Δίκαιος Συμεών ο Θεοδόχος και Άννα η Προφήτιδαγιος == Νικολαος Κασατκιν Επισκοπος Ιαπωνιας ο Ισαποστολος (1836 – 1912) == Άγιος Ιγνάτιος Επίσκοπος Μαριουπόλεως (? – 1786)

Δίκαιος Συμεών ο Θεοδόχος και Άννα η Προφήτιδα

Ο Συμεών κατοικούσε στην Ιερουσαλήμ. Ήταν δίκαιος, ευλαβής και φωτισμένος από το Άγιο Πνεύμα, που του είχε φανερώσει ότι δε θα πέθαινε πριν δει το Χριστό “” Η χαρμόσυνη αυτή πληροφορία τον εμψύχωνε ως τα βαθειά γεράματα του. Τέλος, ακριβώς σαράντα μέρες μετά τη γέννηση του Ιησού, το Πνεύμα τον πληροφόρησε ότι έπρεπε να πάει στο Ιερό. Ετοιμάστηκε, λοιπόν, με νεανική ζωηρότητα, πήγε εκεί και στάθηκε στην πόρτα, γεμάτος ευχαρίστηση και αγαλλίαση. Μέσα στην προσδοκία αυτή, φάνηκαν να έρχονται ο Ιωσήφ με την Παρθένο, που κρατούσε τον Ιησού.

Ο Συμεών, πληροφορημένος από το Πνεύμα ότι το βρέφος αυτό είναι ο Χριστός, τρέχει και παίρνει τον Ιησού στην αγκαλιά του. Τον κρατάει ευλαβικά και, αφού καλά – καλά παρατήρησε το νήπιο και δέχθηκε όλη την ιλαρότητα της θείας μορφής του, ύψωσε το βλέμμα του επάνω και είπε ευχαριστώντας το Θεό: «Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη· ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου, ο ητοίμασας κατά πρόσωπον πάντων των λαών, φως εις άποκάλυψιν εθνών και δόξαν λάου σου Ισραήλ». Τώρα, δηλαδή, πάρε την ψυχή μου Δέσποτα, σύμφωνα με το λόγο σου, ειρηνικά, διότι τα μάτια μου είδαν αυτόν που θα φέρει τη σωτηρία που ετοίμασες για όλους τους λαούς και θα είναι γι’ αυτούς φως, που θα αποκαλύψει τον αληθινό Θεό και θα δοξάσει το λαό σου Ισραήλ.

Η Προφήτιδα Άννα ήταν θυγατέρα του Φανουήλ και καταγόταν από τη φυλή του Ασήρ, ογδόου γιου του Ιακώβ. Παντρεύτηκε πολύ νέα, και μετά επτά χρόνια έμεινε χήρα. Από κει και πέρα έζησε μόνη της, χωρίς να έλθει πλέον σε νέο γάμο. Παρηγοριά και ευχαρίστηση της ήταν η προσευχή, η νηστεία, η ανάγνωση των Γραφών, η φιλανθρωπία και η συχνή παρουσία της στο Ιερό σ’ όλες τις πρωινές και εσπερινές δεήσεις. Για τον τρόπο αυτό της ζωής της, το Άγιο Πνεύμα μετέδωσε στην Άννα το προφητικό χάρισμα. Αξιώθηκε μάλιστα, αν και 84 ετών τότε να υποδεχθεί στο Ναό μαζί με τον δίκαιο Συμεών, το θείο Βρέφος.

Κατά τη συνάντηση εκείνη, η καρδιά της Άννας υπερχάρηκε και σκίρτησε. Πλησίασε, προσκύνησε το παιδί και κατόπιν, αφού ευχαρίστησε και δοξολόγησε και αυτή το Θεό, διακήρυττε ότι ήλθε ο Μεσσίας προς όλους, οι όποιοι ζούσαν περιμένοντας με ειλικρινή ευσέβεια τη λύτρωση του Ισραήλ.

Η μνήμη της Προφήτιδας Άννας επαναλαμβάνεται στις 28 Αυγούστου.

Η Σύναξή τους ετελείτο στο Αποστολείο Ιακώβου του Αδελφοθέου, που ήταν παρεκκλήσιο του ναού της Θεοτόκου Ευουρανιωτίσσης.

Τα Λείψανα του Αγίου Συμεών, άγνωστο πότε, μεταφέρθηκαν από την Παλαιστίνη στην Κωνσταντινούπολη και κατατέθηκαν στο Ναό της Παναγίας των Χαλκοπρατείων, όπου φυλάσσονταν και τα Λείψανα του Αποστόλου Ιακώβου του Αδελφοθέου και του Προφήτου Ζαχαρίου, πατρός του Προδρόμου. Από εκεί αφαιρέθηκαν το 1204 μ.Χ., πέντε ημέρες μετά την άλωση της Πόλεως από τους Φράγκους, από τους Βενετούς Πέτρο Steno, Άγγελο Drusiano και Ανδρέα Balduino και μεταφέρθηκαν στη Βενετία. Μετά την αναγνώριση του 1317 μ.Χ. τα Λείψανα τοποθετήθηκαν σε μαρμάρινη σαρκοφάγο, η οποία το 1733 μ.Χ. τοποθετήθηκε κάτω από την Αγία Τράπεζα του προς τιμήν του Ναού, όπου και σήμερα φυλάσσονται.

Λείψανα του Αγίου Συμεών φυλάσσονται επίσης στο Ναό Aix La Chapelle, στο Άαχεν της Γερμανίας.

=========================

Αγιος Νικολαος Κασατκιν Επισκοπος Ιαπωνιας ο Ισαποστολος (1836 – 1912)

Ο Άγιος Νικόλαος, κατά κόσμο Ιωάννης Ντιμιτρέβιτς Κασάτκιν, γεννήθηκε την 1η Αυγούστου 1836 μ.Χ. στο χωριό Μπεργιοζόβσκυ του Μπελσκ, κοντά στην περιοχή του Σμολένσκ. Οι γονείς του ονομάζονταν Δημήτριος και Ξένη και ήσαν ευσεβείς και φιλόθεοι. Έτσι ο Άγιος αγάπησε τον εκκλησιαστικό βίο από την παιδική του ηλικία και έκανε τα πρώτα του βήματά του μέσα στην Εκκλησία με την βοήθεια του πατέρα του, ο οποίος ήταν ιερεύς.

Όταν ο Ιωάννης μεγάλωσε, πήγε στο τοπικό δημοτικό σχολείο και μετά στο εκκλησιαστικό σεμινάριο του Μελίνσκι. Αφού αποφοίτησε μεταξύ των πρώτων, συνέχισε τις σπουδές του στη θεολογική ακαδημία της Αγίας Πετρουπόλεως, από την οποία τελείωσε το έτος 1861 μ.Χ.

Στην Ιαπωνία, λίγο μετά την άφιξη των Πορτογάλων Ιησουιτών στο νότιο άκρο τον 17ο αιώνα μ.Χ., οι Ολλανδοί έμποροι είχαν πείσει την κυβέρνηση πως πρέπει η χώρα να προφυλαχθεί από την ολέθρια επιρροή των ξένων. Το αποτέλεσμα ήταν να κλείσουν τα λιμάνια για όλους εκτός από τους εμπόρους αυτούς. Για διακόσια χρόνια κράτησε η πολιτική του απομονωτισμού, που άρχισε σιγά – σιγά να υποχωρεί. Έτσι δόθηκε στον Άγιο Νικόλαο η ευκαιρία να κηρύξει το Ευαγγέλιο στην Άπω Ανατολή.

Στο Χακοντάτε, λιμάνι της βόρειας Ιαπωνίας, εγκαταστάθηκε Ρωσική Πρεσβεία και το προσωπικό της χρειαζόταν εφημέριο. Ο Ιωάννης, που πριν τελειώσει την ακαδημία είχε καρεί μοναχός, είχε μετονομασθεί σε Νικόλαο και είχε χειροτονηθεί Πρεσβύτερος το 1860 μ.Χ. από τον Μητροπολίτη Νόβγκοροντ και Αγίας Πετρουπόλεως Γρηγόριο, ήταν εκείνος που με χαρά δέχθηκε να εργαστεί ιεραποστολικά στην Ιαπωνία. Και έτσι το 1861 μ.Χ., σε ηλικία 26 ετών, ο νεαρός ιερομόναχος ξεκίνησε χωρίς συνοδεία και ταξίδεψε στην Σιβηρία.

Έτσι έφθασε στο Χακοντάτε ως εφημέριος του διπλωματικού σώματος. Από εκεί έστειλε γράμμα στον Μητροπολίτη της Αγίας Πετρουπόλεως περιγράφοντας τον πολιτισμό, την ευγένεια και τον λεπτό χαρακτήρα των Ιαπώνων. Τους θαύμαζε γι’ αυτά και όμως συγχρόνως τους λυπόταν, επειδή τους έλειπε το κυριότερο: η Ορθόδοξη πίστη.

Στο Χακοντάτε δεν τον είχαν υποδεχθεί θερμά ούτε οι Ρώσοι ούτε οι Ιάπωνες. Ειδικά οι τελευταίοι, εξ’ αιτίας του χρόνιου απομονωτισμού τους, δεν είχαν την διάθεση να ακούσουν το κήρυγμα του Ευαγγελίου. Αυτό αποθάρρυνε κάπως το Νικόλαο. Στις 9 Σεπτεμβρίου του 1861 μ.Χ., όμως, δέχθηκε της επίσκεψη του Αρχιεπισκόπου Ιννοκεντίου, ιεραποστόλου της Αμερικής. Εκείνος τον επετίμησε για τον φθίνοντα ενθουσιασμό του και τον συμβούλεψε να μάθει την ιαπωνική γλώσσα. Έτσι και έγινε. Ο Άγιος Νικόλαος έμαθε την γλώσσα και άρχισε να κηρύττει.

Κάποια βραδιά, λοιπόν, καθώς μελετούσε στο κελί του, βλέπει ένα σαμουράι να ορμά στο δωμάτιό του με το σπαθί στο χέρι. Θα τον έσφαζε, του είπε, εάν δεν σταματούσε να «διαφθείρει» με τα κηρύγματά του τους ντόπιους. Ταπεινά ο Άγιος Νικόλαος δέχθηκε να πεθάνει, αν όμως πρώτα ο επίδοξος δολοφόνος του θα μάθαινε τι μελετούσε την ώρα εκείνη. Ο σαμουράι άφησε το σπαθί του, για να ακούσει τι είχε να του πει ο Άγιος. Και έτσι αυτός άρχισε να του εξηγεί την δημιουργία του σύμπαντος από τον Θεό, το σχέδιο της Θείας Οικονομίας και πως ο Χριστός ήλθε στον κόσμο για να σώσει τον άνθρωπο.

Το αποτέλεσμα ήταν, ο παραλίγο δήμιός του να κατηχηθεί και να βαπτισθεί. Λίγα χρόνια αργότερα ο σαμουράι Τακούμα Σαβάμπε έγινε ο πατήρ Παύλος, ο πρώτος Ορθόδοξος Ιάπωνας ιερέας. Ακολούθησαν χρόνια ιεραποστολικής δράσεως, μεταφράσεως λειτουργικών βιβλίων και της Αγίας Γραφής και έντονης κατηχητικής διακονίας.

Το έτος 1880 μ.Χ., μετά από πολλά χρόνια ιεραποστολικής δράσεως, εξελέγη και χειροτονήθηκε Επίσκοπος της Ορθόδοξης Ιαπωνικής Εκκλησίας της Ρωσικής Διασποράς. Το ιεραποστολικό του έργο ήταν πολύ μεγάλο. Κατήχησε και βάπτισε χιλιάδες ανθρώπους. Φρόντισε για την ανέγερση ναών, την πνευματική καλλιέργεια και την λειτουργική αγωγή του εφημεριακού κλήρου. Ο ίδιος έλεγε χαρακτηριστικά: «Ο Ορθόδοξος ιεραπόστολος οφείλει να έχει ανοιχτές τις πόρτες του σπιτιού του, γι’ αυτούς που επιθυμούν μια προσωπική επικοινωνία και να μεταβαίνει πρόθυμα όπου υπάρχει δυνατότητα μεταδόσεως του Ευαγγελίου».

Ο Άγιος Νικόλαος κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 1912 μ.Χ.

===============================================

Άγιος Ιγνάτιος Επίσκοπος Μαριουπόλεως

Ο Άγιος Ιγνάτιος γεννήθηκε στις αρχές του 18ου αιώνα μ.Χ. στο νησί Θέρμη. Μάλλον πρόκειται για το νησί των Κυκλάδων Κύθνο, που ονομαζόταν και Θερμιά, λόγω των εκεί θερμών ιαματικών πηγών. Ήταν γόνος της γνωστής και ευσεβούς οικογενείας Γεζεδινού.

Νέος μετέβη στο Άγιον Όρος, στη μονή Βατοπαιδίου. Εκεί μόναζε και ένας κοντινός συγγενής του. Αγαπώντας ολόκαρδα τη μοναχική πολιτεία, εγκατέλειψε κάθε κοσμική ματαιότητα και εκάρη μοναχός με το όνομα Ιγνάτιος. Αργότερα χειροτονήθηκε ιερέας.

Για την αρετή του κλήθηκε να ποιμάνει ένα απομακρυσμένο ποίμνιο, που βρισκόταν κάτω από σκληρό ταταρικό ζυγό. Το 1769 μ.Χ. χειροτονήθηκε επίσκοπος Γκοτφέϊ και Κεφάϊ της Κριμαίας. Χαρακτηρίζεται ως καλοκάγαθος και ακαταπόνητος ιεράρχης, που κατέκτησε την αγάπη και τον σεβασμό του ταλαιπωρημένου ποιμνίου του. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως του έδωσε για την καλή διακονία του, τον τίτλο του αρχιεπισκόπου και τον έκανε μέλος της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Οι σύγχρονοι του τον χαρακτηρίζουν ως άνδρα, τίμιο, ευσεβή, ηθικό, ταπεινό, αγνό, άγρυπνο. Είχε ήρεμη εξωτερική όψη, αγγελική συμπεριφορά, ήταν έμπειρος στις εκκλησιαστικές υποθέσεις, και είχε φυσικά ταλέντα και πολλές ικανότητες. Με τα προσόντα αυτά έμελλε να γίνει ο νέος Μωϋσής υπόδουλου ποιμνίου του. Πραγματοποίησε το δύσκολο και μεγάλο έργο της εξόδου των Ορθοδόξων Ελλήνων από την Κριμαία, που ήταν υπό τον ζυγό των Τατάρων, στη χριστιανική γη της Αζοφικής, που βρισκόταν υπό τη ρωσική κυριαρχία.

Προσευχόμενος με δάκρυα στον Θεό για τον κατατρεγμό του ποιμνίου του επί έτη, αποφάσισε την αναχώρηση. Είχε συνειδητοποιήσει καλά τον άμεσο κίνδυνο των Ορθοδόξων χριστιανών από πνευματική και φυσική εξόντωση. Άρχισε μυστικές συνομιλίες με τη ρωσική κυβέρνηση και πέτυχε να καταλογραφηθούν οι χριστιανοί της Κριμαίας Ρώσοι υπήκοοι.

Μετά από τη Θεία Λειτουργία της 23 Απριλίου 1778 μ.Χ. στη σπηλαιώδη εκκλησία της Σκήτης Κοιμήσεως της Θεοτόκου κάλεσε τους πιστούς να ετοιμασθούν για την έξοδό τους από τη γη της δουλείας και της μακροχρόνιας ταπεινώσεως. Έμπιστοι άνθρωποι ανήγγειλαν σε όλους τους πιστούς της χερσονήσου την ακριβή αναχώρηση. Οι ταταρικές αρχές δεν έμαθαν τίποτε για το επικείμενο γεγονός, και έτσι δεν μπόρεσαν να εμποδίσουν τα πλήθη.

Αναγκάσθηκαν να αφήσουν τις περιουσίες τους, τις οικίες και τα κτήματά τους, τις εκκλησίες και τους πατρογονικούς τάφους. Τον Ιούνιο του 1778 μ.Χ. άρχισε η μεγάλη και δύσκολη πορεία. Βαστούσαν την εικόνα της Παναγίας του Μπαχτσισαράϊ πού τους προστάτευε. Πνευματικός τους ηγέτης ήταν ο επίσκοπος Ιγνάτιος. Περίπου 50.000 Έλληνες εγκατέλειψαν την τουρκοταταροκρατούμενη Κριμαία.

Για το θάρρος, την τόλμη, την ανδρεία και τον άθλο του η αυτοκράτειρα Αικατερίνη απένειμε στον γενναίο και σοφό ιεράρχη το υψηλό παράσημο· «το αδαμάντινο εγκόλπιο της Παναγίας. Με τις προσευχές του καλού και πιστού ποιμένος τους οι πρόσφυγες ξεπέρασαν πολλές δυσκολίες, ελλείψεις και ασθένειες της μακράς πορείας τους. Όταν παρουσιάσθηκε μία άγνωστη, φοβερή επιδημία κατά την οδοιπορία, ο άγιος ιεράρχης προσευχήθηκε θερμά στον άγιο Χαράλαμπο τον θαυματουργό, ο οποίος του εμφανίσθηκε σε όραμα, και συνέδραμε τον λαό».

Στη ρωσική ακτή της Αζοφικής, όπου εγκαταστάθηκαν οι Έλληνες με την ευλογία του μητροπολίτου Ιγνατίου, θεμελιώθηκε η μεγάλη και ωραία πόλη Μαριούπολη, που αφιερώθηκε στην Παναγία και είχε γύρω της 23 ελληνικά χωριά. Στη Μαριούπολη δημιουργήθηκε νέα μητρόπολη υπό την πνευματική εποπτεία του σεβάσμιου ιεράρχη, που τώρα υπαγόταν στην Ορθόδοξη Ρωσική Εκκλησία. Πρωταρχική μέριμνα του μητροπολίτου Ιγνατίου ήταν η συνεχής πνευματική καθοδήγηση του ποιμνίου του. Οι δυσκολίες και τα προβλήματα του νέου τόπου, Οι συχνές επιθέσεις των Τούρκων για την επιστροφή των κατοίκων στον χώρο από τον όποιο αναχώρησαν, τους έκαναν φοβισμένους και ταραγμένους, με αποτέλεσμα να διαμαρτύρονται μερικές φορές και στον ιεράρχη τους για τις πολλές δοκιμασίες τους.

Ο άγιος επίσκοπος δεν πτοήθηκε ούτε κάμφθηκε, αλλά θυμήθηκε την έξοδο των Εβραίων από την Αίγυπτο της δουλείας και τις συνεχείς κατηγορίες τους στον ελευθερωτή και αρχηγέτη τους θεόπτη Μωϋσή. Ο πιστός δούλος του Θεού Ιγνάτιος αγάπησε τον Θεό με όλη του την καρδιά, την ισχύ και τη διάνοια, και υπόμενε τους πιστούς του και τους δικαιολογούσε, γιατί είχαν περάσει μαρτυρική ζωή, ενώ μερικοί πόνοι τους συνεχίζονταν.

Συνήθιζε να λέει: «Διά της Εκκλησίας και από την Εκκλησία πηγάζει η ουράνια ευλογία και είναι προφανής η επιτυχία σε όλα τα ανθρώπινα έργα και επιτηδεύματα». Έτσι όλα τα αντιμετώπιζε με προσευχή, υπομονή και πραότητα.

Μένοντας σε πέτρινο κελλί, που είχε κτίσει ο ίδιος, 6,5 χιλιόμετρα έξω από τη Μαριούπολη, στις 3 Φεβρουαρίου 1786 μ.Χ. παρέδωσε ειρηνικά το πνεύμα του στον Πλάστη του, ύστερα από δύο εβδομάδων ασθένεια. Ετάφη στον πρώτο ναό της Μαριούπολης, τον Άγιο Χαράλαμπο. Ο τάφος του έγινε αργότερα μεγάλο προσκύνημα. Οι ευσεβείς κάτοικοι τιμούσαν ευγνώμονα τον άγιο πνευματικό τους πατέρα, πού τους είχε γίνει ελευθερωτής.

Το 1936 μ.Χ., μετά την επικράτηση του φοβερού αθεϊστικού καθεστώτος, ο ναός του Αγίου Χαραλάμπους καταστράφηκε. Τότε άνοιξαν τον τάφο του αγίου, όπου βρέθηκε άφθορο το τίμιο λείψανό του. Αργότερα το μετέφεραν αλλού. Κατά την απελευθέρωση της Μαριούπολης η πόλη κάηκε από τους Γερμανούς και μαζί της τα λείψανα του αγίου. Έτσι εκπληρώθηκε η προφητεία του αγίου, που έλεγε ότι το σώμα του θα καεί μαζί με την πόλη. Ένα μέρος όμως των οστών του σώθηκε και σήμερα φυλάγονται στον ναό του Αγίου Γεωργίου Μαριούπολης.

Το 1977 μ.Χ. αναγνωρίσθηκε άγιος από την Ορθόδοξη Ουκρανική Εκκλησία.

=============================================

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

Αὐτὸς ὁ ἱστότοπος χρησιμοποιεῖ τὸ Akismet γιὰ νὰ μειώσει τὰ ἀνεπιθύμητα μηνύματα. Μάθετε τί συμβαίνει μὲ τὰ δεδομένα τῶν σχολίων σας.