Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος – λόγος 79ος, απόσπασμα

Του Αγίου Συμεών Του Νέου Θεολόγου, Λόγος 79ος, Απόσπασμα.

“…Αλλά και με όλον όπου δέν ιξεύρομεν το Μυστήριον της ενσάρκου οικονομίας του Χριστού, ουδέ γνωρίζομεν κατα ακρίβειαν τα μυστήρια των χριστιανών, επιχειριζόμεθα χωρίς εντροπήν να διδάσκωμεν άλλους περί του φωτός της γνώσεως. Η γνώσις δέν είναι το φώς, αλλά το φώς είναι η γνώσις, επειδή και εν αυτώ τω φωτί και δι’αυτού και εξ αυτού έγιναν τα πάντα. Του οποίου φωτός την θεωρίαν αρνούμενοι ημείς φανερώνομεν τον εαυτόν μας πώς ούτε εγεννηθήκαμεν ακόμι, ούτε ευγήκαμεν εις το άνωθεν φώς αμή όντες ακόμι έμβρυα μέσα εις την κοιλίαν, ή να ειπώ αληθέστερα νεκροτόκια αποβάλματα, αναβαίνομεν εις ιερατικά αξιώματα χωρίς εντροπήν, και το πλέον χειρότερον οι περισσότεροι με μεγάλην αθεοφοβίαν αγοράζομεν την ιερωσύνην με άσπρα, και ζητούμεν να προεστεύωμεν εις το βασιλικόν ποίμνιον, ημείς όπου δέν εγενήκαμεν ακόμι ουδέ αρνία και αυτά τα κάμνομεν όχι δια άλλο τί, πάρεξ δια να κάμνωμεν τα θελήματα μας. Έτζι ήσαν, αδελφοί, εξ αρχής οι Απόστολοι; Έτζι ήσαν οι διάδοχοι των Αποστόλων; Έτζι ήσαν οι θεοφόροι Πατέρες ημών, και διδάσκαλοι; Αλλοίμονον δια την φοβεράν τόλμην τούτων, ότι εκείνοι όπου αποβλέπουν μόνον εις τα άσπρα, δέν γίνονται μονάχα προδόται, και ιερόσυλοι εις τα εκκλησιαστικά πράγματα αμή κατατολμούσιν να εγγίξουν και αυτόν τον Θείον πλούτον ήγουν να πωλήσουν, και να αγοράσουν και αυτήν την χάριν του Αγίου Πνεύματος. Όθεν ουδέ αισχύνονται να λέγουν, εδικόν μας είναι το δεσμείν και λύειν, και το ελάβαμεν εις ταύτην την ζωήν άνωθεν απο τον Θεόν, ώ της αναισχυντίας δια να μή λέγω της εσχάτης παραφροσύνης.

Ειπέ μου, σε παρακαλώ εσύ όπου λέγεις αυτά, δια ποίας σου αρετάς έλαβες αυτήν την εξουσίαν άνωθεν; Διατί άφησες όλα τα πάντα, και ακολούθησες τον Χριστόν; Διατί εκαταφρόνησες την δόξαν του κόσμου; Διατί έγινες ταπεινός τω Πνεύματι; Διατί επώλησες όλα σου τα υπάρχοντα , και τα εμοίρασες εις τους πτωχούς; Διατί απώλεσας την ψυχήν σου, ήγουν διατί ενέκρωσες αυτήν εις τον κόσμον, και δέν την ηύρες εις κανένα θέλημα της σαρκός; Αλλά των ιερέων (λέγουν) είναι εξουσία αυτή, το ιξεύρω και εγώ, πώς είναι των ιερέων,όμως δέν είναι απλώς όλων των ιερέων, αμή εκείνων όπου ιερουργούν το Ευαγγέλιον με Πνεύμα ταπεινώσεως, και πολιτεύονται μέ ακατηγόρητον καί ενάρετον πολιτείαν. Εκείνων όπου επαράστησαν προτήτερα τον εαυτό τους εις τον Κύριον, και έδειξαν πνευματικώς μέσα εις τον ναόν του σώματος τους την καθαράν τους λατρείαν, θυσίαν τελείαν, Αγίαν και ενάρετον εις τον Κύριον και εδέχθησαν εις το άνωθεν θυσιαστήριον, και επροσφέρθηκαν απο τον μεγάλον Αρχιερέα Χριστόν προσφορά τελεία εις τον Θεόν, και Πατέρα, και εμεταβάλθησαν, και ηλλοιώθησαν με την δύναμιν του Παναγίου Πνεύματος και εμεταμορφώθησαν εις τον Χριστόν τον αποθανόντα δι ημάς, και αναστάντα εν δόξη θεότητος. Εκείνων λέγω των ιερέων όπου μετανοούν, και πενθούν νύκτα, και ημέραν με τελείαν ταπείνωσιν, και παρακαλούν τον Θεόν μετά δακρύων, όχι μόνον δια τον εαυτό τους, αλλά και δια τους αδελφούς όπου έχουν εις την επίσκεψιν τους, και δια όλας τας Αγίας εκλησίας του Θεού όπου είναι εις τον κόσμον, και εκείνων όπου κλαίουν πολλά έμπροσθεν του Θεού, δια τα ξένα αμαρτήματα. Εκείνων όπου δέν μεταχειρίζονται τίποτε περισσότερον απο την αναγκαίαν τους τροφήν, και δέν επιτηδεύονται κανένα πράγμα δια θεραπείαν, η απόλαυσιν του σώματος, αλλά περιπατούν, καθώς είναι γεγραμμένον, εν Πνεύματι, και δέν κάμνουν καμμίαν επιθυμίαν σαρκός. Και πρός τούτοις ακόμι και εκείνων όπου δέν προτιμούν δια το δίκαιον, και δια την εντολήν του Θεού, μήτε πτωχόν, μήτε πλούσιον, μήτε άρχοντα, μήτε αρχόμενον, μήτε αυτόν τον ίδιον βασιλέα και δέν παραβλέπουν ουδέ παραβαίνουν την εντολήν του Θεού δια πρόφασιν ελεημοσύνης, ή δια δόσιν χαρισμάτων ή δια φόβον, ή αγάπην , ή διά άλλο  κανένα πράγμα ορατόν ή αόρατον. Των τοιούτων είναι το δεσμείν, και λύειν και ιερουργείν και διδάσκειν, και όχι εκείνων όπου λαμβάνουν μόνον απο τους ανθρώπους την ψήφον, και την χειροτονίαν «Ού γάρ αφ’εαυτού (λέγει) τις την τιμήν λαμβάνει αλλ’απο Κυρίου καλούμενος». Δέν είπεν εκείνος όπου λαμβάνει την ψήφον και χειροτονίαν απο ανθρώπους, αλλά εκείνος όπου επροωρίσθη, και επροχειρίσθη εις τούτο απο τον Θεόν, οτι εκείνοι όπου γίνονται απο ανθρώπους, και δια μεσιτείας ανθρώπων, είναι κλέπται, και λησταί, καθώς είπεν ο Κύριος. «Εγώ ειμί η Θύρα, πάντες όσοι ήλθον και έρχονται, ου δι εμού, αλλά αναβαίνουν αλλαχόθεν, κλέπται εισι και λησταί»  

Δ. Μή πλανάσθε λοιπόν αδελφοί μου, εκείνος όπου ευρίσκεται εις σκότος, είναι έξω απο την θύραν και εκείνος όπου φαίνεται πώς εμβήκεν, όμως δέν εμβήκε δια του φωτός, έξω είναι και αυτός απο την μάνδραν. Ότι ανίσως ο Χριστός είναι η θύρα, και το φώς του κόσμου, εξάπαντος η θύρα είναι φωτοειδής, και όχι απλώς θύρα μοναχά και εκείνος όπου εμβήκεν εις αυτήν ήλθε μέσα εις το φώς του κόσμου. Φώς δέ του κόσμου είναι ο Χριστός, όχι πώς βλέπεται αισθητώς, αλλ’ότι θεωρείται νοερώς. Διότι ο αισθητός ούτος ήλιος φωτίζει τα σωματικά μάτια, όχι μόνον των ανθρώπων, αλλά και των αλόγων ζώων. Αμή ο Χριστός ο νοητός ήλιος όπου επεφάνη εις τον κόσμον φωτίζει μονάχα τας λογικάς ψυχάς, και ούδε αυτάς όλας ακρίτως και αναξίως ότι δέν είναι άψυχος, ή να ειπώ καλλίτερα άζωος, καθώς δέν είναι ουδέ κτίσμα, ή δούλος, διωρισμένος εις υπηρεσίαν άλλων, καθώς είναι ούτος ο αισθητός ήλιος όπου ανατέλλει επι δικαίους, και αδίκους πονηρούς τε,και αγαθούς.

Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, το καύχημα της μυστικής θεολογίας

Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος (12 Οκτωβρίου)

Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, το καύχημα της μυστικής θεολογίαςΟ άγιος Συμεών, το μέγα καύχημα της μυστικής θεολογίας, γεννήθηκε στη Γαλάτεια της Παφλαγονίας το έτος 957 από γονείς ευγενείς  και διακεκριμένους στην επαρχία τους που φρόντισαν για την μόρφωσή του. Σε ηλικία 11 ετών τον στέλλουν στην Κωνσταντινούπολη σε συγγενικά τους πρόσωπα,  και από αυτή την ηλικία δέχεται τα πρώτα μαθήματα και σύντομα επιδίδεται στην ταχυγραφία και καλλιγραφία. Για να μη δυσαρεστήσει τον θείο του δέχεται αξίωμα στα ανάκτορα, αν και δεν τον συγκίνησαν ποτέ οι κοσμικές θέσεις, γι’ αυτό και εγκατέλειψε τη θέση μετά τη γνωριμία του με τον πνευματικό του, άγιο Συμεών τον Ευλαβή τον Στουδίτη. Σε ηλικία 14 ετών πηγαίνει στην περίφημη Μονή του Στουδίου επιθυμώντας να μείνει κοντά στον πνευματικό του πατέρα ο οποίος δεν συμφωνεί λόγω της ηλικίας του να μείνει στο μοναστήρι.

Όταν ο Συμεών βρισκόταν στην ηλικία των 20 ετών, δέχθηκε μια ιδιαίτερη ευλογία από τον Θεό. Μια νύχτα, και κατά την ώρα που με δάκρυα προσευχόταν, γέμισε το δωμάτιό του με άπλετο φως. Ο ίδιος κατελήφθη από έκσταση και ο νους του ανυψώθηκε στα ουράνια. Εκεί είδε να στέκεται μέσα στο φως ο πνευματικός του πατέρας Συμεών ο Ευλαβής. Η χαρά και η έκπληξη για τη θεία οπτασία πλημμυρίζουν την καρδιά του νεαρού Συμεών.

Σε ηλικία 26 χρόνων ο πνευματικός του τού  ανακοίνωσε ότι μπορεί να γίνει μοναχός. Αναχωρεί κατόπιν για την πατρίδα του τη Γαλάτη, όπου και ανακοινώνει τα σχέδιά του στους γονείς του, οι οποίοι αντιδρούν και προσπαθούν να τον αποτρέψουν αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Επιστρέφοντας στην Κωνσταντινούπολη γίνεται μοναχός στη Μονή Στουδίου με το όνομα Συμεών.

Η απόλυτη υπακοή του στον πνευματικό του πατέρα, μαζί με το γεγονός ότι έχει εμφανή πνευματική πρόοδο, ξεσήκωσε τον φθόνο των υπόλοιπων μοναχών. Η διαβολή που του έγινε ανάγκασε τον ηγούμενο να τον διώξει από τη μονή. Ο γέροντάς του τότε τον οδήγησε, δόκιμο ακόμη, στην πλησιόχωρη Μονή του αγίου Μάμαντος του Ξηροκέρκου, όπου ηγούμενος ήταν ο ενάρετος Αντώνιος. Εκεί ο γέροντάς του Συμεών ο Ευλαβής τον έκειρε πλέον μοναχό σε ηλικία 29 ετών. Δεν πέρασαν παρά δύο χρόνια από τότε, και το έτος 988 απεβίωσε ο ενάρετος ηγούμενος της Μονής του αγίου Μάμαντος Αντώνιος. Όλοι οι μοναχοί τότε με τη σύμφωνη γνώμη του Πατριάρχη Νικολάου Β΄ του Χρυσοβέργη εκλέγουν ηγούμενο τον Συμεών. Κατόπιν αυτών χειροτονείται πρεσβύτερος και τοποθετείται ηγούμενος της Μονής.

Ως ηγούμενος της Μονής του αγίου Μάμαντος ο Συμεών ο Νέος είχε να αντιμετωπίσει τα οικοδομικά της Μονής, η οποία βρισκόταν σε ημιερειπωμένη κατάσταση και την πνευματική καλλιέργεια και συγκρότηση των μοναχών οι οποίοι ήσαν αμύητοι σε θέματα νηπτικής θεολογίας και θεωρίας του θείου φωτός. Έφθασαν μάλιστα στο σημείο τριάντα περίπου μοναχοί κατά τη διάρκεια κατηχήσεως – ομιλίας του Συμεών εντός του ιερού ναού να ορμήσουν κυριολεκτικά εναντίον του με φωνές και απειλητικές διαθέσεις.

Μετά από αυτό το περιστατικό ο Συμεών παραμένει στη θέση του ηγουμένου για 25 ολόκληρα χρόνια, και το 1013 παραδίδει την ηγουμενία στον μαθητή του Αρσένιο, ενώ ο ίδιος αποσύρεται σε κοντινό ησυχαστήριο. Βρίσκεται ήδη στην ηλικία των 57 ετών, και μέσα στην ησυχία επιδίδεται πλέον στο συγγραφικό του έργο.

Η τιμή προς τον πνευματικό του πατέρα Συμεών, του οποίου την αγιότητα αποδεχόταν και ήθελε να εορτάζει τη μνήμη του βρήκε αντίθετο τον Μητροπολίτη Νικομηδείας Στέφανο, ο οποίος έπεσε τον Πατριάρχη αφενός να του απαγορεύσει κάθε απόδοση τιμής στον Συμεών τον Ευλαβή και αφετέρου να τον εξορίσει στην περιοχή της Χρυσουπόλεως.  Ο άγιος Συμεών εγκαθίσταται σε ένα ερημοκκλήσι της Αγίας Μαρίνας. Ο Πατριάρχης αργότερα τον αθωώνει και τον απαλλάσσει από την εξορία επιτρέποντάς του να εορτάζει ιδιωτικά μόνο τη μνήμη του πνευματικού του. Ο Συμεών προτιμά την ερημία της αγίας Μαρίνας, προς τιμήν της οποίας ανήγειρε και νέο ναό, και σχηματίζει γύρω απ’ αυτόν μικρό ποίμνιο. Παραμένει εκεί έως το 1037, όταν τον βρίσκει ο θάνατος σε ηλικία 79–80 ετών.

Προέβλεψε την ημέρα του θανάτου του, γι’ αυτό και ετοιμάστηκε κατάλληλα. Έβαλε τους μαθητές του, αφού κοινώνησε των αχράντων Μυστηρίων – όπως έκανε κάθε μέρα – να ψάλλουν τη νεκρώσιμη ακολουθία, και εκείνος, μόλις τελείωσε την προσευχή του, σταύρωσε τα χέρια, τακτοποίησε το σώμα του με ηρεμία και είπε: «Εις χείρας σου, Χριστέ Βασιλεύ, το πνεύμα μου παρατίθημι».

Την προσωνυμία «Νέος Θεολόγος» την απέκτησε τόσο με τη ζωή του όσο και με τα έργα του στη μυστική αίσθηση της θείας αγάπης και του φωτός. Σημαντικότερα έργα του είναι οι «Κατηχήσεις», οι «Ύμνοι Θείων Ερώτων» και τα «Πρακτικά και Θεολογικά Κεφάλαια». Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέει ότι «αν κάποιος τα συγγράμματά του τα ονομάσει συγγράμματα ζωής, δεν θα υπερβάλλει». «Ο άγιος Συμεών είναι όντως ο άνθρωπος του Αγίου Πνεύματος, μύστης και θεολόγος του μεγάλου της ευσεβείας μυστηρίου, του Θεανθρώπου Χριστού. Είναι ίσως ο πιο Χριστοκεντρικός από όλους τους Πατέρες, γιατί είναι πράγματι ο γνήσιος πατήρ της οικουμενικής Ορθοδοξίας» όπως αναφέρει ο επίσκοπος Αθανάσιος Γιέφτιτς.

Η μνήμη του εορτάζεται στις 12 Μαρτίου, ημέρα της κοιμήσεώς του, επειδή όμως συμπίπτει με τη νηστεία τη Μεγάλης Τεσσαρακοστής, μετατίθεται στις 12 Οκτωβρίου.

Αλέξανδρος Χριστοδούλου, Θεολόγος

Πηγή

Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος: Οι Άγιοι γεννούν Τον Χριστό

Ὅτι καὶ πάντες οἱ Ἅγιοι τὸν Λόγον τοῦ Θεοῦ ἐν ἑαυτοῖς συλλαμβάνουσι
τῇ Θεοτόκῳ παραπλησίως καὶ γεννῶσιν αὐτὸν
καὶ γεννᾶται ἐν αὐτοῖς καὶ γεννῶνται ὑπ᾿ αὐτοῦ
καὶ πῶς υἱοὶ καὶ ἀδελφοὶ καὶ μητέρες αὐτοῦ χρηματίζουσιν.

[Κείμενο στην νεοελληνική απόδοση]

Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ καί Θεός εἰσελθών ἐν τῇ γαστρί τῆς παναγίας Παρθένου καί σάρκα ἀναλαβόμενος ἐξ αὐτῆς καί γενόμενος ἄνθρωπος ἐτέχθη, ὡς εἴπομεν, ἄνθρωπος τέλειος καί Θεός τέλειος, ὁ αὐτός ἀσυγχύτως τά ἀμφότερα ὤν. Πρόσεχε οὖν· τί τό γεγονός μεῖζον εἰς ἡμᾶς; Ἕκαστος ἡμῶν τῶν ἀνθρώπων πιστεύομεν εἰς αὐτόν τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ καί Υἱόν τῆς ἀειπαρθένου καί θεοτόκου Μαρίας καί πιστεύοντες δεχόμεθα τόν περί αὐτοῦ λόγον πιστῶς ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, ὅν καί ὁμολογοῦντες τῷ στόματι καί ὑπέρ τῶν προτέρων ἡμῶν ἀνομημάτων μετανοοῦντες ἀπό ψυχῆς, εὐθύς, ὥσπερ ἐν τῇ γαστρί τῆς Παρθένου εἰσῆλθεν ὁ Θεός Λόγος τοῦ Πατρός, οὕτως καί ἐν ἡμῖν αὐτοῖς ὁ λόγος ὅν δεχόμεθα, διδασκόμενοι τήν εὐσέβειαν, ὥσπερ σπόρος εὑρίσκεται. Ἔκστηθι τό φρικτόν ἀκούων τοῦ μυστηρίου καί τόν λόγον πιστόν ὄντα μετά πάσης ὑπόδεξαι πληροφορίας καί πίστεως.
. Συλλαμβάνομεν οὖν αὐτόν οὐχί σωματικῶς, ὡς ἡ Παρθένος καί Θεοτόκος τοῦτον συνέλαβεν, ἀλλά πνευματικῶς μέν, οὐσιωδῶς δέ· καί ἔχομεν αὐτόν ἐκεῖνον ὅν καί ἡ ἁγνή Παρθένος συνέλαβεν, ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, καθώς ὁ θεῖος Παῦλός φησιν· “Ὁ Θεός ὁ εἰπών ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὅς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρός φωτισμόν τῆς γνώσεως τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ”, οἷον εἰπεῖν ἀντί τοῦ “αὐτός ὅλος οὐσιωδῶς γέγονε ἐν ἡμῖν”. Ὅτι δέ οὕτως ἔχει τό λεγόμενον διανοίας, διά τῶν ἑξῆς ἐδήλωσεν οὕτως εἰπών· “Ἔχομεν δέ τόν θησαυρόν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσι”, θησαυρόν τό Ἅγιον Πνεῦμα καλῶν. Ἑτέρωθι δέ καί τόν Κύριον εἶναι πνεῦμα καλεῖ· “Τό γάρ πνεῦμα, φησίν, ὁ Κύριός ἐστιν”. Ταῦτα δέ λέγει ἵνα, κἄν Υἱόν ἀκούῃς Θεοῦ, καί τό Πνεῦμα νοῇς καί συνακούῃς αὐτῷ· κἄν Πνεῦμα πάλιν, καί τόν Πατέρα τούτῳ συνεννοῇς, ἐπειδή καί περί αὐτοῦ “πνεῦμα” φησίν “ὁ Θεός”, πανταχοῦ διδάσκων σε τό ἀχώριστον καί ὁμοούσιον τῆς Ἁγίας Τριάδος καί ὅτι, ὅπου ὁ Υἱός ἐκεῖ καί ὁ Πατήρ, καί ὅπου ὁ Πατήρ ἐκεῖ καί τό Πνεῦμα, καί ὅπου τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἐκεῖ τό πᾶν τῆς τρισυποστάτου θεότητος, ὁ εἷς Θεός καί Πατήρ σύν Υἱῷ καί Πνεύματι τοῖς ὁμοουσίοις, “ὁ ὤν εὐλογητός εἰς τούς αἰῶνας, ἀμήν.

. Τοιγαροῦν καί ὁλοψύχως πιστεύοντες καί μετανοοῦντες θερμῶς, συλλαμβάνομεν, ὡς εἴρηται, τόν Λόγον τοῦ Θεοῦ ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, ὡς ἡ Παρθένος, παρθένους δηλαδή καί ἁγνάς ἐπιφερόμενοι τάς ἰδίας ψυχάς· καί καθάπερ ἐκείνην ὑπεράμωμον οὖσαν τό πῦρ οὐ κατάφλεξε τῆς θεότητος, οὕτως οὐδέ ἡμᾶς ἁγνάς καί καθαράς ἐπιφερομένους τάς καρδίας καταφλέγει, ἀλλά δρόσος ἡ ἐξ οὐρανοῦ καί πηγή ὕδατος καί ἀθανάτου ζωῆς ῥεῖθρον ἐν ἡμῖν γίνεται. Ὅτι δέ καί ἡμεῖς τό ἄστεκτον πῦρ τῆς θεότητος ὡσαύτως δεχόμεθα, ἄκουσον τοῦ Κυρίου λέγοντος· “Πῦρ ἦλθον βαλεῖν ἐπί τῆς γῆς”. Ποῖον ἄλλο, εἰ μή τό ὁμοούσιον αὐτοῦ τῆς θεότητος Πνεῦμα, μεθ᾿ οὖ συνεισέρχεται καί συνθεωρεῖται σύν τῷ Πατρί καί αὐτός καί ἔνδον ἡμῶν γίνεται; Ἐπεί δέ ἅπαξ ἐσαρκώθη ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἐκ τῆς Παρθένου καί σωματικῶς ἐξ αὐτῆς ἐγεννήθη ἀφράστως καί ὑπέρ λόγον, πάλιν δέ σαρκοῦσθαι ἤ σωματικῶς τίκτεσθαι αὐτόν οὐκ ἐνδέχεται ἐξ ἑνός ἑκάστου ἡμῶν, τί ποιεῖ; Ἐκείνην αὐτοῦ τήν ἄχραντον σάρκα, ἥν προσελάβετο ἐξ ἁγνῶν λαγόνων τῆς παναχράντου Μαρίας καί Θεοτόκου, μεθ᾿ ἧς καί ἐτέχθη σωματικῶς, ἐξ αὐτῆς μεταδίδωσιν ἡμῖν εἰς βρῶσιν· καί τρώγοντες αὐτήν, ὅλον τόν σαρκωθέντα Θεόν καί Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν τόν Χριστόν, τόν Υἱόν αὐτόν τοῦ Θεοῦ καί Υἱόν τῆς παρθένου καί παναμώμου Μαρίας, τόν ἐν δεξιᾷ καθήμενον τοῦ Θεοῦ καί Πατρός, ἕκαστος ἡμῶν τῶν πιστῶν τῶν ἀξίως ταύτην ἐσθιόντων τήν σάρκα αὐτοῦ, ἐν ἡμῖν ἔχομεν, κατά τό ὑπ᾿ αὐτοῦ εἰρημένον· “Ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα ἐν ἐμοί μένει κἀγώ ἐν αὐτῷ”, μηδέποτε ἐξ ἡμῶν προερχόμενον ἤ σωματικῶς γεννώμενον καί χωριζόμενον ἀφ᾿ ἡμῶν. Οὐκέτι γάρ κατά σάρκα γινώσκεται ὤν ἐν ἡμῖν ὥσπερ βρέφος, ἀλλά ἀσωμάτως ἐστίν ἐν σώματι, συνανακιρνάμενος ἡμῶν ταῖς οὐσίαις καί φύσεσιν ἀρρήτως καί θεοποιῶν ἡμᾶς ὡς συσσώμους αὐτοῦ καί σάρκα ὄντας ἐκ τῆς σαρκός αὐτοῦ καί ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων αὐτοῦ. Τοῦτο τό μεῖζον ἐν ἡμῖν τῆς ἀφράστου οἰκονομίας αὐτοῦ καί ὑπέρ λόγον συγκαταβάσεως, τοῦτο τό φρίκης ἁπάσης γέμον μυστήριον, ὅ καί ἀνένευον γράψαι καί πρός τήν ἐγχείρησιν ἔτρεμον.
. Ἀλλ᾿ ἐπεί βούλεται ἀεί ὁ Θεός τήν πρός ἡμᾶς ἀγάπην αὐτοῦ ἐκκαλύπτεσθαι καί φανεροῦσθαι ἡμῖν, ἵνα καί ἡμεῖς ποτε τήν πολλήν αὐτοῦ ἀγαθότητα ἐννοήσαντες καί αἰδεσθέντες ἀγαπῆσαι προθυμηθῶμεν αὐτόν, ὑπό τοῦ ἄνωθεν κινοῦντος καί φωτίζοντος τάς καρδίας ἡμῶν κινηθείς Πνεύματος διά γραφῆς ὑμῖν δῆλα ταῦτα πεποίηκα τά μυστήρια, οὐχ ἵνα τῆς τόν Κύριον τεκούσης κατά τόν τρόπον τῆς ἀπορρήτου γεννήσεως αὐτῆς ἴσον τινά τῶν ἀνθρώπων ἀποδείξω – μή γένοιτο! – οὐδέ γάρ ἐνδέχεται τοῦτο. Ἄλλη γάρ ἡ ἔνσαρκος τοῦ Θεοῦ Λόγου ἄφραστος γέννησις ἐξ αὐτῆς, καί ἄλλη ἡ πνευματικῶς παρ᾿ ἡμῶν γινομένη· ἐκείνη μέν γάρ, σαρκωθέντα τόν Υἰόν καί Λόγον τοῦ Θεοῦ τέξασα, τό μυστήριον τῆς ἀναπλάσεως τοῦ γένους ἡμῶν καί τήν σωτηρίαν τοῦ κόσμου παντός ἐπί τῆς γῆς τέτοκεν, ἥτις ἐστίν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός καί Θεός, ὁ τά διεστῶτα ἑνώσας πρός ἑαυτόν καί τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου ἀράμενος· αὕτη δέ, ἐν θείῳ Πνεύματι τόν Λόγον τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ τίκτουσα, ἀεί ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν τό μυστήριον τῆς ἀνακαινίσεως τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν καί τήν κοινωνίαν μετά τοῦ Θεοῦ Λόγου καί ἕνωσιν ἀπεργάζεται, ἥν καί τό θεῖον οὕτω λέγον ὑπαινίττεται λόγιον· “Δι᾿ οὗ ἐν γαστρί ἐλάβομεν καί ὠδινήσαμεν καί ἐτέκομεν πνεῦμα σωτηρίας, ὅ ἐκυήσαμεν ἐπί τῆς γῆς” – ἀλλ᾿ ἵνα φανερωθῇ ἡ ὑπεράπειρος αὐτοῦ πρός ἡμᾶς καί γνησία ἀγάπη καί ὅτι, εἰ βουλοίμεθα, καί πάντες ἡμεῖς κατά τό θεῖον τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ λόγιον μήτηρ κατά τόν εἰρημένον τρόπον καί ἀδελφοί αὐτοῦ χρηματίσωμεν καί ἴσοι πάντως τῶν αὐτοῦ μαθητῶν καί ἀποστόλων γενώμεθα, οὐχί κατά τήν ἀξίαν ἐκείνων οὐδέ κατά τάς περιόδους καί τούς κόπους οὕσπερ ὑπέστησαν, ἀλλά κατά τήν χάριν τοῦ Θεοῦ καί τήν δωρεάν, ἥν πλουσίως ἐξέχεεν ἐπί πάντας τούς πιστεύειν καί ἀκολουθεῖν αὐτῷ ἀνεπιστρόφως ἐθέλοντας, καθώς αὐτός τοῦτο βουλόμενος ἀριδήλως βοᾷ· “Μήτηρ μου, φησί, καί ἀδελφοί μού εἰσιν οἱ ἀκούοντες τόν λόγον τοῦ Θεοῦ καί ποιοῦντες αὐτόν”.

. Εἶδες πῶς πάντας τούς ἀκούοντας τόν λόγον αὐτοῦ καί ποιοῦντας αὐτόν εἰς τήν τῆς μητρός αὐτοῦ ἀξίαν ἀνήγαγε καί ἀδελφούς αὐτοῦ λέγει καί συγγενεῖς τούτους πάντας ἀποκαλεῖ; Πλήν ὲκείνη μέν κυρίως μήτηρ αὐτοῦ καθέστηκεν ὡς σωματικῶς, καθάπερ ἔφθην εἰπών, ἀφράστως τοῦτον καί ἀπειράνδρως ἀποτεκοῦσα, οἱ δέ γε ἅγιοι πάντες κατά τήν χάριν καί τήν δωρεάν συλλαμβάνοντες αὐτόν ἔχουσιν· καί ἐκ μέν τῆς παναμώμου μητρός αὐτοῦ τήν σάρκα αὐτοῦ τήν παναμώμητον ἐδανείσατο, ἀντ᾿αὐτῆς δέ τήν θεότητα αὐτῇ ἐδωρήσατο – ὤ ξένου καί καινοῦ συναλλάγματος! – ἀπό δέ τῶν ἁγίων σάρκα μέν οὐ λαμβάνει, μεταδίδωσι δέ αὐτοῖς τήν τεθεωμένην σάρκα αὐτοῦ. Καί ὅρα μοι τό βάθος τοῦ μυστηρίου. Ἡ μέν οὖν χάρις τοῦ Πνεύματος, ἤγουν τό πῦρ τῆς θεότητος, τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν ἐστι καί Θεοῦ ἐκ τῆς φύσεως καί τῆς οὐσίας αὐτοῦ, τό δέ σῶμα αὐτοῦ οὐκ ἔστιν ἐκεῖθεν, ἀλλ᾿ ἐκ τῆς πανάγνου καί ἁγίας σαρκός τῆς Θεοτόκου καί ἐκ τῶν παναχράντων αἱμάτων αὐτῆς, ἐξ ἧς ταύτην ἀναλαβών ἰδιοποιήσατο, κατά τό ὅσιον λόγιον· “Καί ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο”. Ταύτῃ τοι καί μεταδίδωσι τοῖς ἁγίοις ὁ τοῦ Θεοῦ καί τῆς ἀχράντου Παρθένου υἱός ἐκ μέν τῆς φύσεως καί τῆς οὐσίας τοῦ συναϊδίου Πατρός αὐτοῦ τήν χάριν, ὡς εἴρηται, τοῦ Πνεύματος, ἤτοι τήν θεότητα, καθώς διά τοῦ προφήτου φησί· “Καί ἔσται ἐν ταῖς ἐσχάταις ἡμέραις, ἐκχεῶ ἀπό τοῦ Πνεύματός μου ἐπί πᾶσαν σάρκα” δηλαδή τήν πιστεύσασαν, ἐκ δέ τῆς φύσεως καί οὐσίας τῆς κυρίως καί ἀληθῶς ἀποτεκούσης αὐτόν, τήν σάρκα ἥν ἀνέλαβεν ἐξ αὐτῆς.

. Καί ὥσπερ ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἡμεῖς πάντες ἐλάβομεν, οὕτω καί ἐκ τῆς ἀμωμήτου σαρκός τῆς παναγίας Μητρός αὐτοῦ ἥν ἀνέλαβε μεταλαμβάνομεν ἅπαντες· καί καθάπερ υἱός αὐτῆς καί Θεός ὁ Χριστός καί Θεός ἡμῶν γέγονεν, ἀδελφός δέ ἡμῶν ἐχρημάτισεν, οὕτω καί ἡμεῖς – ὤ τῆς ἀφράστου φιλανθρωπίας! – υἱοί τῆς Θεοτόκου μητρός αὐτοῦ καί ἀδελφοί αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ γινόμεθα, ὡς διά τοῦ μετ᾿ αὐτῆς καί ἐν αὐτῇ γεγονότος ὑπεραμώμου καί ὑπεραγνώστου γάμου γεννηθέντος τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ < ἐξ > αὐτῆς, καί ἐξ αὐτοῦ πάλιν πάντες οἱ ἅγιοι. Ὥσπερ γάρ ἐκ τῆς συνουσίας καί σπορᾶς τοῦ Ἀδάμ ἡ Εὔα πρώτη ἔτεκεν καί ἐξ ἐκείνης καί δι᾿ ἐκείνης πάντες ἐγεννήθησαν ἄνθρωποι, οὕτω καί ἡ Θεοτόκος τόν τοῦ Θεοῦ Πατρός Λόγον ἀντί σπορᾶς δεξαμένη συνέλαβε καί ἕτεκε μόνον αὐτόν τόν Μονογενῆ ἐκ τοῦ Πατρός πρό αἰώνων καί μονογενῆ ἐπ᾿ ἐσχάτων ἐξ αὐτῆς σαρκωθέντα· καί παυσαμένη τοῦ συλλαμβάνειν καί τίκτειν αὕτη, ὁ Υἱός αὐτῆς καί ἐγέννησε καί γεννᾷ καθ᾿ ἑκάστην τούς πιστεύοντας εἰς αὐτόν καί φυλάσσοντας τάς ἁγίας αὐτοῦ ἐντολάς. Ἔπρεπε καί γάρ, ἐπεί ἡ ἐν φθορᾷ γέννησις ἡμῶν διά τῆς γυναικός Εὔας ἐγένετο, τήν πνευματικήν γέννησιν ἡμῶν καί ἀνάπλασιν διά τοῦ ἀνδρός, ἤτοι τοῦ δευτέρου Ἀδάμ καί Θεοῦ, γίνεσθαι. Καί ὅρα μοι ἐντεῦθεν τήν τοῦ λόγου ἀκρίβειαν· ἀνδρός θνητοῦ καί φθαρτοῦ ἡ σπορά φθαρτούς υἱούς καί θνητούς διά γυναικός ἀπεγέννησε καί γεννᾷ· ἀθανάτου καί ἀφθάρτου Θεοῦ ἀθάνατος καί ἄφθαρτος Λόγος ἀθάνατα καί ἄφθαρτα τέκνα ἀπεγέννησε καί ἀεί γεννᾷ, ἐκ τῆς Παρθένου πρῶτον αὐτός τεχθείς δηλονότι ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι.

. Κατά τοῦτο οὖν δέσποινα καί βασιλίς καί κυρία καί μήτηρ πάντων τῶν ἁγίων ἡ τοῦ Θεοῦ Μήτηρ ἐστί, οἱ δέ ἅγιοι πάντες δοῦλοι μέν αὐτῆς εἰσι, καθό Μήτηρ ἐστί τοῦ Θεοῦ, (92) υἱοί δέ αὐτῆς, καθό μεταλαμβάνουσιν ἐκ τῆς παναχράντου σαρκός τοῦ Υἱοῦ αὐτῆς. Πιστός ὁ λόγος· ἡ γάρ σάρξ τοῦ Κυρίου, τῆς Θεοτόκου ἐστί σάρξ· καί ἐξ αὐτῆς τῆς θεωθείσης τοῦ Κυρίου σαρκός μεταλαμβάνοντες, ζωήν αἰώνιον μεταλαμβάνειν ὁμολογοῦμέν τε καί πιστεύομεν, εἰ μή τι ἀναξίως καί εἰς κατάκριμα ἑαυτῶν ταύτην μᾶλλον ἐσθίομεν. Συγγενεῖς δέ αὐτῆς τρισσῶς οἰ ἅγιοί εἰσι· καθ᾿ ἕνα μέν τρόπον ὅτι ἐκ τοῦ αὐτοῦ πηλοῦ καί τῆς αὐτῆς πνοῆς εἴτ᾿ οὖν ψυχῆς συγγένειαν ἔχουσι· κατά δεύτερον δέ, ὅτι ἐκ τῆς προσληφθείσης σαρκός αὐτῆς κοινωνίαν καί μετουσίαν ἔχουσι μετ᾿ αὐτῆς· καθ᾿ ἕτερον δέ, ὅτι διά τήν κατά Πνεῦμα ἐγγινομένην ἁγιωσύνην αὐτοῖς δι᾿ αὐτῆς ἐν ἑαυτῷ ἕκαστος συλλαμβάνων ὁμοίως ἔχει τόν τῶν ἁπάντων Θεόν, καθάπερ κἀκείνη τοῦτον ἔσχεν ἐν ἑαυτῇ· εἰ γάρ καί σωματικῶς αὐτός ἀπεγέννησεν, ἀλλ᾿ ὅλον αὐτόν καί πνευματικῶς ἐν ἑαυτῇ πάντοτε εἶχε καί νῦν ἀεί καί ὡσαύτως ἔχει ἀχώριστον.
. Τοῦτο τοίνυν τό τῶν γάμων μυστήριον, ὅ τῷ μονογενεῖ αὐτοῦ Υἱῷ ἐποιήσατο ὁ Πατήρ, ὁ συναΐδιος καί ὁμότιμος· καί ἐκάλεσε πολλούς καί ἀπέστειλε τούς δούλους αὐτοῦ καλέσαι τούς κεκλημένους εἰς τούς γάμους καί οὐκ ἤθελον ἐλθεῖν.
ΠΗΓΗ: apostoliki-diakonia.gr

. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Θεός, ἀφοῦ εἰσῆλθε στὰ σπλάγχνα τῆς Παναγίας Παρθένου καὶ ἔλαβε σάρκα ἀπ᾿ αὐτήν, γεννήθηκε, ὅπως εἴπαμε, τέλειος ἄνθρωπος καὶ τέλειος Θεὸς ἀσυγχύτως. Τί σημαντικότερο ἔγινε ποτὲ γιά μᾶς; Ὅλοι μας πιστεύουμε σ᾿ αὐτὸν τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ Υἱὸ τῆς ἀειπαρθένου καὶ Θεοτόκου Μαρίας καὶ γι᾿ αὐτὸ δεχόμαστε τὸν περὶ αὐτοῦ λόγο μὲ ἐμπιστοσύνη. Ἂν τὸν ὁμολογοῦμε λοιπὸν καὶ μετανοοῦμε ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας γιὰ τὶς προηγούμενες ἁμαρτίες μας, τότε ὁ λόγος τῆς εὐσεβείας, τὸν ὁποῖο δεχόμαστε, γεννιέται μέσα μας σὰν σπόρος, ὅπως ἀκριβῶς ὁ Λόγος τοῦ Πατρὸς εἰσῆλθε στὴν γαστέρα τῆς Παρθένου. Θαύμασε τὸ μέγα τοῦτο καὶ ἐκπληκτικὸ μυστήριο καὶ δέξου το μὲ κάθε πληροφορία καὶ πίστη.
. Συλλαμβάνουμε λοιπὸν αὐτὸν τὸν Λόγο ὄχι σωματικά, ὅπως τὸν συνέλαβε ἡ Παρθένος καὶ Θεοτόκος, ἀλλὰ πνευματικὰ μὲν πραγματικὰ ὅμως. Καὶ ἔχουμε μέσα στὶς καρδιές μας αὐτὸν τὸν Ἴδιο ποὺ συνέλαβε καὶ ἡ Ἁγνὴ Παρθένος, ὅπως λέει ὁ θεῖος Παῦλος: «Ὁ Θεὸς ποὺ εἶπε νὰ λάμψει φῶς μέσα στὶς καρδιές μας πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τοῦ Υἱοῦ του» (Β´ Κορ. δ´ 6), σὰν νὰ λέει: Αὐτὸς ὅλος γεννήθηκε ἀληθινὰ μέσα μας. Καὶ ὅτι εἶναι ἔτσι τὸ φανερώνει μὲ ὅσα παραθέτει στὴν συνέχεια: «Ἔχουμε δὲ τὸν θησαυρὸν αὐτὸν μέσα σὲ πήλινα σκεύη» (Β´ Κορ. δ´ 6), ὀνομάζοντας θησαυρὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο ὀνομάζει τὸ Πνεῦμα Κύριο: «Γιατὶ τὸ Πνεῦμα» λέει «εἶναι ὁ Κύριος» (Β´ Κορ. δ´ 6), ὥστε ὅπου ἀκοῦς Υἱὸν Θεοῦ νὰ ἐννοεῖς μαζὶ καὶ τὸ Πνεῦμα καὶ ἂν πάλι ἀκούσεις γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ ἐννοεῖς μαζὶ μὲ αὐτὸ καὶ τὸν Πατέρα, ἐπειδὴ καὶ γι᾿ αὐτὸν λέει: «Πνεῦμα ὁ Θεός» (Ἰωάν. δ´ 24), διδάσκοντάς σε παντοῦ τὸ ἀχώριστο καὶ ὁμοούσιο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὅτι δηλαδὴ ὅπου εἶναι ὁ Υἱὸς ἐκεῖ εἶναι καὶ ὁ Πατήρ, καὶ ὅπου ὁ Πατὴρ ἐκεῖ καὶ τὸ Πνεῦμα, καὶ ὅπου τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκεῖ ὅλη ἡ τρισυπόστατη Θεότητα, ὁ Ἕνας Θεὸς καὶ Πατὴρ μαζὶ μὲ τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Πνεῦμα τοὺς ὁμοουσίους, «αὐτὸς ποὺ εἶναι εὐλογητὸς στοὺς αἰῶνες, ἀμήν» (Ρωμ. α´ 25).

. Ἔτσι ὅταν πιστεύσουμε ὁλόψυχα καὶ μετανοήσουμε θερμὰ θὰ συλλάβουμε ὅπως εἰπώθηκε τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ στὶς καρδιές μας, καθὼς τὸν συνέλαβεν ἡ Παρθένος, προσφέροντάς του κι ἐμεῖς τὶς ψυχές μας παρθενικὲς καὶ ἁγνές. Καὶ ὅπως ἐκείνη δὲν τὴν κατέφλεξε τὸ πῦρ τῆς θεότητας, ἐπειδὴ ἦταν ἁγνὴ καὶ ὑπεράμωμη, ἔτσι οὔτε καὶ ἐμᾶς μᾶς κατακαίει, ὅταν τοῦ προσφέρουμε τὶς καρδιές μας ἁγνὲς καὶ καθαρές, ἀλλὰ γίνεται ἐντός μας δροσιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ πηγὴ ὕδατος καὶ ρεῖθρον ἀθάνατης ζωῆς. Ὅτι δεχόμαστε καὶ ἐμεῖς παρόμοια τὸ ἄστεκτον πῦρ τῆς θεότητας, ἄκουσε τὸν Κύριο ποὺ τὸ λέει: «Πῦρ ἦλθα νὰ βάλω στὴν γῆ» (Λουκ. ιβ´ 49). Τί ἄλλο ἐννοεῖ, παρὰ τὸ ὁμοούσιο πρὸς τὴν θεότητά του Πνεῦμα, μὲ τὸ Ὁποῖο συνεισέρχεται καὶ συνθεωρεῖται μέσα μας καὶ ὁ Ἴδιος ὁ Υἱὸς μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα;

. Ἐπειδὴ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ μία φορὰ σαρκώθηκε ἀπὸ τὴν Παρθένο καὶ γεννήθηκε ἀπὸ αὐτὴν σωματικά, ἀνέκφραστα καὶ ὑπὲρ λόγον καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σαρκωθεῖ πάλι ἢ νὰ γεννηθεῖ σωματικὰ ἀπὸ τὸν καθένα ἀπὸ μᾶς, τί προνοεῖ; Μᾶς μεταδίδει γιὰ τροφὴ ἐκείνη τὴν ἄχραντη σάρκα ποὺ προσέλαβε ἀπὸ τὴν πανάχραντη Θεοτόκο, κατὰ τὴν σωματική του γέννηση. Ἂν τὴν μεταλαμβάνουμε ἄξια, ἔχουμε μέσα μας ὅλον τὸν σαρκωθέντα Θεὸ καὶ Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, αὐτὸν τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ Υἱὸ τῆς Παρθένου τὸν καθήμενο στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος λέει: «ἐκεῖνος ποὺ τρώγει τὴν σάρκα μου καὶ πίνει τὸ αἷμα μου μένει μέσα μου καὶ ἐγὼ μέσα του» (Ἰωάν. ϛ´ 56), χωρὶς ὅμως νὰ προέρχεται ἢ νὰ γεννιέται σωματικὰ ἀπὸ ἐμᾶς, ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ μᾶς ἀποχωρίζεται ποτέ. Διότι ἐμεῖς δὲν τὸν αἰσθανόμαστε σὰν σάρκα, ἂν καὶ βρίσκεται μέσα μας ὅπως ἀκριβῶς ἕνα βρέφος, ἀλλὰ ὑπάρχει ἀσωμάτως σὲ σῶμα, ἀναμιγνυόμενος ἀνέκφραστα μὲ τὴν φύση μας καὶ τὴν οὐσία μας καὶ θεοποιώντας μας, ἐπειδὴ γίναμε σύσσωμοι καὶ μ᾿ αὐτὸν δηλαδὴ σάρκα ἀπὸ τὴν σάρκα του καὶ ὀστοῦν ἀπὸ τὰ ὀστά του. Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλύτερο καὶ φρικτότερο μυστήριο τῆς ἀνέκφραστης οἰκονομίας καὶ συγκαταβάσεώς του, ποὺ δίσταζα νὰ τὸ γράψω καὶ ἔτρεμα νὰ τὸ ἐπιχειρήσω.
. Ὁ Θεὸς ὅμως πάντοτε θέλει νὰ ἀποκαλύπτεται καὶ νὰ φανερώνεται ἡ ἀγάπη του σ᾿ ἐμᾶς, ὥστε καὶ ἐμεῖς κάποτε κατανοώντας τὴν μεγάλη του ἀγαθότητα καὶ αἰσθανόμενοι ντροπὴ νὰ προθυμοποιηθοῦμε νὰ τὸν ἀγαπήσουμε. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐγὼ παρακινήθηκα ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ φωτίζει τὶς καρδιές μας καὶ σᾶς φανέρωσα αὐτὰ τὰ μυστήρια γραπτῶς, ὄχι γιὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὅμοιος μ᾿ αὐτὴν ποὺ γέννησε τὸν Κύριο –μὴ γένοιτο– αὐτὸ εἶναι ἀδύνατο. Διότι ἄλλη εἶναι ἡ ἔνσαρκη καὶ ἄφραστη γέννηση τοῦ Θεοῦ Λόγου ἀπὸ τὴν Παρθένο καὶ ἄλλη ποὺ συντελεῖται σέ μᾶς πνευματικῶς. Ἐκείνη γεννώντας ἔνσαρκο τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ ἀπεργάστηκε στὴν γῆ τὸ μυστήριό τῆς ἀναπλάσεως τοῦ ἀνθρωπίνου γένους μας καὶ τὴν σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου, ποὺ εἶναι ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ Θεός, αὐτὸς ποὺ ἕνωσε στὸν ἑαυτό του τὰ διεστῶτα καὶ ἐξάλειψε τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου. Ἐνῷ αὐτὴ (ποὺ συντελεῖται σὲ μᾶς) γεννώντας ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι τὸν Λόγο τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, ἀπεργάζεται ἀκατάπαυστα στὶς καρδιές μας τὸ μυστήριο τῆς ἀνακαινίσεως τῶν ἀνθρώπινων ψυχῶν καὶ τὴν κοινωνία καὶ ἕνωση μὲ τὸν Θεὸ Λόγο, αὐτὴν ὑπαινίσσεται καὶ τὸ θεῖο λόγιο: «Δι᾿ αὐτοῦ συλλάβαμε καὶ ἐγεννήσαμε μὲ πόνο τὸ πνεῦμα τῆς σωτηρίας, τὸ ὁποῖο κυοφορήσαμε πάνω στὴν γῆ» (Ἡσαΐας κϛ´ 18).
. Λοιπὸν δὲν σᾶς φανέρωσα αὐτὰ τὰ μυστήρια γιὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γεννήσει τὸν Χριστὸ κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ τὸν γέννησε ἡ Παναγία, ἀλλὰ γιὰ νὰ φανερωθεῖ ἡ ὑπεράπειρη καὶ γνήσια ἀγάπη του σ᾿ ἐμᾶς καὶ ὅτι ἂν τὸ θέλουμε ὅλοι μποροῦμε νὰ γίνουμε μητέρα καὶ ἀδελφοί του κατὰ τὸν προαναφερόμενο τρόπο, καθὼς καὶ ὁ ἴδιος τὸ διακηρύττει: «Μητέρα μου καὶ ἀδελφοί μου εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἀκοῦνε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν ἐκτελοῦν» (Λουκ. η´ 21). Ἔτσι θὰ γίνουμε ἴσοι μὲ τοὺς μαθητὲς καὶ ἀποστόλους του, ὄχι κατὰ τὴν ἀξία, οὔτε κατὰ τὶς περιοδεῖες καὶ τοὺς κόπους ποὺ ὑπέφεραν, ἀλλὰ κατὰ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δωρεὰ τὴν ὁποία ἐξέχεε σ᾿ ὅλους ποὺ τὸν πίστευαν καὶ τὸν ἀκολουθοῦσαν, χωρὶς νὰ στραφοῦν ποτὲ πίσω.
. Εἶδες πὼς ὅλους ἐκείνους ποὺ ἀκοῦνε καὶ πράττουν τὸν λόγο του τοὺς ἀνύψωσε στὴν ἀξία τῆς Μητέρας του καὶ τοὺς ἀποκαλεῖ ἀδελφοὺς καὶ συγγενεῖς του; Ὅμως μόνο Ἐκείνη ὑπῆρξε ἡ κυρίως Μητέρα του, ἐπειδὴ ὅπως ἀνέφερα τὸν γέννησε ἀνερμηνεύτως καὶ χωρὶς ἄνδρα, ἐνῷ ὅλοι οἱ ἅγιοι τὸν συλλαμβάνουν καὶ τὸν κατέχουν κατὰ χάριν καὶ δωρεάν. Καὶ ἀπὸ μὲν τὴν ἄμωμη Μητέρα του δανείστηκε τὴν παναμώμητη σάρκα του καὶ σὲ ἀντάλλαγμα τῆς δώρισε τὴν θεότητα –ὢ τί παράξενη καὶ ἀσυνήθιστη συναλλαγὴ– ἐνῷ ἀπὸ τοὺς ἁγίους δὲν παίρνει σάρκα, ἀλλὰ ἀντίθετα αὐτὸς τοὺς μεταδίδει τὴν θεωμένη σάρκα του. Ἂς ἐξετάσουμε λοιπὸν τὸ βάθος αὐτοῦ τοῦ μυστηρίου.

. Ἡ χάρη τοῦ Πνεύματος στὸν Χριστό, δηλαδὴ τὸ πῦρ τῆς θεότητος, προέρχεται ἀπὸ τὴν Θεία του φύση καὶ οὐσία. Ὅμως τὸ σῶμα του δὲν ἔχει τὴν ἴδια προέλευση, ἀλλὰ προέρχεται ἀπὸ τὴν πάναγνη καὶ ἅγια σάρκα τῆς Θεοτόκου, τὴν ὁποία προσέλαβε κατὰ τὸ ἱερὸ λόγιο: «ὁ Λόγος ἔγινε σάρκα» (Ἰωάν. α´ 14). Ἔκτοτε ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἀχράντου Παρθένου μεταδίδει στοὺς ἁγίους, ἀπὸ μὲν τὴν φύση καὶ τὴν οὐσία τοῦ συναΐδιου Πατρός του τὴν χάρη τοῦ Πνεύματος, δηλαδὴ τὴν θεότητα, καθὼς καὶ μέσῳ τοῦ προφήτη λέγει: «Θὰ συμβεῖ τοῦτο κατὰ τὶς ἔσχατες ἡμέρες, θὰ ἐκχύσω ἀπὸ τὸ Πνεῦμα μου σὲ κάθε ἄνθρωπο» (Ἰωὴλ γ´ 1), ἐννοώντας κάθε πιστό, ἀπὸ δὲ τὴν φύση καὶ οὐσία ἐκείνης ποὺ κυρίως καὶ ἀληθῶς τὸν γέννησε τὴν σάρκα, τὴν ὁποία ἔλαβε ἀπὸ αὐτή.
. Καὶ ὅπως ἀπὸ τὴν πληρότητά του λάβαμε ὅλοι ἐμεῖς, ἔτσι ἀκριβῶς μεταλαμβάνουμε ἀπὸ τὴν ἄμωμη σάρκα τῆς Παναγίας Μητέρας του, τὴν ὁποία καὶ Ἐκεῖνος προσέλαβε καὶ ὅπως ἔγινε υἱὸς καὶ Θεός της ὁ Χριστὸς καὶ Θεός μας γενόμενος καὶ ἀδελφός μας, ἔτσι ἀκριβῶς καὶ ἐμεῖς –ὢ τί ἀνέκφραστη φιλανθρωπία– γινόμαστε υἱοὶ τῆς Θεοτόκου Μητέρας του καὶ ἀδελφοὶ τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδὴ χάρη στὸν ὑπεράμωμο καὶ ὑπεράγνωστο γάμο ποὺ τελέστηκε μ᾿ αὐτὴν καὶ σ᾿ αὐτὴν γεννήθηκε ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπ᾿ Αὐτὸν πάλι ὅλοι οἱ ἅγιοι.
. Πράγματι, ὅπως ἀπὸ τὴν συνουσία καὶ τὴν σπορὰ τοῦ Ἀδὰμ πρώτη ἡ Εὔα γέννησε καὶ ἀπὸ ἐκείνη καὶ μέσῳ ἐκείνης γεννήθηκαν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἔτσι καὶ ἡ Θεοτόκος, ἀφοῦ δέχτηκε ἀντὶ σπορᾶς τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ συνέλαβε καὶ γέννησε μόνο τὸν πρὸ αἰώνων μονογενῆ τοῦ Πατρὸς καὶ μετέπειτα σαρκωθέντα δικό της μονογενῆ. Καὶ μολονότι ἡ Ἴδια ἔπαψε νὰ συλλαμβάνει καὶ νὰ γεννᾷ, ὁ Υἱὸς της γέννησε καὶ γεννᾷ καθημερινὰ ὅσους πιστεύουν σ᾿αὐτὸν καὶ τηροῦν τὶς ἅγιες ἐντολές του. Ἀσφαλῶς ἔπρεπε ἡ πνευματική μας ἀναγέννηση καὶ ἀνάπλαση νὰ γίνει διὰ τοῦ ἀντρός, δηλαδὴ τοῦ δευτέρου Ἀδὰμ καὶ Θεοῦ, ἐπειδὴ ἡ γέννησή μας στὴν φθορὰ ἔγινε διὰ τῆς γυναικὸς Εὔας.

. Καὶ πρόσεχε τὴν ἀκρίβεια τοῦ λόγου: ἀνδρὸς θνητοῦ καὶ φθαρτοῦ ἡ σπορὰ φθαρτοὺς υἱοὺς καὶ θνητοὺς διὰ γυναικὸς γέννησε καὶ γεννᾷ, ἀθανάτου καὶ ἀφθάρτου Θεοῦ ὁ ἀθάνατος καὶ ἄφθαρτος Λόγος ἀθάνατα καὶ ἄφθαρτα τέκνα γέννησε καὶ διαρκῶς γεννᾷ, ἀφοῦ πρῶτα αὐτὸς γενννήθηκε ἀπὸ τὴν Παρθένο ἐν ἁγίῳ Πνεύματι βεβαίως.

. Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν εἶναι Δέσποινα καὶ βασίλισσα καὶ Κυρία καὶ Μητέρα ὅλων τῶν ἁγίων ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἐνῷ ὅλοι οἱ ἅγιοι εἶναι καὶ δοῦλοι της ἀφοῦ εἶναι Μητέρα τοῦ Θεοῦ καὶ παιδιά της ἀφοῦ μεταλαμβάνουν ἀπὸ τὴν πανάχραντη σάρκα τοῦ Υἱοῦ της. Πιστὸς ὁ λόγος: ἡ σάρκα τοῦ Υἱοῦ της εἶναι σάρκα τῆς Θεοτόκου. Μεταλαμβάνοντας καὶ ἐμεῖς ἀπ᾿ αὐτὴν τὴν θεωμένη σάρκα τοῦ Κυρίου, ὁμολογοῦμε καὶ πιστεύουμε ὅτι μεταλαμβάνουμε ζωὴν αἰώνια, ἐκτὸς ἂν ἀναξίως καὶ εἰς κατάκριμα μεταλαμβάνουμε.
. Πράγματι ὅλοι οἱ ἅγιοι εἶναι συγγενεῖς πρὸς τὴν Παναγία Μητέρα τοῦ Θεοῦ κατὰ τρεῖς τρόπους: Πρῶτον ἐπειδὴ προέρχονται ἀπὸ τὸν ἴδιο πηλὸ μ᾿ αὐτὴν καὶ τὴν ἴδια πνοή, δηλαδὴ τὴν ψυχή. Δεύτερον ἐπειδὴ ἔχουν κοινωνία καὶ μετουσία μὲ αὐτὴν διὰ τῆς προσλήψεως τῆς σαρκός της ἀπὸ τὸν Χριστό. Καὶ τρίτον ἐπειδή, λόγῳ τῆς ἐν Πνεύματι ἁγιωσύνης ποὺ ἐνυπάρχει σὲ αὐτούς, καθένας συλλαμβάνει ἐντός του καὶ κατέχει τὸν Θεὸ τῶν ὅλων, ὅπως ἀκριβῶς καὶ Ἐκείνη τὸν εἶχε ἐντός της. Διότι ἂν καὶ τὸν γέννησε σωματικῶς, ὅμως πάντοτε τὸν εἶχε ὅλον καὶ πνευματικῶς μέσα της καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ τὸν ἔχει καὶ τώρα καὶ πάντοτε ἀχώριστον ἀπὸ Αὐτήν.
. Σ᾿ αὐτὸν πρέπει ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.

Ἔκδοσις τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, Κάλαμος Ἀττικῆς

Απολυτίκιο Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου του μεγάλου και θαυματουργού (Video)

Ήχος Α’ Της ερήμου πολίτης”

“Ελλαμφθείς ουρανόθεν Συμεών ΌΛΟΣ γεγονας φως ορών Χριστόν εν τη στέρνη συν Πατρί τε και Πνεύματι ωσ ήλιον λαμπρόν φέρων γνωστός νηστείες συν ασκήσεσι πυκναίς και παννύχοις αγρυπνίαις προκαθαρθείς αίγλη γαρ απειρόφωτον Πλάστου φθεγκτήν σωρόν διηνεκώς συν Ψυχήν την ολόφωτον ΠΡΩΤΟ ΦΩΤΙ παρέχου τους πιστούς λαμπρύνων ώσπερ ήλιος.

Πρώην μὲν εἶχες γλώτταν ἀντὶ τῆς βίβλου, Γλώττης δὲ ἀντί, σὴν ἔχεις ἤδη βίβλον.”

Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος

Ἕνας ἀπὸ τοὺς τρεῖς μόνο ἁγίους, ποὺ ἡ Ἐκκλησία ὀνόμασε: «Θεολόγο», λόγω τῆς ἐμπειρίας Θεοῦ μὲ τὴν ὁποία τὸν στόλισε ὁ Θεός. Στὴ Μικρασιάτικη Γαλάτεια τῆς Παφλαγονίας τὸ ἔτος 957 βλέπει τὸ φῶς τῆς ζωῆς ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ νέος Θεολόγος. Οἱ γονεῖς του, εὐγενεῖς καὶ διακεκριμένοι στὴν ἐπαρχία ποὺ ζοῦσαν, ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν παιδεία καὶ τὴν ἀγωγὴ τοῦ μικροῦ Συμεών. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ καὶ τὸν στέλνουν 6 μόλις ἐτῶν στὴν Κωνσταντινούπολη σὲ συγγενικά τους πρόσωπα, τὰ ὁποῖα κατεῖχαν θέσεις μέσα στὰ ἀνάκτορα. Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἡλικία δέχεται τὰ πρῶτα μαθήματα καὶ σύντομα ἐπιδίδεται στὴν ταχυγραφία καὶ καλλιγραφία. Ἐκείνη ἀκριβῶς τὴν ἐποχὴ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ θείου του ἀποδέχεται τὸ ἀξίωμα τοῦ σπαθαροκουβιλάριου, καθὼς καὶ τὴ διάκριση νὰ γίνει μέλος τῆς Συγκλήτου. Βέβαια ποτὲ δὲν τὸν ἔθελξαν τέτοιες κοσμικὲς θέσεις. Καὶ ἂν ἐδέχθη κάτι τέτοιο, τὸ ἔκανε γιὰ νὰ μὴ δυσαρεστήσει τὸν θεῖο του. Ἡ ἐφηβικὴ καρδιὰ τοῦ Συμεὼν δὲν συγκινεῖται ἀπὸ τὴ θέση ποὺ κατέχει οὔτε ἀπὸ τὴν ἐξέλιξη ποὺ προδιαγράφεται γι’ αὐτόν. Ἡ γνωριμία του μὲ τὸν πνευματικό του, ἅγιο Συμεὼν τὸν Εὐλαβή τὸν Στουδίτη, ἔχει ἀνοίξει ἄλλους ὁρίζοντες καὶ διαφορετικοὺς πόθους στὴν καρδιά του. Γι’ αὐτὸ καὶ μόλις τοῦ δίνεται ἡ κατάλληλη εὐκαιρία, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Νικηφόρου Φωκᾶ (969), ἐγκαταλείπει τὴ θέση του στὰ ἀνάκτορα καὶ σὲ ἡλικία 14 ἐτῶν πηγαίνει στὴν περίφημη… Μονὴ τοῦ Στουδίου καὶ ἀναζητεῖ νὰ μείνει πλησίον τοῦ πνευματικοῦ του πατρός. Ὁ πνευματικός του ὅμως δὲν συμφωνεῖ μὲ τὴν παραμονή του στὸ μοναστήρι, γιατί κρίνει ὅτι ἡ ἡλικία του εἶναι ἀκατάλληλη γιὰ μία τόσο μεγάλη ἀπόφαση, καὶ τοῦ ὑπαγορεύει νὰ ἐπιστρέψει στὸ σπίτι τοῦ θείου του. Λύπη κατακλύζει τὴν καρδιὰ τοῦ Συμεὼν γιὰ τὸ ἀνεκπλήρωτο τῆς ἐπιθυμίας του. Ἐπιστρέφει παρόλα αὐτὰ στὸ σπίτι τοῦ θείου του, ὅπου ἐπιδίδεται στὴν προσευχὴ καὶ στὴ μελέτη θεολογικῶν καὶ πνευματικῶν κειμένων ποὺ τοῦ συνέστησε ὁ πνευματικός του.
Ὅπως σημειώνει ὁ μαθητὴς του Νικήτας Στηθάτος, ὁ ὁποῖος καὶ συνέταξε βιογραφία γιὰ τὸν ἅγιο Συμεών, ὅταν ὁ Συμεὼν βρισκόταν στὴν ἡλικία τῶν 20 ἐτῶν, δέχθηκε μία ἰδιαίτερη εὐλογία ἀπὸ τὸν Θεό. Μία νύχτα, καὶ κατὰ τὴν ὥρα ποὺ μὲ δάκρυα ἦταν δοσμένος στὸ ἱερὸ ἔργο τῆς προσευχῆς, γέμισε τὸ δωμάτιό του μὲ ἄπλετο φῶς. Ὁ ἴδιος κατελήφθη ἀπὸ ἔκσταση καὶ ὁ νοῦς του ἀνυψώθηκε στὰ οὐράνια. Ἐκεῖ εἶδε νὰ στέκεται μέσα στὸ φῶς ὁ πνευματικός του πατέρας Συμεὼν ὁ Εὐλαβής. Ἡ χαρὰ καὶ ἡ ἔκπληξη γιὰ τὴ θεία ὀπτασία πλημμυρίζουν τὴν καρδιὰ τοῦ νεαροῦ Συμεών. Ἔχουν περάσει ἔξι ὁλόκληρα χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ ὁ πνευματικός του τοῦ ἀρνήθηκε τὴν εἴσοδο στὸν μοναχικὸ βίο. Τώρα ὅμως, μετὰ τὴν παρέλευση τόσων ἐτῶν, πολὺ δὲ περισσότερο μὲ αὐτὴ τὴν ἐμπειρία, τρέφει πολλὲς ἐλπίδες ὅτι θὰ τὸν δεχθεῖ στὸ μοναστήρι. Γιὰ ἄλλη μία φορὰ ὅμως ἀποτρέπεται ἀπὸ κάτι τέτοιο.
Πέρασαν ἄλλα ἔξι χρόνια καὶ ὁ Συμεὼν εἶδε γιὰ δεύτερη φορὰ παρόμοια θεία ὀπτασία. Καὶ καθὼς τώρα βρίσκεται σὲ ἡλικία 26 χρόνων, τοῦ ἀνατίθεται μία ὑπηρεσιακὴ ἀποστολὴ στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του, τὴ Γαλάτη. Πρὶν τὴν ἀναχώρησή του ἐπισκέπτεται τὸν πνευματικό του πατέρα γιὰ νὰ ζητήσει τὴν εὐλογία του, καὶ δέχεται ἀπ’ αὐτὸν κάτι ἀσύγκριτα μεγαλύτερο καὶ ἀπρόσμενο. Τοῦ ἀνακοινώνεται ὅτι εἶναι σὲ ἡλικία ποὺ μπορεῖ νὰ εἰσέλθει στὸ μοναχικὸ βίο. Ἡ χαρὰ τοῦ Συμεὼν εἶναι ἀνέκφραστη. Ὁ πόθος τόσων χρόνων μπορεῖ τώρα νὰ ἐκπληρωθεῖ. Ἀναχωρεῖ βεβαίως κατόπιν γιὰ τὴν πατρίδα του τὴ Γαλάτη, ὅπου καὶ ἀνακοινώνει τὰ σχέδιά του στοὺς γονεῖς του.
Ἡ ἀντίδραση τῶν γονέων του καὶ τῶν συγγενῶν του ὑπῆρξε ἔντονη. Ὁ πατέρας του φαίνεται ὅτι ἦταν ἰδιαίτερα πιεστικὸς καὶ φορτικὸς στὸ νὰ τὸν ἀποτρέψει, ὅμως δὲν κατορθώνει καθόλου νὰ τὸν ἐπηρεάσει. Ὁ Συμεὼν μάλιστα προβαίνει καὶ σὲ πράξεις ποὺ πιστοποιοῦν τὸ ἀμετάκλητο τῆς ἀπόφασής του. Ἀρνεῖται ἐγγράφως κάθε διεκδίκησή του ἀπὸ τὴν πατρικὴ περιουσία καὶ ἀναχωρεῖ γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη.
Φθάνοντας ἐκεῖ πηγαίνει ἀμέσως στὸν γέροντά του στὴν ἱερὰ Μονὴ Στουδίου καὶ γίνεται δεκτὸς ἐκεῖ σὲ ἡλικία 27 ἐτῶν. Τότε παίρνει καὶ τὸ μοναχικὸ ὄνομα Συμεὼν (τὸ κατὰ κόσμον ὄνομά του ἦταν Γεώργιος). Ἡγούμενος τῆς μονῆς τότε ἦταν ὁ Πέτρος, καὶ ἡ μονὴ ἀκολουθοῦσε τὸ κοινοβιακὸ σύστημα ὀργάνωσης. Ἐξαιτίας αὐτοῦ γεννᾶται καὶ ἡ πρώτη ἀντιξοότητα στὸν Συμεών. Ἡ ἀπόλυτη ὑπακοή του στὸν πνευματικό του πατέρα, καθὼς ἀντιτίθεται πρὸς τὸ κοινοβιακὸ πνεῦμα, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο ἀπόλυτη ὑπακοὴ ἀσκεῖται μόνο στὸν ἡγούμενο, μαζὶ μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι ἔχει ἐμφανή πνευματικὴ πρόοδο, ξεσήκωσε τὸν φθόνο τῶν ὑπόλοιπων μοναχῶν. Ἡ διαβολὴ ποὺ τοῦ ἔγινε ἀνάγκασε τὸν ἡγούμενο νὰ τὸν διώξει ἀπὸ τὴ μονή.
Κατ’ ἐκείνη τὴν περίοδο, λίγο δηλαδὴ πρὶν ἀναχωρήσει ἀπὸ τὴ Μονὴ τοῦ Στουδίου, ὁ Συμεὼν γεύεται τὴν Τρίτη κατὰ σειρὰν θεία ὀπτασία. Ὁ γέροντάς του κατόπιν τῶν γεγονότων ποὺ ἔλαβαν χώρα στὴ Μονὴ τοῦ Στουδίου τὸν ὁδήγησε, δόκιμο ἀκόμη, στὴν πλησιόχωρη Μονὴ τοῦ ἁγίου Μάμαντος τοῦ Ξηροκέρκου, ὅπου ἡγούμενος ἦταν ὁ ἐνάρετος Ἀντώνιος.
Στὸ νέο του ἡσυχαστήριο ἄλλοι πειρασμοὶ ἐνοχλοῦν τὸν Συμεών. Κάποια στιγμὴ ἔρχεται ἀπὸ τὴ Γαλάτη ὁ κατὰ σάρκα πατέρας του, ὁ ὁποῖος μαζὶ μὲ ἄλλους Συγκλητικοὺς προσπαθεῖ νὰ τὸν πείσει νὰ ἐπιστρέψει στὰ ἐγκόσμια. Μάταια ὅμως. Ὁ Συμεὼν συντάσσει ἐπιστολὴ πρὸς τὸν πατέρα του, στὴν ὁποία τοῦ ἐκθέτει τὸ ὕψος τῆς κλήσεώς του καὶ τὸν συμβουλεύει νὰ μὴν ἀντιτίθεται σ’ αὐτήν. Τὴ στιγμὴ τῆς συντάξεώς της περιπίπτει σὲ νέα ὀπτασία. Εἶναι ἡ τέταρτη κατὰ σειράν.
Κατόπιν καὶ αὐτοῦ τοῦ πειρασμοῦ, τὸν ὁποῖο διεξῆλθε ὁ Συμεὼν μέσα στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ὁ γέροντάς του Συμεὼν ὁ Εὐλαβὴς τὸν ἔκειρε πλέον μοναχὸ σὲ ἡλικία 29 ἐτῶν. Δὲν πέρασαν παρὰ δύο χρόνια ἀπὸ τότε, καὶ τὸ ἔτος 988 ἀπεβίωσε ὁ ἐνάρετος ἡγούμενος τῆς Μονῆς τοῦ ἁγίου Μάμαντος Ἀντώνιος. Ὅλοι οἱ μοναχοὶ τότε μὲ τὴ σύμφωνη γνώμη τοῦ Πατριάρχη Νικολάου Β΄ τοῦ Χρυσοβέργη ἐκλέγουν ἡγούμενο τὸν Συμεών. Κατόπιν αὐτῶν χειροτονεῖται πρεσβύτερος καὶ τοποθετεῖται ἡγούμενος τῆς Μονῆς. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς χειροτονίας του καὶ μάλιστα τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἀρχιερέας ἀνέπεμπε τὴ χειροτονητήρια εὐχή, εἶδε νέο ὅραμα· τὸ πέμπτο κατὰ σειράν.
Ὡς ἡγούμενος τῆς Μονῆς τοῦ ἁγίου Μάμαντος ὁ Συμεὼν ὁ Νέος εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει πολλὰ προβλήματα. Ἀρχικὰ τὰ οἰκοδομικά τῆς Μονῆς, ἡ ὁποία βρισκόταν σὲ ἡμιερειπωμένη κατάσταση. Αὐτὸ τὸν ἀνάγκασε νὰ κατεδαφίσει τὰ παλαιὰ κτίρια καὶ νὰ οἰκοδομήσει νέα μαζὶ μὲ νεόκτιστο λαμπρὸ ναό. Τὸ δεύτερο μεγάλο πρόβλημα μὲ τὸ ὁποῖο κυριολεκτικὰ δεινοπάθησε ἦταν ἡ πνευματικὴ καλλιέργεια καὶ συγκρότηση τῶν μοναχῶν. Ὁ Συμεών, θεωρητικὸς καὶ νηπτικὸς καθὼς ἦταν, συχνὰ ἔκανε λόγο στοὺς μοναχοὺς περὶ «θείου ἔρωτος», περὶ «θεωρίας» καὶ περὶ «θείου φωτός». Οἱ μοναχοὶ ὅμως ἦταν ἀμύητοι σὲ τέτοιου εἴδους διδασκαλία. Ἔφθασαν μάλιστα στὸ σημεῖο τριάντα περίπου μοναχοὶ κατὰ τὴ διάρκεια κατηχήσεως – ὁμιλίας τοῦ Συμεὼν ἐντός τοῦ ἱεροῦ ναοῦ νὰ ὁρμήσουν κυριολεκτικὰ ἐναντίον του μὲ φωνὲς καὶ ἀπειλητικὲς διαθέσεις. Ὁ Συμεὼν τοὺς ἀντιμετώπισε μὲ γλυκύτητα, καὶ ἐκεῖνοι ἔξαλλοι βγῆκαν ἀπὸ τὸν ναὸ καὶ μὲ κραυγὲς προσέφυγαν στὸν Πατριάρχη Σισσίνιο ἀπαιτώντας τὸ δίκαιό τους.
Ὁ Πατριάρχης ἐκπλήσσεται κυριολεκτικὰ ἀπὸ τὴν στάση αὐτὴ τῶν μοναχῶν καὶ καλεῖ τὸν Συμεὼν στὸ Πατριαρχεῖο, ὅπου διαπιστώνει ἀπὸ τὴν ἀντιπαράθεση τὸν φθόνο τῶν μοναχῶν. Γι΄ αὐτὸ καὶ ἀποφασίζει νὰ τοὺς ἐξορίσει ὅλους. Τὴ στιγμὴ αὐτὴ ἡ συγχωρητικότητα τοῦ Συμεὼν καὶ ἡ παντελὴς ἔλλειψη κάθε μορφῆς ἐκδικήσεως λάμπουν σὲ ὅλο τους τὸ μεγαλεῖο. Παρεμβαίνει στὸν Πατριάρχη καὶ μὲ ἔντονες παρακλήσεις τὸν κάμπτει, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν τοὺς ἐξορίσει.
Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ περιστατικὸ ὁ Συμεὼν παραμένει στὴ θέση τοῦ ἡγουμένου γιὰ 25 ὁλόκληρα χρόνια, καὶ τὸ 1013 παραδίδει τὴν ἡγουμενία στὸν μαθητὴ του Ἀρσένιο, ἐνῶ ὁ ἴδιος ἀποσύρεται σὲ κοντινὸ ἡσυχαστήριο. Βρίσκεται ἤδη στὴν ἡλικία τῶν 57 ἐτῶν, καὶ μέσα στὴν ἡσυχία ἐπιδίδεται πλέον στὸ συγγραφικό του ἔργο.
Μέσα στὶς ἄλλες συγγραφὲς συντάσσει καὶ ἀκολουθία πρὸς τιμὴν τοῦ πνευματικοῦ του πατρὸς Συμεὼν τοῦ Εὐλαβοῦς, τοῦ ὁποίου τὴν ἁγιότητα ἀποδεχόταν καὶ ἤθελε νὰ ἑορτάζει τὴ μνήμη του. Ἡ πράξη του αὐτὴ βρίσκει ἀντίθετο τὸν Μητροπολίτη Νικομηδείας Στέφανο, ὁ ὁποῖος καὶ κινεῖ τὰ νήματα ἐναντίον του καὶ τελικὰ πείθει τὸν Πατριάρχη ἀφενὸς νὰ τοῦ ἀπαγορεύσει κάθε ἀπόδοση τιμῆς στὸν Συμεὼν τὸν Εὐλαβή καὶ ἀφετέρου νὰ τὸν ἐξορίσει στὴν περιοχὴ τῆς Χρυσουπόλεως.
Ὁ ἅγιος Συμεὼν παίρνει τὸν δρόμο τῆς ἐξορίας καὶ ἐγκαθίσταται σὲ ἕνα ἐρημοκκλήσι τῆς Ἁγίας Μαρίνας. Ὁ Πατριάρχης ἀργότερα τὸν ἀθωώνει καὶ τὸν ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὴν ἐξορία ἐπιτρέποντάς του νὰ ἐγκατασταθεῖ ὅπου θέλει, μὲ τὸν ὄρο νὰ ἑορτάζει ἰδιωτικὰ μόνο τὴ μνήμη τοῦ πνευματικοῦ του πατρὸς Συμεὼν τοῦ Εὐλαβοῦς. Ὁ Συμεὼν προτιμᾶ τὴν ἐρημία τῆς ἁγίας Μαρίνας, πρὸς τιμὴν τῆς ὁποίας ἀνήγειρε καὶ νέο ναό, καὶ σχηματίζει γύρω ἀπ’ αὐτὸν μίκρο ποίμνιο. Παραμένει ἐκεῖ ἕως τὸ 1037, ὅταν τὸν βρίσκει ὁ θάνατος σὲ ἡλικία 79–80 ἐτῶν.
Ἡ ἡμέρα τοῦ θανάτου του δὲν τοῦ ἦταν ἄγνωστη. Τὴν προέβλεψε. Γι’ αὐτὸ καὶ ἑτοιμάστηκε κατάλληλα. Ἔβαλε τοὺς μαθητές του, ἀφοῦ κοινώνησε τῶν ἀχράντων Μυστηρίων – ὅπως ἔκανε κάθε μέρα – νὰ ψάλλουν τὴ νεκρώσιμη ἀκολουθία, καὶ ἐκεῖνος, μόλις τελείωσε τὴν προσευχή του, σταύρωσε τὰ χέρια, τακτοποίησε τὸ σῶμα του μὲ ἠρεμία καὶ εἶπε: «Εἰς χεῖράς σου, Χριστὲ Βασιλεῦ, τὸ πνεῦμά μου παρατίθημι».
Τὴν προσωνυμία «Νέος Θεολόγος» τὴν ἀπέκτησε γιὰ τὴν ἔμφαση ποὺ ἔδωσε μὲ τὴ ζωὴ του πρωτίστως καὶ μὲ τὰ ἔργα του κατὰ δεύτερον στὴ μυστικὴ αἴσθηση τῆς θείας ἀγάπης καὶ τοῦ φωτός· ἔννοιες καὶ καταστάσεις πνευματικὲς γιὰ τὶς ὁποῖες κάνουν λόγο καὶ οἱ ἄλλοι δύο Θεολόγοι, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ εὐαγγελιστὴς καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος.
Ἀπὸ τοὺς μαθητὲς του ὁ πιὸ διακεκριμένος, Νικήτας ὁ Στηθάτος, ἔκανε γνωστὰ τὰ ἔργα του, τὰ σημαντικότερα τῶν ὁποίων εἶναι οἱ «Κατηχήσεις», οἱ «Ὕμνοι Θείων Ἐρώτων» καὶ τὰ «Πρακτικὰ καὶ Θεολογικὰ Κεφάλαια». Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται στὶς 12 Μαρτίου, ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του, ἐπειδὴ ὅμως συμπίπτει μὲ τὴ νηστεία τὴ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, μετατίθεται στὶς 12 Ὀκτωβρίου.

Πηγή