[Ντοκυμαντέρ] Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Επίσκοπος Αχρίδος και Ζίτσης (Video)

Η μνήμη του τιμάται στις 5 Μαρτίου 

Βιογραφία  

Ο Άγιος Νικόλαος (Βελιμίροβιτς) γεννήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 1880 μ.Χ. στο χωριό Λέλιτς της κεντροδυτικής Σερβίας. Ήταν το πρώτο από τα εννέα τέκνα των ευσεβών αγροτών Δραγομίρου και Αικατερίνης. Ασθενικός στην σωματική του διαπλαση και κράση, επέδειξε από μικρός την ευφυΐα του, τη μεγάλη του αγάπη προς τον Θεό και την Εκκλησία και την κλίση προς τον μοναχικό βίο. Σπούδασε, παρά το γεγονός της μεγάλης πτωχείας της οικογένειάς του, στη θεολογική σχολή Βελιγραδίου, ανακηρύχθηκε διδάκτωρ της Θεολογίας στη Βέρνη της Ελβετίας (1908 μ.Χ.), διδάκτωρ στην Οξφόρδη της Αγγλίας (1909 μ.Χ.) και το Χάλλε της Γερμανίας (1911 μ.Χ.). Γνώριζε επτά γλώσσες, μεταξύ των οποίων και την ελληνική. Ο Νικόλαος λάτρευε τον Θεό εξ όλης της καρδίας, ισχύος και διανοίας αυτού, και ο Θεός του έδωσε στόμα και σοφία ασυναγώνιστο και ακαταγώνιστο. Εκάρη μοναχός και χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στη μονή Ρακόβιτσα, κοντά στο Βελιγράδι, τον Δεκέμβριο του έτους 1909 μ.Χ. Είχε αρρωστήσει βαριά από δυσεντερία και έταξε, εάν ο Κύριος τον θεραπεύσει, να Του αφιερωθεί διά βίου με όλη του την ύπαρξη, όπως και έγινε. Κατά την περίοδο 1915 – 1919 μ.Χ. απεστάλη στην Αμερική και στην Αγγλία, για να συντρέξει και να ενισχύσει τον πολύπαθο Σερβικό λαό. Το έτος 1919 μ.Χ. εξελέγη Επίσκοπος Ζίτσης στην κεντρική Σερβία και το έτος 1920 μ.Χ. μεταφέρθηκε στην Αχρίδα, όπου ανέπτυξε ένα τεράστιο ιεραποστολικό, ποιμαντικό, κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο.  Ο Επίσκοπος Νικόλαος, παρά την τεράστια μόρφωσή του και τα πολλά του χαρίσματα, διακρινόταν για την απλότητα του ήθους του, την καλοσύνη και την αγάπη του. Η αρετή, η οποία κατ’ εξοχήν τον στόλιζε, ήταν η ταπείνωση. Η μελέτη των Πατέρων της Εκκλησίας και η συναναστροφή του με Αγιορείτες Πατέρες πλούτιζαν την πνευματικότητά του. Με τα συγγράμματά του και την πνευματική του καθοδήγηση ο λαός αναγεννιέται πνευματικά και ο μοναχισμός ανθίζει. Το 1941 μ.Χ. οι αρχές κατοχής της χώρας του, οι Γερμανοί, τον συλλαμβάνουν, τον περιορίζουν και το 1944 μ.Χ. τον στέλνουν στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως του Νταχάου στη Γερμανία, όπου υπέστη πάνδεινα βασανιστήρια. Ο δούλος του Κυρίου βάσταζε τα στίγματα του μαρτυρίου στο σώμα του, που όλο είχε γίνει μια πληγή. Μάλιστα δέρμα στην πλάτη και στα πέλματα δεν υπήρχε. Μετά την απελευθέρωσή του, το Μάιο του 1945 μ.Χ., δεν θέλησε πλέον να επιστρέψει στην πατρίδα του. Το τότε καθεστώς τον θεωρούσε ανεπιθύμητο πρόσωπο. Πήγε, λοιπόν, στην Αμερική και παρά την κλονισμένη υγεία του συνέχισε το φιλανθρωπικό και ιεραποστολικό έργο του Χριστού. Δίδαξε στην ιερατική σχολή της μονής του Αγίου Σάββα στο Λίμπερτβιλ του Ιλλινόις και από το 1951 μ.Χ. εγκαταστάθηκε στη Ρωσική μονή του Αγίου Τύχωνος στην Πενσυλβάνια, όπου καθοδηγούσε τους μοναχούς και διηύθυνε το θεολογικό σεμινάριο της μονής. Οι δυσκολίες και τα προβλήματα δεν τον αποθάρρυναν ποτέ. Αισθανόταν έντονα την παρουσία της Θείας Πρόνοιας στο βίο του και αυτό του έδινε δύναμη, ανδρεία και χαρά. Η προσευχή του ήταν αδιάλειπτη και έρεε ως ποταμός του παραδείσου. Πενθούσε αβίαστα και έχυνε δάκρυα μετάνοιας, παρακλήσεως, μεσιτείας και δοξολογίας. Προσευχόμενος το πρωί της Κυριακής του έτους 1956 μ.Χ. στο ταπεινό κελί του και προετοιμαζόμενος να λειτουργήσει, κοιμήθηκε με ειρήνη. Το ιερό του σκήνωμα επέστρεψε στην Σερβία το 1991 μ.Χ.Πηγή

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς: Υπάρχει Θεός;

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς (Ἐπίσκοπος Ἀχρίδος)

Ἕνας συνάδελφός σου, σοῦ ἐπαναλαμβάνει συνεχῶς: «ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ!» Καὶ αἰσθάνεσαι, σὰν νὰ σὲ χτυπᾶ μὲ μαστίγιο.

Καὶ σὺ ἀγωνιᾶς γιὰ τὴν ψυχή του καὶ τὴν ζωή του. Καὶ καλὰ σκέφτεσαι.

Ἂν δὲν ὑπάρχει ὁ Ζῶν καὶ Παντοδύναμος Θεός, καὶ ἂν δὲν εἶναι ἰσχυρότερος ἀπὸ τὸν θάνατο, τότε ὁ θάνατος εἶναι ὁ μοναδικὸς πανίσχυρος Θεός.

Καὶ τότε κάθε ζωντανὴ ὕπαρξη δὲν εἶναι παρὰ ἕνα κλωτσοσκούφι τοῦ θανάτου.

Ἕνα ποντικάκι στὸ στόμα τῆς γάτας.

Μία φορά, ἀντικρούοντάς τον, τοῦ εἴπατε: «Ὁ Θεὸς ὑπάρχει. Γιὰ σένα δὲν ὑπάρχει». Καὶ δὲν σφάλατε.

Γιατί ἐκεῖνοι ποὺ ἀποκόπτονται ἀπὸ τὸν Αἰώνιο καὶ Ζωοδότη Κύριο, ἐδῶ στὴν γῆ ἀποκόπτονται ἀπὸ τὴν ζωὴ τὴν πραγματική.

Αὐτοί, οὔτε ἐδῶ, οὔτε στὴν ἄλλη ζωὴ δὲν θὰ γευθοῦν τὸ μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς πλάσης Του. Καὶ καλλίτερα νὰ μὴν εἴχαμε γεννηθῆ, παρὰ νὰ εἴμαστε ἀποκομμένοι ἀπὸ τὸν Θεό.

Ἂν ἤμουν στὴν θέση σου, θὰ τοῦ ἔλεγα τὰ ἑξῆς:

Κάνεις λάθος, φίλε μου!

Ὀρθότερο θὰ ἦταν, ἂν ἔλεγες:

«Ἐγὼ δὲν ἔχω Θεό». Διότι τὸ βλέπεις, ὅτι ὑπάρχουν τόσοι ἄνθρωποι γύρω σου, ποὺ αἰσθάνονται τὸν Θεό, καὶ γι’ αὐτὸ τὸ διακηρύττουν ὅτι ὑπάρχει Θεός.

Λοιπόν, μὴ λές: «Δὲν ὑπάρχει Θεός»! Περιορίσου νὰ λές: «Ἐγὼ δὲν ἔχω Θεό»!

Κάνεις λάθος! Μὴ μιλᾷς σὰν τὸν ἄρρωστο, ποὺ λέει ὅτι δὲν ὑπάρχει πουθενὰ ὑγεία!

Σφάλλεις! Μοιάζεις μὲ τὸν τυφλό, ποὺ λέει: «Δὲν ὑπάρχει φῶς στὸν κόσμο».

Ὅμως, φῶς ὑπάρχει. Καὶ εἶναι διάχυτο παντοῦ.

Αὐτὸς ὁ δυστυχὴς δὲν ἔχει τὸ φῶς του. Καὶ θὰ μιλοῦσε σωστά, ἂν ἔλεγε: «Ἐγὼ δὲν ἔχω μάτια καὶ δὲν βλέπω τὸ φῶς».

Κάνεις λάθος! Μιλᾶς σὰν τὸν ζητιάνο, ποὺ λέει: «Δὲν ὑπάρχει χρυσάφι στὴν γῆ». Μὰ χρυσάφι ὑπάρχει!

Καὶ ἐπάνω στὴ γῆ! Καὶ μέσα στὴ γῆ! Αὐτὸς δὲν ἔχει χρυσάφι! Τὸ σωστὸ θὰ ἦταν νὰ ἔλεγε: «Ἐγὼ δὲν ἔχω χρυσό.»!

Κάνεις λάθος! Μοιάζεις μὲ τὸν παλιάνθρωπο, ποὺ λέει: «Δὲν ὑπάρχει καλωσύνη στὸν κόσμο»! Ἐνῷ θὰ ἔπρεπε νὰ πῆ: »Ἐγὼ δὲν ἔχω οὔτε ἴχνος καλωσύνης μέσα μου».

Καὶ ὄχι «δὲν ὑπάρχει πουθενὰ καλωσύνη στὸν κόσμο»!

Αὐτὸ νὰ τοῦ εἰπῇς καὶ σύ: Συνάδελφε, κάνεις λάθος! Λάθος διακηρύττεις ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός!

Γιατί, ὅταν κάτι δὲν τὸ ἔχεις ἐσὺ καὶ δὲν τὸ γνωρίζεις ἐσύ, δὲν σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει πουθενὰ καὶ ὅτι δὲν τὸ ἔχει κανείς!
Ποιός σοῦ ἔδωσε τὸ δικαίωμα νὰ μιλᾶς ἐκ μέρους ὅλου τοῦ κόσμου;

Ποιός σοῦ ἔδωκε τὴν ἄδεια νὰ διακηρύττῃς, ὅτι τὴν δική σου ἀρρώστια τὴν ἔχουν ὅλοι; ὅτι ὅλοι ἔχουν τὴν δική σου πλάνη;

Φωνάζεις ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός!

Τὸ διακηρύττεις σὲ ὅλο τὸν κόσμο! Πολεμᾷς τὴν ἀλήθεια! Ἐκεῖνοι ποὺ δὲν θέλουν νὰ ζοῦν γιὰ τὸν Θεό, εἶναι ἐλάχιστοι. Ἀλλὰ καὶ γι’ αὐτοὺς ὁ Θεὸς ὑπάρχει! Καὶ τοὺς περιμένει.

Μέχρι τὴν τελευταία τους πνοὴ σ’ αὐτὴ τὴν γῆ! Καὶ μόνο ἂν δὲν φροντίσουν νὰ μετανοήσουν, ἔστω στὴν τελευταία τους στιγμή, μόνο τότε ὁ Θεὸς στὴν ἄλλη ζωὴ θὰ παύση νὰ ὑπάρχῃ γι’ αὐτούς.

Καὶ θὰ τοὺς διαγράψη ἀπὸ τὸ βιβλίο τῆς ζωῆς.

Γι’ αὐτὸ – εἰπέ του – σὲ παρακαλῶ, φίλε μου.

Γιὰ τὸ καλό τῆς ψυχῆς σου. Γιὰ τὰ ἐπουράνια ἀγαθά. Γιὰ τὰ δάκρυα ποὺ ἔχυσε ὁ Χριστὸς καὶ τὶς πληγὲς ποὺ δέχθηκε γιὰ ὅλους μας.

Ἄλλαξε μυαλό! Μετανόησε! Διορθώσου!

Καὶ γύρισε στὴν Ἐκκλησία μας!

Πηγή

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς: Υποκρισία – Το Κέλυφος του Θανάτου

Πόσο ὄμορφα ὁ λαός μας στά Βαλκάνια διακοσμεῖ αὐγά! Τόσο πιό ὄμορφα γιά νά στολίση τό Πάσχα. Γιά νά αὐξήση τήν χαρά τοῦ Πάσχα. Γιά νά κάνη τούς φιλοξενούμενούς του πιό εὐτυχεῖς. Κάποτε μάλιστα τά βαμμένα αὐγά ἀποτελοῦν πραγματικά ἔργα τέχνης. Ἄν τά βαμμένα αὐγά διατηρηθοῦν πάρα πολύ, σαπίζουν ἐσωτερικά καί ἀναδίδουν μιά ἀνυπόφορη δυσοσμία ἤ στό τέλος στεγνώνουν ἐντελῶς.

Τότε εἶναι πού τό χρωματισμένο κέλυφος διατηρεῖ μέσα του τόν θάνατο.

Πιό φοβερή εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ γιά τούς ὑποκριτές, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὅμοιοι «τάφοις κεκονιαμένοις, οἵτινες ἔξωθεν μέν φαίνονται ὡραῖοι, ἔσωθεν δέ γέμουσιν ὀστέων νεκρῶν καί πάσης ἀκαθαρσίας» (Ματθ. κγ´ 27).

«Προσέχετε τήν ἐλεημοσύνην ὑμῶν μή ποιεῖν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων πρός τό θεαθῆναι αὐτοῖς· εἰ δέ μήγε, μισθόν οὐκ ἔχετε παρά τῷ πατρί ὑμῶν τῷ ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Ματθ. στ´ 1).

Ἡ δικαιοσύνη πού εἶναι εὐάρεστη στόν Θεό, ὅπως ἀπεκαλύφθη ἀπό τόν Ἰησοῦ στό Ὄρος τῶν Μακαρισμῶν, εἶναι ἡ ἀκόλουθη: ἔλεος, προσευχή, ἐμπιστοσύνη καί πίστι στόν Θεό ὡς τόν μόνο Κύριο, ἔλλειψις στενοχώριας γιά τήν αὔριο, ἀναζήτησις πρίν ἀπό ὁ,τιδήποτε ἄλλο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ὕπαρξις πίστεως πού νά λαμβάνη ἀπό τόν Θεό ὅ,τι θέλει, νά βρίσκη ὅ,τι ζητᾶ, νά ἀνοίγη μιά κλειστή θύρα· καί ἐπίσης: νά μή κρίνης αὐστηρά, νά μή μετρᾶς μέ ψεύτικο μέτρο, ὥστε νά μή σοῦ συμβῆ παρομοίως· νά μή κοιτᾶς τό κάρφος στό μάτι τοῦ ἀδελφοῦ σου, ἐνῶ ὑποκριτικά κρύβεις τό δοκάρι στό δικό σου μάτι· νά κάνης στόν συνάνθρωπό σου ὅ,τι θά ἤθελες νά σοῦ κάνουν· ὄχι φόβος τῆς στενῆς, ἀλλά καθαρῆς καί ἁγίας ὁδοῦ, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στήν ζωή, καί ἀποφυγή τῆς ἄνετης καί εὔκολης καί πλατειᾶς ὁδοῦ, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στόν θάνατο· ἀπόδοσις ἀγαθῶν καρπῶν στόν Θεό τόν Οἰκοκύρη, ὁ Ὁποῖος σέ φύτευσε σάν καλό δένδρο· ὄχι ὑπερηφάνια γιά τά μεγάλα σου ἔργα, ἀλλά ἐπιτέλεσις τοῦ κάθε πράγματος σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Πατρός ἡμῶν τοῦ ἐν τοῖς οὐρανοῖς· ἐκπλήρωσις στήν πρᾶξι ὅλων τῶν παραγγελιῶν τοῦ Χριστοῦ, καί μέ τόν τρόπο τοῦτο ἀνέγερσις τοῦ οἴκου τῆς αἰωνιότητός σου, ὅπως ἕνας σοφός ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κτίζει τό σπίτι του ὄχι στήν ἄμμο, ἀλλά στόν βράχο, ὥστε οὔτε οἱ καταιγίδες, οὔτε οἱ ἄνεμοι, οὔτε οἱ βροχές νά μποροῦν νά τό βλάψουν (βλ. Ματθ., κεφ. ζ´ 24-25).

Οἱ Φαρισσαῖοι, οἱ Γραμματεῖς καί ὑποκριτές, κάνουν καθετί ἀντίθετο ἀπό τούς Λόγους καί τήν σοφία τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ἐλεοῦν, τό κάνουν στά κεντρικά μέρη καί στίς ὁδούς καί δέν τό κάνουν αὐτό γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, οὔτε γιά νά βοηθήσουν τούς πτωχούς, ἀλλά μόνον γιά νά τούς ἰδοῦν οἱ ἄνθρωποι.

Ὅταν προσεύχωνται στόν Θεό, προσεύχονται στούς δρόμους, μόνον γιά νά τούς ἰδοῦν οἱ ἄνθρωποι.

Ὅταν νηστεύουν, κάνουν τά πρόσωπα τους νά φαίνωνται ἄσχημα καί ἀτημέλητα καί χλωμά, ὥστε καί πάλι νά τούς ἰδοῦν οἱ ἄνθρωποι. Ἀλλοίμονον! Κάνουν τά πάντα μόνον γιά νά τούς ἰδοῦν οἱ ἄλλοι, ὅτι εἶναι δῆθεν ἐλεήμονες, προσευχητικοί καί μεγάλοι νηστευτές.

Τά κάνουν ὅλα αὐτά καί τά κάνουν καί σήμερα γιά δύο λόγους: γιά νά λάβουν ἀπό τούς ἀνθρώπους δόξα καί χρήματα. Ὅσο γιά τόν Θεό, δέν τόν ὑπολογίζουν καθόλου, σάν νά μήν ὑπάρχη. Στήν πραγματικότητα, οἱ ὑποκριτές εἶναι ἐντελῶς οἱ πιό ἄθεοι ἄνθρωποι. Ἐξαπατώντας τούς ἀνθρώπους, λαμβάνουν αὐτό πού θέλουν, καί αὐτό εἶναι ἡ τελική πληρωμή τους. Ἀπό τόν Θεό δέν ἔχουν νά περιμένουν τίποτε, ἐπειδή δέν Τόν χρέωσαν μέ καμμιά ἀπό τίς πράξεις τους, ἀλλά ἐπέσυραν μόνον τήν ὀργήν Του.

Γι᾿ αὐτούς εἶπε ὁ Κύριος: «ἐγγίζει μοι ὁ λαός οὗτος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ καί ἐν τοῖς χείλεσιν αὐτῶν τιμῶσί με, ἡ δέ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ᾿ ἐμοῦ» (Ἡσ. κθ´ 13).

Ἐφ᾿ ὅσον δέν τηροῦν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ Πατρός, τηροῦν τό θέλημα τοῦ πατρός τοῦ ψεύδους. Ὁ πατέρας ὅλων τῶν ψευδῶν, ὁ διάβολος, τούς διδάσκει ὅτι εἶναι κανονικό, φυσικό καί λογικό νά κάνουν ἔτσι, καί ὅτι καί ἄλλοι πρίν ἀπό αὐτούς ἔκαναν ὁμοίως καί ἔζησαν θαυμάσια, κερδίζοντας ἀπό τούς ἀνθρώπους δόξα καί πλούτη. Αὐτή εἶναι ἡ καταστροφική ὁδός τοῦ κόσμου, καί ὅμως αὐτοί δέν τήν ἐγκαταλείπουν, χάριν τοῦ κόσμου. Αὐτοί, ἄθλιοι καθώς εἶναι, δέν αἰσθάνονται πόσο πολύ ὁ σατανᾶς τούς ἔχει ἐξαπατήσει μέ τέτοια ψεύδη καί πόσο πολύ ἔχει μολύνει καί ἀποξηράνει τίς καρδιές τους, πού ἀκόμη καί οἱ Ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ γυρίζουν μέ ἀποστροφή τά πρόσωπά τους ἀπό τήν δυσωδία τῶν ψυχῶν τους.

Ὁλόκληρη ἡ ἐξωτερική τους, περιποιημένη ἐμφάνισις, εἶναι μόνον τό χρωματισμένο κέλυφος τοῦ θανάτου, ἕνας ἀσβεστωμένος τάφος. Ὅταν τούς βρῆ αὐτό πού λέμε θάνατος, ἀλλοίμονον! Αὐτό πού θά τούς ἔλθη τότε εἶναι ἡ βεβαίωσις καί ἡ σφραγίδα τῆς ἤδη ἀπό μακροῦ νεκρωμένης τους ψυχῆς.

Ἀλλά σεῖς, μήν εἶσθε ὅπως οἱ ὑποκριτές, διδάσκει ὁ Χριστός τούς ἀνθρώπους. Μήν εἶσθε σάν τούς ὑποκριτές, ὅταν ἀγαθοεργῆτε.«σοῦ δέ ποιοῦντος ἐλεημοσύνην μή γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου» (Ματθ. στ´ 3).

Μήν εἶσθε ὑποκριτές, ὅταν προσεύχεσθε στόν Θεό: «σύ δέ ὅταν προσεύχῃ, εἴσελθε εἰς τό ταμιεῖόν σου, καί κλείσας τήν θύραν σου πρόσευξαι τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ καί ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ» (Ματθ. στ´ 6).

Μήν εἶσθε σάν τούς ὑποκριτές, ὅταν νηστεύετε: «σύ δέ νηστεύων ἄλειψαί σου τήν κεφαλήν καί τό πρόσωπόν σου νίψαι, ὅπως μή φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων, ἀλλά τῷ πατρί σου ἐν τῷ κρυπτῷ, καί ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ» (Ματθ. στ´ 18)· «οὐ γάρ ἐστι κρυπτόν ὅ ἐάν μή φανερωθῇ, οὐδέ ἐγένετο ἀπόκρυφον ἀλλ᾿ ἵνα ἔλθῃ εἰς φανερόν» (Μάρκ. δ´ 22).

Ὁ Θεός θά σοῦ ἀποκαλύψη μεγάλα μυστικά, τότε πού ἐσύ δέν θά τό περιμένης. Οἱ Προφῆτες καί οἱ Δίκαιοι τό ἤξεραν αὐτό, ἀλλά οἱ Γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι δέν τό ἤξεραν, καί οὔτε τό ξέρουν ἀκόμη καί σήμερα.

Οἱ Προφῆτες καί οἱ Δίκαιοι ἐφοβοῦντο τόν Θεό καί ἀγαποῦσαν τόν λαό τους, ἐνῶ οἱ Φαρισαῖοι καί οἱ Γραμματεῖς, οἱ ὑποκριτές, δέν φοβοῦνται τόν Θεό καί μισοῦν τόν λαό τους.

Ὁ Ἰησοῦς εὐσπλαγχνίζετο μέχρι δακρύων τόν λαόν Του (βλ. Ματθ. ιε´ 32.Μάρκ. η´ 2), τόν ὁποῖον οἱ Ἀρχιερεῖς καί οἱ Ἄρχοντες ἐξαπατοῦσαν, ὕβριζαν καί ἐκδικοῦνταν χωρίς ἔλεος. Σέ προηγούμενό Του κήρυγμα, ὁ Χριστός κήρυξε ἀνοικτά πόλεμο κατά τῆς ὑποκρισίας τους.

Καθώς ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἦταν μεταξύ τῶν ἀνθρώπων καί ὁ καιρός περνοῦσε, αὔξανε τόν πόλεμό Του κατά τῆς ὑποκρισίας ἐξευτελίζοντάς την, καί τῆς ὑποκρισίας τῶν θρηκευτικῶν ἀρχηγῶν τοῦ καιροῦ ἐκείνου, ἐξευτελίζοντάς τους ἐνώπιόν τους καί ἐνώπιον ὅλου τοῦ λαοῦ Του.

Ποτέ δέν ἐξευτέλισε ὁποιουσδήποτε ἁμαρτωλούς τόσο πολύ, ὅσο ἐξευτέλισε τούς ὑποκριτές. Τελικά, ὁ ἐξευτελισμός τῆς ὑποκρισίας ἀπό τόν Ἰησοῦ, κοντά στό τέλος πλεόν τῆς ἐπιγείου παραμονῆς Του, μετεβλήθη σέ φοβερή βροντή, ἡ ὁποία κυριολεκτικά ἄστραψε καί βρόντηξε. Δέν πρέπει νά ξαφνιάζη τοῦτο αὐτούς πού γνωρίζουν, ὅτι ὁ Ἰησοῦς δέν ἀπευθύνθηκε μόνον σέ μιά γενιά ἀνθρώπων, αὐτήν τῆς ἐποχῆς Του, ἀλλά πρός ὅλες τίς γενεές ἕως τέλους τοῦ κόσμου.

Καθώς ἐξευτέλιζε τούς Ἰουδαίους ὑποκριτές πρόσωπο πρός πρόσωπο, ἐξευτέλιζε ὅλους τούς ὑποκριτές ὅλων τῶν ἐποχῶν ὅλων τῶν γενεῶν.

Γιατί ἆραγε ὁ Ἰησοῦς κτύπησε τόσο σκληρά καί ἀνελέητα εἰδικά τήν ὑποκρισία; Διότι, ἡ ὑποκρισία εἶναι ἕνα σατανικό ψέμα, ἡ ὑποκρισία εἶναι σατανική ἐξ ἀρχῆς· εἶναι τό ζιζάνιο πού ἔσπειρε ὁ σατανᾶς σέ ὅλες τίς σοδειές τοῦ Θεοῦ στήν γῆ: στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, στό σπίτι του, στόν γάμο του, στήν παρέα των φίλων του, στόν λαό του καί στό ἔθνος, στήν πολιτική καί στό ἐμπόριο, στήν λύπη καί στήν χαρά, παντοῦ, σέ ὅλες τίς ἐποχές καί τούς πολιτισμούς. Κανένας πολιτισμός δέν κατάφερε νά ξερριζώση τό ζιζάνιο τῆς ὑποκρισίας, ἀλλά αὐτό κατώρθωσε νά ἀφανίση πολλούς ἀπό αὐτούς. Ἄν ἕνας πολιτισμός ἔλαμπε μέ ἐξωτερική αἴγλη, ὅπως ὁ Εὐρωπαϊκός καί ὁ Ἰαπωνικός, αὐτό δέν σημαίνει ὅτι εἶχε καταστρέψει τήν ὑποκρισία, παρά ὅτι τήν εἶχε ἀποκρύψει πιό ἐπιδέξια κάτω ἀπό τό κέλυφός του, πού δέν εἶχε γραμμένο πάνω τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπως συμβαίνει μέ τά Πασχαλινά αὐγά στά Βαλκάνια. Μᾶλλον, ἔγραφε στό δικό του κέλυφος: εὐγένεια, τρόποι, σοφιστεία, λόγους δηλαδή πού οἱ δαίμονες δέν φοβοῦνται, καί ἔτσι τό ζιζάνιο τῆς ὑποκρισίας, ἀνεμπόδιστο, βλάστανε ὀργιαστικά.

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ἐνσαρκωμένος Λόγος τοῦ Θεοῦ, διεκήρυξε ἐξ ἀρχῆς δύο πολέμους: κατά τού σατανᾶ καί κατά τῆς ὑποκρισίας. Οἱ ἄνθρωποι Τόν ἀγαποῦσαν καί Τόν τιμοῦσαν μέ τεράστιο θεοφοβούμενο σεβασμό, ὡς Σωτῆρα. «Ἦν γάρ διδάσκων αὐτούς ὡς ἐξουσίαν ἔχων, καί οὐχ ὡς οἱ γραμματεῖς» (Ματθ. ζ´ 29).

Πηγή

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς: Οἱ ἑπτὰ φράσεις τοῦ Χριστοῦ στὸν σταυρό

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς (Ἐπίσκοπος Ἀχρίδος)

Θέλετε νὰ µάθετε τὴ σηµασία ἐκείνων τῶν ἑπτὰ φράσεων τὶς ὁποῖες εἶπε ὁ Κύριος πάνω στὸν σταυρό. Δὲν εἶναι σαφεῖς;

Πρώτη φράση: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς˙ οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λούκ. 23,34). Μὲ αὐτὰ τὰ λόγια ὁ Χριστὸς ἔδειξε τὸ ἔλεός του ἀπέναντι στοὺς ἐκτελεστές Του, τῶν ὁποίων ἡ µοχθηρία δὲν ὑποχώρησε οὔτε ὅταν ὑπέφερε στὸν σταυρό. Τὸ δεύτερο εἶναι ὅτι βροντοφώναξε ἀπὸ τὴν κορυφὴ τοῦ βράχου τοῦ Γολγοθᾶ µία ἀποδεδειγµένη ἀλλά ποτὲ καλὰ συνειδητοποιηµένη ἀλήθεια, δηλαδὴ ὅτι αὐτοὶ ποὺ πράττουν τὸ κακὸ ποτὲ δὲν ξέρουν τί κάνουν. Σκοτώνοντας τὸν Δίκαιο στὴν πραγµατικότητα σκοτώνουν τὸν ἑαυτό τους καὶ ταυτόχρονα δοξάζουν τὸν Δίκαιο. Καταπατώντας τὸν νόµο τοῦ Θεοῦ δὲν βλέπουν τὴ µυλόπετρα, ἡ ὁποία ἀόρατα κατεβαίνει πρὸς αὐτοὺς γιὰ νὰ τοὺς συνθλίψει. Ἐµπαίζοντας τὸν Θεὸ δὲν βλέπουν τὰ πρόσωπά τους νὰ µεταµορφώνονται σὲ θηριώδη ρύγχη. Διαποτισµένοι ἀπὸ τὸ κακὸ ποτὲ δὲν ξέρουν τί κάνουν.

Δεύτερη φράση: «Ἀµὴν λέγω σοι, σήµερον µετ’ ἐµοῦ ἔση ἐν τῷ παραδείσῳ» (Λουκ. 23,43). Αὐτὸς ὁ λόγος ἀπευθύνεται στὸν µετανιωµένο ληστὴ στὸν σταυρό. Πολὺ παρήγορος λόγος γιὰ τοὺς ἁµαρτωλούς, οἱ ὁποῖοι τουλάχιστον τὴν τελευταία στιγµὴ µετανοοῦν. Τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπερίγραπτα µεγάλο. Ὁ Κύριος ἐκπληρώνει τὴν ἀποστολὴ Του ἀκόµα καὶ στὸν σταυρό. Ἕως τὴν τελευταία του πνοὴ ὁ Κύριος σώζει ἐκείνους ποὺ δείχνουν καὶ τὴν παραµικρὴ ἐπιθυµία νὰ σωθοῦν.

Τρίτη φράση: «Γύναι, ἴδε ὁ υἱός σου» (Ἰωαν. 19,26). Ἔτσι εἶπε ὁ Κύριος στὴν Ἁγία Μητέρα Του ποὺ στεκόταν κάτω ἀπὸ τὸν σταυρὸ µὲ τὴν ψυχὴ σταυρωµένη. Καὶ στὸν ἀπόστολο Ἰωάννη λέγει: «Ἰδοὺ ἡ µήτηρ σου» (Ἰωαν. 19,27). Αὐτὸς ὁ λόγος δείχνει τὴ φροντίδα, ποὺ ὁ καθένας χρωστᾶ στοὺς γονεῖς του. Γιὰ δές, Ἐκεῖνος ποὺ ἔδωσε ἐντολὴ στοὺς ἀνθρώπους: «Τίµα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν µητέρα σου» (Ἐξ. 20,12) ἐκπληρώνει τὴν ἐντολὴ Του τὴν ὕστατη στιγµή.

Τέταρτη φράση: «Θεέ µου, Θεέ µου, ἱνατί µὲ ἐγκατέλιπες;» (Ματθ. 27,46). Αὐτὲς οἱ λέξεις δείχνουν, τόσο τὴν ἀδύναµη ἀνθρώπινη φύση, ὅσο καὶ τὴν προορατικότητα τοῦ Κυρίου. Ὁ ἄνθρωπος πάσχει, ἀλλά κάτω ἀπὸ τὸν ἀνθρώπινο πόνο ὑπάρχει ἕνα µυστήριο. Δές, µόνον αὐτὲς οἱ λέξεις µποροῦσαν νὰ διαλύσουν τὴν αἵρεση, ἡ ὁποία ἀργότερα τράνταζε τὴν ἐκκλησία καὶ ἡ ὁποία λανθασµένα κήρυττε ὅτι ἡ Θεία φύση ὑπέφερε στὸν σταυρό. Ὅµως, ἐν τῷ µεταξύ, ὁ αἰώνιος Υἱος τοῦ Θεοῦ γι’ αὐτὸ καὶ ἐνσαρκώθηκε ὡς ἄνθρωπος, γιὰ νὰ εἶναι ὡς ἄνθρωπος στὸ σῶµα καὶ τὴν ψυχή, γιὰ νὰ µπορέσει ὅταν ἔλθει ἡ στιγµὴ νὰ πάσχει γιὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ πεθάνει γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Γιατί ἂν ἡ Θεία φύση τοῦ Χριστοῦ ἔπασχε στὸν σταυρό, θὰ σήµαινε ὅτι ἡ Θεία φύση τοῦ Χριστοῦ θὰ πέθαινε. Καὶ αὐτὸ οὔτε κἄν ἐπιτρέπεται νὰ διανοηθοῦµε. Ἐντρυφῆστε ὅσο πιὸ πολὺ µπορεῖτε σ’ αὐτὲς τὶς µεγάλες καὶ φοβερὲς λέξεις: «Θεέ µου, Θεέ µου, ἱνατί µὲ ἐγκατέλιπες;».

Ἡ πέµπτη φράση: «Διψῶ»
 (Ἰωαν 19,28). Τὸ αἷµα Του ἔρρεε. Γι’ αὐτὸ καὶ διψοῦσε. Ὁ ἥλιος ἦταν κατὰ τὴ δύση του, ἤδη Τοῦ χτυποῦσε τὸ πρόσωπο καὶ µαζὶ µὲ τὰ ἄλλα βασανιστήρια καιγόταν πολύ. Φυσικὸ ἦταν νὰ διψᾶ. Ἀλλά, Κύριε, διψοῦσες ὄντως γιὰ νερὸ ἤ γιὰ ἀγάπη; Μήπως διψοῦσες ὡς ἄνθρωπος ἤ ὡς Θεός, ἤ καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο; Ἰδοὺ ὁ Ρωµαῖος λεγεωνάριος Σοῦ πρόσφερε ἕνα σπόγγο βρεγµένο στὸ ξύδι. Μιά σταγόναἐλέους, τὴν ὁποία δὲν αἰσθάνθηκες ἀπό τούς ἀνθρώπους γιὰ τρεῖς ὁλόκληρες ὧρες κρεµασµένος στὸν σταυρό! Αὐτὸς ὁ Ρωµαῖος στρατιώτης ἁπαλύνει κάπως τὴν ἁµαρτία τοῦ Πιλάτου -τὴν ἁµαρτία τῆς Ρωµαϊκῆςαὐτοκρατορίας- ἀπέναντί Σου, ἔστω καὶ µὲ ξύδι. Γι’ αὐτὸ θὰ ἀφανίσεις τὴ Ρωµαϊκὴ αὐτοκρατορία, ἀλλά στὴ θέση της θὰ οἰκοδοµήσεις νέα.

Ἡ ἕκτη φράση: «Πάτερ, εἰς χεῖρας σου παρατίθεµαι τὸ πνεῦµά µου» 
(Λουκ. 23,46). Πού σηµαίνει ὅτι ὁ Υἱός παραδίδει τὸ πνεῦµα Του στὰ χέρια τοῦ Πατρός Του. Γιὰ νὰ γίνει γνωστό, ὅτι ἀπὸ τὸν Πατέρα ἦρθε καὶὄχι αὐτεξουσίως, ὅπως Τὸν κατηγοροῦσαν οἱ Ἑβραῖοι. Ἀλλά ἀκόµα οἱ λέξεις αὐτὲς ἐλέχθησαν γιὰ νὰ τὶς ἀκούσουν οἱ βουδιστές, οἱ πυθαγόρειοι, οἱ ἀποκρυφιστές, καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ φιλόσοφοι, οἱ ὁποῖοι φλυαροῦσαν περὶµετοίκισης τῆς ψυχῆς τῶν νεκρῶν ἀνθρώπων σὲ ἄλλους ἀνθρώπους, ἤ ζῶα, ἤ φυτά, ἤ ἀστέρια, ἤ µεταλλικὰ στοιχεῖα. Πετάξετε ὅλες αὐτὲς τὶς φαντασίες καὶ δεῖτε ποῦ κατευθύνεται τὸ πνεῦµα τοῦ νεκροῦ Δικαίου: «Πάτερ, εἰς χεῖράς σου παρατίθεµαι τὸ πνεῦµά µου»!

Ἡ ἕβδοµη φράση: «Τετέλεσται» (Ἰωαν.19,30). Αὐτὸ δὲν σηµαίνει ὅτι τελειώνει ἡ ζωή. Ὄχι! Ἀλλά ὅτι τελειώνει ἡ ἀποστολὴ ἡ ἐπικεντρωµένη στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Τελείωσε, καὶ ἐπισφραγίσθηκε µὲ τὸ αἷµα καὶ τὸν ἐπίγειο θάνατο, τὸ θεῖο ἔργο τοῦ µοναδικοῦ ἀληθινοῦ Μεσσία τῶν ἀνθρώπων. Τελείωσαν τὰ βασανιστήρια, ἀλλά ἡ ζωὴ µόλις ἀρχίζει. Τελείωσε ἡ τραγωδία ἀλλά ὄχι καὶ τὸ δράµα. Στὴ σειρὰ ἕπεται, τὸµεγαλειῶδες ἀξίωµα: νίκη πάνω στὸν θάνατο, ἀνάσταση, δόξα.

[Από το βιβλίο «Δρόµος δίχως Θεὸ δὲν ἀντέχεται», ἐκδ. Ἐν πλῷ]

Πηγή

Ἁγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς: Κυριακή τῶν Βαΐων «Οἱ λίθοι κεκράξονται»

Ἁγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Ὅταν ὁ Χριστός ἐπῆγε γιά τελευταία φορά στά Ἱεροσόλυμα, ὁ λαός βγῆκε σέ προϋπάντησή του. Ἀναρίθμητα μάτια Τόν κοίταζαν. Καί ἀμέτρητα στόματα ἐφώναζαν μέ ἐνθουσιασμό: Ὡσαννά Υἱέ Δαβίδ! Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος… Ὁ Βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ!

Μά αὐτό ἔκαμε τούς Φαρισαίους καί πρασίνισαν ἀπό τό κακό τους! Καί εἶπαν στό λαό, νά μήν κραυγάζει! Ἀπάντησε ἤρεμα ὁ Χριστός: «Ἄν αὐτοί σιωπήσωσιν, οἱ λίθοι κεκράξονται». Καί τώρα, εἴκοσι αἰῶνες μετά, μέ ἐρωτᾶς: Πῶς εἶναι δυνατόν νά φωνάξουν οἱ πέτρες; Σοῦ ἀπαντῶ: Μέ πολλούς τρόπους.

Πρῶτος τρόπος: Πέντε μέρες μετά τήν εἴσοδό Του στά Ἱεροσόλυμα, οἱ Ἑβραῖοι σιώπασαν, καί οἱ πέτρες φώναξαν: Ὁ Χριστός εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ! Ὅταν αὐτός τή Μεγάλη Πέμπτη ἦταν ἐπάνω στό Σταυρό «ἡ γῆ ἐσχίσθη καί αἱ πέτραι ἐσχίσθησαν». Αὐτό τό σχίσιμο εἶναι ἡ φωνή τῶν λίθων! Μπορεῖ νά ὑπάρξει γλῶσσα πιό δυνατή καί πιό φοβερή ἀπ᾿ αὐτήν;

Δεύτερος τρόπος: Ὅταν οἱ Ἑβραῖοι σιώπαιναν, οἱ εἰδωλολάτρες φώναζαν “Ὡσαννά”! Οἱ Ἑβραῖοι ἔβλεπαν τούς εἰδωλολάτρες σάν νεκρές πέτρες! Ὅταν λοιπόν οἱ Ἑβραῖοι σιώπαιναν γιά τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ, οἱ Ἀπόστολοι τούς ἐκήρυξαν καί τούς ἐβάπτισαν. Καί αὐτοί ἀπό τότε ἔγιναν λίθοι ζῶντες, ζωντανές πέτρες! Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος λέγει: «καί αὐτοί ὡς λίθοι ζῶντες οἰκοδομεῖσθε οἶκος πνευματικός» (Α´ Πέτρ. 2, 5)! Καί νά τώρα, ζωντανές πέτρες, τά εἰδωλολατρικά ἔθνη, δοξάζουν τόν Κύριο. Ἐνῶ ἀντίθετα οἱ Ἑβραῖοι πετρωμένοι σιωποῦν.

Τρίτος τρόπος: Οἱ Ἑβραῖοι σιώπαιναν, μά ἐφώναζαν οἱ λίθοι τοῦ ναοῦ τοῦ Σολομῶντος. Ἀκόμη καί σήμερα μᾶς φωνάζουν: Δέν θά μείνει “λίθος ἐπί λίθον”! Τό καύχημα καί ἡ δόξα τῶν Ἑβραίων, ὁ ναός τοῦ Σολομῶντος, σήμερα δέν ὑπάρχει. Μόνο ἕνας τοῖχος ἔχει ἀπομείνει. Γιά νά πηγαίνουν ἐκεῖ οἱ υἱοί καί οἱ θυγατέρες τῶν Ἑβραίων, νά χτυποῦν τά κεφάλια τους! Καί ὀνομάζεται μέχρι σήμερα “τό τεῖχος τῶν δακρύων”! Ἀπόμειναν οἱ πέτρες αὐτές, γιά νά φωνάζουν!

Τέταρτος τρόπος: Οἱ Ἑβραῖοι πρό πολλοῦ σιωπαίνουν γιά τό Χριστό. Οὔτε χαίρονται. Οὔτε ἑορτάζουν. Οὔτε φωνάζουν Ὡσαννά! Γι᾿ αὐτό καί ὁ Θεός ἐπέτρεψε νά καταστραφῆ ὁ μοναδικός ναός τους καί νά σταματήσουν οἱ θυσίες! Ἀλλά 100.000 ναοί πέτρινοι χτίσθηκαν ἀπό τότε! Καί δοξολογοῦν ἀνά τήν οἰκουμένη τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Νά λοιπόν, οἱ λίθινοι ναοί κραυγάζουν! Καί οἱ Ἑβραῖοι σιωποῦν.

Πέμπτος τρόπος: Μέχρι τώρα βέβαια δέν φώναξαν οἱ πέτρες! Μά θά φωνάξουν κι᾿ αὐτές, πρίν νά ἔλθει τό τέλος τοῦ κόσμου! Πρίν ἀπό τή δευτέρα παρουσία τοῦ Κυρίου! Καί τί εἶπε γιά τή συντέλεια; Ὁ ἥλιος σκοτισθήσεται καί ἡ σελήνη καί τά ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ πεσοῦνται! Ὅλα αὐτά δέν εἶναι ἀπό πέτρα; Ναί. Μά μέ τή γλῶσσα τους, μέ τόν τρόπο τους, θά φωνάξουν!

Ὅταν θά ἔλθουν οἱ ψευδοπροφῆτες καί οἱ ψευδόχριστοι, καί ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν θά “ψυγῆ”, καί ἡ ἀνομία θά πληθυνθῆ, καί μαζί μέ τούς Ἑβραίους θά σιωποῦν ἀκόμη καί οἱ χριστιανοί, τότε θά ἀρχίσουν νά φωνάζουν τά οὐράνια σώματα. Θά φωνάζουν μέ τό δικό τους τρόπο. Μέ τή δική τους γλῶσσα. Καί θά ἀναγγέλλουν τόν ἐρχομό τῆς δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ.

Πηγή