ,τι εἶναι ἀναγκαῖο γιά τήν ὕπαρξή του. Πρέπει νά ἀναγνωρίσουμε ὅτι ἡ ἀλήθειά μας εἶναι ἕνα σκληρότατο ψέμα μπροστά στόν Θεό καί ἡ λογική μας εἶναι μιά τέλεια ἀνοησία. Τέλος: ἀφοῦ παραδοθοῦμε στόν Θεό μ᾽ ὅλη τή δύναμη τῆς πίστης μας καί ριχτοῦμε στή μελέτη τοῦ Εὐαγγελίου, πρέπει νά ἀπαρνηθοῦμε τό δικό μας θέλημα.

Ὅποιος πραγμάτωσε μιά τέτοια ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ του εἶναι ἱκανός νά λάβει τόν σταυρό του. Αὐτός μέ ὑπακοή καί ὑποταγή στόν Θεό καί ἐπικαλούμενος τή βοήθειά Του γιά νά ἐνισχυθεῖ ἔναντι τῆς ἀδυναμίας του, ἀτενίζει δίχως φόβο καί ἀμηχανία τή θλίψι πού προσεγγίζει.

Ὅποιος ἀπαρνήθηκε τόν ἑαυτό του προετοιμάζεται μεγαλόψυχα καί γενναῖα νά τήν ὑπομείνει , ἐλπίζει ὅτι μέσω αὐτῆς τῆς θλίψεως θά γίνει κοινωνός καί συμμέτοχος τῶν παθῶν τοῦ Χριστοῦ καί φτάνει τή μυστική ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ , ὄχι μόνο μέ τό νοῦ καί τήν καρδιά του , ἀλλά καί μέ τήν ἴδια τήν πράξη , τήν ἴδια τή ζωή του.
Ὁ σταυρός εἶναι καί παραμένει βαρύς καί καταθλιπτικός, ἐνόσω παραμένει ὁ σταυρός μας. Ὅταν ὅμως μεταμορφωθεῖ σέ Σταυρό τοῦ Χριστοῦ , τότε γίνεται ἀσυνήθιστα ἐλαφρός . « Ὁ ζυγός μου », εἶπε ὁ Κύριος , « χρηστός καί τό φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν » (Ματθ. ια’ 30).

Ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ λαμβάνει τόν σταυρό στούς ὤμους του , ὅταν παραδέχεται πώς εἶναι ἄξιος τῶν θλίψεων πού ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ τοῦ καταπέμπει. Ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ τότε φέρει καί ὑπομένει τόν σταυρό του σωστά, ὅταν ἀναγνωρίζει ὅτι οἱ θλίψεις πού τοῦ στάλθηκαν εἶναι ἀκριβῶς -αὐτές καί ὄχι ἄλλες- εἶναι ἀναγκαῖες γιά τήν ἐν Χριστῷ μόρφωσή του καί τή σωτηρία του. Τότε φέρουμε καρτερικά τόν σταυρό μας, ὅταν ἀληθινά ἀντιλαμβανόμαστε καί ἀνα γνωρίζουμε τό ἁμάρτημά μας.

Σ᾽ αὐτή τή συναίσθηση τοῦ ἁμαρτήματός μας δέν ὑπάρχει καμιά αὐταπάτη. Ὡστόσο, ὅποιος παραδέχεται τόν ἑαυτό του ἁμαρτωλό καί ταυτόχρονα γογγύζει καί μοιρολογάει ἀπό τό ὕψος τοῦ σταυροῦ του, ἀποδεικνύει μ᾽ αὐτό ὅτι μέ τό νά παραδέχεται τήν ἁμαρτία του ἐπιφανειακά, κολακεύει μονάχα τόν ἑαυτόν του καί τόν ξεγελᾶ.

Τό νά ὑπομένουμε καρτερικά τόν σταυρό μας ἀποτελεῖ ἀληθινή μετάνοια. Ἐσύ, ἀδελφέ, πού εἶσαι σταυρωμένος στόν σταυρό, ἐξομολογήσου στόν Κύριο μέσα στή δικαιοσύνη καί τή χρηστότητα τῶν κριμάτων Του. Μέ τήν αὐτοκατάκριση δικαίωσε τήν κρίση τοῦ Θεοῦ καί θά λάβεις ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν σου.

Ἐσύ, πού εἶσαι σταυρωμένος στόν σταυρό, γνώρισε τόν Χριστό – καί θά σοῦ ἀνοιχτεῖ ἡ πύλη τοῦ Παραδείσου. Ἀπό τόν σταυρό σου δοξολόγησε τόν Κύριο , ἀποκρούοντας ἀπό τόν ἑαυτό σου κάθε λογισμό μεμψιμοιρίας καί γογγυσμοῦ, ἀπορρίπτοντάς τον σάν ἔγκλημα καί σάν βλασφημία ἐναντίον τοῦ Θεοῦ. Ἀπό τήν κορυφή τοῦ σταυροῦ σου εὐχαρίστησε τόν Κύριο γιά τήν ἀνεκτίμητη δωρεά – γιά τόν σταυρό σου. Εὐχαρίστησε γιά τό πολύτιμο προνόμιό σου, τό προνόμιο νά μιμεῖσαι τόν Χριστό μέ τά βάσανα καί τό μαρτύριό σου.

Ἀπό τό σταυρό, ὅπου εἶσαι σταυρωμένος, θεολόγησε, γιατί ὁ σταυρός εἶναι τό ἀληθινό καί μόνο σχολεῖο, φυλακτήριο καί ἁγία τράπεζα τῆς ἀληθινῆς Θεολογίας.

Ἔξω ἀπό τόν σταυρό , δίχως τόν σταυρό, δέν ὑπάρχει ζῶσα γνώση Χριστοῦ . Μή ἀναζητᾶς τή Χριστιανική τελείωση στίς ἀνθρώπινες ἀρετές . Ἐκεῖ δέν ὑπάρχει αὐτή ἡ τελείωση . Αὐτή εἶναι κρυμμένη στόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ . Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου μετατρέπεται σέ Σταυρό τοῦ Χριστοῦ , ὅταν ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ φέρει τόν σταυρό του μέ ἐνεργό τή συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς του , ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκη κολασμοῦ. [ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΠΟΛΥΔΙΑΦΗΜΙΣΜΕΝΗ ΘΕΩΣΗ. Η ΟΠΟΙΑ ΜΑΣ ΕΠΙΒΛΗΘΗΚΕ ΣΤΟΝ ΛΟΓΙΣΜΟ ΣΑΝ ΜΙΑ ΚΑΠΟΙΑ ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΔΥΤΙΚΟΦΡΟΝΩΝ ΘΕΟΛΟΓΩΝ ΕΝΕΚΕΝ . ]

Φέρνει κανείς τό σταυρό του, ὅταν σηκώνει τόν σταυρό του μέ εὐχαριστία πρός τόν Χριστό καί μέ δοξολόγησή Του. Σάν ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς δοξολογίας καί εὐχαριστίας μέσα στόν βασανισμένο ἄνθρωπο ἐμφανίζεται ἡ πνευματική παρηγοριά. Ἡ εὐχαριστία καί ἡ δοξολογία αὐτή γίνονται πλουσιώτατη πηγή ἀσύλληπτης καί αἰώνιας χαρᾶς, πού ξεπηδάει μέ χάρη ἀπό τήν καρδιά, ξεχύνεται στήν ψυχή καί στό ἴδιο τό σῶμα.

Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ, μονάχα στήν ἐξωτερική του ὄψη, γιά τούς σαρκικούς ὀφθαλμούς , εἶναι πεδίο καί χῶρος σκληρός καί δύσκολος. Γιά τόν μαθητή τοῦ Χριστοῦ, πού Τόν ἀκολουθεῖ, ὁ σταυρός εἶναι πεδίο καί χῶρος ὑψίστης πνευματικῆς ἡδονῆς καί ἀπολαύσεως . Τόσο μεγάλη εἶναι αὐτή ἡ ἡδονή καί ἀπόλαυση , ὥστε ἡ θλίψη πνίγεται καί σβήνει ὁλότελα ἀπό τήν ἀπόλαυση . Καί ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ , πού τόν ἀκολουθεῖ, αἰσθάνεται μονάχα ἡδονή τήν ὥρα πού βρίσκεται ἀνάμεσα στά πιό σκληρά βάσανα .

Ἔλεγε ἡ νεαρ ή Μαύρα στόν νεαρό σύζυγό της Τιμόθεο , ὁ ὁποῖος ὑπέμενε φοβερά βασανιστήρια καί πόνους καί τήν καλοῦσε νά δεχτεῖ καί ἐκείνη τό μαρτύριο : « Φοβοῦμαι, ἀδελφέ μου , μήπως τρομάξω , ὅταν θά δῶ τά φοβερά βασανιστήρια καί τόν ἐξοργισμένο ἡγεμόνα , μήπως ἀποκάμω σέ καρτερία καί ὑποκύψω ἐξαιτίας τῆς νεανικῆς μου ἡλικίας ». Ὁ μάρτυρας Τιμόθεος τῆς ἀπάντησε τότε : « Ἔλπιζε στόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό καί τά βασανιστήρια θά εἶναι γιά σένα λάδι , πού ξεχύνεται ἀπάνω στό σῶμα σου καί πνεῦμα δρόσου στά κόκκαλά σου , πού θά ἀνακουφίζει ὅλες σου τίς ἀσθένειες ».

Ὁ Σταυρός εἶναι ἡ ἰσχύς καί ἡ δόξα ὅλων τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος Ἁγίων . Ὁ Σταυρός εἶναι ἰατήρας τῶν παθῶν , ἐξολοθρευτής τῶν δαιμόνων . Θανάσιμος εἶναι ὁ σταυρός γιά ἐκείνους , πού τόν σταυρό τους δέν τόν μεταμόρφωσαν σέ Σταυρό τοῦ Χριστοῦ , πού ἀπό τόν σταυρό τους γογγύζουν κατά τῆς Πρόνοιας τοῦ Θεοῦ . Σταυρός εἶναι γιά ἐκείνους πού τόν μέμφονται καί τόν βλασφημοῦν καί παραδίδονται στήν ἀπελπισία καί τήν ἀπόγνωση .

Οἱ ἁμαρτωλοί , πού δέν ἐξομολογοῦνται καί δέν μετανοοῦν , πεθαίνουν πάνω στόν σταυρό τους μέ θάνατο αἰώνιο. Μέ τό νά μήν ὑπομένουν καρτερικά ἀποστεροῦνται τήν ἀληθινή ζωή, τή ζωή μέσα στόν Θεό. Τούς ἀποκαθηλώνουν ἀπό τόν σταυρό τους, γιά νά κατέβουν σάν ψυχές στόν αἰώνιο τάφο.

Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ ἀνυψώνει ἀπό τή γῆ τόν μαθητή τοῦ Χριστοῦ πού ‘ναι σταυρωμένος ἀπάνω του. Ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ, πού ‘ναι σταυρωμένος πάνω στό σταυρό του, φρονεῖ τά ἄνω, μέ τόν νοῦ καί τήν καρδιά του ζεῖ στόν οὐρανό καί καθορᾶ τά μυστήρια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν . « Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν » , εἶπε ὁ Κύριος , « ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι » .

πηγή : nefthalim

ΣΧΟΛΙΟΑυτό σημαίνει τηρώ τίς εντολές τού Ευαγγελίου. Σταυρώνομαι τόν σταυρό τού Κυρίου. Αναγνωρίζω ότι Αυτός είναι ο ΩΝ, μετανιώνω γιά όλα μου τά χρόνια πού πίστευα ότι εγώ είμαι ο θεός, έχοντας κάθε δικαίωμα νά τηρώ τίς εντολές τής γνώμης μου, νά διεκδικώ μέ πάθος τήν ευχαρίστησή μου, νά τυραννώ τούς άλλους μέ τούς λογισμούς μου, νά απολαμβάνω τήν υποκειμενική μου αναγνώριση, σάν ανθρώπου δίκαιου, ανάμεσα σέ βαρβάρους, καί νά προσπαθώ νά αποκτήσω τήν κατάλληλη εξουσία, ώστε νά υποχρεώσω τούς πάντες νά καταθέτουν στεφάνους στό είδωλο τής αγαθότητός μου. ΣΤΟΝ ΓΟΛΙΑΘ. Στόν Γολγοθά υπήρχαν τρείς σταυροί. Μόνον οι δύο συνέχισαν τήν ύπαρξή τους. 

Αμέθυστος

Αναρτήθηκε από amethystos

========================

Η μάχη του Σαλιχλή: Το άγνωστο «Στάλινγκραντ»(*) του Μικρασιατικού Πολέμου.

Γράφει ο Δημήτριος Νικ. Δασκαλάκης, Δικηγόρος Αθηνών

«Περισσότερο φοβούμαι τα δικά μας σφάλματα παρά των εχθρών τα σχέδια»
Θουκιδίδου Ιστορίαι Α 144, Επιτάφιος Περικλέους

«Η πτώση της Κωνσταντινούπολης για το Έθνος μας, δεν είχε τέτοια σημασία, όπως αυτή η έξοδος του Ελληνισμού από ολόκληρη την Ανατολή. Ένα φοβερό πράμα…».
Διδώ Σωτηρίου

Το παρόν άρθρο είναι ένας ελάχιστος φόρος τιμής και αφιερώνεται στην μνήμη των χιλιάδων Ελλήνων στρατιωτών και προσφύγων που σκοτώθηκαν κατά την μικρασιατική εποποιία, αφήνοντας τα  κόκκαλά τους στην ιερά αιματοβαμμένη Ιωνική γη.

Φέτος συμπληρώνονται εκατό χρόνια από την ανείπωτη μικρασιατική καταστροφή που συγκλόνισε ολόκληρο τον Ελληνισμό, σημαδεύοντας ανεξίτηλα για πολλές δεκαετίες την πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή της Ελλάδας και πληγώνει μέχρι σήμερα τις καρδιές όλων των Ελλήνων.

Η μικρασιατική καταστροφή του 1922 συνιστά αναντίρρητα την μεγαλύτερη εθνική τραγωδία στην Ιστορία του νεότερου Ελληνικού Κράτους. Ο απόηχος του σπαραγμού για την τραγική απώλεια της Ιωνικής γης που φθάνει έως σήμερα, κρατά ζωντανή την Ιστορική Μνήμη για τις θλίψεις, τα δεινά και τα βάσανα που υπέστη ο μαρτυρικός Μικρασιατικός Ελληνισμός από την τουρκική θηριωδία.

Ο βίαιος ξεριζωμός του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας που σημειώθηκε υπό τις δραματικές συνθήκες των σφαγών, πυρπολήσεων και λεηλασιών αποτελεί κορυφαίο ιστορικό γεγονός στην εθνική ζωή των Ελλήνων,γιατί όχι μόνο θέτει οριστικά ταφόπλακα στο όνειρο της «Μεγάλης Ιδέας», αλλά κυρίως επειδή τερματίζει άδοξα την μακραίωνη παρουσία μας στα Μικρασιατικά παράλια.

Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές η παρουσία του Ελληνισμού στην Μικρά Ασία καταγράφεται τουλάχιστον από την 2η χιλιετηρίδα π.Χ., καθώς ειδικά στα μικρασιατικά παράλια εγκαταστάθηκαν από πολύ νωρίς διάφορα ελληνικά φύλα (Ίωνες, Αιολείς, Δωριείς), ιδρύοντας σημαντικότατες αποικίες που αποτέλεσαν στο διάβα των αιώνων μεγάλα διοικητικά, οικονομικά, εμπορικά και πολιτιστικά κέντρα της Μεσογείου.  Σπουδαιότερες από αυτές τις αποικίες υπήρξαν η Σμύρνη, η Μίλητος, η Έφεσος, η Φώκαια και άλλες.

Στην Διάσκεψη των Νικητών στο Παρίσι τον Φεβρουάριο του 1919, κατατέθηκε από την Ελληνική Αντιπροσωπεία  υπόμνημα που απευθυνόταν προς στο Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο, με το οποίο επιδιωκόταν η αναγνώριση των εθνικών μας αξιώσεων στα μικρασιατικά εδάφη που ήταν άρρηκτα συνδεδεμένες με την εθνολογική σύνθεση του πληθυσμού, καθόσον σύμφωνα με τα στοιχεία της ελληνικής πλευράς στην Μικρά Ασία διαβιούσαν 1.694.000 Έλληνες, ενώ στην περιοχή της Θράκης και της Κωνσταντινούπολής διαβιούσαν επιπλέον περίπου 731.000.

Στο πλαίσιο της παραπαίουσας φεουδαρχικής Αυτοκρατορίας οι ελληνικές κοινότητες διακρίνονταν για το υψηλό μορφωτικό τους επίπεδο και για την οικονομική τους ευμάρεια, αποτελώντας την μεσαία και ανώτερη κοινωνική τάξη του Οθωμανικού Κράτους και προξενώντας παράλληλα τον φθόνο των Νεότουρκων1. Ο Ελληνισμός της Ανατολίας κυριαρχούσε εμπορικά, οικονομικά και πολιτισμικά, διατηρώντας ακέραιη την ορθόδοξη και εθνική του συνείδηση μέσα σε ένα συχνά εχθρικό και αφιλόξενο περιβάλλον.

Έχουν γραφτεί δεκάδες βιβλία που διασώζουν την ιστορική μνήμη περιγράφοντας με ζωηρά χρώματα την πρωτοφανή σε έκταση εθνική συμφορά της Μικρασιατικής Καταστροφής, επιχειρώντας να αποδώσουν (στο μέτρο του δυνατού) την αγωνία, τον θρήνο, και την οδύνη για την κατάρρευση του Μικρασιατικού Μετώπου, την πυρπόληση της κοσμοπολίτικης Σμύρνης από τους Τούρκους, τον μαρτυρικό θάνατο του μετέπειτα Αγίου Εθνοϊερομάρτυρος Χρυσοστόμου Σμύρνης2, τις σφαγές, τους βασανισμούς, τους βιασμούς και τις φρικαλεότητες που διέπραξαν οι αιμοσταγείς κεμαλικές ορδές εις βάρος τόσο των Ελλήνων στρατιωτών, όσο και του άμαχου ελληνικού πληθυσμού.

Τα βιβλία που περιγράφουν το δράμα του ξεριζωμού και της προσφυγιάς του Μικρασιατικού Ελληνισμού έχουν γραφεί από διακεκριμένους Έλληνες και ξένους ιστορικούς αλλά και από πολιτικά και στρατιωτικά πρόσωπα που υπήρξαν πρωταγωνιστές των συγκλονιστικών γεγονότων της κατάρρευσης του Μετώπου, τα οποία διαφωτίζουν (στο μέτρο που υπηρετείται η αμερόληπτη ιστορική αλήθεια) τα πολιτικοοικονομικά και στρατιωτικά αίτια της ταπεινωτικής ήττας ενός περήφανου και αξιόμαχου (αλλά πολιτικά προδομένου) ελληνικού στρατού που οδήγησε στην εξαφάνιση της μακραίωνης παρουσίας του Ελληνισμού από την Μικρασιατική γη.

Το παρόν άρθρο φιλοδοξεί να αναδείξει μια άγνωστη στο ευρύ κοινό και μικρή σε τοπική έκταση αλλά μεγαλειώδη σε σημασία νίκη των Ελλήνων Ευζώνων, που επιτεύχθηκε υπό την εμπνευσμένη και ηρωική καθοδήγηση του συνταγματάρχη Νικολάου Πλαστήρα3 και υπήρξε καθοριστική για την σωτηρία ολοκλήρου του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος.

Στις 13 Αυγούστου (παλαιό ημερολόγιο) του 1922 στην πόλη του Αφιόν Καραχισάρ εκδηλώθηκε η καλά προετοιμασμένη και σχεδιασμένη επίθεση του τουρκικού στρατού, υπό την διοίκηση και εποπτεία του Κεμάλ Ατατούρκ, εναντίον ενός ηθικά παρηκμασμένου ελληνικού στρατού που βρισκόταν –μετά την καταστροφική και εθνικά εγκληματική προέλαση προς τον Σαγγάριο– σε κατάσταση απειθαρχίας, αποσυντονισμού και ημιδιάλυσης, περιμένοντας μοιρολατρικά την κατάρρευση του Μικρασιατικού Μετώπου.

Το Σαλιχλή ήταν κωμόπολη που απείχε 96 χιλιόμετρα ανατολικά της Σμύρνης και αποτελούσε σημαντικό συγκοινωνιακό και σιδηροδρομικό κόμβο που συνδεόταν σιδηροδρομικώς με το λιμάνι της Σμύρνης. Ως εκ τούτου, ο έλεγχος της πόλης είτε από τις ελληνικές είτε από τις τουρκικές δυνάμεις αποκτούσε μεγάλη στρατηγική σημασία για την εξέλιξη του μικρασιατικού πολέμου.

Οι τουρκικές δυνάμεις διατάχθηκαν να προελάσουν προς το Σαλιχλή, με σκοπό να καταλάβουν το σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης και να αποκόψουν την υποχώρηση του διαλυμένου στο Αφιόν Καραχισάρ ελληνικού στρατού.

Η Διοίκηση της Στρατιάς Σμύρνης εκδίδει κατεπείγουσα διαταγή, σύμφωνα με την οποία ελληνικά στρατιωτικά τμήματα πρέπει να προωθηθούν εγκαίρως προς το Σαλιχλή, κρατώντας ανοιχτή την σιδηροδρομική γραμμή, ώστε να διευκολυνθεί η υποχώρηση των αποδιοργανωμένων μεραρχιών, καθώς και η φυγή των προσφύγων της Φιλαδέλφειας που συνέρρεαν στην πόλη σε ατελείωτα καραβάνια.

Το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων με μερικές άλλες στρατιωτικές μονάδες συναπάρτιζαν το Απόσπασμα Πλαστήρα, το οποίο στάθμευε λίγο έξω από την Φιλαδέλφεια και ήταν το μόνο αξιόμαχο και συντεταγμένο τμήμα του Ελληνικού Στρατού που θα μπορούσε να φέρει σε αίσιο πέρας την κρίσιμη αποστολή, προκειμένου το Σαλιχλή να παραμείνει υπό ελληνική διοίκηση και κατοχή.

Πρωταρχικό μέλημα της ελληνικής στρατιωτικής διοίκησης ήταν να παραμείνει ελεύθερος ο σιδηροδρομικός δίαυλος επικοινωνίας που συνέδεε το Σαλιχλή με την Σμύρνη, ώστε να εξασφαλιστεί η απρόσκοπτη μεταφορά των υποχωρούντων ελληνικών τμημάτων και των προσφυγικών πληθυσμών, πριν προλάβουν οι δυνάμεις του τουρκικού στρατού να τον καταλάβουν.

Την νύχτα όμως της 23ης Αυγούστου 1922 δύο μεραρχίες του τουρκικού ιππικού, εκμεταλλευόμενες την αδράνεια της ελληνικής ταξιαρχίας ιππικού, βρήκαν την ευκαιρία να διεισδύσουν στην πόλη από βορρά προς τον νότο, καταλαμβάνοντας καίριες θέσεις απέναντι από τον σιδηροδρομικό σταθμό. Ενώπιον αυτής της τραγικής κατάστασης, ο Πλαστήρας αποφασίζει να αμυνθεί με κάθε δυνατό μέσο, επιχειρώντας να αναχαιτίσει την τουρκική προέλαση.

Το Σαλιχλή έπρεπε πάση θυσία να ανακαταληφθεί και να απωθηθούν οι τουρκικές δυνάμεις, ώστε να φυγαδευτούν με σχετική ασφάλεια οι καταπονημένες μεραρχίες που υποχωρούσαν προς την Σμύρνη αλλά και να διασωθούν τα χιλιάδες γυναικόπαιδα που κατέφθαναν αλαφιασμένα από την μικρασιατική ενδοχώρα καθώς τελούσαν υπό την άμεση απειλή των τουρκικών ωμοτήτων.

Οσυγγραφέας και ιστορικός Σέφης Αναστασάκος στο τρίτομο έργο του «Ο Πλαστήρας και η εποχή του», περιγράφει την επική μάχη του Σαλιχλή ως εξής:

«Άρχισε μία σκληρή αναμέτρηση μέσα στην πόλη, μεταξύ των τσολιάδων του 5/42 και μιας μονάδας ιππικού, με τους Τούρκους Ιππείς και τους άτακτους. Στην πρώτη φάση, οι Τούρκοι κυριάρχησαν στην πόλη, αφού είχαν να αντιμετωπίσουν μόνο ένα τάγμα του 5/42. Στην συνέχεια, στις επικές οδομαχίες μπήκαν ορμητικά και οι τσολιάδες των δύο άλλων ταγμάτων, που ήταν ακόμη έξω από την πόλη, οπότε μεταβλήθηκε ο συσχετισμός δυνάμεων. Οι τσολιάδες καθοδηγούμενοι προσωπικά από τον Πλαστήρα που και ο ίδιος πολεμούσε με το πιστόλι στο χέρι, σιγά αλλά σταθερά, απωθούσαν τους Τούρκους. Μετά από σκληρές οδομαχίες, η έκβαση της αναμέτρησης παρέμεινε ακόμα αμφίρροπη.

Σε μία από τις αρχικές συγκρούσεις, διαδόθηκε η φήμη ότι ο Μαύρος Καβαλάρης σκοτώθηκε και προς στιγμήν επικράτησε σύγχυση. Πράγματι, σε κάποια στιγμή που με τους τσολιάδες του επιχειρούσε με έφοδο ν’ απωθήσει τους Τούρκους, τραυματίστηκε ελαφρά, αλλά ο ίδιος δεν εγκατέλειψε τη μάχη.

Οι αξιωματικοί όμως του 5/42, παρά την αβάσιμη, όπως αποδείχτηκε, πληροφορία, συνέχιζαν με πείσμα τις οδομαχίες, ανατρέποντας τις θέσεις των Τούρκων σε οχυρωμένες κατοικίες και πυκνοκατοικημένες συνοικίες. Η σύντομη διάψευση της φήμης αυτής έδωσε νέα επιθετική ορμή στους τσολιάδες, που τώρα είχαν να αντιμετωπίσουν και νέες τουρκικές ενισχύσεις, που κατέφθαναν ολοένα στην πόλη. Ο Πλαστήρας και οι άνδρες του βρέθηκαν τώρα μεταξύ δύο πυρών, χωρίς να διαθέτουν και εφεδρείες, γιατί όλοι έπαιρναν μέρος στις οδομαχίες.

Το Σαλιχλή, όμως, έπρεπε να ανακαταληφθεί με κάθε κόστος και το λάθος της Ταξιαρχίας ιππικού έπρεπε να διορθωθεί εκ των ενόντων. Σε αντίθετη περίπτωση, αν συνεχιζόταν ο έλεγχος της πόλης απ’ τους Τούρκους, αυτό θα οδηγούσε σε εγκλωβισμό των υποχωρούντων τμημάτων της Στρατιάς, την αιχμαλωσία τους, αλλά και την ανελέητη σφαγή χιλιάδων καταδιωκόμενων.

Ήδη, οι πληροφορίες από παντού μιλούσαν για ομαδικές σφαγές αθώων ανθρώπων, γυναικόπαιδων στα χωριά και στις πόλεις αδιακρίτως, όπου έμπαινε ο τουρκικός στρατός και ιδιαίτερα οι άτακτοι Τσέτες.

Οι πιο αδίστακτοι από αυτούς προέβαιναν σε ομαδικούς βιασμούς και επιδίδονταν στην αρπαγή χριστιανικών περιουσιών, καθώς και σε εκτέλεση των ιδιοκτητών, που έβλεπαν τα σπίτια τους να ληστεύονται και να καίγονται. Οι πρωτοφανείς αυτές θηριωδίες και αγριότητες των Τούρκων σε βάρος του ελληνικού πληθυσμού δεν εκδηλώνονταν βέβαια τώρα για πρώτη φορά. Από τις αρχές του αιώνα, είχε ήδη αρχίσει συστηματική γενοκτονία σε βάρος του ελληνικού χριστιανικού στοιχείου, στο πλαίσιο της πολιτικής εθνοκάθαρσης των Νεότουρκων.

Η μάχη στο Σαλιχλή κράτησε όλη τη νύχτα και το 5/42 και οι έμπειροι και πειθαρχημένοι τσολιάδες απωθούσαν τις τουρκικές δυνάμεις, οι οποίες αγωνίζονταν να κρατηθούν μέσα στην πόλη. Στη φάση αυτή, κατά το σχέδιο, θα έπρεπε να εμφανιστεί το ελληνικό ιππικό ώστε να  πλευροκοπήσει τους Τούρκους. Αυτό όμως δεν έγινε και οι τσολιάδες είχαν τώρα ν’ αντιμετωπίσουν και τις τουρκικές εφεδρείες.

Το πρωί της άλλης ημέρας, ο Πλαστήρας ήλεγχε το Σαλιχλή μετά από μάχες σπίτι με σπίτι και οι αμαξοστοιχίες, η μία πίσω από την άλλη, μετέφεραν πλέον με ασφάλεια τις μονάδες της Στρατιάς με κατεύθυνση το λιμάνι του Τσεσμέ και τους χιλιάδες πρόσφυγες προς τη Σμύρνη»4.

Μετά από επικό ηρωικό αγώνα και το πνεύμα αυτοθυσίας και αυταπάρνησης που επέδειξαν οι τσολιάδες του Αποσπάσματος Πλαστήραη Νίκη στεφάνωσε τα ελληνικά όπλα. Ο ελληνικός στρατός μετά από σκληρή αναμέτρηση κατόρθωσε να επιβληθεί των υπέρτερων τουρκικών δυνάμεων, διατηρώντας ανοικτή την σιδηροδρομική γραμμή Σαλιχλή-Σμύρνης.

Υπό τα δεδομένα αυτά, αν οι Τούρκοι είχαν κατορθώσει να ελέγξουν μέχρι τέλους το σιδηροδρομικό σταθμό του Σαλιχλή, θα ματαίωναν την ασφαλή υποχώρηση των ελληνικών μεραρχιών, γεγονός που θα οδηγούσε στην αιχμαλωσία ολόκληρης της Στρατιάς, καθώς είχε προηγηθεί νωρίτερα η παράδοση των κύριων τμημάτων του Α΄ και Β΄ Σώματος Στρατού.

Παράλληλα, θα καθίστατο ανέφικτη η φυγή και η σωτηρία χιλιάδων Ελλήνων προσφύγων που εγκατέλειπαν μαζικά τις πατρογονικές τους εστίες, προκειμένου να λυτρωθούν από τις μαζικές σφαγές, τις βιαιοπραγίες και τους εξανδραποδισμούς των Τσετών, του τακτικού τουρκικού στρατού και των φανατικών μωαμεθανών πολιτών.

Η περίτρανη αυτή νίκη του Ελληνικού στρατού που επιτεύχθηκε χάρη στην ηρωική, αποφασιστική και στιβαρή ηγεσία του συνταγματάρχη Πλαστήρα, παραμένει εν πολλοίς άγνωστη μεταξύ των Ελλήνωνμολονότι χιλιάδες Έλληνες στρατιώτες και Μικρασιάτες πρόσφυγες διεσώθησαν από τον εγκλωβισμό, την περικύκλωση και τον βέβαιο θάνατο.

Δεν διέλαθε όμως της προσοχής του μεγάλου σφαγέα του Μικρασιατικού και Ποντιακού Ελληνισμού Μουσταφά Κεμάλ,ο οποίος αναγνωρίζοντας την ηρωική και ανεκτίμητη προσφορά του Πλαστήρα καθ’ όλη την διάρκεια της Μικρασιατικής εκστρατείας δήλωσε τα εξής:

«Ο Πλαστήρας είναι άξιος κάθε τιμής και εγώ ως εχθρός έχω καθήκον να ομολογήσω πρώτος την μεγάλη αξία του αντιπάλου μου. Ο Πλαστήρας δεν έσωσε μόνο την τιμή των Ελληνικών όπλων, έσωσε ακόμη και την Ελλάδα, η οποία χωρίς την πατριωτική επέμβασή του θα ήταν τελείως κατεστραμμένη».

Δυστυχώς, όμως, παρατηρείται σήμερα, ειδικά μεταξύ των νέων ανθρώπων, άμβλυνση της εθνικής τους συνείδησης, γεγονός που, αν δεν αντιμετωπιστεί, θα οδηγήσει στην ιστορική λήθη της Μικρασιατικής Καταστροφής που συνετάραξε ολόκληρο τον πολιτισμένο κόσμο.

Οι εκδηλώσεις μνήμης περιορίζονται σε θεατρικά και μουσικοχορευτικά δρώμενα που αποσιωπούν τον πόνο της προσφυγιάς, τον θρήνο και την οδύνη για τον ξεριζωμό του Ελληνισμού από την πατρογονική του εστία, καλλιεργώντας μια ανάλαφρη, επιδερμική και επιφανειακή ιστορική σχέση με τα δραματικά γεγονότα της Μικρασιατικής Καταστροφής.

Και ένας λαός που ξεχνά την Ιστορία του, θα υποχρεωθεί μοιραία να την ξαναζήσει στην πολύ χειρότερη εκδοχή της, ώστε να την ξαναθυμηθεί.

Όμως, η μακραίωνη και αδιάλειπτη παρουσία των Ελλήνων στην γη της Ιωνίας για σχεδόν 3000 χρόνια δεν είναι δυνατόν να ξεριζωθεί, αφού έχει γαλουχήσει με θύμησες, τραγούδια, αφηγήσεις παλαιοτέρων, σμυρναίικες συνταγές μαγειρικής και τοπωνύμια την «ματωμένη ψυχή» του  Μικρασιατικού Ελληνισμού, που μεταλαμπαδεύτηκε στην «Παλαιά Ελλάδα», σφραγίζοντας ανεξάλειπτα την Ιστορική Μνήμη του Έθνους.

Ολόκληρη η Ανατολία των Αγίων και των Ηρώων λαχταρά να ακούσει ξανά τον ήχο της καμπάνας, να μυρίσει την ευωδία του θυμιάματος, να περιφέρει στα χωριά και στις κωμοπόλεις τον Επιτάφιο της Μεγάλης Παρασκευής, ενώ η Αγία Φωτεινή και ο Άγιος Βουκόλος5 (Πολιούχος πρώτος Επίσκοπος Σμύρνης) περιμένουν καρτερικά την ώρα που θα λάβουν ξανά την περίοπτη θέση την οποία κατείχαν στις ψυχές των ευλαβών Μικρασιατών.

Ας κρατήσουμε όλοι στα μύχια της ψυχής μας ζωντανή την ελπίδα να σιγοκαίει προσδοκώντας με ειλικρινή θέρμη ότι η αλησμόνητη Μικρασιατική γη θα ξαναγίνει, με το Θέλημα του Θεού, η αγαπημένη μας πατρίδα, του Μύθου και του Θρύλου!

Εξάλλου, ας είμαστε ρεαλιστές, ας επιδιώκουμε το αδύνατο !


(*) Η μάχη του Στάλινγκραντ (από 17 Ιουλίου 1942 μέχρι τις 2 Φεβρουαρίου 1943) υπήρξε η φονικότερη και η κρισιμότερη (για το Ανατολικό Μέτωπο) στρατιωτική αναμέτρηση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου μεταξύ των Ρώσων και των Γερμανών που έληξε με την επικράτηση των πρώτων. Προκάλεσε τρομακτικές απώλειες σε έμψυχο υλικό και στις δύο πλευρές των εμπολέμων. Υπολογίζονται σε πάνω από 1.500.000 οι νεκροί και οι αγνοούμενοι του πολέμου. Το κύριο χαρακτηριστικό της μάχης του Στάλινγκραντ ήταν ότι εξελίχθηκε σε ανηλεείς οδομαχίες εντός του αστικού ιστού της πόλης, από δρόμο σε δρόμο και από σπίτι σε σπίτι. Έχει καθιερωθεί να χαρακτηρίζεται «ως μάχη του Στάλινγκραντ» κάθε πολεμική σύγκρουση που λαμβάνει χώρα εντός κατοικημένης περιοχής.

1 Με τον όρο «Νεότουρκοι» εννοείται το τουρκικό εθνικιστικό κόμμα «Ένωση και Πρόοδος» που ιδρύθηκε το 1904 και κατά άλλους το 1908, είχε δε ως ηγετική φυσιογνωμία τον Ισμαήλ Εμβέρ Πασά.Από τους κύριους συντελεστές του κινήματος υπήρξε και ο Μουσταφά Κεμάλ (Ατατούρκ). Βασικός σκοπός ήταν η μετατροπή της θεοκρατικής φεουδαρχικής Οθωμανικής αυτοκρατορίας σε συνταγματικό αστικό κράτος. 

Σύντομα όμως στους κόλπους του κινήματος θα επικρατήσουν οι ακραίες εθνικιστικές θέσεις και θα εγκαταλειφθεί ο όρος «Οθωμανισμός» που θα αντικατασταθεί από τον όρο «παντουρκισμό». Στο συνέδριο του Κόμματος που έλαβε χώρα στην Θεσσαλονίκη τον Σεπτέμβριο-Οκτώβριο του 1911αποφασίστηκε η πλήρης εξόντωση όλων των μη τουρκικών εθνικών μειονοτήτων, η οποία υλοποιήθηκε τα μεταγενέστερα χρόνια με αποκορύφωμα την Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 και την ολοσχερή εξάλειψη του ελληνοορθόδοξου χριστιανικού πληθυσμού.

2 Ο Εθνομάρτυρας και Ιερομάρτυρας Χρυσόστομος Μητροπολίτης Σμύρνης διετέλεσε αρχικά Μητροπολίτης Δράμας μέχρι το 1910, αναπτύσσοντας έντονη εθνική δράση και αντιμετωπίζοντας επιτυχώς την τρομοκρατική δράση του Βουλγαρικού Κομιτάτου. Το 1910 οι τουρκικές αρχές θορυβημένες από την απήχηση του Ιεράρχη στους πληθυσμούς της Μακεδονίας πετυχαίνουν την απομάκρυνσή του στην Σμύρνη. Καθ’ όλη την διάρκεια της ελληνικής διοικήσεως της Σμύρνης (1919-1922) ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος αναδεικνύεται σε μια φλογερή προσωπικότητα που υποστήριζε με θέρμη την ικανοποίηση των εθνικών πόθων λειτουργώντας αδιαμφισβήτητα ως φυσικός ηγέτης και εθνάρχης του Μικρασιατικού Ελληνισμού.

Η τουρκική εισβολή στην Σμύρνη και οι αγριότητες που ακολούθησαν συνέτριψαν το εθνικό του όραμα. Αρνήθηκε να εγκαταλείψει το ποίμνιό του, απορρίπτοντας τις προτάσεις των Προξένων της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας που ήθελαν να τον φυγαδεύσουν και προτίμησε να παραδοθεί στον εξαγριωμένο τουρκικό όχλο.

Ο Γάλλος δημοσιογράφος και ιστορικός Ρενέ Πυώ (Rene Puaux) που είχε επισκεφθεί την Σμύρνη, ως απεσταλμένος της γαλλικής εφημερίδας «Le temps» περιγράφει στο βιβλίο του «Ο θάνατος της Σμύρνης» τον μαρτυρικό θάνατο του Μητροπολίτη Χρυσοστόμου ως εξής:

«Μία γαλλική περίπολος από είκοσι άνδρες, τους οποίους συνόδευα μαζί με έναν άλλο πολιτοφύλακα, κατευθύνθηκε αμέσως στη Μητρόπολη, με σκοπό να πειστεί ο Μητροπολίτης να έρθει και να παραμείνει στην εκκλησία της Sacre-Coeur ή στο Γαλλικό Προξενείο. Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος δεν δέχθηκε, λέγοντας ότι ως καλός ποιμένας είχε χρέος να μείνει κοντά στο ποίμνιό του. Ο όχλος άρπαξε χωρίς χρονοτριβή το Μητροπολίτη και τον οδήγησε λίγο πιο πέρα, μπροστά στο κομμωτήριο του Ιsmail, ενός Ιταλού προστατευόμενου, εκεί σταμάτησαν και τον έντυσαν με μία άσπρη μπλούζα που πήραν από τον κομμωτή. 

Άρχισαν αμέσως να τον κτυπούν λυσσασμένα με γροθιές και με ξύλα και να τον φτύνουν στο πρόσωπο, του τρύπησαν με μαχαιριές το σώμα, του ξερίζωσαν τη γενειάδα, του έβγαλαν τα μάτια, του έκοψαν τη μύτη και τα αυτιά. Πρέπει να σημειώσουμε ότι η γαλλική περίπολος παρακολουθούσε τα γεγονότα μέχρι τη σκηνή που περιγράψαμε. Οι άνδρες που την αποτελούσαν (επρόκειτο για ναύτες), είχαν βγει έξω από τα ρούχα τους, έτρεμαν χωρίς υπερβολή από την αγανάκτηση και ήθελαν να επέμβουν. Ο επικεφαλής, όμως, αξιωματικός, με το περίστροφο στο χέρι, ακολουθούσε τις διαταγές που τους είχαν δοθεί και τους εμπόδισε να κάνουν οποιαδήποτε κίνηση. Στη συνέχεια δεν είδαμε πια τον Μητροπολίτη, που τον αποτελείωσαν σε μικρή απόσταση πιο πέρα». (Ρενέ Πυώ [Rene Puaux], «Ο θάνατος της Σμύρνης», Εκδόσεις Ειρμός, σελ. 57-58).

3 Ο Νικόλαος Πλαστήρας (4 Νοεμβρίου 1883 – 26 Ιουλίου 1953) ήταν Έλληνας στρατιωτικός και πολιτικός. Έγινε γνωστός για τη δράση του κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους ( όπου απέκτησε το προσωνύμιο Μαύρος Καβαλάρης ) και τη Μικρασιατική εκστρατεία, ενώ πολλές φορές συμμετείχε σε στρατιωτικά κινήματα. Κυβέρνησε ως Πρωθυπουργός την Ελλάδα τρεις φορές , την πρώτη το 1945 και άλλες δύο κατά τα έτη 1950-1952.

4 Σέφης Αναστασάκος,Ο Πλαστήρας και η εποχή του, τόμος Β΄ (1922-1933), εκδόσεις Επικαιρότητα 2009, σελ. 99-100.

5 Ο Ιερός Ναός του Αγίου Βουκόλου ήταν ο μοναδικός Ελληνικός Ορθόδοξος Ναός στο κέντρο της πόλης (περιοχή Μπασμανέ) που διασώθηκε από την καταστροφή και την πυρπόληση της Σμύρνης από τον κεμαλικό στρατό. Η μνήμη του Αγίου εορτάζεται στις 6 Φεβρουαρίου. Στις 17 Αυγούστου του 2014 και ύστερα από την σχετική άδεια, παραχωρήθηκε στους Ορθοδόξους Ρωμιούς της Σμύρνης το δικαίωμα της τέλεσης της πρώτης Θείας Λειτουργίας, μετά από 92 ολόκληρα χρόνια.

Truth Revealed

=================